Τάσος Καλούτσας, Ἡ ὡραιότερη μέρα της (διηγήματα, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2010)

Ὁ Τάσος Καλούτσας, ἀπό 1987 ὥς τό 2000, κυκλοφόρησε τέσσερεις συλλογές μέ διηγήματα. Ὕστερα ἀπό δέκα χρόνια ἐκδοτικῆς σιωπῆς, ἐπανέρχεται τώρα μ᾿ ἕναν πέμπτο τόμο δέκα διηγημάτων. Φανερό πώς δέ βρισκόμαστε μπροστά σ᾿ ἕναν πολυγράφο διηγηματογράφο. Τό γεγονός ὅτι δέν παρουσιάζει κάθε δυό χρόνια κι ἕνα νέο βιβλίο, γιά νά βγαίνει στή δημοσιότητα, κάτι λέει, ἄν δέν λέει πολλά. Σημαίνει τουλάχιστο ὅτι ὁ Καλούτσας δέν πάσχει ἀπό τό σύνδρομο τοῦ κενόδοξου συγγραφέα νά βρίσκεται, μέ ὅποιο τίμημα, ἀδιάλειπτα στήν ἐπικαιρότητα.

Στήν Ὡραιότερη μέρα της, ὅπως ἐπιγράφεται τό πρῶτο διήγημα τῆς συλλογῆς, συναντοῦμε τή γνωστή ἀπό τά προηγούμενα βιβλία του γραφή. Τήν παραδοσιακή γραφή πού διαρθρώνεται μέ χρονολογική ἤ θεματική ἀκολουθία. Ἀνήκει δηλαδή σέ μιά σειρά πεζογράφων πού δέ μοντερνίζουν οὔτε μεταμοντερνίζουν καί τούς ὁποίους, μᾶλλον ἄστοχα, ὀνόμασα τό 1993 «νεορεαλιστές πεζογράφους». [1] Τό νά γράφει κανείς ὅπως γραφόταν ἡ πεζογραφία τόν 19ον αἰώνα δέν ἔχει τίποτα τό «νέο». Ἁπλῶς εἶναι ἕνας παραδοσιακός τρόπος ἀφηγηματικῆς γραφῆς· οὔτε καλῆς, οὔτε κακῆς -ὅλα ἐξαρτιοῦνται ἀπό τό ἀποτέλεσμα. Ὁ λόγος τοῦ Καλούτσα εἶναι ἁδρός, διαυγής καί σαφῶς πεζός. Θέλω νά πῶ ὅτι δέν ἀσθμαίνει κατά περίπτωση  παρορμητικά, δέν ἀλλάζει βηματισμό, ἀλλά κυλάει μέ σταθερό πεζοπορικό, δηλαδή κάπως ἀργό, ρυθμό. Ἀκόμα καί στίς κορυφώσεις του δέν ἐπιταχύνει τό βάδισμά του. Ἔτσι πού ἀρχικά καί γιά ἀρκετό διάστημα νά μήν καταλαβαίνει κανείς ποῦ τό πάει ὁ πεζογράφος. Κι ἐνῶ ἔτσι φαίνεται, κάποτε, κάποια στιγμή ἀρχίζει νά ἔρχεται στήν ἐπιφάνεια ὁ ἀφανής ἀρχικός στόχος. Κατά κανόνα ὁ Καλούτσας δέν προειδοποιεῖ, δέν προϊδεάζει τόν ἀναγνώστη γιά ὅ,τι μέλλει νά συμβεῖ. Ἀφήνει νά φτάσει ἡ ἴδια ἡ ἀφηγηγματική ἐξέλιξη στό καίριο σημεῖο, ὅπου δίνονται οἱ «ἀπαντήσεις» στίς «ἀπορίες» τῶν ἀναγνωστῶν. Πάντα μέ κάποια καθυστέρηση, ἀλλά καί πάντα μέ τήν ἴδια συνέπεια. Ἕνα ἄλλο γνώρισμα αὐτοῦ τοῦ ἀφηγηματικοῦ λόγου εἶναι ὅτι δέν ἀρέσκεται σέ διακοσμητικά καρυκεύματα. Δέν συναντοῦμε στά κείμενά του αὐτάρεσκες παρατηρήσεις, οὔτε ἔξυπνες ἀποστροφές πρός τόν ἀναγνώστη, οὔτε ἐντυπωσιακά ὀξύμωρα, οὔτε ἄλλου εἴδους φραστικούς ἀκκισμούς. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ διηγηματογράφος γιά τόν ὁποῖο μιλῶ δέν εἶναι «ἔξυπνος», ἀλλά ἁπλά καί μόνο εὐθύς καί σοβαρός. Θέλω τέλος νά πῶ ὅτι ἀπό θεματική σκοπιά ἔχουμε νά κάνουμε μ᾿ ἕναν εὑρηματικό συγγραφέα. Μ᾿ ἕνα συγγραφέα ὁ ὁποῖος ἐπινοεῖ ἤ συλλαμβάνει τά θέματα τῶν κειμένων του μέ τή δημιουργική φαντασία του. Δέν ἀνήκει συνεπῶς στήν κατηγορία ἐκείνων πού αὐτοβιογραφοῦνται εὐθέως. Νά ἐξηγήσω πάντως πώς, ἡ ἀναφορά μου στή θεματική εὑρηματικότητα τοῦ Καλούτσα, δέν ἐνέχει ἀξιολογική αἰχμή. Γράφει κανείς ὅπως μπορεῖ. Καί οἱ εὑρηματικοί πεζογράφοι καί οἱ αὐτοβιογραφούμενοι κρίνονται πάντα ἀπό τό ποιοτικό προϊόν τῆς γραφῆς τους. [2] Μιλῶ βέβαια μόνο γιά τή θεματική πλευρά τῶν κειμένων καί ὄχι γιά τά παραπέρα ἀποτελέσματα τῆς ἀφηγηματικῆς εὑρηματικότητας.

