Τό Βραβεῖο ἀναγνωστῶν τοῦ ΕΚΕΒΙ

Τό Ἐθνικό Κέντρο Βιβλίου καθιέρωσε ἐδῶ καί λίγα χρόνια τό «Βραβεῖο ἀναγνωστῶν». Ἔτσι ὅπως λέγεται, «Βραβεῖο ἀναγνωστῶν», δύσκολα καταλαβαίνει κανείς τί βραβεῖο εἶναι ἀκριβῶς. Ἡ πρακτική ἐφαρμογή του ἔκανε βέβαια φανερό πώς πρόκειται γιά βραβεῖο πού προκύπτει ἀπό τήν ψηφοφορία ἀναγνωστῶν τῆς μυθιστορηματικῆς πεζογραφίας ἤ τῆς πεζογραφίας γενικά. Οἱ ἀναγνῶστες ψηφίζουν τά πεζογραφήματα πού ὑποτίθεται ὅτι διάβασαν καί τούς ἄρεσαν περισσότερο. Τό πεζογράφημα πού θά συγκεντρώσει τούς περισσότερους ψήφους κερδίζει τό βραβεῖο. Εἶπα: «ὑποτίθεται ὅτι διάβασαν», γιατί πῶς ἐξασφαλίζεται ἡ ἀναγνωστική γνησιότητα τῶν ψηφοφόρων; Ὑπάρχει θεσμική κατωχύρωση αὐτῆς τῆς γνησιότητας; Πῶς ἀποκλείονται λ.χ. ἀπό τήν ψηφοφορία ἄνθρωποι πού δέν διάβασαν κανένα βιβλίο, ἀλλά ἔχουν λόγους μολαταῦτα νά παίρνουν μέρος στήν φηφοφορία; Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά μένει ἀνοιχτό τό θέμα τοῦ ἀναγνωστικοῦ φάσματος. Ἕνας ἀναγνώστης, πού ἔχει διαβάσει ἐλάχιστα βιβλία κι ἕνας ἄλλος πού ἔχει διαβάσει πολλά, εἶναι φυσικό νά ἔχουν διαφορετική ἀναγνωστική ἐποπτεία. Ἄρα μέ διαφορετική ἀναγνωστική ἐποπτεία ψηφίζει ὁ καθένας, μέ συνέπεια νά μήν ἔχουμε στήν περίπτωση αὐτή ἀξιολογική ἰσοδυναμία ψήφων. Ὅμως ἕνα βραβεῖο ἀποβλέπει σέ ὁρισμένη ἀξιολογική διάκριση –διάκριση ἐδῶ μεταξύ διαβασμένων βιβλίων. Ἡ διάκριση αὐτή ἀποτελεῖ μιά θεμελιώδη συνθήκη, χωρίς τήν ὁποία τό βραβεῖο θά ἦταν περιττό. Ἔτσι ἀπό τή συνθήκη τῆς θέσπισής του τό βραβεῖο ὀφείλει νά κατωχυρώνει θεσμικά τό ἀξιολογικό του κύρος. Πῶς ὅμως κατοχυρώνεται αὐτό τό κύρος ὅταν ὑπάρχει ζήτημα  διαφορετικοῦ ἀναγνωστικοῦ φάσματος μεταξύ τῶν ψηφοφόρων;

Μίλησα γι᾿ αὐτές τίς θεσμικές πλευρές τοῦ «Βραβείου ἀναγνωστῶν», γιά νά φανεῖ πόσο εἶναι ἀπό τή συγκεκριμένη ἄποψη ἀκατοχύρωτο: ἕνα βραβεῖο χύμα, μέ πολλές πόρτες ἀνοιχτές.

Φέτος εἶχαμε μιά ἀλλαγή στήν ἐφαρμογή του. Μιά ὁμάδα κριτικῶν πρότεινε τά πεζογραφήματα πού θά ἔπρεπε νά ψηφίσουν οἱ ἀναγνῶστες. Ἡ καινοτομία αὐτή, ἀπό τό ἕνα μέρος, μπορεῖ νά θεωρηθεῖ θετική ἐξέλιξη, ἄν πάρουμε ὡς δεδομένο πώς οἱ κριτικοί  προτείνουν πάντα τά ποιοτικῶς καλύτερα βιβλία. Ἀπό τό ἄλλο ὅμως μέρος,  ἀποτελεῖ μιά πράξη σαφῶς ἀντιδημοκρατική, ἀφοῦ παραγνωρίζει καί περιορίζει τήν ἐλευθερία τῶν ἀναγνωστῶν νά ψηφίσουν τά βιβλία τῆς ἀρεσκείας τους. Ἐπιπλέον, ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο διενεργήθηκε ἡ ψηφοφορία ἄφησε μεγάλα περιθώρια νοθείας τοῦ ἀποτελέσματος. Τέλος, ἀπό τήν ὥρα πού ἡ βράβευση ἐξαρτιόταν ἀπό δυό συντελεστές, κριτικούς καί ἀναγνῶστες, ὤφειλε νά ἔχει διαφορετική ὀνομασία, νά λέγεται δηλαδή βραβεῖο κριτικῶν-αναγνωστῶν.

