Ἀλέξανδρου Βαναργιώτη: Διηγήματα γιά τό τέλος τῆς μέρας (Διηγήματα, Λογεῖον, Τρίκαλα 2009).

Ἀπό τίς περιορισμένες φέτος τό καλοκαίρι ἀναγνώσεις πεζογραφικῶν ἔργων, ἔβαλα στήν ἄκρη λίγες συλλογές διηγημάτων. Ἀνάμεσά τους ξεχώρισα τά Διηγήματα γιά τό τέλος τῆς μέρας, τοῦ πρωτοεμφανιζόμενου Τρικαλινοῦ πεζογράφου Ἀλέξανδρου Βαναργιώτη. Μ᾿ αὐτή τή θετική διάκριση δέν ἐννοῶ πώς ἡ συλλογή τοῦ Βαναργιώτη ἀπαρτίζεται ἀπό 28 ἄψογα κείμενα. Ὄχι ἀκριβῶς. Γιατί καί κακά κείμενα θά συντήσουμε ἀνάμεσά τους («Τό συνέδριο»), καί μελό («Ἀπόγευμα Κυριακῆς») καί παρωχημένης ἠθογραφίας («Τό ἀκουστικό») καί ἄλλα μεῖον μέ σοβαρότερο, νομίζω, ἐκεῖνο τῆς γλώσσας. Πράγματι ἡ γλώσσα τοῦ πεζογράφου παρουσιάζει γνωστά στερεότυπα ἀπό τή δύσκαπτη μιξολόγια γλώσσα τοῦ κοινοβουλίου, τῆς τηλεόρασης καί τῶν δημοσιογράφων. Ὅπου ἀκοῦμε ἤ διαβάζουμε φράσεις τέτοιες ἤ παρόμοιες: «.., καυγάδες πού λάμβαναν χώρα στό σπίτι τους…», σ. 27. «.., σέ ἕνα κομβικό σημεῖο διασταύρωσης τριῶν διαδρόμων.», σ. 51. «Τότε ἐμφανίστηκαν ἀπό τό πουθενά συγγενεῖς…», σ. 81. «.., καί χοντρά χαλίκια πού κατολίσθαιναν στήν ἄσφαλτο.», σ. 88. «Χτυπήματα ὑπέστη σέ ὅλο του τό κορμί», σ. 89. Κ.λπ., κ.λπ. Γίνεται ἐπίσης κατάχρηση τοῦ ρήματος παραπέμπω, ἐνῶ καί ἀκυριολεξίες δέν λείπουν («…, νά μοῦ βάλει στίς σόλες καί πέταλα.», σ. 85.) καί κάποιες πληροφορίες εἶναι λαθεμένες: πρίν ἀπό τόν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ἡ πενικιλίνη δέν ἦταν γνωστή. Ἔγινε γνωστή ἀπό 1945 καί μετά. Οἱ ἐνέσεις πού κάναν παλιότερα σέ ἄρρωστους ἀπό ἑλονοσία καί προκαλοῦσαν ἀποστήματα ἦταν ἐνέσεις κινίνης, ὄχι πενικιλίνης (σ. 84). (Ἡ χρονολογία ὅτι ὁ Κάτουλος ἔζησε τόν «6ον αἰώνα», σ. 30, ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς τυπογραφικό λάθος.)

