Τάσου Ἀναστασίου, Συνεσταλμένος δολοφόνος, (διηγήματα, Ἐκδόσεις Κουκκίδα, Ἀθήνα 2011).

Ὁ Τάσος Ἀναστασίου, μετά ἀπό μιά ἀξιοπρόσεκτη ποιητική συλλογή (Βραδιά στό «Flower», Πλανόδιον, 2001), ἐμφανίζεται τώρα μέ μιά συλλογή ὀχτώ διηγημάτων. Τά ἀκόλουθα: «Ὁ θεῖος Ἠλίας», «Τά χαμόγελο τοῦ Τούρκου», «Συνεσταλμένος δολοφόνος», «Περιστατικό μέ χιόνι», «Φελλἰνι my ass (ρέ!)», «Οἱ ἐλευθέριοι», «Τόν νυμφώνα σου βλέπω», «Ἡ στιγμή τοῦ κλάματος». Στά διηγήματα αὐτά ἔχουμε, ἐκτός ἀπό ἕνα, χρονολογική ἐξέλιξη τῆς δράσης, μέ περιγραφές τοῦ περιβάλλοντος χώρου καί ἀρκετά τῶν ἀφηγηματικῶν προσώπων. Στοιχεῖα δηλαδή μέ τά ὁποῖα βρισκόμαστε στά οἰκόπεδα τῆς παραδοσιακῆς ἀφήγησης. Ἀπό θεματική ἄποψη τά ὀχτώ διηγήματα, ἄν καί τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, ἀναφέρονται σέ ζωτικῆς σημασίας πλευρές τῆς σύγχρονης νεοελληνικῆς ζωῆς. Κάτι πού χαρακτηρίζει τήν πλειονότητα τῆς διηγηματογραφίας μας, ἀντίθετα ἀπό τήν πλειονότητα τῆς μυθιστορηματογραφίας πού ἀποφεύγει τά καυτά θέματα καί ἰδίως ὅ,τι σχετίζεται μέ τήν ἐξουσία.

Ὅσον ἀφορᾶ τήν προβληματισμό, ὁ Ἀναστασίου παρουσιάζεται ἤδη ὥριμος. Μέ σαφή δείγματα εὐρύτερης παιδείας καί συλλογιστικῆς ἐποπτείας πάνω στά τρέχοντα θέματα τῆς ἐποχῆς. Θά ἔλεγα μάλιστα πώς συχνά στά κείμενά του σκάει μύτη ἕνα διανοούμενο ἐγώ. Ἕνα ἐγώ πού περισσότερο διανοεῖται καί ἑρμηνεύει καί λιγότερο πράττει ἀφηγματικά. Πράγμα πού δέν ἀνταποκρίνεται στή νεότερη ἀφηγηματική τάση νά ἀφήνεται τό ἑρμηνευτικό μέρος στή διάθεση τοῦ ἀναγνώστη. Συναφής πρός τό ἐγώ αὐτό εἶναι καί ἡ κάπως στεγνή λογιόμορφη γλώσσα τῶν διηγημάτων. Τό ἴδιο καί ὁ κάποτε παρατραβηγμένα  ἀφηρημένος λόγος. Ὡς ἕνα βαθμό βρισκόμαστε μπροστά σ᾿ ἕνα μακροπερίοδο, μαιανδρικό, λόγο πού θυμίζει τό προηγούμενο παράδειγμα τοῦ Μ. Προύστ. Θά ἐπανέρθω σ᾿ ὅλα αὐτά μέσα ἀπό συγκεκριμένα κείμενα.

*

Τά δύο πρῶτα διηγήματα τοῦ τόμου εἶναι, νομίζω, τό πιό εὑρηματικά, μέ τήν ἔννοια ὅτι βασίζονται σέ λειτουργικές σχέσεις παρελθόντος παρόντος.