Στή δεκαετία τοῦ 196Ο –καί σήμερα δέν ὑπάρχει μεγάλη διαφορά ἀπό τότε- τά λογοτεχνικά περιοδικά μόλις κατάφερναν νά πουλήσουν λίγα τεύχη. Τήν ἴδια ἐποχή τά λαϊκά περιοδικά Ὁ θησαυρός καί Τό ρομάντσο πουλοῦσαν γύρω στίς 200 μέ 300 χιλιάδες τεύχη. Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει στίς μέρες μας, ἐκτός ἀπό τόν τομέα τῶν περιοδικῶν, στήν περιοχή τῆς πεζογραφίας. Ἀπό τότε πού χτίστηκαν οἱ τσιμεντένιες πολυκατοικίες καί φυλακίστηκε ὁ κόσμος στά κελιά τους, ἐξαφανίστηκαν οἱ γειτονιές. Οἱ γειτονιές μέ τά παιδιά στούς δρόμους καί τίς συναντήσεις τῶν γειτόνων, τῶν γυναικῶν κυρίως, ὅταν ἄδειαζαν ἀπό τά νοικοκυριά τους κι ἔβγαιναν στίς αὐλές νά κουβεντιάσουν. Τότε πού, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, ἔδιναν τόπο σέ σχόλια καί σέ κουτσομπολιά. Δέν περνοῦσε σκάνδαλο ἐρωτικό, κοινωνικό ἤ ὅ,τι ἄλλο πού νά μήν περνοῦσε ἀπό στόμα σέ στόμα σ᾿ ἐκεῖνες τίς γειτονιές. Καί δέν περνοῦσε τίποτα ἀσχολίαστο. Ἀπό τή στιγμή πού ἔλειψαν οἱ γειτονιές προέκυψε ἕνα κενό. Ἕνα κενό πού ἦρθε νά νά τό καλύψει ἡ τηλεόραση μέ τά «παράθυρα» καί κάποια ἔντυπα -τό διαδύκτιο δέν ἔφτασε ἀκόμα νά γίνει λαϊκό μέσο σχολίων καί διασκέδασης. Ἕνα μικρό ποσοστό, σχολίων καί κουτσομπολιοῦ τῆς γειτονιᾶς, ἦρθε νά καλύψει καί ἡ παραλογοτεχνική δραστηριότητα στήν περιοχή τῆς πεζογραφίας. Καί τό πέτυχε σέ μεγάλο βαθμό. Δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο τό κυνήγι τῶν σκανδάλων, τῶν σεξουαλικῶν ὑπονοούμενων, τῶν ὑπερβολῶν, τῶν ἀνεκδοτολογικῶν ἀφηγήσεων, τῶν γαργαλιστικῶν ἱστοριῶν, τῆς κολακίας τοῦ ἀναγνώστη, κ.λπ., πού ἀπαντοῦν στά ἐννιά δέκατα τῆς πεζογραφικῆς παραγωγῆς μας. Παραλογοτεχνική παραγωγή ὑπῆρχε πάντα στήν πεζογραφία, ἁπλῶς στίς μέρες μας ἔχει πάρει ἀπρόβλεπτες διαστάσεις. Ἄς σημειωθεῖ πώς τό ἀναγνωστικό κοινό της, πού ἔχει διευρυνθεῖ ἐξαιρετικά, προέρχεται κυρίως ἀπό τήν πλευρά τῶν γυναικῶν. Ἡ διεύρυνση τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ καθαυτή δέν εἶναι καθόλου δυσάρεστη ἐξέλιξη. Δυστυχῶς ὅμως δέν λείπουν οἱ ἀρνητικές συνέπειες. Μέ σοβαρότερη τό γεγονός ὅτι, ἐπειδή ἡ παραλογοτεχνική παραγωγή εἶναι ἡ πιό εὐπώλητη, ἔχει ἀρχίσει ν᾿ ἀποτελεῖ ἐκμαυλιστικό πόλο γιά τούς πεζογράφους. Ἔτσι βλέπουμε ταλαντούχους συγγραφεῖς νά ἐγκαταλείπουν τό στίβο τῆς λογοτεχνίας καί νά διολισθαίνουν πρός ἐκεῖνον τῆς παραλογοτεχνίας: τῆς εὔκολης γραφῆς καί τῶν γλυκερῶν καταστάσεων.

