Τά κλασικά καί ὁ φερετζές

Ἐννοῶ τά κλασικά λογοτεχνικά πεζά τῶν προηγούμενων αἰώνων, αὐτά πού πέρασαν τήν κρίση τοῦ χρόνου καί ξεχώρισαν μεταξύ πολλῶν ἄλλων. Συχνά, ὅπως φαντάζομαι καί πολλοί ἄλλοι, αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά ἐπιστρέφω στίς σελίδες τους. Ὑπάρχουν κάποιοι λόγοι γι᾿ αὐτή τήν ἐπιστροφή. Εἶναι πρῶτα μιά κάποια νοσταλγία τῆς πρώτης ἀνάγνωσης –κάτι σάν τήν νοσταλγία τῆς πρώτης ἀγάπης. Κάτι πού σέ τραβάει νά ξαναζήσεις τήν ψυχική περιπέτεια αὐτῆς τῆς πρώτης ἀνάγνωσης. Ταυτόχρονα ὑπάρχει ἡ περιέργεια νά δοκιμαστοῦν, μέσα ἀπό τήν τωρινή σου πείρα, οἱ ἐντυπώσεις σου ἀπό τό πρῶτο διάβασμα. Κατά πόσο δηλαδή ἐξακολουθοῦν νά ἰσχύουν ἤ ὄχι καί ἐπιδέχονται μικρότερη ἤ μεγαλύτερη ἀναθεωρητική διευθέτηση. Ἕνας τρίτος λόγος εἶναι ἡ διάθεση νά ξεφύγεις γιά λίγο ἀπό τά ἀναγνώσματα τοῦ παρόντος. Ἀπό τή πλησμονή αὐτῶν τῶν ἀναγνωσμάτων. Ἀπό τήν τάση ἤ τίς τάσεις τῆς μόδας πού τά διέπει. Ἡ ἐπιστροφή στά κλασικά τοῦ παρελθόντος ἔχει ἐπιπλέον τήν ἔννοια τῆς ἐλεύθερης ἀνάγνωσης, τῆς ὁλωσδιόλου ἀπελευθερωμένης ἀπό τή συνάφεια τοῦ παρόντος. Πράγμα πού συνεπάγεται μιά ἀνατοποθέτηση στήν κλίμακα τῶν ἀξιῶν. Ἕνα φρεσκάρισμα τῆς νοητῆς κλίμακας πού ἔχεις σχηματίσει μέ τά χρόνια, ἀναφορικά μέ τήν ποιοτική στάθμη αὐτῶν τῶν ἔργων καί τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων γενικά.

Πρέπει νά πῶ πώς, ὅ,τι ἰσχύει γιά τή δεύτερη ἀνάγνωση ἑνός ἔργου, ἰσχύει καί γιά τήν τρίτη ἀνάγνωσή του. Γιά τήν τέταρτη, τήν πέμπτη καί τίς ὅποιες ἑπόμενες. Πάντα ὑπάρχει τό περιθώριο νά ἐπιστρέφει κανείς γιά τούς παραπάνω λόγους. Πάντα νά γυρίζει σ᾿ ἕνα διαβασμένο βιβλίο μέ νοσταλγική διάθεση, μέ ἐρευνητική περιέργεια ἀπό τήν πλευρά τῆς κεκτημένης πείρας του, μέ ἀπελευθερωτικό ἀναγνωστικό αἴσθημα καί μέ τό νά ἀποβλέπει σέ ἀξιακή ἀναβάπτιση. Πάντα, γιατί ἡ ἀφομοιωτική δεκτικότητα παραμένει ἀνοιχτή, ἐνῶ ἡ μνήμη δέν παύει νά παρουσιάζει διαλείψεις καί μετά τήν πολλαπλή ἀνάγνωση ἑνός ἔργου. Ἡ ἀφομοιωτική δεκτικότητα εἶναι ἀνοιχτή μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν ἔχει ἡμερομηνία λήξης σέ κάποιο προϋπολογισμένο χρονικό σημεῖο. Δέν εἶναι συνεπῶς σταθερή ἀριθμητική ὀντότητα, ἀλλά δυναμική (ὄχι στατική), μέ τήν ἔννοια ἑνός πάντα ἀνοιχτοῦ λογαριασμοῦ. Πράγματι, ὅσο ζοῦμε καί ὡριμάζουμε, μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία νά διαπιστώνουμε πόσο τά προηγούμενα διαβάσματα ἑνός ἀξιόλογου βιβλίου παρουσιάζουν ἀφομοιωτικά κενά. Δέν ἔχει κανείς παρά νά πειραματιστεῖ. Νά ἀναλογιστεῖ τό ἀφομοιωτικό μέγεθος, πού εἶχε ἀποκομίσει ἀπό τήν πρίν ἀπό χρόνια ἀνάγνωση ἑνός πεζογραφήματος, κι ἔπειτα νά καθίσει νά τό ξαναδιαβάσει. Σύμφωνα τουλάχιστο μέ τή δική μου πείρα ἡ ἀφομοιωτική ἀνάγνωση παραμένει ἀνεξάντλητη. Βιβλία, ὅπως γιά παράδειγμα, Ὁ ξένος τοῦ Καμύ ἤ Ὁ ἠλίθιος τοῦ Ντοστογιέφσκι, πού τά ἔχω διαβάσει πολλές φορές, ὅταν τά ξαναδιαβάζω, ὄχι σπάνια, μένω μέ τήν ἀπορία ἄν κάποια σημεῖα τους τά εἶχα διαβάσει κάν στήν προηγούμενη, ἄς ποῦμε δεύτερη, ἀνάγνωσή τους.

