Ἡ Παραφωνία ὡς κοιτίδα τῆς διηγηματογραφίας τοῦ Χ. Μηλιώνη

Παραφωνία εἶναι ἡ πρώτη συλλογή διηγημάτων τοῦ Χριστόφορου Μηλιώνη. Ἐκδόθηκε ἰδίοις ἀναλώμασι τοῦ πεζογράφου, τό 1961, στά Γιάννινα. Μέσα στό ἄλλο ἔργο τοῦ Μηλιώνη ἡ Παραφωνία, ταπεινή καί διακριτική, μοιάζει κάπως παραγνωρισμένη. Γιά μένα ὡστόσο εἶναι μιά παλιά φίλη, πού δέν ἔπαψε ποτέ νά μοῦ λέει πολλά γιά τήν ἴδια, γιά τό συγγραφέα της καί γιά τό μεταγενέστερο διηγηματικό ἔργο του.

Καλοκαίρι τοῦ 1961. Ἡ καλοκαιρινές διακοπές εἶχαν δώσει τήν εὐκαιρία στό Χριστόφορο, πού ἐργαζόταν τότε στήν Κύπρο, καθηγητής στό Γυμνάσιο Ἀρρένων τῆς  Ἀμμοχώστου, νά ἔρθει στά Γιάννινα. Ἦταν ἱδρυτικό μέλος τῆς ὁμάδας πού ἔβγαζε στά Γιάννινα τό περιοδικό Ἐνδοχώρα καί εἶχε ἔρθει νά δεῖ τούς φίλους του, νά συζητήσει μαζί τους γιά τίς προοπτικές τοῦ περιοδικοῦ καί νά βοηθήσει στήν ἔκδοση τοῦ ἀναμενόμενου τεύχους. Οἱ διακοπές, γιά τά μέλη τῆς ἐκδοτικῆς ὁμάδας, πού ἦταν ἐκπαιδευτικοί καί δέν ἔμειναν στά Γιάννινα, ἦταν μιά καλή εὐκαιρία νά ἐπιστρέφουν στήν πόλη, νά συγκεντρώνονται στόν ὑπαίθριο χῶρο τοῦ καφενείου Ὄαση στήν κεντρική πλατεία, σέ κάποια ταβέρνα ἤ στό τυπογραφεῖο τῆς ἐφημερίδας «Ἠπειρωτικός ἀγών» (ὅπου τυπωνόταν τό περιοδικό), κι ἐκεῖ νά τά λένε συμφωνώντας καί διαφωνώντας. Τό περιοδικό εἶχε ἀρχίσει νά βγαίνει ὡς διμηνιαία ἔκδοση, ἀπό μιά ὀχταμελῆ ὁμάδα, πού ἀργότερα διευρύνθηκε, τό φθινόπωρο τοῦ 1959. Στό πρῶτο τεῦχος μάλιστα (Σπτέμβρης-Ὀκτώβρης 1959) μιά ἀποκάλυψη-καταγγελία γιά τά Κρατικά Βραβεῖα Λογοτεχνίας, οἱ ἴδιες κατάντιες πάντοτε, γιά μιά ποιητική συλλογή πού βραβεύτηκε ὡς ταξιδιωτική πεζογραφία, εἶχε προκαλέσει θόρυβο καί εἶχε σχολιαστεῖ ἀπό τίς ἀθηναϊκές ἐφημερίδες. Μέ τήν εὐκαιρία θέλω νά πῶ ὅτι ἡ Ἐνδοχώρα ἔβγαινε ἀπό τό ὑστέρημα τῆς ἐκδοτικῆς ὁμάδας. Τά μέλη πλήρωναν, ἀπό 1962 καί μετά πού ἔγιναν περισσότερα, ἀπό 500 δραχμές τό χρόνο ὁ καθένας. Ἔσοδα ἀπό πωλήσεις δέν ὑπῆρχαν, στό βιβλιοπωλεῖο τῆς Ἑστίας δίναμε 5 τεύχη, τά κρατοῦσαν σάν νά μᾶς ἔκαναν μεγάλη χάρη, καί οὐδέποτε γινόταν ἐκκαθάριση λογαριασμοῦ. Τά οἰκονομικά τοῦ περιοδικοῦ εἶχαν καί μιά ἄλλη πτυχή. Ὅσοι τύχαινε νά μένουμε στήν Ἀθήνα, πηγαίναμε στήν ἀρχή τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ χρόνου στό  Γενικό Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, τόν κ. Γ. Κουρνοῦτο καί πολύ ταπεινά, σάν ζητιάνοι περίπου, ζητούσαμε οἰκονομική βοήθεια γιά τήν Ἐνδοχώρα. Ὁ λυμφατικός ἀνθρωπάκος ἄκουγε τό αἴτημά μας πίσω ἀπό τό γραφεῖο του, μᾶς κοιτοῦσε μέ φαινομενική συμπάθεια καί μᾶς ἔλεγε νά γράψουμε μιά αἴτηση μέ τό αἴτημά μας καί νά πᾶμε νά τήν πρωτοκολλήσουμε στό πρωτόκολλο. Τόν εὐχαριστούσαμε, πάντα ταπεινά, καί ἀποσυρόμασταν νά γράψουμε τήν αἴτηση. Ὁ καιρός ὅμως περνοῦσε καί χρήματα ἀπό τό ὑπουργεῖο δέν δίνονταν γιά τό περιοδικό. Τόν ἄλλο χρόνο ξανά ἐμεῖς στόν κ. Κουρνοῦτο. Διατυπώναμε πανομοιότυπα τό αἴτημά μας κι αὐτός, πανομοιότυπα ἐπίσης, μᾶς ἔλεγε νά γράψουμε καί νά πρωτοκολλήσουμε μιά αἴτηση. Καί τόν ἄλλο χρόνο τά ἴδια… Χρήματα ὅπως γιόκ. Ὁ κ. Κουρνοῦτος μᾶς τό κράταγε: ἦταν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Κρατικῶν Βραβείων πού εἶχε κάνει τήν παράτυπη βράβευση τό 1959 καί τήν εἶχε ἀποκαλύψει τό περιοδικό. Τά οἰκονομικά τῆς Ἐνδοχώρας (ὅπως καί τό τύπωμά της) ἔχουν καί ἄλλες πτυχές ἐξίσου ἐνδιαφέρουσες καί κωμικές, ἀλλά δέν εἶναι τῆς ὥρας.