Μέ τί ἀσχολεῖται ἡ συγκεκριμένη διηγηματογραφία, ποιό εἶναι τό κατεξοχήν ἀντικείμενό της; Ἱστορικά εἶναι προσανατολισμένη πρός τή μεταπολιτευτική ἐποχή, μέ λίγες ἀναδρομές στό παρελθόν. Εἰδικότερο ἀντικείμενό της ἀποτελοῦν τά κοινωνικά, τά οἰκογενειακά καί τά ἐρωτικά ζητήματα. Κοντολογής οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μέσα στή σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα, τό τί συμβαίνει κάτω ἀπό τή φαινομενικά ἤρεμη καθημερινή ζωή. Σ᾿ αὐτό τό ἔδαφος ρίχνει τήν ἐρευνητική ματιά του ὁ πεζογράφος καί ἀπ᾿ ἀυτό ἀντλεῖ τά στοιχεῖα μέ τά ὁποῖα συνθέτει τό σῶμα τῶν κειμένων του. Θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς πώς αὐτός ὁ προσανατολισμός δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τόν προσανατολισμό ἑνός ἀνατόμου τῆς καθημερινότητας. Γιά τό λόγο κυρίως ὅτι ὁ Θεσσαλονικιός πεζογράφος βάζει στόχο του τίς ἀφανεῖς ἀλλά πάσχουσες πτυχές τῆς καθημερινότητας. Ἐκεῖνες τίς πτυχές πού τίς καλύπτει ἡ δημόσια ὑποκριτική συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων καί ἡ ἰδιωτική ἀποσιώπησή τους. Τίς πτυχές δηλαδή τίς ὁποῖες δύσκολα τίς ὑποψιάζεται κανείς, ἄν δέν ἀποτελοῦν  ἐρευνητικό στόχο του καί ἄν δέ διαθέτει εὐαίσθητες κεραῖες. Ρεαλιστής λοιπόν ὁ Καλούτσας, παραδοσιακῆς τεχνοτροπίας, μέ προσωπική ὅμως σφραγίδα γραφῆς, σοβαρός ἐρευνητής τῆς ὑποκείμενης παθολογίας πού παρουσιάζει ἡ τρέχουσα πεζή ζωή μας. Ὅλα αὐτά δέν ἔχουν τίποτε τό ἐντυπωσιακό κι εἶναι ἀλήθεια πώς τά γραφτά αὐτοῦ τό πεζογράφου δέν ἐντυπωσιάζουν. Πῶς ἀλλιῶς, ἀφοῦ ἀντικείμενό τους δέν εἶναι οἱ ἠχηρές πλευρές τῆς ἐπικαιρότητας ἤ οἱ λαϊκίζουσες τάσεις ὅσων ἀποβλέπουν στό εὐρύ ἀναγνωστικό κοινό.