Ἀλλά τότε τί καλό ἔχουν τά Διηγήματα γιά τό τέλος τῆς μέρας; Νά πῶ πρῶτα πώς τά παραπάνω δέν εἶναι ἀρκετά γιά νά βγάλουν ἄχρηστο ἕνα ἔργο. Γιατί ὅ,τι βαραίνει περισσότερο σ᾿ ἕνα βιβλίο εἶναι τά σύν πού παρουσιάζει. Ἤ, γιά νά τό πῶ διαφορετικά, οἱ τέτοιες προσπάθειες σταθμίζονται κατεξοχήν ἀπό τίς κορυφαῖες πραγματώσεις  τους καί ὄχι τόσο ἀπό τίς ὅποιες ἀτυχεῖς στιγμές τους. Στό βιβλίο πού ἀναφέρομαι ὑπάρχουν διηγήματα πού ἀξίζει νά προσεχτοῦν καί νά  ἐκτιμηθοῦν ἰδιαίτερα. Τά σημειώνω μέ τή σειρά πού ἔχουν στόν τόμο: «Τό κορίτσι τῆς ἄλλης πατρίδας», «Στά μέρη τῆς καρδιᾶς», «Κάτουλος», «Κουρούνας», «Αὔγουστος μήνας», «Ἡ τρομπέτα», τό μισοσέλιδο «Στό ποτάμι». Καί κοντά σ᾿ αὐτά καί μερικά ἄλλα, ὅπως τό «Ντί Λάϊλα», «Ἡ Δέσποινα», κ.ἄ. Ὅμως, ξεχωριστή μνεία θά πρέπει νά γίνει γιά τήν προβληματισμένη συνείδηση πού βρίσκεται πίσω ἀπό τά κείμενα. Μιά συνείδηση πού δέν μένει στήν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων, δέν κυνηγάει τήν ἀνεκδοτολογία, οὔτε τίς εὔκολες ἐντυπώσεις. Τά κείμενα δέν κάνουν γλυκά μάτια στόν ἀναγνώστη, οὔτε ὑποδύονται κάτι πού δέν εἶναι. Ἀντίθετα εἶναι προϊόντα μιᾶς συνείδησης πού ἰχνηλατεῖ καταστάσεις ἀπό τό ἱστορικό, κοινωνικό, ὑπαρξιακό καί ἐρωτικό περιεχόμενο τοῦ περιβάλλοντος κόσμου. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή οἱ μικρές ἱστορίες τοῦ τόμου δέν ἀποτελοῦν παρά δείγματα αὐτῆς τῆς ἰχνηλασίας, ἡ ὁποία προϋποθέτει εἰλικρινῆ  καί σοβαρή βάσανο.  Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού τά κείμενα μᾶς πείθουν γιά ὅ,τι ἐκφράζουν καί πού ἡ μορφή τους δέν θυμίζει κάτι προηγούμενο. Ἐννοῶ προηγούμενο πεζογραφικό πρότυπο ἀπό τό ὁποῖο νά εἶναι ἐπηρεασμένα. Ἀντίθετα ἔχουν δική της πρωτότυπη μορφική ὀντότητα· στό ζήτημα αὐτό θά ἐπανέλθω παρακάτω. Τέλος δέν λείπει ἀπό τό βιβλίο ἡ εὐαισθησία, ἀλλά καί ἡ  αἰσθητική παδεία πάνω σέ ζητήματα πού ἀφοροῦν τή σχέση καί τήν ὑπόγεια συνομιλία μεταξύ τῶν προσώπων. Γιά νά γίνω καλύτερα ἀντιληπτός δίνω ἕνα μικρό παράδειγμα ἀπό τό διήγημα «Στά μέρη τῆς καρδιᾶς».

«Ἀρχίσαμε νά μιλᾶμε. Μέ μεγάλες σιωπές στήν ἀρχή καθώς πίναμε τό κόκκινο κρασί. Δέν ἦταν ἀναγκαῖα  πάντοτε τά λόγια. Τό τρίξιμο τῆς καρέκλας, τό σύρσιμο τῶν παπουτσιῶν στό πάτωμα, ὁ ἦχος τοῦ πηρουνιοῦ πού τρυπᾶ τό μεζέ, τό ρούφηγμα καί τό φύσημα τοῦ καπνοῦ εἶναι λόγια φλύαρα, ἄν προσέξεις.»