Ἐπανέρχομαι στό καλοκαίρι τοῦ 1961. Ὄντας φοιτητής, εἶχα ἀνέβη ἀπό τήν Ἀθήνα στά Γιάννινα λόγω διακοπῶν. Μέ τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐνδοχώρας δέν εἶχα καμιά ἐπαφή. Ἄλλωστε, ἐκτός ἀπό τό Φρίξο τό Τζιόβα πού τόν ἤξερα ἀπό τό Δημοτικό, τά ἄλλα μέλη τῆς ὁμάδας μοῦ ἦταν ἄγνωστα. Ἐκεῖνο λοιπόν τό καλοκαίρι ἀποφάσισα νά τούς πλησιάσω, μέ τήν πρόθεση νά δώσω μερικά ποιήματα πρός δημοσίευση. Ἔτσι, ἀνάμεσα σέ ἄλλους, γνώρισα καί τό Χριστόφορο Μηλιώνη, πού μόλις εἶχε βγάλει τήν Παραφωνία, τήν ὁποία καί μοῦ  χάρισε. Ἄν καί ἡ παρέα τῆς Ἐνδοχώρας ἦταν μιά ἀρκετά ζεστή παρέα, γιά μένα ἐκεῖνο τό καλοκαίρι δέν ἦταν τίποτα περισσότερο ἀπό μιά ἁπλή γνωριμία. Ἀργότερα ἡ σχέση μου μέ τό Χριστόφορο, τό Φόρη ὅπως τόν λέγαμε καί τόν λέμε, πῆρε τό δρόμο τῆς στενῆς φιλίας. Λιγόλογος πάντα καί μετρημένος, ἤξερες πώς ὅ,τι ἔλεγε ἦταν λόγος ἀνυστερόβολος καί δουλεμένος μέσα του. Καί καθώς συναντιώμασταν πολύ συχνά στήν Ἀθήνα, ὅπου ἔμεναν οἱ γονεῖς του, κάναμε ἀρκετή παρέα, πολλές φορές μαζί καί μ᾿ ἄλλους τῆς Ἐνδοχώρας, τόν Τάκη Καρβέλη, τόν Πύρρο Δημητρίου, τόν Στέφανο Σταμάτη… Κάποια περιστατικά μάλιστα, ὅπως τό πῶς μαζί μέ τό Φόρη γνωρίσαμε ἕνα βράδι τό Στέφανο Σταμάτη μέ τή Χρυσούλα στόν κῆπο τοῦ Νίκου Προεστόπουλου (ἔμεναν στό σπίτι του), τοῦ μεταφραστῆ τοῦ Πόε, ἤ πῶς ἡ παρέα ἔπιασε, μέ πολλές φωνές καί ἀλληλοσυγκρουόμενες γνῶμες, ἕνα χταπόδι στό Πόρτο Ράφτη μέ τά χέρια καί τό διασκέδασε ψήνοντάς το σέ μιά κοντινή ταβέρνα…, στάθηκαν συντροφικές μικροϊστορίες. Σέ τέτοιες περιπτώσεις, ὅταν τύχαινε βράδι σέ κάποια ταβέρνα νά περνᾶμε στό τέταρτο ποτήρι τῆς ρετσίνας καί σταματοῦσαν οἱ σοβαρές κουβέντες, ἐρχόταν κι ἠ ὤρα τοῦ τραγουδιοῦ μέ ἀποκορύφωμα τό «Μάγκας βγῆκε γιά σεργιάνι», ὅπου ἀναδειχνόταν σέ ἀδιοφιλονίκητο τενόρο ὁ Τάκης Καρβέλης. Δεκαετία τοῦ ᾿60. Ἄλλα χρόνια. Εἴμασταν ἄγνωστοι, πιό ἀθῶοι καί δέν ξέραμε τίποτα ἀπό τό δημόσιο κανιβαλισμό τοῦ συναφιοῦ πού θά γνωρίζαμε ἀργότερα. Πάλι ὅμως ξεστράτησα.

Πίσω στό καλοκαίρι τοῦ ᾿61. Παραφωνία: σχῆμα συνηθισμένο (20χ15), ἐξώφυλλο μπέζ, ὅπου ἐκτός ἀπό τό ὄνομα τοῦ συγγραφέα, τόν τίτλο καί τόν ὑπότιτλο (διηγήματα), εἶχε ἔνα μικρό σχέδιο σάν ἄκανθα κορινθιακοῦ ρυθμοῦ καί κάτω κάτω: «Ἐκδόσεις ‘‘Ἐνδοχώρας’’, Γιάννινα 1961». Σέ ποιόν ἀνῆκε τό σχέδιο δέν ἀναφερόταν, οὔτε στό τέλος, μετά τά περιεχόμενα, ὑπῆρχε κολοφώνας. Τό «Ἐκδόσεις ‘‘Ἐνδοχώρας’’», γιά ὅποιον δέν ἤξερε ἴσως σήμαινε ὅτι τό περιοδικό ἔκανε ἐκδόσεις. Στήν πραματικότητα δέν ἀλήθευε. Ἁπλῶς σάν ἕνα «ὑπάρχουμε κι ἐμεῖς», ὁρισμένα μέλη τῆς ὁμάδας (Μηλιώνης, Δάλλας, Λευτέρης Τζάλλας) βάλαν στά βιβλία τους πού βγάλαν τότε «Ἐκδόσεις ‘‘Ἐνοχώρας’’». Ἦταν κάπως σάν τή γραμμή πού ἔβγαζε στό περιθώριο ὁ «Καλός ὑπάλληλος» τοῦ Κ. Καρυωτάκη. Ἄς πᾶμε ὅμως στά περιεχόμενα τῆς συλλογῆς. Ἀπαρτίζονταν ἀπό ἕντεκα (11) διηγήματα πού εἶχαν κατά σειρά τούς ἀκόλουθους τίτλους: «Μεσάνυχτα», «Παραφωνία», «Τό λαγοῦτο», «Ἅμλετ μέ σαξόφωνο», «Ἀνταρσία», «Τά νήματα», «‘‘Λουλούδια γιά τούς πεθαμένους’’», «Ἕνα σπουργίτι», «Τό γιάλινο μάτι», «Γιά τόν ἐπάνω ὄροφο», «Μέ λύση παλιᾶς σχολῆς». Δύο ἀπό αὐτά («Παραφωνία», «Τό Λαγοῦτο») συνδέονται, μέ τόν πόλεμο τοῦ 1940 τό πρῶτο, καί τή γερμανική κατοχή τό δεύτερο. Ἐνῶ τό «‘‘Λουλούδια γά τούς πεθαμένους’’» ἀφορᾶ τήν πολιτεία καί τή μοναξιά μιᾶ γηραιᾶς κυρίας. Τά ὑπόλοιπα ὀχτώ ἀφοροῦν περισσότερο εἰδικά τά παρακάτω.

Τί μοῦ ἔμεινε τότε ἀπό τό διάβασμα τῆς Παραφωνίας; Θυμοῦμαι πολύ καλά τίς πρῶτες ἐντυπώσεις, πού ἦταν κάπως ρευστές. Πάνω ἀπ᾿ ὅλα κυριαρχούσε μέσα μου ἕνα αἴσθημα ἐξέγερσης, ὅμως ὄχι μέ πολύ ξεκαθαρισμένο ἀντικειμενικό στόχο. Ἦταν ἕνα «ὄχι ἔτσι» ἤ ἕνα «διαχωρίζω τή θέση μου». Αὐτή ἡ στάση τοῦ ἑκάστοτε κεντρικοῦ προσώπου τῶν ὀχτώ διηγημάτων μοῦ θύμιζε μυθιστορήματα τῆς ἐφηβείας. Ὀπτικά ἔβλεπα ἕναν νέο, μέ ριγμένο τό σακάκι στόν ὤμο του, ν᾿ ἀφήνει πίσω του τό γνωστό κόσμο καί νά παίρνει ἀνταριασμένος τούς δρόμους. Καί τά ἐρωτικά κείμενα; Μά καί σ᾿ αὐτά ὑπῆρχε ἀντίστοιχη ἐξέγερση. Ἔτσι σέ πρῶτο πλάνο ξεχώριζε, ὡς γενικό γνώρισμα, ἕνας ἀντισυμβατικός νέος, ἕνα ἀσυμβίβαστο ἐγώ, πού ἀνταποκρινόταν ἀρνητικά στόν κατά συνθήκην γύρω κόσμο του. Δέν ἦταν ὅμως ἡ μόνη ἀναγνωστική ἐντύπωση. Γιατί τά κείμενα ασκοῦσαν ἐπιπλέον μιά κάποια γοητεία: καθώς διαβάζονταν ὑφαίνονταν ἀπό τίς λέξεις καί τίς φράσεις κάτι τό ἀκαθόριστα ὑποβλητικό. Σχηματιζόταν ὁρισμένη ποιητική ἀτμόσφαιρα, πού δέ φαινόταν νά ἔβγαινε ἀπό τή λογική συγκρότηση τοῦ λόγου. Ἕνα στοιχεῖο ἀπροσδιόριστο, ἀλλά ὄχι γι᾿ αὐτό ἀμελητέο (κορυφαῖο ἀπό τήν πλευρά αὐτή ἴσως εἶναι τό ὁμώνυμο διήγημα τῆς συλλογῆς). Ταυτόχρονα ἔβγαινε (ἀπό τά κείμενα) ὁρισμένος τόνος φωνῆς, ὄχι ἀπόλυτα καθαρός, ἀλλά ὁπωσδήποτε αἰσθητός. Ἕνας τόνος χαμηλόφωνου κουβεντιαστοῦ λόγου, σάν κάποιου πού κάθεται στό παραγώνι καί λέει αὐτά πού πέρασε σέ κάποια περιπέτειά του. Μιλώντας ἀρκετά ἀβίαστα, σάν νά ᾿χε ξαναπεῖ τά ἴδια πράγματα κι ἄλλες φορές. Κάτι ἄλλο πού τό αἰσθανόμουν, ἀλλά μοῦ ἦταν ἀδύνατο ἐπίσης νά τό ἐκλογικέψω, ἀναδυόταν ἀπό τά διηγήματα σάν χρωματική αἴσθηση. Σάν αὐτό πού δίνει, ἄν καί πουθενά δέν ἀναφερόταν ρητά, ἡ θέα μιᾶς ἀπογευματινῆς θημωνιᾶς. Τό κιτρινωπό χρῶμα πού ἔχουν τά ὥριμα γιά θέρο στάρια ἤ τά δεμάτια μέσα στά θερισμένα χωράφια. Καί μέχρι σήμερα ἀκόμα οὐδέποτε ἀποτόλμησα νά μιλήσω γι᾿ αὐτή τή χρωματική αἴσθηση, πού δέν ἀναλύεται καί πού μολαυταῦτα δέν ἀποτελεῖ ἀσήμαντο στοιχεῖο τῆς ἀναγνωστικῆς ἐμπειρίας. Ἀπό τότε πού πρωτοδιάβασα τήν Παραφωνία μέχρι καί σήμερα δέν ἔπαψε νά γεννιέται μέσα μου αὐτό τό ἀνεξήγητο χρωματικό ἐξαγόμενο. Τέλος ἔβλεπα αὐτά τά κείμενα νά ᾿ναι γραμμένα σέ μιά γλώσσα ἁπλή καί στρωτή, πού τόσο ζήλευα, γιατί ἐγώ δέν μποροῦσα νά στρώσω τό λόγο τῶν γραφτῶν μου, κάτι πού μέ βασάνισε γιά κάμποσα χρόνια.

