Τό πουλί κι ὁ ἱπποπόταμος

I

Ἔχει περάσει μιά εἰκοσαετία ἀπό τότε. Δέν θυμᾶμαι σέ ποιά ἐφημερίδα εἶχε δημοσιευτεῖ -ἴσως στήν «Καθημερινή» ἤ στά «Νέα»- οὔτε θυμᾶμαι τίνος φιλοτέχνημα ἦταν. Ἐκεῖνο πάντως τόν καιρό ὁ θρόνος τοῦ Μάνου Χατζιδάκη στό Τρίτο Πρόγραμμα τῆς ΕΡΤ ἔτριζε ἐπικίνδυνα. Τότε λοιπόν δημοσιεύτηκε, χωρίς σχόλιο, ἡ γελοιογραφία αὐτή. Παρουσίαζε ἕναν ἱπποπόταμο καλοθρεμμένο, βαρύ καί ἀσήκωτο, πού στεκόταν ἀτάραχος. Πάνω στά καπούλια του ὑπῆρχε ἕνα ντελικάτο καρούλι ὄρθιο ἀπό τό ὁποῖο περνοῦσε ἕνα λεπτό σύρμα ἤ καλώδιο πού ἐρχόταν ἀπό κάτω. Τό σύρμα συνεχιζόταν ὁριζόντια, στό ὕψος τοῦ καρουλιοῦ, πάνω ἀπό τή ράχη τοῦ ἱπποπόταμου, ὥς τήν πλάτη τοῦ θηρίου. Ἐκεῖ βρισκόταν ἕνα ἄλλο καρούλι ὅμοιο μέ τό προηγούμενο. Τό σύρμα ἤ τό καλώδιο περνοῦσε ἀπό τό δεύτερο καρούλι καί τελείωνε λίγο ψηλότερα σέ ὑποθετικό μικρόφωνο μπροστά ἀπό ἕνα ἰσχνό πουλάκι. Ἕνα πουλάκι πού τανιζόταν νά τσιρίξει μ᾿ ὅλη του τή δύναμη στό μικρόφωνο τή συνθηματική φράση του: «Τρίτο πρόγραμμα!…» Κι ἦταν σάν νά δήλωνε τό ἀνυπότακτο φρόνημά του, ἀλλά ταυτόχρονα καί τήν ἀδύνατη θέση στήν ὁποία βρισκόταν. Ξέχασα νά πῶ ὅτι στό πλάι τοῦ θηρίου ἦταν γραμμένα τρία παχιά κεφαλαῖα: ἔψιλον, ρό ταῦ.

Αὐτό τό σκίτσο μοῦ ἦρθε στό νοῦ καθώς διάβαζα ὁρισμένα σχόλια στό τελευταῖο τεῦχος (ἀριθμ. 41) τοῦ Πλανόδιου. Σχόλια ἔντονα ἐπικριτικά, ὅπως καί ἄλλα ἀνάλογα σέ προηγούμενα τεύχη τοῦ περιοδικοῦ, γιά τό χαμένο κῦρος τῆς σύγχρονης λογοτεχνικῆς κριτικῆς μας καί γενικότερα γιά τό ἐλεγχόμενο πλέγμα τῆς παραγωγῆς καί προβολῆς τοῦ βιβλίου. Ἐννοῶ τό πλέγμα πού θέλει, τούς πνευματικούς ἀνθρώπους πού μετέχουν σ᾿ αὐτό, εὐθυγραμμισμένους μέ τούς στόχους του. Ἕνα πλέγμα δηλαδή πού δέν ἀπέχει ἀπὀ τό ν᾿ ἀποτελεῖ μορφή ἐξουσίας ἡ ὁποία, ἄν δεῖς τό πράγμα στίς ἀκραῖες του συνέπειες, γιά τήν ἄψογη διεκπεραίωσή της, χρειάζεται ἀνθρώπους ὑποτακτικούς, χωρίς  ἀντιστάσεις, χωρίς προσωπική γνώμη, ἀνθρώπους περίπου λακέδες. Κάτι πού γίνεται, ὅπως εἶναι φυσικό, ἰδιαίτερα πιεστικό πάνω στήν ἄσκηση τοῦ εὐαίσθητου λειτουργήματος τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, στή δουλειά δηλαδή ὅσων ἀσχολοῦνται μέ τήν τρέχουσα κριτική καί κατά προέκταση μέ τή δημόσια παρουσία τοῦ βιβλίου. Ἡ πίεση ἀσκεῖται μέ ἀντικειμενικό στόχο τήν ἐκτροπή τῆς κριτικῆς, ἀπό ἐλεύθερη ἔκφραση ἀξιολογικῆς γνώμης γιά τά βιβλία πού κυκλοφοροῦν, σέ πλάγια διαφημιστική προβολή τῶν ἴδιων βιβλίων. Σήμερα ἔχουμε φτάσει ἤδη στό σημεῖο πού μποροῦμε νά μιλοῦμε γιά κατεστημένο πιά διαφημιστῶν τέτοιας κατηγορίας. Καί τέτοιοι διαφημιστές δέν εἶναι τόσο, ὅπως ἴσως πιστεύεται κοινά, οἱ κατά τεκμήριο κριτικοί, ὅσο πολύ περισσότερο οἱ δημοσιογράφοι, οἱ διάφοροι  δημοσιογραφοῦντες, οἱ ἴδιοι οἱ συγγραφεῖς πού συναλλάσσονται παντιοτρόπως ὑποδυόμενοι κατά περίπτωση τούς κριτικούς, χωρίς νά ἐξαιροῦνται τέλος οἱ φιλόλογοι (πανεπιστημιακοί καί μή) καί τώρα τελευταῖα οἱ πολιτικοί.