Ἀλληλένδετη βέβαια μέ τήν ἀφομοιωτική δεκτικότητα εἶναι ἡ ἀναγνωστική μνήμη. Συνήθως κρατοῦμε ἕνα θεματικό σκελετό, πού, ὅσο περνάει ὁ καιρός, χάνει τό συγκεκριμένο σχῆμα του καί παίρνει τή μορφή μιᾶς γενικῆς περίληψης. Ἄν κρατοῦμε κάποια σημεῖα εἶναι γιατί αὐτά μᾶς βρῆκαν ἕτοιμους νά τά δεχτοῦμε ἀμέσως καί χαράχτηκαν βαθύτερα. Πάντως ἡ ἀναγνωστική μνήμη χάνει μεγάλο μέρος ἀπό τή λεπτομερή συγκρότηση τῶν βιβλίων, μέ ἀποτέλεσμα ἡ νοητή βλιοθήκη μας νά ἀποτελεῖται μᾶλλον ἀπό γενικές περιλήψεις διαβασμένων βιβλίων παρά ἀπό τά βιβλία καθαυτά. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή εἴμαστε πάντα σχετικοί ἀναγνῶστες, χωρίς ἀπόλυτη κατοχή τῶν διαβασμένων (καί τῶν πολυδιαβασμένων) βιβλίων. Τοῦτο βεβαια συνιστᾶ ἕναν ἰσχυρό λόγο γιά νά ἐπανερχόμαστε πάλι καί πάλι στά σημαντικά ἀναγνώσματα πού εἴχαμε κάνει στό παρελθόν.

Ἔλεγα λοιπόν πώς συχνά αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά ἐπιστρέφω στά κλασικά πεζογραφήματα τοῦ παρελθόντος (χωρίς νά ἐξαιροῦνται ἐννοεῖται καί ἄλλου εἴδους ἔργα). Τά πιό πρόσφατα πού ἔχω διαβάσει εἶναι δυό βιβλία τοῦ Σταντάλ (Τό κόκκινο καί τό μαῦρο, Ἀναμνήσεις ἐγωτισμοῦ), καί δυό τοῦ Φλωμπέρ (Μαντάμ Μποβαρύ, Ἡ αἰσθηματική ἀγωγή –προηγουμένως εἶχα διαβάσει τήν ὀγκώδη βιογραφία τοῦ συγγραφέα ἀπό τό Φρεντερίκ Μπράουν). Δέν ἦταν βιβλία πού τά διάβαζα γιά πρώτη φορά. Εἶναι ὡστόσο ἀλήθεια πώς κατά ἕνα τρόπο ἤ ὡς ἕνα ποσοστό τά διάβασα γιά πρώτη φορά. Ενα στοιχεῖο π.χ. πού πρόσεξα περισσότερο τώρα εἶναι ὅτι οἱ συγγραφεῖς αὐτοί εἶχαν ἔντονο ἐνδιαφέρον γιά τά κοινά· τά παρακολουθοῦσαν, τά μελετοῦσαν, τά ἔκριναν. Σχημάτιζαν γνώμη γιά τό τί συνέβαινε γύρω τους καί, τό σπουδαιότερο, εἶχαν τό θάρρος τῆς γνώμης τους. Τά κοινά, καθώς εἶναι γνωστό, συνδέονται πάντα, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, μέ τήν ἐξουσία, μέ τήν πολιτική ἐξουσία πρῶτα κι ἔπειτα μέ τίς παντοειδεῖς ἄλλες μορφές ἐξουσίας. Βέβαια οἱ πεζογράφοι αὐτοί δέ μιλοῦσαν εὐθέως γιά τά κοινά, δέ ρητόρευαν, λογοτέχνες ἦταν (ἄν καί στίς Ἀναμνήσεις ἐγωτισμοῦ ὁ Σταντάλ τά λέει χύμα). Μιλοῦσαν ἔμμεσα, ἀλλά δέν ἔπαυαν γι᾿ αὐτό νά δακτυλοδείχνουν τίς κοινωνικές πληγές, τή διαφθορά, τή βία, τίς καταχρήσεις τῆς ἐξουσίας. Ὄχι μέ ὑπεκφυγές, ἀλλά μέ αἴσθημα εὐθύνης, μέ εἰλικρίνεια καί παρρησία. Πίσω ἀπό τήν ἀνυπόκριτη στάση τους δέν φαίνεται ἄλλο κίνητρο ἀπό τή δικαιοφροσύνη, τήν ἀνθρωπιά καί τήν ἀγάπη γιά τήν πατρίδα τους.