Γιά νά γίνει καλύτερα ἀντιληπτό τό στοιχεῖο τῆς ἐξέγερσης πού προανάφερα (κι ἐν μέρει τά ὑπόλοιπα) θά χρειαστεῖ νά σταθῶ ἐνδεικτικά σέ τρία διηγήματα. Στό «Ἅμλετ μέ σαξόφωνο», στό «Ἀναρσία» καί στό «Γιά τόν ἐπάνω ὅροφο».

Στό πρῶτο, στό «Ἄμλετ μέ σαξόφωνο», ἡ ἀφήγηση δίνεται σέ τρίτο πρόσωπο, ἀπό ἀφηγητή παντογνώστη. Ὁ Μιχάλης Λογοθέτης, ντελικάτος γιός στρατηγοῦ, ὑπηρετεῖ τή στρατιωτική θητεία του σέ Κέντρο Ἐκπαιδεύσεως. Στήν πολιτική του ζωή ἐργάζεται ὡς σαξοφωνίστας σέ νυχτερινά κέντρα. Ἀπό τό στρατηγό πατέρα του τόν χωρίζει χάσμα αἰσθημάτων καί ἀντιλήψεων. Κάτι πού φαίνεται στό παρακάτω ἀπόσπασμα.

«-Ὅταν δέν ἀφανίζεσαι πίσω ἀπ᾿ τά στόρια τῶν καμπαρέ, πνίγεσαι στίς σελίδες τῶν βιβλίων. Κι ἦταν πέρα γιά πέρα ἄστοχη κι ἐπαναστατική ἡ ἐνέργειά σου νά φύγεις στό ἐξωτερικό, Βηρυτό καί Κάϊρο -ἄν καί νωρίς τό ᾿νιωσες κι ὁ ἴδιος κι ὑποχώρησες. Ὡστόσο μάθε το πώς δέν εἶναι τρόπος αὐτός γιά νά κατακτήσει κανείς τή ζωή. Εἶναι ὀλέθρια νωθρότης τή στιγμή πού οἱ Γόρδιοι λύνονται μονάχα μέ σπαθί…

»Τότε ὁ Μιχάλης ἀνασήκωσε τό βλέμμα του καί

»-Ὥστε ἀνελλήνιστοι δέν εἴμεθα θαρρῶ, εἶπε μ᾿ ἕνα μειδίαμα πού ἔκανε τόν ἄλλο νά φύγει ἀπότομα χτυπώντας τήν πόρτα.

»-Αὐτό εἶναι δειλία, φυγή! τοῦ εἶχε πεῖ μιά ἄλλη φορά. Κι ἦταν ἡ μόνη φορά πού τά μάτια τοῦ γιοῦ ἄστραψαν καί φώναξε χτυπώντας τό τραπέζι:

»-Ὄχι! Δειλία ὄχι!»

Τό διήγημα ἀρχίζει μέ τό Μιχάλη ξαπλωμένο σ᾿ ἕνα σιδερένιο κρεβάτι μέσα σ᾿ ἕνα μεγάλο τόλ ἑνός στρατοπέδου. Εἶναι νύχτα μέ φεγγάρι, ἀλλά μέσα στό τόλ εἶναι σκοτεινά. Πολλοί στρατιῶτες κοιμοῦνται πάνω στίς τρεῖς σειρές τῶν κρεβατιῶν πού χωράει τό τόλ. «Μερικοί καθόταν ἀραδιασμένοι ἔξω ἀπό τό θάλαμμο καί κάπνιζαν.» Ἀπέναντι ἀπό τό Μιχάλη στόν τοῖχο ὑπῆρχαν  εἰκόνες διάφορων ἐθνικῶν ἡρώων. Δίπλα του καθόταν ἕνας δημοσιογράφος πού εἶχε σπουδάσει στήν Ἀμερική. Ὁ δημοσιογράφος διαμαρτύρεται κάποια στιγμή γιατί ἀργοῦν ν᾿ ἀνάψουν τά φῶτα.

«Ἄ, μ᾿ ἀρέσει ἔτσι, τοῦ ἀπάντησε. Βλέπεις τά πράγματα μέ μιά νέα μορφή πού δέν ξέρεις, ἴσως νά ᾿ναι κι ἡ ἀληθινή. Ἰδές, ἐπί παραδείγματι, πόσο μεγάλωσαν στόν ἀπέναντι τοῖχο τά πλαίσια τῶν ἡρώων. Οἱ μορφές ἐξαφανίστηκαν κι ἔτσι τώρα ἐκεῖνα δέν περιλείνουν παρά ἕνα μεγάλο τετράγωνο κομμάτι ἀπό σκοτάδι…

»-Δέ μ᾿ ἄρεσε διόλου αὐτό, εἶπε ὁ ἄλλος κι ἀνασηκώθηκε γιά ν᾿ ἀνάψει τσιγάρο. Γιατί πλησιάζει γιορτή καί θά μέ βάλουν ἴσως νά τοποθετήσω στεφάνια. Κι ἔπειτα μήν ξεχνᾶς πώς εἶμαι δημοσιογράφος…

»-‘‘Τοὐμόν αἷμα ἐπίετε πατρός!’’ σάρκασε ὁ Λογοθέτης.

»Ὁ δημοσιογράφος γέλασε.

»-Προσωπικά γιά μένα δέ θά μποροῦσες νά τό ἰσχυριστεῖς αὐτό, εἶπε.