Ἕτσι, στό πρῶτο, «Ὁ θεῖος Ἠλίας», στό πλαίσιο μιᾶς, ἄς ποῦμε, πατριαρχικῆς οἰκογένειας, μᾶς δίνεται ἡ δύσκολη σχέση τῆς νεότερου ἀφηγητῆ Λίνου πρός τό μεγαλύτερό του, ἐξ ἀγχιστείας, θεῖο του. Τά καλοκαίρια, στίς διακοπές, τά μέλη τῆς οἰκογένειας συναντιοῦνται στήν Ἄμφισσα στό σπίτι τοῦ παπποῦ καί τῆς γιαγιᾶς. Εἶναι ὁ πατέρας καί ἡ μάνα τοῦ ἀφηγητῆ, ἡ ἀδερφή τῆς μάνας μέ τόν ἄντρα της  «θεῖο Ἠλία», ὁ ἀδερφός τῆς μάνας του μέ τήν «Ἀθηναία θεία» καί ὁ ξάδερφός της (ἀναθρεμμένος ἀπό τόν παπποῦ καί τή γιαγιά), Εὐθύμης. Σ᾿ αὐτή τήν παρέα, μέ ἐξαίρεση τόν παπποῦ, οἱ ἄντρες ἀλληλοσαϊτεύονται εἰρωνικά ἤ καί χοντρά. Πιό συχνά βρίσκεται στό στόχαστρο ὁ θεῖος Ἠλίας. Ἀριστερός μέ δράση «στήν Ἀντίσταση καί στόν Ἐμφύλιο» καί ἐξορία ὕστερα, τώρα φτωχός, χωρίς νά στεριώνει σ᾿ ἕνα ἐπάγγελμα, λίγο τεμπέλης, ντυμένος πάντα ἄψογα, ἰδεολόγος, πεισματικά προσηλωμένος στό παρελθόν του, δεινός καπνιστής, περίφανος. Ἄλλος ἀριστερός στήν οἰκογένεια δέν ὑπάρχει. Ἔτσι ὁ θεῖος Ἠλίας, μέσα ἀπό τίς διάφορες ἀφορμές τῆς καθημερινότητας, δέχεται τά βέλη τῶν ἄλλων ἀντρῶν. Ἀμέτοχος καί σκεφτικός σ᾿ αὐτές τίς συζητήσεις μένει ὁ Λίνος, ὁ ἀφηγτής, πού διακατέχεται ἀπό ἀμφίθυμα αἰσθήματα ἀπέναντι στό θεῖο του Ἠλία. Ὅταν ἦταν μικρούλης ὁ Λίνος, ὁ θεῖος Ἠλίας προσπάθησε μιά μέρα νά τόν μάθει μέ τό ζόρι ποδήλατο. Τό παιδί, λίγο φοβητσιάρικο, τοῦ ξέφυγε κι ἔτρεξε μέσα στό σπίτι. Ὁ θεῖος τό ἀκολούθησε καί τό παιδί, μή θέλοντας νά ξαναδοκιμάσει τά ἴδια, τοῦ εἶπε «παράτα μας» κι ὁ θεῖος τό χαστούκισε. Ἔκτοτε ὁ θεῖος Ἠλίας ἦταν κόκκινο πανί γιά τό μικρό Λίνο. Ὅμως: «Ὅταν ἔφτασα στήν ἡλικία τὼν δεκαπέντε-δεκάξι, ἄρχισα νά ἔχω πιό θετική στάση ἀπέναντί του. Ἦταν ὁ μοναδικός ἀριστερός στό σόϊ μας. Ἔλεγαν (ὁ ἴδιος δέν μιλοῦσε ποτέ γιά τό παρελθόν του) ὅτι εἶχε πολεμήσει στήν Ἀντίσταση καί στόν Ἐμφύλιο…» Παρόλα αὐτά ἡ δηκτική συνήθως συμπεριφορά τοῦ θείου Ἠλία πρός τό Λίνο, καί τό ἀξέχαστο παλιό χαστούκι, δέν ἄφηναν νά μηδενιστεῖ τό ψυχικό ρῆγμα πού σοβοῦσε ἀνάμεσά τους. Κι αὐτό φάνηκε σέ μιά καίρια στιγμή, ὅταν ὁ Εὐθύμης, ὁ πιό δεξιός καί ἄγαρμπα ἐπιθετικός, συζητώντας μέ τό θεῖο Ἠλία, ἰσχυρίστηκε πώς τόν Ἐμφύλιο τόν ξεκίνησαν οἱ ἀριστεροί. «-Ἐμεῖς; Πού ὅλο ὑποχωρούσαμε; φώναξε ὁ θεῖος. –Ναί, γιατί ἤσασταν κατσαπλιάδες. Ὁ θεῖος σηκώθηκε ὄρθιος. –Κι ἐσεῖς προδότες, εἶπε. –Γιά κάνε μας τή χάρη. Ἀκοῦς τί σοῦ λέω; -Προδότες. –Ἐσεῖς ἤσασταν προδότες. Γιά μάθε τί πιστεύει ὁ κόσμος. –Περίμενε θά μᾶς τό πεῖ ὁ Λίνος. –Σύμφωνοι, ρώτα τον. –Ποιός εἶχε δίκιο;» Ὁ Λίνος ἦταν ἤδη νέος δικηγόρος καί μᾶλλον ἤξερε τί νά πεῖ, αἰφνιδιάστηκε ὡστόσο, βραχυκυκλώθηκε ψυχολογικά, καί τελικά εἶπε: «Δέν ξέρω». Κάτι πού ὁ θεῖος Ἠλίας τό θεώρησε ἄδικο γιά τόν ἴδιο καί τούς ὁμοϊδεάτες του. Στό μεταξύ ὁ καιρός κυλάει, ἡ Σοβιετική Ἕνωση καταρρέει καί τά χρόνια βαραίνουν ὁλοένα περισσότερο στίς πλάτες τοῦ θείου Ἠλία. Ταυτόχρονα ὅμως καί τό ἰδεολογικό θέμα ἀντιμετωπίζεται πιό ψύχραιμα καί πιό κριτικά. Τό Λίνο δέν ἔπαψε νά τόν ἀπασχολεῖ ἐκεῖνο τό «Δέν ξέρω» ὡς λόγος ψυχολογικῆς ἀντίδρασης, ὄχι ἄσχετη μέ τό παρελθόν, ἀπέναντι στό θεῖο του. Σέ ὁρισμένη περίσταση ὁ Λίνος πηγαίνει μαζί μέ τό θεῖο Ἠλία (πρωτόφαντο γιά τό θεῖο) νά φέρουν νερό ἀπό «τόν Κατρέλη», μιά βρυσούλα πάνω στό Κάστρο τῆς Ἄμφισσας. Ἦταν μιά ἐνέργεια, ἀπό τήν πλευρά τοῦ θείου, πού φανέρωνε διάθεση οἰκειότητας πρός τό Λίνο. Στή βρύση ὁ θεῖος ἀπομακρύνεται καί ἀκροβατεῖ πάνω στό πεζούλι πού περιβάλλει τήν ἐκκλησιά τῶν «Ἁγίων Ἀναργύρων»… «Αἰσθάνθηκα», λέει ὁ Λίνος, «ὅτι ἔβλεπα ἕναν ἀδέξιο χορό, μιά παρέλαση ἀνάπηρου, κι αἰσθάνθηκα ὅτι καταλάβαινα τί γινόταν μέσα του ὅλα αὐτά τά χρόνια: ναί, κουβαλοῦσε συνέχεια στή μνήμη του τή χαμένη ἔνταση τοῦ παρελθόντος, ἕνα μαγικό χαλί πάνω στό ὁποῖο ἀνέβαινε κατά διαστήματα καί μεταφερόταν ἀλλοῦ, ὅπως κάποιος πού ἔχει συναντήσει τόν ἔρωτα στή ζωή του τόν σκέφτεται συχνά, σάν κάτι πού δέν εἶχε (δέν μποροῦσε νά ἔχει) διάρκεια, ὅμως ὑπῆρξε, σημάδι ποιητικῆς διάστασης, ὑπερβατικότητας, ἐγωιστική ἐπιθυμία πού μεταμορφώθηκε σέ ἀφοσίωση ἀναιρώντας τόν ἑαυτό της κι ἐξαγνίζοντάς τον.» Στό τέλος ὁ θεῖος Ἠλίας παθαίνει καρκίνο τῶν πνευμόνων καί πεθαίνει. Πρέπει νά πῶ ὅτι ὁ Λίνος, ἀρκετά σκεπτικιστής, διαχωρίζει τή θέση του ἀπό τούς μεγάλους τῆς οἰκογένειας. Δέν ἀνήκει στό παρεθλόν ἐκείνων, διατηρώντας τή δική του ἀνεξαρτησία.

