Ἡ ἱστορία μιᾶς λέξης

Ὅταν, μετά τή δεύτερη ἐκλογική νίκη τοῦ ΠΑΣΟΚ, ἀποχώρησε ἀπό τό κόμμα ὁ βουλευτής Στάθης Παναγούλης, ἐκφράζοντας παράπονα γιά τό κόμμα καί τόν ἀρχηγό του, ὁ Ἀνδρέας Παπανδρέου ἀπάντησε ἀμέσως, ἀρχίζοντας τήν ἀπάντησή του μέ τή φράση: «Σέ δέχτηκα ἄμεσα στό Καστρί….» (Πρός φιλική συζήτηση). Τό «ἄμεσα» στή φράση,  «Σέ δέχτηκα ἄμεσα στό Καστρί…», ἔχει θέση χρονικοῦ ἐπιρρήματος, χρησιμοποιεῖται δηλαδή στή θέση τοῦ ἀμέσως. Μέχρι τότε δέν εἶχε διανοηθεῖ κανένας νά χρησιμοποιήσει τή λέξη αὐτή ὡς χρονικό ἐπίρρημα, καθώς ἦταν παραδεκτή μόνο ὡς τροπικό ἐπίρρημα μέ σημασία ἀντίθετη τοῦ ἔμμεσα, πού θά πεῖ: ἀπευθείας, χωρίς μεσολάβηση κάποιου ἄλλου παράγοντα. Ὡς τροπικό ἐπίρρημα, ἐννοεῖται, θά τή βρεῖ κανείς σέ ὅλες τίς γραμματικές καί τά λεξικά μας. Ὡς τροπικό ἐπίρρημα  ἔχει σημασιολογηθεῖ στή νεοελληνική γλώσσα, ἔτσι ἔχει καθιερωθεῖ κι ἔτσι ἔχει καταγραφτεῖ. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ χρήση τοῦ «ἄμεσα», ὡς χρονικό ἐπίρρημα, εἶναι ἀντικανονική ἤ, ἀλλιῶς, αὐθαίρετη, ἀποτελεῖ γραμματικό-ἐννοιολογικό λάθος καί συνεπῶς λεκτικό βαρβαρισμό. Μά καλά θά πεῖ κανείς δέν ἤξερε στοιχειώδη ἑλληνικά ὁ Ἀνδρέας Παπανδρέου, ὥστε νά ἀποφύγει ἕναν τέτοιο βαρβαρισμό; Ἀσφαλῶς ἤξερε. Ἤξερε ὅμως καί κάτι ἀκόμα: ὅτι λέγοντας αὐτό τό «ἄμεσα» ὑποδυόταν τόν ὑπερδημοτικιστή. Κι αὐτό ἦταν ὁ στόχος, νά φανεῖ ἄνθρωπος προοδευτικός, πέρα κι ἀπό τόν δημοτικισμό τῆς ἀριστερᾶς. Ἡ ἐκστόμιση, μ᾿ ἄλλα λόγια, τῆς λέξης «ἄμεσα», μ᾿ αὐτή τή σημασία, ἦταν μιά συνειδητή πράξη, μέ δημοκοπικό χαρακτήρα.