»-Ὤ, ἴδια ἡ κάστα. Ὁ ἴδιος προσανατολισμός -ἴσως χωρίς τήν ἴδια πίστη· κι αὐτό εἶναι ἀκόμα χειρότερο. Χέρια πού ὑψώνουν ξεφτισμένες σημαῖες.»

Λίγο μετά ὁ Μιχάλης «προχώρησε ἀκροπατώντας», μέ γυμνή λόγχη, πρός τό μέρος τῆς θύρας, ὅπου «διαγραφόταν μιά σκούπα, ἀκουμισμένη ὄρθια στόν τοῖχο».

«-Τί εἶναι; Τόν ρώτησε ὁ ἄλλος.

«Τοῦ ᾿κανε νόημα νά σωπάσει καί κάρφωσε μέ μανία τή λόγχη του στή σκούπα, ἐνῶ συγχρόνως ἀκούστηκε θόρυβος σ᾿ ἐκεῖνο τό μέρος.

»-Μά τί εἶναι ἐπιτέλους;

«-Τίποτε, ἕνας ποντικός! ‘‘How now! A rat; Dead for a ducat, dead’’ εἶπε γελώντας καί φάνταζε στό σκοτάδι σάν τόν Ἅμλετ καθώς ξανάβαζε τό ξίφος στόν κολεό του. Ἔχασα μές ἀπό τά χέρια μου τήν εὐκαιρία νά γίνω ἥρωας.»

Ἀργότερα ὁ Μιχάλης θά παίξει μέ πάθος σαξόφωνο, ἔξω ἀπό τό θάλαμο, μέχρι πού νά μπαφιάσει.

Στό διήγημα ὑπάρχει ὑστερόγραφο ἀπό ό ὁποῖο μαθαίνουμε πώς ὁ Μιχάλης Λογοθέτης κατάληξε σέ νευρολογική κλινική.

Καθώς γινεται φανερό ἀπό τά παραπάνω, τό κεντρικό πρόσωπο τοῦ διηγήματος βρίσκεται σέ διάσταση μέ τό κατεστημένο περιβάλλον του. Κι αὐτή ἡ διάσταση ἄρχιζε ἀπό τό σπίτι του, ὅπου τήν τυπικότερη μοφή κατεστημένου ἀντιπροσώπευε ὁ στρατηγός πατέρας του. Πρόκειται γιά ἔνα ἄτομο πού ἀρνεῖται τή συμβατική, ὅσο καί ὑποκριτική, πραγματικότητα πού τό περιβάλλει. Τό ἴδιο δέν διαθέτει ἕναν θετικό κοσμοθεωρητικό στόχο, ὁ ὀποῖος νά βρίσκεται σέ ἁρμονία μέ τόν γύρω κόσμο του. Θά ἔλεγα πώς εἶναι μιά περίπτωση ἀντιήρωα, ἄν ἤξερα τί σημαίνει ἀκριβῶς αὐτή ἡ λέξη. Τό νά αἰσθάνεται ἕνα ἄτομο ἀδικαίωτο μέσα στίς συνθῆκες τῆς τρέχουσας ζωῆς, νά ἀρνεῖται νά συμβιβαστεῖ μαζί της καί νά πληρώνει τό βαρύ τίμημα τῆς μοναξιᾶς, χρειάζεται πολύ κουράγιο καί κάμποσος ἡρωισμός γιά νά τό κάνει. Ὁ Μιχάλης Λογοθέτης δέν αἰσθάνεται πώς ἔχει ἄλλη διέξοδο ἀπό τό νά διοχετεύει τό πάθος του στή μουσική καί στή νυχτερινή ζωή. Θά ἐπανέλθω σ᾿ αὐτό τό ζήτημα καί παρακάτω.

Στό δεύτερο διήγημα, τό «Ἀνταρσία», ἔχουμε μιά πιό ἔκτυπη μορφή ἀντίδρασης στήν κρατοῦσα κατάσταση. Ἡ ἀφήγηση δίνεται σέ τρίτο πρόσωπο, ἀπό ἀφηγητή παντογνώστη. Ἕνας πρώην ἀνθυπολοχαγός περνάει τίς ἄνεργες μέρες του στήν παραλιακή πολίχνη, στήν ὁποία μένουν οἱ ἀγρότες γονεῖς του. Ἀπό τό στρατό δέν ἀπολύθηκε κανονικά, ἀλλά διώχτηκε λόγω: «Ἐγκατάλειψις θέσεως ἐν ὥρα παρελάσεως ἐπί ἐθνικῆ ἐπετείω, ἀνάρμοστος συμπεριφορά πρός ἀνωτέρους κ.τ.λ. κ.τ.λ.». Ὁ τρόπος πού ἀντιδρᾶ στό διάστημα πού περιγράφεται στό διήγημα, μᾶς ἐπιτρέπει νά ὑποθέσουμε πώς πρόκειται γιά πρώην ἔφεδρο ἀνθυπολοχαγό. Γιατί ὁ ἴδιος ἄνθρωπος θά ἦταν μᾶλλον δύσκολο νά φοιτοῦσε στή Σχολή Εὐελπίδων καί νά ἔφτανε στό βαθμό τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Σημασία ὡστόσο ἔχει ὅτι:

«Ἦταν ἡ πρώτη παρέλαση πού θά ᾿κανε τότε ‘‘ἐν στολῆ’’  κι ὅμως τά παράτησε ὅλα κι ἔφυγε κρυφά κι ἀνέβηκε στό λόφο μέ τά πεῦκα. Θυμᾶται πώς διάβαιναν κάπου-κάπου ἀπ᾿ τό νοῦ του σκέψεις γιά κυρώσεις, ὅμως γιά τότε τουλάχιστο προτιμοῦσε νά σγίγγει ἀνάμεσα στά μπράτσα του τό θηλυκό κορμί πού τό θαρροῦσε ὁλότελα δικό του.

»Σέ μιά στιγμή ἀνάπαυλας ἀνασηκώθηκε καί κοίταξε κάτω τήν πόλη.

»-Εἶναι μιά ἀποκριά! μουρμούρησε μέ ἀηδία.

»-Τί πράγμα ἀγάπη μου;

»-Ὁ χορός πάνω στίς στάχτες.

»Τόν κοίταξε ξαφνιασμένη, μέ βλέμμα, γεμάτο πανικό.

»Ἐκεῖνος δέ μίλησε ξανά, συνέχισε ὅμως τίς σκέψεις του μέσα στή μοναξιά του.

»Ὕστερα ἀπό ὥρα ἐκείνη εἶπε:

»-Ἔκανες ἄσχημα πού δέν πῆγες.

»Τινάχτηκε.

»-Γιατί;

»-Εἶχες καθῆκον…

»Τήν κοίταξε με βλέμμα χαμένο.

»Καθῆκον;

»-…Κι ἔπειτα θά σέ χειροκροτοῦσα ἀπ᾿ τήν ἐξέδρα τῆς Ἐμπορικῆς Λέσχης. Εἶχα τόν τρόπο νά πάω.

»-Τί θά χειροκροτοῦσες;

»-Ἐσένα.

»Τό εἶπε αὐτό γιά νά τόν εὐχαριστήσει. Δέν τῆς ἀπάντησε. Σηκώθηκε μονάχα ἀπό κοντά της -ἴσως λίγο ψυχρά, ὅμως ὄχι μέ ἀγένεια- κι ἄρχισε νά κατηφορίζει ἀνάμεσα στά πεῦκα.

»-Ποῦ πᾶς; Τόν ρώτησε ξαφνιασμένη.

»-Στό καθῆκον! Κι ἄφησ᾿ ἐκεῖ πίσω ἀπ᾿ τό πεῦκο, ἕνα χαμόγελο ἀδιόρατο.»