Ὅλα αὐτά εἶναι πράγματα γνωστά καί μή ἐξαιρετέα, ἀλλά τί σχέση ἔχουν μέ τό σκίτσο πού προανάφερα;

Τό σκίστο, ἄν δέν ἔχει γίνει ἤδη ἀντιληπτό, ἀφορᾶ ὅσους, κι ἀνάμεσά τους  συνεργάτες τοῦ Πλανόδιου, ἔχουν γράψει, γιά τό πλέγμα τῆς παραγωγῆς καί προβολῆς τοῦ βιβλίου καί εἰδικότερα γιά τήν ἔκπτωση τῆς κριτικῆς, ἔντονα ἐπικριτικά. Ὁ ἔντονα ἐπικριτικός τόνος τῶν κειμένων τους, ὅπως συμβαίνει πάντα σέ τέτοιες περιπτώσεις, προϋποθέτει ὁρισμένη ἠθική στάση. Τή στάση ἐκείνη πού υἱοθετεῖ κανείς ἀπέναντι στά κακῶς κείμενα μέ στόχο νά τά διορθώσει. Πολύ καλά, ὅμως τό πλέγμα, πού ἔχει προκύψει ἀπό τήν ὀργανωμένη διαχείρηση τοῦ βιβλίου, κάθε ἄλλο παρά χαμπαρίζει ἀπό τέτοια ἐπικριτικά γραφτά. Τό πολύ πολύ νά προκαλοῦνται τίποτε εἰρωνικά χαμόγελα. Κι ἐλπίζω πώς, οἱ συγκεκριμένοι συνεργάτες τοῦ περιοδικοῦ καί ὅποιοι ἄλλοι, ἔχουν σαφή ἐπίγνωση τῆς ματαιοπονίας τους. Ὅτι δηλαδή κάνουν ὅ,τι κάνουν γιά τήν τιμή τῶν ὅπλων καί ὄχι γιά τίποτε ἀποτελεσματικότερο.  Γιά τήν τιμή τῶν ὅπλων καί μέ πλήρη συνείδηση πώς ἡ φωνή τους ἔχει τήν ἴδια σημασία μέ τό ἀνίσχυρο τσίριγμα τοῦ μισομαδημένου πουλιοῦ στό σκίτσο μέ τόν ἱπποπόταμο.