Ὅλα αὐτά τά εἶχα δεῖ καί στίς προηγούμενες ἀναγνώσεις αὐτῶν τῶν ἔργων, ἀλλά σάν κάτι αὐτονόητο πού περνοῦσε σέ δεύτερο πλάνο. Ὅ,τι προεἶχε τίς προηγούμενες φορές ἦταν ἡ ἐκλογή τῶν θεμάτων, τό ὑπαρξιακό γίγνεσθαι τῶν κεντρικῶν προσώπων, ἡ πειστική ἀλληλουχία τῶν καταστάσεων, ἡ εὐκρίνεια τῆς συγγραφικῆς φωνῆς, ἡ ἐκφραστική πληρότητα. Ἡ κοινωνική κριτική καί ὁ ἔλεγχος τῶν ἐξουσιαστικῶν μορφῶν, ὡς αὐτονόητα σέ πεζογραφήματα ἐποχῆς, δέν εἶχαν τή σημασία τοῦ ξεχωριστοῦ καί τοῦ ἰδιαίτερου. Φέτος, ἀντίθετα, εἶχαν τήν τιμητική τους. Ἦταν σάν νά  διάβαζα τά βιβλία αὐτά κυρίως σάν διατριβές πάνω στά κοινά. Τέτοιες πού ἔφερνε τούς Γάλλους πεζογράφους σέ φανερή ρήξη μέ τό κατεστημένο τοῦ καιροῦ τους. Ἦταν, καθώς πιστεύω, μιά ἀνάγνωση πού, πέρα ἀπό ἄλλες αἰτίες, δέν ἦταν ἄσχετη ἀπό τίς τωρινές ἐξελίξεις στή χώρα μας. Ἐξελίξεις πού, ἔστω κι ἄν ἡ μακρινή ἀφετηρία τους βρίσκεται στίς ἀπαρχές τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, μέ τίς πράξεις μας εἴμαστε ὅλοι συνυπεύθυνοι. Ἀφοῦ ὑπάρχει γενικό ἔλλειμμα ἥθους, ἀφοῦ χωρίς αὐτό δέ θεσπίζονται δίκαιοι θεσμοί, οὔτε ἐφαρμόζονται δίκαια ἤ δέν ἐφαρμόζονται κάν, οὔτε ὑπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη, οὔτε ἀξιοκρατία… Συνυπεύθυνοι λοιπόν εἴμαστε ὅλοι γιά τήν ἐλλειμματική ἀκεραιότητά μας, γιά τήν ἀντικοινωνική συμπεριφορά μας, γιά τό φιλοτομαρισμό μας, γιά τούς συμβιβασμούς μας, γιά τό κυνήγι τῶν πλάγιων τρόπων, γιά τό κρυφορουσφετολόγι μας, γιά τήν κομματοποίησή μας… Συνυπεύθυνοι βέβαια στό πλαίσιο μιᾶς ἱεραχρικῆς κλίμακας, γιατί ἄλλο εἶναι τό μέγεθος τῆς εὐθύνης ἑνός πρωθυπουργοῦ ἤ ὑπουργοῦ ἤ ἀρχηγοῦ κόμματος καί ἄλλο ἑνός παραδοσιακοῦ ἀγρότη, ἄλλη ἡ εὐθύνη ἑνός δήμαρχου καί ἄλλη ἑνός βιοπαλαιστή, ἄλλη ἑνός πανεπιστημιακοῦ καί ἄλλη ἑνός ψαρά, ἄλλη ἑνός δημοσιογράφου καί ἄλλη ἑνός βοσκοῦ… Ὅμως κι ὁ τελευταῖος χωρικός  ἔχει τό μερίδιο τῆς εὐθύνης του. Ἐξαίρεση δέν ὑπάρχει. Εἶδα τόν τελευταῖο καιρό κάποιους κίνσορες νά διαρρηγνύουν δημόσια τά ἰμάτιά τους: λάθος, εἶναι κι αὐτοί ἐξίσου συνυπεύθυνοι. Ἀνάλογα συνυπεύθυνο εἶναι καί τό σινάφι τῶν συγγραφέων καί τῶν συναφῶν μ᾿ αὐτό ἀνθρώπων. Ἕνα σινάφι πού δέν βρίσκεται στόν τόπο μας σέ ρήξη μέ τό κατεστημένο, ἀλλά ἀντίθετα σέ ἁρμονική σχέση μαζί του. Ἔτσι πού νά ἀποβλέπει, κρυφά ἤ φανερά, στήν εὔνοια τῆς ἐξουσίας.