Μέσα στό ὑπόλοιπο διήγημα μᾶς δίνονται λεπτομέρειες, ἀπό τή στάση τοῦ πρώην ἀνθυπολοχαγοῦ ἀπέναντι στά πράγματα, πού εὐθυγραμμίζονται μέ τή στάση του στό παραπάνω ἀπόσπασμα. Δέν θά ἐπιμείνω σ᾿ αὐτές. Γίνεται, νομίζω, ἀντιληπτό πώς ἔχουμε νά κάνουμε μ᾿ ἕνα ἄτομο ἔντονα κριτικό στόν γύρω κόσμο του. Μιά στάση ἀρκετά ἀνάλογη μ᾿ ἐκείνη τό Μιχάλη Λογοθέτη, ἀλλά πιό δυναμική. Ἔτσι βρίσκεται κι αὐτός τώρα σέ πλήρη διάσταση μέ τό παγειωμένο σύστημα θεσμῶν καί ἀντιλήψεων τοῦ περιβάλλοντός του. Γνωρίζει πώς αὐτή ἡ διάσταση πληρώνεται ἀκριβά, τοῦ εἶναι ὅμως ἀδύνατο νά συμβιβαστεῖ, προδίνοντας τόν βαθύτερο ἑαυτό του.

Τό τρίτο διήγημα, «Γιά τόν ἐπάνω ὄροφο», ἀφορᾶ, σέ πρώτο πλάνο, ἕναν ἐρωτικό δεσμό. Ἔνας νέος σχετίζεται ἐρωτικά μέ μιά νέα, τή Βέτα. Κάποτε ὅμως ἡ Βέτα, βρίσκοντας  κατάληλο στήριγμα σέ ὀρισμένο παράγοντα, ἀποφασίζει νά ἀνεβεῖ στόν «ἐπάνω ὄροφο». Ἔτσι ἡ ἐρωτική σχέση διακόπτεται ἀπό τή μεριά της. Ὄχι ὅμως κι ἀπό τή μεριά τοῦ νέου πού δέν παραιτεῖται ἀπό τό αἴσθημά του. Τό κύριο μέρος τοῦ διηγήματατος καλύπτεται ἀπό δυό διαλόγους. Τό διάλογο τοῦ ἐρωτευμένου νέου μέ τή Ρόζα, κοινή φίλη τοῦ ἴδιου καί τῆς Βέτας. Καί τή συνομιλία τοῦ νέου αὐτοῦ μέ τόν «παράγοντα» τοῦ «ἐπάνω ὀρόφου». Παραθέτω ἀποσπάσματα ἀπό τίς δυό συνομιλίες.

«-Ἄκουσέ με! τοῦ ἔλεγε ἡ Ρόζα προσπαθώντας νά κάνει τά λόγια της πειστικά. Τίποτε δέν θά πετύχεις. Προσπάθησε ν᾿ ἀπαλλαγεῖς, εἶναι κι αὐτό μιά νίκη.

»-Πολύ φτηνά πούλησε τά εἴκοσι χρόνια μου! εἶπε βαριά.

»-Δέν πρόκειται γι᾿ αὐτό, τοῦ ἀπάντησε. Προσπάθησε νά συμβιβαστεῖς μέ τά πράγματα. Ζεῖς ἐκτός τόπου καί χρόνου. Ἡ Βέτα θέλει ν᾿ ἀνέβει. Καί γιά ν᾿ ἀνέβεις πρέπει ἀπό κάπου νά πιαστεῖς. […]

»…………………………………………………………………………………………

»Σώπασε λίγο κι ὕστερα μέ πικρό χαμόγελο κι ἥσυχα:

»-Βλέπεις κι ἐγώ θέλω νά στηριχτῶ, μά ὄχι γιά ν᾿ ἀνέβω, ἀλλά γιά νά σταθῶ ὄρθος…»

«Στεκόταν τώρα πρόσωπο μέ πρόσωπο μέ τόν ἡλικιωμένο κύριο κι ἀνάμεσά τους παρεμβάλλονταν ἕνα γραφεῖο. Πάνω στό γραφεῖο ἔσκυβε ἐκεῖνο τό μεγάλο του κεφάλι μέ τή γαμψή μύτη, τά σφιγμένα χείλη, τά γκρίζα μάτια πού τόν ἀτένιζαν παγερά.

»-Ξέρεις, τοῦ εἶπε, ἔχω τή δύναμη νά σέ στείλω στή φυλακή.

»Τό παιδί χαμογέλσε. […]

»…………………………………………………………………………………………

»-Ὡστόσο τώρα πιά, εἶπε, θέλω νά ὑπολογίζεται σέ μένα, κάθε φορά πού θά μέ χρειαστεῖτε. Θά ᾿χετε πάντα ὅ,τι μοῦ ζητήσετε.

»Τό παιδί σηκώθηκε κι αὐτό. Ἔνιωσε ξαφνικά μιά ἀηδία, ἀηδία γιά ὅλα.

»-Δέ θέλω τίποτε, εἶπε. Ἐκεῖνο πού θέλω εἶναι ν᾿ ἀφήσετε τούς ἄλλους ἥσυχους. Εἶναι ἀνήθικο νά χαϊδεύετε φιλοδοξίες.

»Τόν εἶδε πάλι νά συνοφρυώνεται καί τοῦ ᾿δωσε μέ παγερότητα τό χέρι. Αὐτήν τήν ἀηδία τήν ἔνιωθε πιά νά τόν συνοδεύει, ὅταν ἀνοιγόκλεινε πόρτες καί περνοῦσε μπροστά στούς ὑπαλλήλους, τήν ἔνιωθε ὅταν βγῆκε στό δρόμο τόν πλημμυρισμένο ἀπό μεσημεριάτικο ἥλιο καί ἀνθρώπους, τήν ἔνιωθε κι ὅταν βάδιζε πρός τόν τηλεφωνικό θάλαμο…»

Εἶπα στήν ἀρχή πώς τό διήγημα, «Γιά τόν ἐπάνω ὄροφο», ἀφορᾶ σέ πρῶτο πλάνο ἕναν ἐρωτικό δεσμό. Ἀπό τά ἀποσπάσματα πού παράθεσα θά ἔγινε ἀντιληπτό πώς ἡ ἱστορία αὐτή ἐξελίσσεται στό πλαίσιο μιᾶς ὁρισμένης κοινωνικῆς πραγματικότητας. Τέτοιας, πού νά ἐπιτρέπει στή Βέτα νά ἀναρριχηθεῖ κοινωνικά μέ πλάγιο τρόπο, καί στόν ἐρωτευμένο νέο νά αἰσθανθεῖ ὅτι ἀδυνατεῖ νά συμβιβαστεῖ μέ τήν πραγματικότητα αὐτή. Ἔτσι αὐτό τό ἐρωτικό θέμα δέν εἶναι ἄσχετο ἀπό τά κοινωνικά-πολιτικά δεδομένα τῆς ἐποχῆς.