Ἀπό αὐτή τή χοντρική παρουσίαση τοῦ διηγήματος δέν γίνεται ἀντιληπτή ἡ λεπτομερής πληρότητά του. Οὔτε ἡ ζυγισμένη ἀρχιτεκτονική του, οὔτε ἡ ἀβίαστη ἀλληλουχία τῶν καταστάσεων, οὔτε ἡ ἁρμονική σχέση λόγου καί πράξεων (ἐδῶ ἀπουσιάζει ὁ ἀφηρημένη γλώσσα [1]), οὔτε οἱ ἀκριβεῖς ἀρθρώσεις τοῦ περιεχομένου. Σημείωσα τά τρία καίρια σημεῖα: τό χαστούκι, τό «δέν ξέρω» καί τό ἀνέβασμα τοῦ θείου καί τοῦ ἀνεψιοῦ «στόν Κατρέλη». Ὅμως αὐτά διακαιώνονται μέσα στό ἀναπτυγμένο κείμενο. Ἡ γνώμη μου γενικότερα εἶναι ὅτι πρόκειται γιά ἔνα ἐνδιαφέρον θέμα ἄψογα ἀφηγημένο. Ἕνα διήγημα δηλαδή, πού καί μόνο αὐτό δικαιολογεῖ καί στηρίζει τή συγκεκριμένη ἔκδοση.