Ἀναφέροντας ἐδῶ τούς δυό Γάλλους πεζογράφους τοῦ 19ου αἰώνα, εἶχα στό νοῦ μου, πέρα ἀπό ἄλλα, τή σύγχρονη πεζογραφία μας. Μιά πεζογραφία πού, ἀναφορικά μέ τό καυτό ζήτημα τοῦ κοινωνικῆς πραγματικότητας, πέρα βρέχει. Ὅπου τό ἐνδιαφέρον τῶν πεζογράφων μας γιά τά κοινά εἶναι μειωμένο στό ἐλάχιστο καί ὅπου ὑπέρτατος στόχος εἶναι ἡ χωρίς ὅρους προβλή καί τό ἐμπορικό κέρδος. Τό χωρίς ὅρους ἀφορᾶ, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, καί τίς ἀγαθές σχέσεις μέ τά πολλά ποδάρια τῆς ἐξουσίας. Ἔχουμε ἱστορικό μυθιστόρημα, ἐρωτικό μυθιστόρημα, μετεμφυλιακό μυθιστόρημα, ἀνεκδοτολογικό μυθιστόρημα, μυθολογικό μυθιστόρημα, συνοικιακό μυθιστόρημα, ρόδινο μυθιστόρημα… Ἀπό ὁρισμένη ἄποψη ὡστόσο πρόκειται  γιά μυθιστόρημα μιᾶς πολύμορφης ὑπεκφυγῆς, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποφεύγει νά θίξει τά κακῶς κείμενα. Δέν εἶναι ὑποχρεωτικό γιά ἕναν πεζογράφο νά βάζει στόχο του τά κακῶς κείμενα, ἡ λογοτεχνία ἀσκεῖται ἐλεύθερα χωρίς ἔξοθεν δεσμεύσεις. Σύμφωνοι, στήν περίπτωσή μας ὅμως πρόκειται γιά καθολική ἀπουσία κοινωνικῆς κριτικῆς.[1] Γιά σαφή υἱοθέτηση τοῦ λαϊκοῦ λόγου, «ἄλλα λόγια ν᾿ ἀγαπιόμαστε». Νά πιστέψει κανείς ὅτι μιά τέτοια γενική ἔλλειψη πεζογραφικῆς συμμετοχῆς στά ζέοντα κοινά εἶναι τυχαῖα, μοῦ φαίνεται ὑπερβολικά ἀφελές. Ἔχοντας μάλιστα ὑπόψη τό ὄργιο τῶν δημόσιων σχέσεων στίς ὁποῖες ἐπιδίνονται οἱ συγγραφεῖς καί τήν ἐρωτοτροπία τους μέ τήν ἐξουσία τοῦ τύπου καί τοῦ θεάματος, μιά ἐξουσία ὄχι καί τόσο ἄσχετη μέ τά ἀνώτερα στρώματά της. Σίγουρα δέν εἶναι ὑποχρεωτικό νά ἀσχολεῖται σώνει καί καλά ἡ λογοτεχνία μέ τά κοινά. Τό νά παρατηρεῖται ὡστόσο καθολική ἀποχή δέν ἀπέχει ἀπό νά ὑποδηλώνει σαφή τάση ὑπεκφυγῆς. Γεγονός πού βαρύνει ἰδιαίτερα τήν ὑπερπαραγόμενη πρόσφατη πεζογραφία μας. Τήν πρόσφατη, γιατί ἡ παλαιότερη δέν ἔκανε τά στραβά μάτια γιά ὅ,τι συνέβαινε στό κοινωνικό περιβάλλον της.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 51, Δεκέμβρης 2011.


[1]. Ὑπάρχουν σπάνιες ἐξαιρέσεις. Σ᾿ αὐτές ἀνήκουν π.χ. τά ἄξια μυθιστορήματα, Τό ἀόρατο ἄσυλο, καί Ἕνας Αὔγουστος χωρίς ἐπίλογο, τοῦ Ἄρι Ἀλεβίζου, πού ἔχουν σαφή κοινωνικό προσανατολισμό. Τό ἴδιο κι ἡ συλλογή διηγημάτων, Κάτι θά γίνει, θά δεῖς, τοῦ Χρήστου Οἰκονόμου.

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια and tagged . Bookmark the permalink.