***

Μέ τήν Παραφωνία ἔχουμε, ἀπό τό ἕνα μέρος, μιά πρώιμη σκιαγραφία τῆς μετεμφύλιας κατάστασης  καί, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, τήν ἀντίδραση σ᾿ αὐτή τήν κατάσταση κάποιων νέων ἀνθρώπων. Τά μετεμφύλια χρόνια ἦταν σημαδεμένα ἀπό τά γεγονότα πού εἶχαν προηγηθεῖ. Ἡ παράταξη πού ἀσκοῦσε τήν ἐξουσία ἦταν ἡ νικήτρια στό πολεμικό πεδίο. Ὁ ἰδεολογικός διχασμός ὅμως τοῦ κόσμου, μαζί μέ ὅ,τι συνεπαγόταν σέ πρακτικό ἐπίπεδο, παρέμεινε ἀμείωτος. Στήν οὐσία νικητές δέν ὑπῆρχαν. Πέρα ἀπό τά «δῶρα» τῆς ἐξουσίας, στήν ἠθική σφαίρα κι οἱ δυό παρατάξεις εἶχαν βγεῖ βαριά χρεωμένες. Κι οἱ δυό  εἶχαν τό μερίδιο τῆς εὐθύνης τους γιά τά πεπραγμένα. Καμιά ὡστόσο δέν παραδεχόταν αὐτό τό μερίδιο, ἐνῶ ἡ νικήτρια πού ἀσκοῦσε τήν ἐξουσία προπαγάνδιζε τήν ἐνθνική της νομιμότητα. Αὐτή ἡ κατάσταση σερνόταν κατά τρόπο πού συνεπαγόταν μιά ἀφόρητη ἱστορική στασιμότητα. Οἰ νέοι πού δέν εἶχαν πάρει μέρος στά γεγονότα πού καθόρισαν τή μετεμφύλια κατάσταση, καταλάβαιναν καί περισσότερο ἔνιωθαν πώς ἡ δική τους ζωή ἦταν, σέ μεγάλο βαθμό, ἔκπτωτη. Γιατί εἶχε προκαθοριστεῖ ἀπό πράξεις ἄλλων, μεγαλύτερων, ἡλικιῶν, οἱ ὁποῖες ἔπαιξαν καί ἔπαιζαν τήν παρτίδα τους ἐρήμην ἐκείνων. Συνεπῶς οἱ νέοι αὐτοί αἰσθανόταν πώς ὅ,τι τώρα συνέβαινε δέν τούς ἀντιπροσώπευε. Δέν ἔχει σημασία πόσο συνειδητοποιοῦσαν ἤ  διανοοῦνταν τίς ἀπώτερες αἰτίες τῆς τωρινῆς κατάστασης. Σημασία ἔχει ὄτι ἔνιωθαν ἀκυρωμένα τά δικαιώματά τους στό στίβο τῆς ἱστορίας. Ὅτι οἱ ἱστορικές ἐξελίξεις δέν τούς ἔδιναν τή δυνατότητα νά πάρουν μέρος στά διαδραματιζόμενα, κατά τρόπο πού νά δικαιώνει τήν ὕπαρξή τους. Μέ συνέπεια νά νιώθουν ὅτι βρίσκονται σέ διάσταση μέ ὅ,τι συνέβαινε γύρω τους.

Στήν Παραφωνία, ὅπως εἴδαμε στά τρία διηγήματα, ἡ διάσταση τῶν κεντρικῶν ἀφηγηματικῶν προσώπων μέ τό περιβάλλον τους ὑπῆρξε ἔντονη. Ἐνδεικτικές ἀπό τήν πλευρά αὐτή εἶναι ὁρισμένες φράσεις αὐτῶν τῶν προσώπων. Στό «Ἄμλετ μέ σαξόφωνο» ὁ Μιχάλης Λογοθέτης μίλησε γιά «χέρια πού σηκώνουν ξεφτισμένες σημαῖες». Στό «Ἀνταρσία» ὁ πρώην ἀνθυπολοχαγός μίλησε γιά ἀηδιαστική «ἀποκριά». Στό «Γιά τόν ἐπάνω ὄροφο» ὁ ἐρωτευμένος εἰκοσάχρονος αἰσθάνθηκε «ἀηδία γιά ὅλα». Τήν ἴδια περίπου διάσταση ἤ τά ἴδια συναισθήματα διαπιστώνουμε καί στά ὑπόλοιπα διηγήματα, ἐκτός ἀπό τά τρία πού ξεχώρισα ἀρχικά (Παραφωνία, Τό λαγοῦτο, «Λουλούδια γιά τούς πεθαμένους»). Θά ρωτοῦσε ἴσως κανείς, ὅλοι οἱ συνομήλικοι τοῦ συγγραφέα (περί αὐτῶν πρόκειται) εἶχαν διαχωρίσει τόσο ἀκραῖα τή θέση τους ἀπό τήν κρατούσα κατάσταση; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ὅμως ἡ λογοτεχνία δέν μᾶς δίνει στατιστικά δεδομένα, αὐτό πού κάνει εἶναι νά ἐκφράζει τάσεις, λανθάνουσες ἤ μή. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, μέ τήν Παραφωνία  του, ὁ Χριστόφορος Μηλιώνης, ἐξέφρασε πολύ νωρίς τό ἱστορικό ἀδιέξοδο τῆς γενιᾶς του καί τίς ὑλικές καί  ψυχολογικές παρενέργειες αὐτοῦ τοῦ ἀδιεξόδου.

Γιά τή δεκαετία τοῦ ᾿60 καί μέχρι τό 1971, πού ἐκδόθηκε ἡ συλλογή Τό πουκάμισο τοῦ Κένταυρου, ἡ Παραφωνία ἦταν τό μόνο τυπωμένο βιβλίο τοῦ συγγραφέα. Ὅμως λίγα χρόνια μετά τό 1961, ὁ Μηλιώνης ἔγραψε, χωρίς νά τό τυπώσει, τό σέ μέγεθος σχεδόν νουβέλας Πουκάμισο τοῦ Κένταυρου, ἀπό τό ὁποῖο πῆρε τόν τίτλο της ἡ συλλογή τοῦ 1971. Ἔχοντας ἀπό τό 1965 τό χειρόγραφο αὐτοῦ τοῦ ἐκτενοῦς διηγήματος, πού εἶχα παρακολουθήσει ὡς ἔνα βαθμό τή σταδιακή γραφή του, ἤξερα ἤδη πώς ἡ Παραφωνία εὕρισκε τήν καλύτερη συνέχειά της. Γιατί τό κείμενο ἀπό Τό Πουκάμισο τοῦ Κένταυρου ἔδινε μέ ἐξαιρετικά πειστικό τρόπο τό ὑπόβαθρο τῶν κινήτρων στά ὁποία ὀφειλόταν ἡ ἐξεγερμένη στάση τῶν ἡρώων τῆς Παραφωνίας. Ἄν καί ἡ δράση ἀπό Τό πουκάμισο τοῦ Κένταυρου ἐξελίσεται στήν Κύπρο, τά κύρια πρόσωπα εἶχαν ἑλλαδική προέλευση. Καί ἡλικιακά ἦταν μερικά χρόνια μεγαλύτερα ἀπό ἐκεῖνα τῆς Παραφωνίας, ὅσο δηλαδή διάστημα χρειαζόταν γιά νά πατήσουν οἱ νέοι τῆς Παραφωνίας  στό κατώφλι τῆς ὡριμότητας. Γιατί οἱ Ἑλλαδίτες τοῦ Πουκάμισου τοῦ Κένταυρου δέν ἀποτελοῦν παρά τήν ἡλικιακά ὡριμότερη ἐκδοχή ἐκείνων τῆς Παραφωνίας. Στόν τομέα μάλιστα τοῦ ἱστορικοῦ, πολιτικοῦ, κοινωνικοῦ καί ψυχολογικοῦ ἀδιεξόδου, ἡ συνέχεια εἶναι ὁλοφάνερη, καθώς δίνεται, τόσο μέσα ἀπό τίς πράξεις τους, ὅσο καί μέσα ἀπό τόν ἔντονο σκεπτικισμό τῶν πρωταγωνιστῶν. Ἄς μειωθεῖ ἐδῶ πώς τήν ἴδια χρονιά πού ἐκδόθηκε ἡ συλλογή Τό πουκάμισο τοῦ Κένταυρου (1976), δημοσιεύτηκε στή Φιλολογική Καθημερινή» τό δοκίμιο τοῦ Μηλιώνη, «Ἡ παθολογία μιᾶς γενιᾶς», ὅπου γίνεται λόγος γιά τήν ἱστορική τύχη τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς γενιᾶς. Ἄς σημειωθεῖ ἀκόμα ὅτι τήν ἴδια περίοδο (1960-1975) παρουσιάζονται τά ἀδιέξοδα τῆς γενιᾶς αὐτῆς στό ἔργο τῶν συνομήλικων μέ τό συγγραφέα ποιητῶν.