Ὅλες σχεδόν οἱ «ἱστορίες» τοῦ βιβλίου ἀρχίζουν κοινότοπα, χωρίς νά προμηνύουν τίποτα τό ἰδιαίτερο. «Ἔπινα τόν ἀπογευματινό μου καφέ στήν παραλιακή καφετερία κάτω ἀπό τίς μουριές. Ζέστη πολλή. Ἰούνιος μήνας. Ὁ Κορινθιακός μπροστά μου ἔφερνε μιά  εὐχάριστη αὔρα, ἡ ὁποία ἴσα πού κουνοῦσε τά φύλλα, ὅμως ἀρκετά αἰσθητή μέσα στόν καύσωνα….» Ἔτσι ἀρχίζει τό διήγημα «Τό κορίτσι τῆς ἄλλης πατρίδας». Παρόμοια  τό «Κάτουλος»: «Ὅταν εὐκαιροῦσε κατέβαινε στό κέντρο. Ἔκανε μιά βόλτα στά βιβλιοπωλεῖα, ἔβλεπε τίς καινούργιες ἐκδόσεις,…» Παρόμοια τό «Ὁ Κουρούνας», τό «Ὁ Ἐπίτροπος», κ.λπ. Ὅμως λίγο παρακάτω προκύπτει κάτι πού ἀλλάζει βαθμιαῖα τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἑκάστοτε ἀφηγητῆ. Στό «Κορίτσι τῆς ἄλλης πατρίδας», στήν τρίτη παράγραφο τῆς πρώτης σελίδας, ἡ ἀλλαγή ἀρχίζει ἀπό μιά ἁπλή παρατήρηση: «Δίπλα στό κιόσκι τοῦ ναυαγοσώστη τήν προσοχή μου τράβηξε ἕνα ὄμορφο κορίτσι στήν ἡλικία τῆς κόρης μου, γύρω στά δεκαπέντε». Τίποτε πάλι σπουδαῖο, ἀλλά τί συμβαίνει ἀκριβῶς; Τό κορίτσι αὐτό, πού κάτω ἀπό τόν ἥλιο λικνιζόταν στό ρυθμό τῆς μουσικῆς τοῦ καταστήματος, σέ κάποιον ἤ σέ κάποιους ἀπευθυνόταν μέ μορφασμούς καί κινήσεις μᾶλλον ἐρωτικῆς διάθεσης. Ὁ ἀφηγητής δέν βλέπει καί δέν καταλαβαίνει σέ ποιούς ἀπευθύνεται τό κορίτσι. Ρίχνει μιά προσεκτικότερη ματιά καί διαπιστώνει πώς  ἡ κομψή νεαρή δέν ἀπευθύνεται σέ κανένα συγκεκριμένο ἄτομο. Ὑποθέτει ἔτσι πώς πρόκειται γιά διαφημιστική παράσταση καί περιμένει πώς ὅπου νά ᾿ναι θά παρουσιαστεῖ κάποιος μέ μικρόφωνο καί θ᾿ ἀρχίσει νά τῆς κάνει προσυμφωνημένες ἐρωτήσεις. Ὅμως ἀντί γι᾿ αὐτό μεσολαβεῖ κάτι διαφορετικό: «Ὅταν […] μιά κυρία τήν πλησίασε καί τῆς εἶπε, ‘‘πήγαινε σπίτι σου, μάτια μου, ἤ τραβήξου τουλάχιστον στή σκιά. Θά σέ πειράξει ἡ ζέστη!’’», τό κορίτσι «ἔβγαλε κάτι μουγκρητά καί ἄναρθρες κραυγές». Ἀπό τή στιγμή αὐτή ὁδηγούμαστε στήν ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας:

«Ἕνα αὐτοκίνητο σταμάτησε κι ἄνοιξε τό δεξί παράθυρο.

-Κοπελιά, ἔλα μέσα … ψιθύρησε ἕνας ἡλικιωμένος ἄντρας.

Ἀπό τή διπλανή παρέα πού ἔπαιζαν τάβλι πετάχτηκε ἕνας κύριος καί φώναξε στόν ὁδηγό·

-Ἄσε τό κορίτσι ἥσυχο, ρέ, μήν κατέβω κάτω, πορνόγερε τοῦ κερατᾶ! Σά δέ ντέπεσαι, λέω γώ!

Ὁ ὁδηγός ξεκίνησε γρήγορα καί τό αὐτοκίνητο χάθηκε στήν ἄκρη τοῦ δρόμου.»

Ἡ πλήρης ἀποκάλυψη ἔρχεται ἀργότερα, ἀφοῦ μεσολαβεῖ ἡ φιλική- στοργική χειρονομία μιᾶς οἰκογένειας τσιγγάνων πρός τό κορίτσι, ἀπό τό σερβιτόρο τοῦ καταστήματος. Ὁ ἀφηγητής τόν ρωτάει ἄν τό κορίτσι εἶναι τῶν τσιγγάνων.

«-Μπά.», ἀπαντάει ἐκεῖνος. «Ρουμάνα εἶναι. Οἱ γονεῖς της ζοῦν χρόνια στήν περιοχή. Δουλεύουν στό ἐργοστάσιο. Μικρή, τή χτύπησε αὐτοκίνητο κι ἔπαθε ζημιά στό μυαλό, ἡ καημένη! Ἀπό τότε ἔτσι γυρνάει συνέχεια ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ. Τήν ἐκμεταλλεύοντα καί διάφοροι…»