Καί γιατί λοιπόν, μολονότι ἐλέγχεται ὡς ἀναξιοκρατική καί ἐκμαυλιστική συνειδήσεων, δέν ἀλλάζει τίποτε μέ τήν κατάσταση στήν ὁποία ἀναφέρομαι; Γιατί ὅ,τι νά πεῖ κανείς τό παίρνει ὁ ἀέρας καί δέν πιάνει τόπο; Γιατί δέν ὑπάρχουν ἀνοιχτά ἀφτιά; Διότι τό πικοιλόμορφο κέρδος, ἐμπορικό καί δημόσιας ἐπιφάνειας, πού εἰσπράτεται σέ ἀτομικό καί μή ἐπίπεδο, ἀποτελεῖ ἰσχυρότατο κίνητρο βαρυκοΐας. Διότι, ὅσοι ἐμπλέκονται στό ἐξουσιαστικό πλέγμα πού ἀφορᾶ τό βιβλίο, ἀποτελοῦν συνθετικά στοιχεῖα ἑνός, μεταφορικά μιλώντας, καλοστημένου ἱπποπόταμου. Καί εἶναι ἀναπότρεπτο ἔτσι, συντρέχοντας καί τοῦ χρόνιου ἐθισμοῦ, ὅπως τό δέρμα τοῦ ζώου, νά ἔχει ἀποκτήσει καί τό δικό τους περί τούς τρεῖς πόντους πάχος.

ΙΙ

Ἀπό τή θέση του πουλιοῦ στό σκίτσο πού προανάφερα ἔχουν μιλήσει κατά καιρούς καί εὐάριθοι, μετρημένοι στά δάχτυλα, λογοτέχνες. Ἄνθρωποι πού δέν θέλησαν νά ἐξαγοράσουν τή δημόσια προβολή τους μέ ἠθικά ἀνταλλάγματα. Γιατί θεωροῦσαν πώς ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στήν καταξίωσή τους δέν περνάει φυσιολογικά ἀπό τίς χαμηλές πύλες. Καί πώς ὁ ρόλος τους ἀρχίζει καί τελειώνει μέ τή συγγραφή καί τήν κυκλοφορία τοῦ ἔργου τους, ἐνῶ τά ὑπόλοιπα ἔχουν νά κάνουν μέ τή δεοντολογία καί τήν πρακτική τῆς πνευματικῆς κοινότητας στήν ὁποία ἀνήκουν. Φυσικά οἱ λογοτέχνες αὐτοί, πού δέν πωλοῦν τήν ἀξιοπρέπειά τους γιά νά παρουσιασοῦν στήν τηλεόραση, νά ἀκουστοῦν ἀπό τό ραδιόφωνο, νά διαφημιστοῦν ἀπό τίς ἐφημερίδες, τά περιοδικά, τίς παρουσιάσεις βιβλίων κ.λπ., μένουν λίγο πολύ στά ἀζήτητα. Ὄχι πώς εἶναι ἀφελεῖς, πώς ἀγνοοῦν τήν πραγματικότητα, ἁπλῶς τό ἦθος τους καί ἡ  πνευματική τους ὀντότητα δέν τούς ἐπιτρέπουν νά δώσουν γῆ καί ὕδωρ γιά νά βγοῦνε στό γυαλί, κ.λπ. Ἔτσι προτιμοῦν τόν ὅποιο παραμερισμό ἀπό τήν ἐξαγορασμένη προβολή τους. Θά ἄξιζε νά γίνει κάποτε ἀπογραφή αὐτῶν τῶν περιπτώσεων ὡς ὀφελή στήν ὄρθια στάση τους ἀλλά καί ὡς -καθυστερημένη γιά ὅσους ἔφυγαν ἀπό τή ζωή- ἀπόδοση δικαιοσύνης.

Γιά τήν ὥρα παραθέτω ἀμέσως παρακάτω τήν ἐκδοχή «τοῦ πουλιοῦ», ὅπως τήν ἐκφράζει ἕνας ποιητής πού βρίσκεται ἀκόμα ἀνάμεσά μας. Πρόκειται γιά ἕναν δόκιμο ποιητή τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς ποιητικῆς γενιᾶς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μιά ἀπό τίς πιό διακριτικές παρουσίες της. Ποιητής ἀλλά καί μέ περγαμινές πεζογράφου. Εἶναι ὁ Κρητικός φιλόλογος-λογοτέχνης Γιῶργος Μανουσάκης. Ἀπό τήν τελευταία ποιητική του συλλογή, Σπασμένα ἀγάλματα καί πικροβότανα (Γαβριηλίδης 2005), ἀντιγράφω δύο σχετικά μέ τό θέμα μας κείμενα. Τό πρῶτο ἐπιγράφεται «Ποιητής τῆς ῾῾περιφέρειας᾿᾿» καί τό δεύτερο «Πρὀς ῾῾ἀνύπαρκτο᾿᾿ συγγραφέα».