Τό δεύτερο διήγημα τοῦ τόμου, «Τό χαμόγελο τοῦ Τούρκου», εἶναι πολύ διαφορετικό. Σ᾿ αὐτό κεντρικό πρόσωπο εἶναι ὁ Δημήτρης. Ἀθηναῖος, εὐρωπαϊστής, χημικός, πού πηγαίνει νά ἐργαστεῖ σ᾿ ἕνα «νεοϊδριθέν ἐργοστάσιο λιπασμάτων» στήν Κομοτηνή. Ἀμέσως τοῦ κάνει ἐξαιρετική ἐντύπωση ἡ καλοσυνάτη συμπεριφορά τῶν ντόπιων. Ταυτόχρονα ὅμως διαπιστώνει καί ἀρκετή ρατσιστική στάση ἔναντι τῆς μουσουλμανικῆς μειονότητας. Μέ πρῶτο δεῖγμα τήν ἐπιθετική στάση τοῦ γνωστοῦ του ζωγράφου, Ἀχιλλέα, πού μένει στήν ἴδια πολυκατοικία μ᾿ αὐτόν. Ἕνα βράδι ὁ ξάδερφος τοῦ Ἀχιλλέα, Θόδωρος Εὐτυχίδης (διευθυντής στό ἐκεῖ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τράπεζας, διαζευγμένος μέ δυό παιδιά, τύπος χοντροκομμένου βιταλιστή, ἔχοντας ζήσει ἀρκετά χρόνια στήν Ἀθήνα) τούς προτείνει νά δειπνήσουν, μέ ξεχωριστές νοστιμιές, στόν τουρκομαχαλά. Μαζί του κουβαλάει καί δυό, ὄχι καί τόσο κομψές, νεαρές γιατρίνες τοῦ νοσοκομείου. Ὁ Δημήτρης, ἄν καί μέ πυρετό ἐκεῖνο τό βράδι, πηγαίνει μαζί τους γιατί τό βλέπει σάν εὐκαιρία νά πάρει μιά ἰδέα ἀπό τήν ἄλλη πλευρά. Καταλήγουν σέ μιά ταβέρνα, στήν ὁποία ὑπῆρχε μόνο μιά παρέα ντόπιων Μουσουλμάνων, πού μιλοῦσαν μεταξύ τους καί κάτι ἔπιναν σέ μικρά ποτήρια. Κάποια στιγμή ὁ Δημήτρης στράφηκε πρός τή συντροφιά τους καί «ἔκπληκτος, εἶδε κάποιον ἀπό τήν παρέα», ἕνα μουστακαλή, καραφλό, «νά τόν κοιτάζει ἐπίμονα. […] Περίεγο· ἤθελε τίποτα; Ξάφνου ὁ Τοῦρκος τοῦ χαμεγέλασε, ἡ λευκότητα τῶν δοντιῶν του σάν λάμψη ἀπό φλάς. Ὁ Δημήτρης ἀνταπέδωσε τό χαμόγελο». Αὐτό τό χαμόγελο τοῦ Τούρκου προκάλεσε δυσανάλογη πρός τό γεγονός εὐφορία στό Δημήτρη: κάτι τοῦ θύμιζε ἀόριστα. Ψάχνοντας στό λαβύρυνθο τῆς μνήμης ἔφερε, μετά ἀπό κάμποση ἐπιμονή, στό νοῦ του ἕνα ἄλλο χαμόγελο. …Νεοσύλλεκτος στήν Τρίπολη. Ξεθεωμένος ἀπό τίς ἀσκήσεις, τόν πλησίασε, «καθώς» ὁ Δημήτρης «στεκόταν σέ στάση ἀνάπαυσης»  ἕνας λοχίας, «ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τοῦ λόχου», καί… τοῦ χαμογέλασε, «ἕνα χαμόγελο ἀπρόσμενης τρυφερότητας καί ζεστασιᾶς, μνήμη καθημερινότητας, σάν νά τοῦ ἔλεγε: ‘‘κουράγιο, θά περάσει κι αὐτό’’. […] Τό χαμόγελο τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, ἡ στιγμιαία ἐπαφή τους, τόν βοήθησε νά ξαναβρεῖ τή χαμένη του ἐμπιστοσύνη στούς ἀνθρώπους, καί νά ἀντέξει τίς ὑπόλοιπες μέρες τῆς ἐκπαίδευσης.» Στό μεταξύ ὁ Δημήτρης, καθώς περνάει ἡ ὥρα, πίνει κρασί, ὁ πυρετός του ἀνεβαίνει καί ταυτόχρονα τά αἰσθήματα καί οἱ σκέψεις παίρνουν ἄλλο δρόμο, σχεδόν ἐκτροχιάζονται. Νιώθει ξένος πρός τίς χοντροκοπιές τῆς παρέας του. Νιώθει γενικά ἐπικριτικός. Ἀκόμα καί τό χαμόγελο τοῦ Τούρκου χάνει τήν πρώτη σημασία του. Μετά τό φαγητό στήν ταβέρνα πηγαίνουν ὅλοι σ᾿ ἕνα χορευτικό κέντρο. Ὁ Δημήτρης αἰσθάνεται ἀποξενομένος καί χορεύει γιά τόν ἑαυτό του…