Ὅπως γίνεται φανερό, τό διήγημα κλιμακώνεται βαθμίδα βαθμίδα ἀπό μιά κοινότοπη καί χωρίς ἐνδιαφέρον κατάσταση, τό ρεμβασμό τοῦ ἀφηγητῆ, ὥς τήν ἀποκάλυψη ἑνός προσωπικοῦ δράματος. Ταυτόχρονα, καί χωρίς κανένα σχόλιο ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἀφηγητῆ, δείχνονται πτυχές ἀπό τό ποιόν τῆς νεοελληνικῆς κοινωνικῆς πραγματικότητας. Εἶπα, χωρίς κανένα σχόλιο ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἀφηγητῆ. Τό κείμενο, πού καλύπτει τρεισήμισι σελίδες, εἶναι γραμμένο μέ μετρημένα λόγια. Ὁ ἀφηγητής δέν σχολιάζει, οὔτε ἐκφράζει τά αἰσθήματά του, ἁπλῶς παρατηρεῖ, ἀκούει καί διαπιστώνει γεγονότα. Τά συναισθήματα, τίς σκέψεις καί τά συμπεράσματα τά ἀφήνει στή διάθεση τοῦ ἀναγνώστη. Αὐτή ἡ κλιμάτωση τῆς ἀφηγηματικῆς δράσης, ἀπό μιά πεζή καθημερινή στιγμή ὥς τήν αποκάλυψη ἑνός δράματος ἤ μιᾶς ἐξαιρετικῆς κατάστασης πραγμάτων, ἀποτελεῖ βασικό τρόπο στήν ὀργάνωση τῶν Διηγημάτων γιά τό τέλος τῆς μέρας. Πίσω ὅμως ἀπό τήν ὀργάνωση αὐτή, πού συντελεῖται μέ λιτά μέσα, ὑπάρχει ἕνας πεζογράφος πού ξέρει τί νά πεῖ καί πῶς νά τό πεῖ. Τό οὐσιῶδες  στήν περίπτωσή του εἶναι ὅτι, ὅπως ἔχω προαναφέρει ἤδη, ὁ διηγηματικός λόγος του εἶναι πειστικός. Γεγονός καθόλου τυχαῖο, καθώς αὐτός ὁ λόγος ὑποδηλώνει τήν πηγή του, τήν ἔγνοια καί τόν προβληματισμό τοῦ συγγραφέα πάνω στήν κοινή μας μοίρα. Ἡ πεζή καθημερινότητα, ἄν ξέρεις νά τήν βυθομετρᾶς, δέν εἶναι καί τόσο πεζή ὅσο ἴσως τή νομίζουμε. Μέσα σ᾿ αὐτή κολυμπᾶμε μέ τά θεατρικά καμώματά μας, ἀλλά καί μέ τίς κρυφές κι ἐπώδυνες πληγές μας. Ἔτσι, στά διηγήματα γιά τά ὁποῖα μιλῶ, ἐνῶ ἀρχικά τίποτα δέν φαίνεται νά συμβαίνει ἄξιο λόγου, καθώς προχωράει ἡ ἀφηγηματική ροή, βγαίνουν σταδιακά στήν ἐπιφάνεια στοιχεῖα ἀπό τό δραματικό ἐσωτερικό εἶναι τῶν ἀφηγηματικῶν προσώπων. Μαζί μέ ὅ,τι ἀπό ἱστορική καί κοινωνική ἄποψη συναρτιέται αὐτό τό ἐσωτερικό εἶναι. Γιατί τά κείμενα τοῦ συγγραφέα ἔχουν μέν ὑπαρξιακό βάθρο, ἀλλά ταυτόχρονα καί σαφεῖς ἱστορικές καί ἰδίως κοινωνικές προεκτάσεις. Ἕνας συνδυασμός ἀλάνθαστης, καθώς πιστεύω, δημιουργικῆς ἀποτελεσματικότητας.