Τό 1976 Κυκλοφόρησε τό τρίτο βιβλίο, τά Ἀκροκεραύνια, μέ τέσσερις «ἱστορίες» πού  διαδέχονται χρονικά ἡ μία τήν ἄλλη. Μέ τά Ἀκροκεραύνια ἐρχόμαστε σέ ἐποχή προγενέστερη ἀπό τήν ἐποχή τῆς Παραφωνίας (καί ἐννοεῖται τοῦ Πουκάμισου τοῦ Κένταυρου). Ἐρχόμαστε στά παιδικά καί ἐφηβικά χρόνια τῶν κεντρικῶν προσώπων τῆς Παραφωνίας ἤ, ἀλλιῶς, κοντά στή ρίζα τοῦ κακοῦ. Κι ἀλήθεια, στά Ἀκροκεραύνια, οἱ ἐμπειρίες τοῦ νεαροῦ ἐπαρχιώτη, στό Πωγώνι καί στά Γιάννινα τόν καιρό τοῦ Ἐμφύλιου, θά μποροῦσαν νά προοιονίζονται τίς ἀντιδράσεις των εἰκοσάχρονων τῆς Παραφωνίας καί τῶν τριανταπεντάχρονων περίπου τοῦ Πουκάμισου τοῦ Κένταυρου. Μέ τή διαφορά ὅτι θά πρέπει νά φανταστοῦμε τίς ἐμπειρίες τῆς ἀντίστοιχης ἐποχῆς τῶν Ἀκροκεραύνιων καί σέ παιδιά πού μεγάλωσαν σέ ἀστικό περιβάλλον. Ὁ Μιχάλης Λογοθέτης λ.χ. δέν μεγάλωσε ἀσφαλῶς στό Πωγώνι, τίς ἀντίστοιχες καταστάσεις ὅμως τοῦ Ἐμφύλιου τίς ἔζησε καί αὐτός καί τίς συνέπειες τίς αἰσθάνθηκε βαθιά μέσα του. Ἔτσι κατά ἕνα τρόπο μέ τά τρία βιβλία τοῦ συγγραφέα ἔχουμε τρία ἡλικιακά στάδια τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς γενιᾶς: Τό παιδικό-ἐφηβικό, τό μετεφηβικό καί τῆς ἀρχόμενης ὡριμότητας.

Τό 1978 ἐκδόθηκε τό τέταρτο βιβλίο τοῦ Μηλιώνη, Τά διηγήματα τῆς Δοκιμασίας. Μολονότι τά χαρακτηρίζει ὁρισμένη ἰδιότυπη τεχνική, ἀλά Ρόμπ Γριγιέ, ἡ ἐντοπιότητά τους καί ἡ ὑπονοούμενη ἐποχή, μᾶς μεταφέρουν στά χρόνια τῆς δικτατορίας. Ὅμως κάτι ἀλλάζει τώρα κι αὐτό θά συνοδεύει ἔκτοτε τά μεταγενέστερα διηγήματα τοῦ συγγραφέα. Δέν πρόκειται βέβαια γιά μιά ξαφνική ἀλλαγή, ἀλλά γιά μιά ἀλλαγή πού ἔγινε σταδιακά. Σταδιακά δηλαδή κάτι πού προϋπῆρχε ἤδη σέ δεύτερο πλάνο, ἔρχεται τώρα σέ πρῶτο. Ἔτσι ἡ διάσταση μέ τό περιβάλλον δέν ἐκδηλώνεται πιά μέ λιγότερη ἤ περισσότερη ἀδιαλλαξία, ἀλλά μ᾿ ἕνα ἀδιόρατο πικρό χαμόγελο καί μιά λεπτή εἰρωνία. Βέβαια τήν ἐποχή τῆς δικτατορίας δέν ἦταν δυνατό νά ἐκφράσει κανείς ἀπροσχημάτιστα τά αἰσθήματά του. Ὁ συγγραφέας περισσότερο μᾶς κάνει νοήματα παρά μᾶς λέει ποῦ τό πάει. Εἶναι σάν νά ἐφαρμόζει στά Διηγήματα τῆς Δοκιμασίας κάτι ἀνάλογο μέ τή «νοηματική γλώσσα». Ὡστόσο ὅπως θά φανεῖ καί στά νεότερα γραφτά του περνάει πιά στή συγγραφική περίοδο ὅπου προέχει ἡ ἀντίδραση τοῦ πικροῦ χαμόγελου καί τῆς λεπτῆς εἰρωνείας, ἀντί τῆς ἀδιάλλακτα ἀρνητικῆς στάσης ἀπέναντι στήν πραγματικότητα.

Τό 1980 ἐκδόθηκε τό μυθιστόρημα Δυτική συνοικία. Ἄν καί σχετίζεται μέ τά προηγούμενα, γιά τυπικούς λόγους δέν σχολιάζεται ἐδῶ, ὅπως καί ἡ μετέπειτα μυθιστορματική δουλειά τοῦ συγγραφέα.

Τό 1985 κυκλοφόρηση ἡ συλλογή διηγημάτων Καλαμᾶς καί Ἀχέροντας. Νά θυμίσω ὅτι ἀπό τό 1974 ἔχουμε περάσει στή μεταχουντική μεταπολίτευση. Στό μεταξύ ἤδη ἀπό τά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 εἶχε ἀρχίσει ἡ ἐσωτερική μετανάστευση ἀπό τήν ὕπαιθρο στίς πόλεις, μέ πρῶτο προορισμό τήν Άθήνα. Παράλληλα καί ἡ ἐξωτερική μετανάστευση, μέ πρῶτο προορισμό τή Γερμανία. Μέ ἀποτέλεσμα τήν ἐρήμωση τῆς ὑπαίθρου, μέ ὅ,τι συνεπάγεται πρακτικά, συναισθηματικά καί πολιτισμικά μιά τέτοια ἐρήμωση. Μιά τέταρτη μεταπολιτευτική ἐξέλιξη στάθηκε ἡ ἐπιστροφή τῶν ἐξόριστων ἀριστερῶν ἀπό τή Σοβιετική Ἕνωση καί τίς ἄλλες ἀνατολικές χῶρες. Ἄς σημειωθεῖ ἐπιπλέον πώς ἡ δυσανάλογη ἀνάπτυξη τῆς Ἀθήνας ὠθεῖ πολλές φορές τή σκέψη, ἀκόμα καί νοσταλγικά, πρός τίς δύσκολες μέρες τῆς παραδοσιακῆς ὑπαίθρου. Τά διηγήματα τοῦ Καλαμᾶς καί Ἀχέροντας ἀναφέρονται στίς μνῆμες τοῦ Ἐμφύλιου, ἀλλά καί στίς παραπάνω ἐξελίξεις. Ὅλη αὐτή ἡ περιουσία τοῦ θεματικοῦ ὑλικοῦ θά ἦταν ἴσως δύσκολο νά διοχετευτεῖ σέ πυκνές ἀφηγήσεις κλασικῆς τεχνοτροπίας. Στή συγκεκριμένη περίπτωση πάντως ἀκολουθήθηκε ἄλλος δρόμος. Ἀπό τά κείμενα τῆς Παραφωνίας εἴχαμε σαφή δείγματα μιᾶς ἀφήγησης κατά βάση θεματικῆς (κλασικῆς), άλλά μέ ἀρκετά συνειρμικά χρονικά ἅλματα ταυτόχρονα. Εἴχανε ἔτσι μιά σύνθεση τῆς κλασικῆς καί τῆς μοντερνιστικῆς ἀφήγησης. Αὐτόν τόν τρόπο θά τόν συναντήσουμε σέ ὅλο τό διηγηματικό ἔργο τοῦ Μηλιώνη, ἀλλά μέ τόν καιρό μέ περισσότερη ἀπόκλιση πρός τήν πλευρά τῆς μοντερνιστικῆς τεχνοτροπίας. Κάτι πού εὐνοεῖ τό πυκνό καί ταυτόχρονα ἐναργές γράψιμο. Στά κείμενα τῆς συλλογῆς Καλαμᾶς καί Ἀχέροντας ἔχουμε ἕνα συχνό πηγαινέλα ἀπό τό παρόν τῆς ἀφήγησης στά παιδικά χρόνια τοῦ κατά περίπτωση ἀφηγητῆ, ἀπό τά παιδικά χρόνια τοῦ ἴδιου στά χρόνια τοῦ Ἐμφύλιου, ἀπό τά χρόνια τοῦ Ἐμφύλιου σέ ὑστερότερη περίοδο κ.ὄ.κ. Τό ἴδιο συμβαίνει ὅταν ἔχουμε νά κάνουμε μέ τό μεταναστευτικό κόσμο τῆς ὑπαίθρου ἤ τῆς πόλης κ.λπ. Πρόκειται γιά ἕνα ἀφηγηματικό δίχτυ ὅπου οἱ συνειρμοί καί οἱ θεματικές στάσεις, συνιστοῦν ἀντίστοιχα τίς κλωστές καί τούς κόμπους τῶν χρονικῶν ἐναλλαγῶν καί τῶν οἰκείων ἐξιστορήσεων.