Στό κέντρο τοῦ διηγήματος εἶναι τά δυό χαμόγελα. Πλεγμένα ὡστόσο μέ τό περιβάλλον τῆς Κομοτηνῆς, τόν ὑποτακτικό ζωγράφο στόν ξάδερφο Εὐτυχίδη, τόν σχεδόν χυδαῖο τραπεζικό, τίς ρηχές γιατρίνες, τήν ἄχρωμη ἀτμόσφαιρα τῆς ταβέρνας, τήν ἀπομονωμένη συντροφιά τῶν Τούρκων, τήν ἄσχημη κατάσταση τοῦ Δημήτρη… Κι ὅλα αὐτά δοσμένα ἄμεσα, χωρίς ἑρμηνευτικά σχόλια, χωρίς περιττά λόγια. Κατά τρόπο πού «Τό χαμόγελο τοῦ Τούρκου» νά στέκει ἐπάξια δίπλα στό «Ὁ θεῖος Ἠλίας».

Τό τρίτο διήγημα τοῦ βιβλίου, «Συνεσταλμένος δολοφόνος», ἀφορᾶ τήν ἐρωτική σχέση δύο ἀτόμων, τοῦ Χρήστου (μουσικοῦ πού παίζει κιθάρα σέ κλάμπ καί ἐπίδοξου συνθέτη τζάζ) καί τῆς Μάρθας (μοναχοκόρης μεσοαστικῆς οἰκογένειας, σπουδαγμένης, πού τώρα ἐργάζεται ὡς δημοσιογράφος). Ἐκεῖνος πιό συνεσταλμένος, ἐκείνη πιό ἐνεργητική. Μετά ἀπό τρία χρόνια ἔντονης σχέσης, βρίσκονται στό στάδιο τῆς διάλυσης. Γιά τό Χρῆστο ἡ διάλυση εἶναι ἐπιθυμητή, γιά τή Μάρθα ὄχι. Ἡ ἀφήγηση μᾶς δίνει τούς τελευταίους σπασμούς αὐτοῦ τοῦ χωρισμοῦ. Ἡ Μάρθα, πού δέν βρίσκεται στήν πρώτη νεότητα, ἔχει ἀφοσιωθεῖ στό Χρῆστο, κάνοντας πολλές παραχωρήσεις γιά χάρη του. Ἐκεῖνος βλέπει τή Μάρθα περισσότερο ἀπό σεξουαλική ἄποψη κι αἰσθάνεται τώρα στενό κορσέ τήν ἐμονή της στό δεσμό τους. Σχεδιάζει ἕνα μουσικό κομμάτι, πού τό ὀνομάζει «συνεσταλμένος δολοφόνος», μέ τό ὁποῖο θέλει νά φτάσει σέ ἕνα εἶδος ἐσωτερικῆς ἀπελευθέρωσης ἀπό τή Μάρθα ἤ, ἀλλιῶς, σέ μιά μορφή μουσικῆς δολοφονίας της. Ἡ διάλυση τῆς σχέσης τους, ὀδυνηρή γιά τή Μάρθα, ἔρχεται μέσα ἀπό μιά ἁλυσίδα περιστατικῶν πού ὁδηγοῦν στό ἀναπότρεπτο. Τελευταία στιγμή: ἡ Μάρθα ἐξουθενωμένη, ριγμένη μέ τά ρούχα της πάνω στό κρεβάτι της, κι ὁ Χρῆστος ἐπιστρέφοντας στή Ρόδο, ὅπου ἐργάζεται τώρα.