Ὁ Ἀνδρέας Παπανδρέου ἦταν τότε πανίσχυρος, κι ὁ λόγος του εἶχε παπική βαρύτητα, τόσο γιά τήν κορυφή, ὅσο καί γιά τή βάση. Καί τό «ἄμεσα» πού ἐκστόμισε, παρότι βαρβαρισμός, εἶχε τό ἀρχηγικό του κύρος. Ἡ συνέχεια;.. Ποιός δέν χαμογελάει ὅταν χαμογελάει ὁ ἀρχηγός; Οἱ ἄνθρωποι τοῦ ΠΑΣΟΚ ἄρχισαν, στήν ἀρχή διακριτικά ἀργότερα ἐμφαντικά, νά χρησιμοποιοῦν τό «ἄμεσα» σέ εὐρεία κλίματα, τέτοια πού δέν τήν εἶχε ἴσως φανταστεῖ οὔτε κι ὁ ἀρχηγός τους. Τό «ἄμεσα» ἔγινε τοῦ συρμοῦ σάν ἀντικλείδι πού κάνει γιά πολλές κλειδωνιές. Τό πῆρε στίς στιβαρές της πλάτες ἡ κομματική μάζα καί τό ἔκανε σῆμα πολιτικοῦ προοδευτισμοῦ. Ναί ἀλλά ποιός δέν ἀγάπησε τή δημοκοπία σ᾿ αὐτόν τόν τόπο; Ποιός θά ὑστεροῦσε σέ μιά τέτοια εὐκολία; Οὔτε προγράμματα χρειάζονταν νά γίνουν, οὔτε ἔργα, οὔτε τίποτα, ἁπλῶς μιά λεξούλα νά λές κι εἶσαι ἀμέσως μέσα στό πνεῦμα τοῦ προοδευτισμοῦ. Κι ἔτσι τό πασοκικό «ἄμεσα» τό υἱοθέτησαν μετά ὅλα τά κόμματα. Καί ὄχι μόνο τά κόμματα, ἀλλά καί οἱ ἄνθρωποι τῆς τηλεόρασης καί οἱ δημοσιογράφοι γενικά καί πολλοί πανεπιστημιακοί καί διανοούμενοι καί  λογοτέχνες. Τώρα βλέπει κανείς στήν τηλεόραση, πέρα ἀπό τούς ἐκφωνητές-σχολιαστές, τιτλούχους σοβαρῶν ἐπιστημονικῶν εἰδικοτήτων νά λένε κάθε λίγο καί λιγάκι ὅτι τό τάδε πρόβλημα χρειάζεται λύση «ἄμεσα»… Κάτω ἀπό αὐτές τίς συνθῆκες τό «ἄμεσα», ἀπό δεῖγμα ἀγραμματωσύσης, ἔγινε σῆμα ἐκσυγχρονιστικῆς ἀντίληψης τοῦ λόγου, ἕνα «ἡχηρό» τῆς γλωσσικῆς μας καθημερινότητας.

Μά, θά ρωτήσει ἴσως κάποιος, δέν ἀντέδρασε κανείς σ᾿ αὐτό τό μοδάτο βαρβαρισμό; Ναί, εἶναι ἀλήθεια πώς ἀκούστηκαν κάποιες φωνοῦλες, ὄχι ὅμως ἀπό τά χείλη τῶν διάφορων μεγαλόσχημων περί τήν γλώσσα τιτλούχων. Αὐτοί οἱ κύριοι δέν εἶναι διατεθειμένοι νά διακυνδυνέψουν τόν καιροσκοπισμό τους γιά τέτοια ψιλοπράγματα. Κάποιοι ἄλλοι, ὑποδεέστεροι, εἶχαν τό θάρρος, ἤ τό θράσος ἤ τήν ἀγαθοσύνη νά ἐπισημάνουν τήν ἄστοχη χρήση τοῦ «ἄμεσα». Μά –ποιός κέρδισε ποτέ πηγαίνοντας ἀντίθετα στό ρεῦμα τῆς ἀγέλης καί τῶν ἠχηρῶν- οἱ ὅποιες ἐπισημάνσεις τους εἶναι ζήτημα ἄν ἀκούστηκαν κι ἀπό τά ἴδια τους τά ἀφτιά… Τίποτε παράξενο, «Ποιός νά μᾶς προσέξει, ποιός/ καί νά μᾶς λογαριάσει/ στή θέση πού καθόμαστε;», καθώς λέει ὁ ποιητής.1