Ἐπαρχιώτης, πού ἐπιμένει ἀκόμη
νά κατοικεῖ  ἐν ἐπαρχίᾳ,
χωρίς καμίαν ὡς ἐκ τούτου
«ἀξίαν ἀνταλλακικήν»
γιά ὅσους κατοικοῦν ἐν τῳ ἄστει,
γράφει -ὁ ἀφελής- ποιήματα
χωρίς νά λάβει ὑπ᾿ ὄψιν του τά τελευταῖα
φιγουρίνια τῆς ποίησης πού φτάνουν
ἀπό τήν Ἀμερική καί τήν Εὐρώπη,
καί τά τυπώνει -ὁ ἀφελέστατος-
καί μᾶς τά στέλνει (ἐδῶ τοῦ ταιριάζει
ἕνα ἐπίθετο μέ γόμωση ἰσχυρή
ὡσάν ἐκεῖνο τό προσφιλές
σέ μαθητές καί σέ φαντάρους).

Δόλιος ὁ σκοπός του: ν᾿ ἀποσπάσει
κριτικές καί δημοσιεύσεις
γιά νά ᾿μπει στή χορεία τῶν ποιητῶν.

Ἔ, ὄχι! Ποῦ ἀκούστηκε;

Χωρίς χτυπήματα τῆς πορτας τῆς κρυφῆς
χωρίς τό σύνθημα καί παρασύνθημα
ἐδῶ δέν μπαίνουν.

— : —

Ποιός εἶσ᾿ ἐσύ πού θές νά γράψουμε γιά σένα;

Σ᾿ εἴδαμε στό γυαλί τῆς τηλεόρασης
στό «σαλόνι» τῆς ἐφημερίδας
στή στήλη τῶν best sellers;

Τί νά σοῦ ἐπαινέσομε;

Οὔτε τή γλώσσα δέν εἶσαι ἄξιος
νά στραμπουλήξεις, γιά νά δείξεις
τή χρεοκοπία τοῦ λόγου στούς καιρούς μας.

Γιά νά ᾿σαι σύγχρονος πρέπει
νά βλέπεις τή ζωή μέ κυνισμό
– τί θέλεις τ᾿ ἄχρηστο συναίσθημα
πού σέ βαλτώνει; Τό σέξ κι ἡ βία
-δέν τό ᾿μαθες ἀκόμη;-
εἶναι τί ἁλατοπίπερο τῆς ζωῆς.

Σύ δέν κραυγάζεις, μόλις ψιθυρίζεις,
πῶς θά σκεπάσεις τόν ὀρυμαγδό τῆς ἀγορᾶς;

Τί φυσικότερο ἀπ᾿ τό νά σ᾿ ἀγνοήσουμε;

Ὅπως βλέπετε ὁ ποιητής ξέρει ἀπό ποιά πλευρά τῆς πραγματικότητας μιλάει: οὔτε τήν ἐξουσία τοῦ «ἱπποπόταμου» ἀγνοεῖ, οὔτε τήν ἀνίσχυρη θέση τοῦ «πουλιοῦ». Καί μολαταῦτα ἐννοεῖ, γιά τήν τιμή τῶν ὅπλων ἤ «γιά ἕνα φιλότιμο», ὅπως θά ᾿λεγε ὁ Γιῶργος Ἰωάννου, νά μή σωπαίνει. Πρός ὦτα βέβαια μή ἀκουόντων. Ἄλλωστε ποιός ἄκουσε τόν Μανόλη Ἀναγνωστάκη ὅταν φώναξε δημόσια: «Τί σημαίνει ἐπιτέλους ἡ λέξη ἦθος σ᾿ αὐτόν τόν τόπο;…»

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 42, Ἰούνης 2007.

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια and tagged . Bookmark the permalink.