Συγκριτικά μέ τά δύο προηγούμενα διηγήματα, ἔχουμε ἐδῶ μιά σημαντική διαφορά στό ἐκφραστικό ἐπίπεδο. Στά προηγούμενα ὁ λόγος κάλυπτε πράξεις, ἡ δράση προχωροῦσε μέ ἐκφραστικές ψηφίδες, λεπτομερειακές ἤ ὄχι, ἁλυσιδωτῶν γεγονότων. Χωρίς νά τά σχολιάζουν, χωρίς νά τά ἑρμηνεύουν (ἡ ὑποθετική ἀναφορά τοῦ Λίνου στόν ψυχισμό τοῦ θείου του, πάνω «στόν Καντρέλη», συνάγεται ἀπό ὅλο τό κείμενο). Γι᾿ αὐτό, στά δυό πρῶτα διηγήματα, εἶχαμε λόγο ἀνάλογα πρός τίς πράξεις συγκεκριμένο. Τώρα, στό «Συνεσταλμένο δολοφόνο», ὁ λόγος σέ μέγάλο βαθμό σχολιάζει ἤ ἑρμηνεύει τίς πράξεις ἤ ἀναφέρεται γενικά σέ καταστάσεις. Παράδειγμα: «Ἡ Μάρθα (σ. 81) θεωροῦσε τόν ἑαυτό της ἕνα συνειδητοποιημένο ἄτομο πού δέν ἔτρεφε αὐταπάτες ὅσον ἀφορᾶ στή φιλαυτία καί τήν ἐπιθετικότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί τόν συγκρουσιακό χαρακτήρα τῶν κοινωνικῶν σχέσων. Ἀφοσιωνόταν στόν ἔρωτα ἐν μέρει ἐπαναστατώντας ἐνάντια στό ἀναπόφευκτο αὐτῆς τῆς κατάστασης, ἐν μέρει ἐλπίζοντας πώς ἀφοῦ εἶχε συνείδηση τῶν δυσκολιῶν θά μποροῦσε νά τίς ἀντιμετωπίσει καί νά τίς ξεπεράσει. Δέν πίστευε σέ καμιά ἐξήγηση γιά τήν ἐξάρτησή της ἀπό τό Χρῆστο…» Ἐπιπλέον ἔχουμε φράσεις μέ ἀπόκλιση πρός τόν ἀφηρημένο λόγο. Ἄν στόν «Συνεσταλμένο δολοφόνο» συνδυάσουμε τίς διαφορές πού παρουσιάζει ἀπό τά δύο πρῶτα διηγήματα, ἔχουμε τό περιθώριο νά ποῦμε ὅτι βρισκόμαστε κοντά σέ μιά ἀφήγηση ἀλά Προύστ. Μέ τή διαφορά πώς, ἄν καί δέν λείπουν ἀπό τόν Ἀναστασίου στιγμές εὐαισθησίας καί αἰσθαντικότητας, δέν ἔχουμε τό γενικό ποιητικό ὑπόβαθρο πού συναντοῦμε στά κείμενα τοῦ Γάλλου πεζογράφου. Πάντως οἱ διαφορές πού παρατηροῦνται, ἀνάμεσα στά δυό πρῶτα διηγήματα καί στό τρίτο τοῦ τόμου, ἀποτελοῦν δυό διακριτές τάσεις στά πεζά τοῦ Ἀναστασίου.