Τό Ἐθνικό Κέντρο Βιβλίου καθιερώνοντας τό «Βαραβεῖο ἀναγνωστῶν», δέν πιστεύω νά ἀγνοοῦσε πώς θέσπιζε οὐσιαστικά ἕνα βραβεῖο τῆς πιό εὐπώλητης πεζογραφίας. Καί ὅλη ξέρουμε τί σημαίνει εὐπώλητη πεζογραφία. Ἀρκεῖ νά ρίξει κανείς μιά ματιά στίς πωλήσεις γιά νά διαπιστώσει πώς ἡ ποιοτική πεζογραφία ἔχει τό πιό περιορισμένο ἀναγνωστικό κοινό τοῦ εἴδους. Ἀναρωτιέμαι λοιπόν τί ἤθελε νά πετύχει τό ΕΚΕΒΙ μέ τό «Βραβεῖο ἀναγνωστῶν»; Ἤθελε νά ἐνισχύσει τήν ἄξια πεζογραφία ἤ ἤθελε νά ὑποθάλψει τίς ἐφήμερες ἐντυπώσεις, τό μπούγιο καί τόν πεζογραφικό λαικισμό; Τό σίγουρο πάντως εἶναι πώς, ἀναξάρτητα ἀπό τό τί ἤθελε, στήν πράξη πέτυχε τό δεύτερο.

Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ὅπως εἶπα στήν ἀρχή, «Βραβεῖο ἀναγνωστῶν» σημαίνει βραβεῖο ἀναγνωστῶν μυθιστορηματικῆς πεζογραφίας ἤ, ἔστω γενικά, πεζογραφίας.  Τοῦτο συνάγεται, ἄν καί δέν δηλώνεται προγραμματικά, ἀπό τήν κίνηση τῆς ἀγορᾶς. Μιά καί ὁ καθένας γνωρίζει πώς τό μεγαλύτερο ἀναγνωστικό κοινό τό ἔχει συλλήβδην ἡ πεζογραφία. Ἄρα τό «Βραβεῖο ἀναγνωστῶν» δέν μποροῦσε παρά νά εἶναι βραβεῖο πεζογραφίας. Ἀναρωτιέται λοιπόν κανείς ἄν, θεσπίζοντας τό ΕΚΕΒΙ αὐτό τό βραβεῖο, προσδιόρισε ταυτόχρονα τή στάση του ἀπέναντι στήν ποίηση. Ἄν ἔμμεσα δηλαδή ἔκρινε, πώς ἡ ποίηση εἶναι ἄξια νά γράφεται καί νά κυκλοφορεῖ μόνο στή σκιά, ἤ ὄχι. Ἄν ὄχι, τότε εἶναι ἀπορίας ἄξιον γιατί δέν καθιέρωσε ταυτόχρονα καί βραβεῖο ἀναγνωστῶν τῆς ποίησης; Εἶναι γνωστό πώς ἡ ποίηση ἔχει μικρό ἀναγνωστικό κοινό, ἀλλά ὄχι καί ἀνύπαρκτο. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ξέρουμε πώς τό ἀναγνωστικό κοινό τῆς ποίησης εἶναι τό πιό καλλιεργημένο καί προβληματισμένο. Μικρό ἀλλά ἐκλεκτό κοινό. Ἔπειτα ἡ ποίηση βρίσκεται στή γωνία καί χρειάζεται, ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, ἐνίσχυση. Ἡ ἐπικαιρική πεζογραφία εἶναι εὐπώλητη κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή δέν χρειάζεται κρατική βοήθεια.

Σπεύδω νά πῶ ὅτι ὁ τύπος τοῦ βραβείου ἀναγνωστῶν δέν ἀποτελεῖ νεοελληνική πρωτοτυπία. Ὅπως συμβαίνει συνήθως, ἐμεῖς πιθηκίζουμε τούς ξένους πού προηγοῦνται. Καί τό κάνουμε κατά κανόνα ἄκριτα, χωρίς νά λογαριάζουμε τίς ἰδιομορφίες τῶν δεδομένων. Πάντως ἐκεῖ πού βρίσκονται σήμερα τά λογοτεχνικά πράγματα στήν Ἑλλάδα, τό «Βραβεῖο ἀναγνωστῶν» πλειοδοτεῖ στήν πιό μίζερη πλευρά τῆς πεζογραφικῆς μας παραγωγῆς. Καί δυσκολεύομαι νά καταλάβω πῶς συμβιβάζεται μιά τέτοια ἐνέργεια μέ τό ρόλο ἑνός Ἐθνικοῦ Κέντρου Βιβλίου.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 44, Ἰούνης 2008.

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια and tagged . Bookmark the permalink.