Στίς συλλογές διηγημάτων πού ἀκολουθοῦν, Χειριστής ἀνελκυστῆρος, 1993, Τό φαντασμα τοῦ Γιόρκ, 1999, καί τά νεότερα, δέν θά ἐπιμείνω. Τά ὅσα προηγήθηκαν στίς προηγούμενες σελίδες ἀρκοῦν γιά νά ἐπανέλθω στήν Παραφωνία ὡς ἀφετηρία μέ δεικτική σημασία γιά τή μετέπειτα διηγηματογραφική πορεία τοῦ συγγραφέα.

Πράγματι στήν Παραφωνία συναντοῦμε ὅλη τή δυνάμει ἐξέλιξη αὐτοῦ τοῦ λογοτεχνικοῦ ἔργου. Συνοψίζω:

α) Πρῶτα πρῶτα ἔχουμε τόν βασικό προσανατολισμό πρός τόν ἱστορικό κλῆρο τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς γενιᾶς. Ἔχω ἤδη πεῖ πώς ὁ Μηλιώνης ἔπιασε πολύ νωρίς τά μηνύματα τοῦ ἡλικιακοῦ φάσματος στό ὁποῖο ἀνῆκε ὁ ἴδιος. Καί τά ἔπιασε μέ τόση πληρότητα ὅσο κανένας ἄλλος πεζογράφος τῆς γενιᾶς του. Ἔχει κάποια σημασία, νομίζω, νά ξέρει κανείς, ὅταν πιάνει τήν πέννα στό χέρι νά γράψει κάποιο λογοτεχνικό ἔργο, ποιό εἶναι τό κεφαλαιῶδες καί κρίσιμο ἱστορικό ζήτημα πού καίει αὐτόν καί τούς συνομήλικούς του. Ποιό εἶναι τό καθοριστικό βάθρο τῆς τρέχουσας ζωῆς τους. Ποιές εἶναι οἱ βαθύτερες αἰτίες πού ὁδηγοῦν στήν τέτοια ἤ ὄχι συμπεριφορά τους. Ἀπό τήν ἀποψη αὐτή ἡ Παραφωνία στάθηκε τό πρῶτο βῆμα στήν ἀναγνώριση καί τήν ἔκφραση τῆς τραυματικῆς σχέσης ὁρισμένου ἡλικιακοῦ φάσματος μέ τά ἡθικά δεδομένα τῆς ἐποχῆς του. Ἔτσι ὅπως αὐτά τά δεδομένα εἶχαν πραγματωθεῖ ἱστορικά, πολιτικά, κοινωνικά καί πολιτισμικά.

β) Ἔπειτα εἶχε σαφῶς διαφανεῖ στήν Παραφωνία τό ποιητικό ὑπόβαθρο τῆς μηλιωνικῆς διηγηματογραφίας. Ἑνός ὑπόβαθρου πού θά συνόδευε τή γραφή τοῦ συγγραφέα ὥς τά τελευταῖα γιά τήν ὤρα γραφτά του.

γ) Παράλληλα εἶχε ξεχωρίσει ἐπίσης, ἀπό ἐκεῖνα τά διηγήματα της πρώτης συλλογῆς, ἡ ἰδιότυπη κειμενική, ἤ συγγραφική, φωνή τοῦ πεζογράφου.

δ) Εἶχε ξεχωρίσει ἐπίσης ὁ ρυθμός ἑνός ἀβίαστου κουβεντιαστοῦ λόγου. Κουβεντιστοῦ μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ πεζογραφικός λόγος τοῦ Μηλιώνη, χωρίς νά εἶναι βέβαια προφορικός, ἔχει στενή σχέση μέ τήν ἀμεσότητα καί τήν ἁπλότητα τοῦ προφορικοῦ λόγου.

ε) Τέλος ἡ Παραφωνία ὑπῆρξε προδρομική ὅσον ἀφορᾶ τή σύνθεση τοῦ παραδοσιακοῦ καί τοῦ μοντερνιστικοῦ τρόπου ἀφηγηματικῆς γραφῆς.

Σέ ὁρισμένο τομέα ὡστόσο ἡ Παραφωνία κάπως ὑστερεῖ ἔναντι τῶν νεότερων συλλογῶν. Στίς νεότερες συλλογές συναντοῦμε μιά ἐξαιρετικά εὐκρινή καί πλούσια ἀνθρωπογεωγραφία. Κέντρο της ἔχει τήν ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ συγγραφέα: τό χωριό του στό Πωγώνι, τήν εὐρύτερη περιοχή, τά Γιάννινα, τήν Ἤπειρο. Τήν Ἀθήνα ἔπειτα, διάφορα μέρη ἑλλαδικά, ἀλλά καί τῆς Κύπρου. Πρόκειται γιά μιά ἀνθρωπογεωγραφία δοσμένη μέ λεπτές ἰμπρεσιονιστικές πινελιές, ἔτσι παραστατικά ὥστε ν᾿ ἀποτελεῖ βασικό ποιοτικό γνώρισμα τῆς πεζογραφίας αὐτῆς. Ἡ Παραφωνία ὡστόσο ὑπολείπεται σ᾿ αὐτόν τόν τομέα. Στό διήγημα «Τό λαγοῦτο» ἀναγνωρίζονται ὁ τόπος, ὁ χρόνος καί οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι τό χωριό τοῦ συγγραφέα τήν ὥρα τῆς καταστρφῆς του ἀπό τούς Γερμανούς τῆς κατοχῆς. Νωρίτερα, τήν περίοδο τῆς πρώτης ἰταλικῆς κατοχῆς, συμβαίνουν τά ἐπεισόδια τῆς «Παραφωνίας». Σέ μερικά ἄλλα διηγήματα, ἄν ξέρει κανείς πρόσωπα καί πράγματα, μπορεῖ νά θεωρήσει πώς ἡ δράση ἐκτυλίσσεται στά Γιάννινα ἤ στή Θεσσαλονίκη. Ὅμως τόσο μόνο, κατά τά ἄλλα, πράγματι ἡ Παραφωνία ὑστερεῖ ἀπό τήν πλευρά τῆς χαρτογραφημένης ἀνθρωπογεωγραφίας ἔναντι τῶν νεότερων συλλογῶν. Χωρίς ὡστόσο νά παύει γι᾿ τοῦτο ν᾿ ἀποτελεῖ τήν ἀφετηριακή κοιτίδα τῆς μετέπειτα διηγηματογραφίας τοῦ Μηλιώνη.

Περιοδικό Μανδραγόρας, τεῦχος 42, Μάης 2010.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας and tagged . Bookmark the permalink.