Τό τέταρτο διήγημα, «Περιστατικό μέ χιόνι», συγγενεύει, τυπικά καί οὐσιαστικά, μέ τά δύο πρῶτα. Ἕνας φιλόλογος καθηγητής λυκείου, ὁ κ. Γεωργίου, στό νέο τμῆμα του πού πηγαίνει νά κάνει μάθημα, ἀντιμετωπίζει τήν αὐθάδη ὡς ἀήθη συμπεριφορά ἑνός μαθητή. Ὁ καθηγητής, τύπος μετριοπαθής, θέτει αἴτημα ἀποβολῆς τοῦ μαθητή στόν λυκειάρχη τοῦ σχολείου. Ὁ Λυκειάρχης ὅμως δείχνεται ἐξαιρετικά ἐπιφυλακτικός. Ὁ λόγος, ὅπως λέει μιά συνάδελφός τοῦ Γεωργίου, ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι «Ὁ Κόλιας [μαθητής] εἶναι στό Πενταμελές» καί ὁ λυκειάρχης «Ποτέ δέν πάει κόντρα στό Πενταμελές, γιά νά γλιτώνει τίς καταλήψεις καί νά μήν τοῦ δημιουργοῦν προβλήματα». Τελικά ἀποφασίζεται νά συνεδριάσει ὁ σύλλογος τῶν καθηγητῶν μέ θέμα τήν ἀποβολή τοῦ Κόλια. Σ᾿ αὐτή τή συνεδρίαση βγαίνουν κάμποσα ἄπλυτα τῆς Μέσης Ἐκπαίδευσης στά φόρα. Ἕνας λυκειάρχης πού νίπτει τά χείρας του, ἄν καί ὁ μαθητής δέν κρύβει τό παράπτωμά του. Καθηγητές βολεψάκηδες, καθηγητές ἤ καθηγήτριες καιροσκόποι, καθηγητές χωρίς τό θάρρος τῆς γνώμης τους, καθηγητές πού κρύβονται πίσω ἀπό τό δάχτυλό τους. Καί ταυτόχρονα σχολεῖο διαβρωμένο ἀπό τό συνδικαλισμό… Καθόλου παράξενο πού ὁ κ. Γεωργίου, ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα νά μιλήσει, μ᾿ ἕνα αἴσθημα ἔντονης ναυτίας, ἀντί νά ὑποστηρίζει τήν ἀρχική του θέση, καταλήγει νά ζητήσει «συγγνώμη!». Ὅλο τό κείμενο, μέ τά ὅσα γίνονται στήν τάξη, ὅσα γίνονται στό γραφεῖο τοῦ λυκειάρχη, στό γραφεῖο τῶν καθηγητῶν πρίν ἀπό τή συνεδρίαση καί στό ἴδιο γραφεῖο κατά τή συνεδρίαση, ἀπαρτίζει μιά κλιμακωκή σύνθεση. Ὅπου τά ἐπιμέρους γεγονότα καί οἱ  καταστάσεις κλιμακώνονται μέ συνέπεια πρός τή συνεδρίαση τοῦ συλλόγου καί τήν κορυφαία στιγμή πού ἀποτελεῖ ἡ ὁμιλία τοῦ καθηγητῆ Γεωργίου. Ἕνα κείμενο παραστατικό καί ὄχι λιγότερο πειστικό.

Τό πέμπτο διήγημα μέ τόν παράξενο τίτλο, «Φελλίνι my ass (ρε!)», εἶναι παράξενο καί ὡς πρός τή σύνθεση. Ἀπαρτίζεται ἀπό εἴκοσι ξεχωριστά μέρη, κάποτε πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Ὅ,τι τά δένει αὐτά τά μέρη εἶναι τά τρία κεντρικά πρόσωπα τῶν δημοσιογράφων, Σῶτος, Πούλιος, Νίκος (ἡ σειρά εἶναι ἱεραρχική) πού ἐργάζονται στό περιοδικό «Φάκ», ἀλλά καί τά ἰδεολογικά καί μή προβλήματα μέ τά ὁποῖα συνδέονται μεταξύ τους. Πῶς ἐργάζονται, πῶς ἀναδείχνονται οἱ νέοι πάνω στό ἀμόνι τῆς δουλειᾶς, τί γίνεται «ἡ νιότη πού ᾿δειχν[ε]ες πώς θά γινότ[αν]σουν ἄλλο[ι]ς». Μέ δυό λόγια αὐτό πού βλέπουμε εἶναι ἰδεολογική καθίζιση, κυνισμό, ἐξυμναδισμό, ἀδιέξοδο, σέξ. Τό κείμενο ρέπει συχνά πρός τήν παρωδία. Πάντως ὡς ὁλική σύνθεση ἔχει μᾶλλον μοντερνιστικό χαρακτήρα, μάλιστα στίς σελίδες 169-171,  ἔχουμε μιά τρισέλιδη περίοδο ἐσωτερικοῦ μονόλογου. Ἀπό ἄποψη οὐσίας προέχει τό κρύο αἴσθημα πού συνέχει τόν ἀναγνώστη καθώς παρακολουθεῖ τήν χωρίς κρατούμενα προσαγμογή τῶν νέων, ἤ σχετικά νέων, στίς ἀνάγκες τῆς ἐπαγγελματικῆς ζωῆς. Σ᾿ αὐτό τό πουργατόριο ἀπό τό ὁποῖο βγαίνει κανείς ἀλλαγμένος καί ταπεινωμένος.