*

Τά παραπάνω ἀφοροῦν τή μέχρι τώρα παραγωγή τοῦ πεζογράφου, συμπεριλαμβανομένης καί τῆς τελευταίας του συλλογῆς. Κι ἐδῶ, στήν τελευταία, βρισκόμαστε ἐπίσης στό ἔδαφος τῶν κοινωνικῶν, οἰκογενειακῶν καί ἐρωτικῶν προβλημάτων, μέ τίς ἰδιαίτερες κάθε φορά προεκτάσεις τους. Ἄς δοῦμε π.χ. τί συμβαίνει στό διήγημα πού ἐπιγράφεται «Ἡ ἀρρώστεια πού θυμᾶται τά παλιά»:

Εἶναι καλοκαίρι. Ὁ ἀφηγητής φιλοξενεῖται ἀπό μιά θεία του, στό κάπως ἐξοχικό διαμέρισμά της, δίπλα στή θάλασσα. Κολλητά στό διαμέρισμα τῆς θείας του μένει ἡ μητέρα ἑνός φίλου του ἐπιχειρηματία, τοῦ Σάββα. Ἡ μητέρα τοῦ Σάββα, πού ὀνομάζεται Ἐλευθερία, πάσχει ἀπό γεροντική ἄνοια καί τή φροντίζει ἡ Ἰβάνκα, μιά μετανάστρια. Ἡ Ἰβάνκα φέρνεται πολύ καλά στήν πληθωρική Ἐλευθερία, πού δέν εἶναι σέ θέση νά ἐξυπηρετεῖ τόν ἑαυτό της. Τήν πηγαίνει καί βόλτα στήν παραλία. Κάποτε ὅμως ἡ γριά Ἐλευθερία ἀρνεῖται πεισματικά νά πηγαίνει βόλτα στήν παραλία. Τότε, μετά ἀπό συνεχεῖς ἀρνήσεις, ἡ Ἰβάνκα πού ξέρει τό μυστικό της, τῆς λέει νά πάνε στήν παραλία γιά νά συναντήσουν τόν Ὀρέστη κι ἡ Ἐλευθερία δέχεται ξαφνικά μέ πολλή προθυμία. «Ὑπῆρξε παλιά στή ζωή της ἕνας ἄντρας, ὁ Ὀρέστης, πού πολύ τόν εἶχε ἀγαπήσει. Κάποτε, λέει, ὅλο γι᾿ αὐτόν μιλοῦσε. Ἦταν ἀγωνιστής τῆς Ἀντίστασης καί οἱ συνθῆκες δέν τό εἶχαν ἐπιτρέψει ποτέ νά τόν παντρευτεῖ. Ἦταν ὅμως ὁ μεγάλος ἔρωτας τῆς ζωῆς της, τόν Πανάγο [τόν ἄντρα της] τόν πῆρε ἀργότερα, περισσότερο ἀπό ἀνάγκη. Τόν Ὀρέστη τόν εἶχαν σκοτώσει μπροστά στά μάτια της, τήν ἐποχή τοῦ Ἐμφύλιου. Ἡ Ἐλευθερία, πού ἦταν τότε ἔγκυος, ἀπέβαλε ἀπ᾿ τόν καημό της.» Οἱ βόλτες πού ἤθελε ἡ Ἰβάνκα στήν παραλία δέν ἦταν ἐντελῶς ἀθῶες, γιατί ἐκεῖ συναντοῦσε τό φίλο της. Ὅμως μέ τά πολλά ἡ Ἐλευθερία κατάλαβε τό ψέμα πού τῆς ἔλεγε ἡ Ἰβάνκα γιά τον Ὀρέστη καί δέν ἤθελε νά ξαναπάει στήν παραλία. Καί τότε κάτι ἔγινε. «Τήν ἄλλη μέρα τά παντζούρια τους παρέμειναν κλειστά –κάποιοι πνιχτοί θόρυβοι καί γδοῦποι ἔφταναν στά αὐτιά μας, σάν ἀπό τἀ ἔγκατα τῆς γῆς. Τό μεθεπόμενο πρωί, ἡ Ἐλευθερία, ἀκίνητη καί μυστηριώδης στήν πολυθρόνα της [στή βεράντα], μᾶς ἀτένιζε πίσω ἀπό ἕνα ζευγάρι φτηνά μαῦρα γυαλιά.» Ὁ Σάββας πού ἤρθε κατάλαβε πώς ἦταν χτυπημένη στό ἕνα μάτι της. Ἡ Ἰβάνκα τοῦ εἶπε πώς δέν τή χτύπησε κανείς καί πώς δέν ἐρχόταν κανένας ἄλλος στό διαμέρισμα. Ἔλεγε Ψέματα. «Μόλις ἔφυγε ὁ Σάββας -ὅπως ἄλλωστε γινόταν τίς τελευταῖες βραδιές πού ἡ Ἐλευθερία ἀρνιόταν νά βγαίνει κι ἔμενε ἀναγκαστικά κι ἐκείνη  κλεισμένη μαζί της -κουβαλήθηκαν ἐκεῖ πέντε ἄτομα, ἀλλοδαποί καί ντόπιοι. […] ἀνάμεσά τους κι ἕνας νεαρός, πού, ὅπως ἔλεγαν κάποιες φαρμακόγλωσσες, ἦταν ὁ ἀγαπητικός τῆς Ἰβάνκας,…» Ὁ Σάββας, βλέποντας τήν μέχρι τώρα ἀφοσίωση τῆς Ἰβάνκας στή μάνα του, τῆς εἶχε τάξει, ὅταν θά πέθαινε ἡ μάνα του, νά τῆς χαρίσει τό διαμέρισμα. Τώρα ὅμως εἶχε λόγους νά μήν τήν ἐμπιστεύεται. Ἡ Ἰβάνκα πάντως ἔδειχνε πάλι ὅπως πρῶτα τρυφερή πρός τή γριά. Ὥσπου μιά μέρα ξανάγινε φασαρία καί τό ἀπόγευμα τήν ὥρα πού κάθισε νά φάει στή βεράντα τήν «παπάρα» πού τῆς ἔβαλε μπροστά της ἡ Ἰβάνκα, ἡ Ἐλευθερία, πού φαινόταν ἐξουθενωμένη, πέθανε… Τό ἄλλο καλοκαίρι ὁ ἀφηγητής ἐπισκέπτεται ξανά τή θεία του καί τή βρίσκει παρέα μέ μιά νεαρή γειτονοπούλα, τήν κόρη τοῦ Σάββα. Ἀργότερα ἔρχεται κι ὁ Σάββας καί τά λένε πίνοντας, [3] σάν παρηγοριά, γιά τό ἐφήμερο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.