Λίγα λόγια ἀξίζει νά εἰπωθοῦν ξέχωρα γιά τά κείμενα στά ὁποῖα προέχει τό ἐρωτικό περιεχόμενο. Ἕνα ὡραῖο ποίημα τοῦ Λ. Ἀραγκόν ἐπιγράφεται, «Εὐτυχισμένη ἀγάπη δέν ὑπάρχει». Ὁ τίτλος αὐτός θά μποροῦσε νά στεγάσει καί τά ἐρωτικά διηγήματα τοῦ τόμου. Διηγήματα στά ὁποῖα δέν λείπουν οἱ ἔντονες ἐρωτικές συναντήσεις, ἀλλά συντελοῦνται σ᾿ ἕνα παρελθόν χωρίς εὐτυχισμένη συνέχεια. Στό διήγημα «Κάτουλος» -ἀληθινό στολίδι τοῦ βιβλίου γιά τήν εὑρηματική δομή του -, ἡ ἐρωτική συνάντηση τῶν δύο προσώπων, ἄν καί ἀσυνήθιστου πάθους καί πληρότητας, διαρκεῖ πολύ λίγο ἐνῶ, γιά ἀντικειμενικούς λόγους, δέν μπορεῖ νά συνεχιστεῖ, καθώς τά δυό πρόσωπα ζοῦν ἔκτοτε ἐφ᾿ ὅρου ζωῆς μακρυά τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο. Τό ἴδιο περίπου συμβαίνει στό διήγημα, «Στά μέρη τῆς καρδιᾶς», στό «Ἡ Δέσποινα», στό «Στό ποτάμι». Ἄς σημειωθεῖ πώς δέν πρόκειτα γιά ὁρισμένη θεωρητική θέση. Τά κείμενα ξεκινοῦν ἀπό ἐμπειρικά δεδομένα καί δέν ἀφήνουν περιθώρια γιά θεωρητικές γενικεύσεις. Ἔτσι εἶναι πραγματωμένα ἐπειδή ἔτσι συμβαίνει στή ζωή. Ἄλλωστε δέν ὑπάρχει πουθενά θεωρητική συνηγορία πάνω στά θέματά τους. Παραθέτω ἐδῶ τό ἐξαιρετικά σύντομο, τό σχεδόν ποίημα, «Στό ποτάμι».

«Κατέβηκε στό ποτάμι. Περπάτησε γιά λίγο στίς ὄχθες του καί τελικά κάθισε σ᾿ ἕνα παγκάκι. Ἕνας καθρέφτης λές τό τοπίο πού ἀντανακλοῦσε τήν ἐρημιά μέσα του. Τό ποτάμι γκρίζο καί παγερό κατέβαζε μουγκρίζοντας τά νερά του. Ὁ ἀέρας ἀκολουθοῦσε κρύος τό ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ, κάνοντας τά λιγοστά κίτρινα καί ξερά φύλλα ἀπ᾿ τίς λεῦκες νά ἀφήνονται στίς τελευταῖες φιγοῦρες τους, πρίν συρθοῦν στή γῆ ταπεινωμένα ἤ ἁρπαχθοῦν ἀπ᾿ τό ποτάμι ἀνήμπορα.

‘‘Πολύ κρύο γιά φθινόπωρο’’, σκέφτηκε. Ὁ οὐρανός σχεδόν μολυβής, χωρίς ν᾿ ἀφήνει κανένα περιθώριο ἐκτόνωσης ὅμως. Ψηλά, ἀπρόσωπα κτίρια εἰκονίζονταν ἀχνά στό ποτάμι. Καί τά κλαδιά, μές στή γύμνια τους πάλευαν μέ τόν ἀέρα  σφυρίζοντας σάν στοιχειωμένα.

Πῆρε μιά αἰχμηρή πέτρα ἀπό κάτω. Ὅλη ἡ βροχή ἦταν τώρα στά μάτια του. Πίεσε τήν πέτρα μέ δύναμη στό ξύλινο παγκάκι. Σ᾿ ἕνα κενό ἀνάμεσα ἀπό ὀνόματα καρδιές καί ἡμερομηνίες ἔγραψε: ’’Ἀκόμα σ᾿ ἀγαπάω’’. ‘‘Τί θά κάνω, Θεέ μου;’’ σκέφτηκε. Ξαλάφρωσε λίγο. Σηκώθηκε. Κούμπωσε τό πανωφόρι, ἔχωσε τά παγωμένα χέρια στίς τσέπες καί πῆρε τό δρόμο γιά τό σπίτι. Πίσω του τό ποτάμι, ὁ Ληθαῖος, χωρίς μνήμη ἄλλαζε διαρκῶς τά νερά του. Ἐκεῖνος, ἀντίθετα, σφίγγοντας τά δόντια προσπαθοῦσε νά κρατήσει ὅ,τι μποροῦσε.

Τελειώνοντας, σημειώνω πώς τό βιβλίο, Διηγήματα γιά τό τέλος τῆς μέρας, ἐκδόθηκε στά Τρίκαλα ἀπό τίς ἐκδόσεις Λογεῖον τοῦ Ἰωάννη Πλεξίδα. Ἡ τυπογραφική ἐμφάνιση τοῦ τόμου εἶναι τέτοια πού θά τή ζήλευαν οἱ καλύτερες ἐκδόσεις τῆς Ἀθήνας. Θέλω νά πιστεύω πώς οἱ ἐκδόσεις Λογεῖον θά ἔχουν συνέχεια, μάλιστα ἀνάλογη συνέχεια μέ ἄλλα βιβλία.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 47, Δεκέμβρης 2009.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας and tagged , . Bookmark the permalink.