Τό ἕκτο διήγημα, «Οἱ ἐλευθέριοι», ἀφορᾶ τήν ἐρωτική σχέση ἑνός τριγώνου. Ἰδίως ὅμως τήν περίεργα θεληματική συμπεριφορά μιᾶς γυναίκας, τῆς Λένας, καί τήν ἀνεκτική τοῦ φίλου της Βασίλη. Δέν θά ἐπιμείνω. Τό διήγημα αὐτό συγγενεύει μέ τό «Συνεσταλμένος δολοφόνος».

Τά δυό τελευταῖα κομμάτια τοῦ τόμου θά μποροῦσαν καί νά λείπουν.

*

Συμπερασματικά θά ἔλεγα πώς τό βιβλίο «Συνεσταλμένος δολοφόνος», ἄν καί ἀποτελεῖ πρώτη πεζογραφική ἐμφάνιση τοῦ συγγραφέα, ἀπαρτίζεται ἀπό κείμενα πού κάθε ἄλλο παρά εἶναι πρωτόλεια. Ὁ Ἀναστασίου φαίνεται ἔντονα προβληματισμένος γιά τό τί συμβαίνει στήν ἐπιφάνεια καί κάτω ἀπό τήν ἐπιφάνεια τῆς σύγχρονης νεοελληνικῆς ζωῆς. Γιά τό πῶς συναρτιέται ἡ προσωπική καί ἡ ὁμαδική ζωή μέ τήν ἰδεολογία, τήν πολιτική, τήν ἐξουσία, τόν ἔρωτα, τή νοοτροπία, τή συμπεριφορά… Ὁ προβληματισμός του εἶναι τό ἰσχυρό βάθρο τῶν κειμένων του. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος λείπει ἀπό τή συλλογή μιά κάπως ἑνιαία ἀφηγηματική γραμμή. Τό πρῶτο π.χ. διήγημα, «Ὁ θεῖος Ἠλίας, τό τρίτο, «Συνεσταλένος δολοφόνος» καί τό πέμπτο, «Φελλίνι, my ass (ρέ!)», ἀνταποκρίνονται σέ τρεῖς διαφορετικές τεχνοτροπίες. Ὅσο γιά τόν σχετικά διανοούμενο καί κάποτε ἀφηρημένο λόγο τῶν κειμένων, ἴσως ἔχει ἰδιοσυγκρασιακή ἀφετηρία. Σημασία πάντως ἔχει πώς μέ τό «Συνεσταλμένο δολοφόνο» ἔχουμε τήν ἐμφάνιση ἑνός ἀξιόλογου νέου πεζογράφου, πού,  ἄν διακρίνω καλά, διαθέτει στόφα μηθιστορηματογράφου.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 51, Δεκέμβρης 2011


Πίσω στο κείμενο [1]. Σ᾿ ἕνα σημεῖο ὡστόσο (σ. 10) διαβάζουμε τά ἀκόλουθα: «Καί τότε ἔνιωσα νά ξαναγεννιοῦνται τύψεις γιά μιά ἄλλη φράση μου, ἀποφατική αὐτή τή φορά, ὄχι ἐρωτηματική, πού δέν πήγαζε ἀπό τή φοβισμένη ἐπιδεικτικότητα τῶν παιδικῶν μου χρόνων ἀλλά, καθώς ἦταν πιό πρόσφατη,  ἀπ᾿ τόν κατσούφικο ἀγνωστικισμό τῆς ἐφηβείας μου».

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας and tagged . Bookmark the permalink.