Ἔτσι τά χρόνια περνοῦν καί τό «ἄμεσα» βρίσκεται στήν ἡμερήσια διάταξη τοῦ γραφτοῦ καί τοῦ προφορικοῦ μας λόγου. Γιά τήν ὥρα τουλάχιστο φαίνεται νά εἶναι ἀκλόνητη ἡ θέση του ἀνάμεσα στίς λεκτικές ἐτικέτες τῆς ἐπικαιρότητας. Μοῦ ἔκανε λοιπόν ἐντύπωση, καλύτερα θά ᾿λεγα μέ ξάφνιασε, κάτι πού ἄκουσα στίς 18 Ἰουλίου,  στήν κρατική τηλεόραση τῆς ΝΕΤ, στό βραδινό δελτίο εἰδήσεων. Παρουσιάστηκε, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ ΠΑΣΟΚ, ἡ βουλευτίνα Λούκα Κατσέλη καί σχολίασε τίς πρόσφατες οἰκονομικές ἐξελίξεις. Παίρνοντας ἀρνητική θέση ἀπέναντί τους εἶπε ὅτι κάτι πρέπει «νά ἀλλάξει ἀμέσως». Ὄχι «ἄμεσα», ἀλλά «ἀμέσως». Δέν πιστεύω ὅτι μ᾿ αὐτό τό «ἀμέσως» ἤθελε νά δείξει ὅτι δέν εἶναι ἀγράμματη –δέν μπαίνει ἀκριβῶς ἔτσι τό ζήτημα. Ὅπως τό καταλαβαίνω, λέγοντας «ἀμέσως» (καί τῆς ἀξίζουν χίλια εὖγε), ἔκανε μιά πράξη ἐντιμότητας. Ἁπλά δέν θέλησε νά δώσει ἠχηρή, πού θά πεῖ δημοκοπική, βαρύτητα στό λόγο της. Τῆς ἀρκοῦσε νά πεῖ αὐτό πού εἶχε κατά νοῦ, χωρίς τόν εὔκολο ἀβανταδορισμό τοῦ «ἄμεσα». Τόν ἠχηρό, ὅσο καί κενό, λόγο τῶν πολιτικῶν τόν ξέρουμε ὅλοι καί δέν χρειάζεται νά πῶ τίποτε πάνω σ᾿ αὐτό.

Ἀναρωτιέμαι ἄν τό «ἀμέσως» τῆς Κατσέλη μπορεῖ νά παραδειγματίσει  τούς, πέρα ἀπό κομματικές τοποθετήσεις, πολιτικούς μας, καθώς καί τούς ὅποιους ἄλλους χρῆστες τῆς, ὑπό προθεσμία παράδοσης στήν ἀγγλική, νεοελληνικῆς γλώσσας. Δέν τό πιστεύω, ἁπλά τό εὔχομαι.2

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 45, Δεκέμβρης 2008.


1 Μανόλης Ἀναγνωστάκης, Τά Ποιήματα,  Θεσσαλονίκη, 1971, σ. 41.

2 Μέ τήν εὐκαιρία θά ἤθελα νά πῶ ὅτι βρίσκω ἐλαφρῶς φαντασιακό τόν ἔρωτα τοῦ φίλου μου Γιάννη Πατίλη γιά τή βαρεία (Πλανόδιον, τεῦχος 44, Ἀθήνα 2008, σσ. 910-915). Προσωπικά τόν βλέπω σαν μιά τυπολατρική ὑπερβολή γιά ἕνα τονικό σημεῖο πού καθαυτό δέ ἔχει πρακτική σημασία γιά τήν κατανόηση τῶν κειμένων. Ὁ ἀναγνώστης, παρακολουθώντας τό κάθε κείμενο μέσα ἀπό τή δική του εσωτερική φωνή, συντονίζεται αὐτόματα μέ τήν τονική κλίμακα τοῦ κειμένου, χωρίς νά κάθεται νά σκέφτεται ἄν ὀξύνεται ἤ βαρύνεται μέ σημάδι μιά λέξη ἤ μιά συλλαβή. Πάντα ἔτσι γινόταν κι ἔτσι γίνεται ἐπίσης καί μέ τά μονοτονικά γραφτά. Νά μήν ξεχνοῦμε ὅτι οἱ ἀκραῖες θέσεις προκαλοῦν ἀκραῖες ἀντιθέσεις καί δέν θέλει πολύ νά ἀνοίξουν, κατά τίς ἕξεις μας, οἱ ἀσκοί τοῦ Αἰόλου.

 

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια and tagged . Bookmark the permalink.