Μέσα ἀπό αὐτή τή χοντρική παρουσίαση τοῦ 16σέλιδου διηγήματος ἔγινε, φαντάζουμε, ἀντιληπτή, ἡ χωρίς συναισθηματισμούς στάση τοῦ συγγραφέα ἀπέναντι σ᾿ ἕνα διπλό κοινωνικό, οἰκογενειακό καί ἀνθρωπιστικό ζήτημα. Ἀπό τό ἕνα μέρος ἡ ἀνάγκη, ἀλλά καί ἡ δυσκολία, νά ὑπηρετηθεῖ μιά ἄβουλη, πληθωρική, ὑπερήλικη γυναίκα στό τελευταῖο στάδιο τῆς ζωῆς της. Κι ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἡ συμπεριφορά μιᾶς μετανάστριας, πού ἄφησε κόρη στήν πατρίδα της κι ἦρθε γιά λίγα χρήματα νά ὑπηρετήσει αὐτή τήν ὑπερήλικη γυναίκα. Ἄς λογαριαστεῖ ἐπιπλέον καί ἡ στενάχωρη θέση τοῦ Σάββα. Μέ ποιά πλευρά νά πάει κανείς; Ἔχουμε δεῖ μερικές φορές, σέ ἀνάλογες περιπτώσεις, νά ἐπικρατοῦν τά ἀντιρατσιστικά συναισθήματα ὁρισμένων συγγραφέων. Νά στέκονται δηλαδή συμπονετικά ἀπέναντι στό δράμα τῶν μεταναστῶν. Στή συγκεκριμένη περίπτωση ὁ συγγραφέας δέν παίρνει θέση ὑπέρ τοῦ ἑνός ἤ τοῦ ἄλλου μέρους. Δείχνει ἁπλῶς τά ἀδύνατα σημεῖα πού παρουσιάζει ἡ κάθε πλευρά. Κι αὐτό εἶναι ἡ ἀρετή του. Οὔτε ἄγγελος εἶναι ἡ Ἰβάνκα, οὔτε ἀβασάνιστος καί χωρίς ἀδυναμίες ἄνθρωπος. Τό διήγημα, στήν ἐξέλιξή του, παρουσιάζει ἐκεῖνες τίς μεταπτώσεις πού τό καθιστοῦν μικρογραφία μιᾶς γενικότερης πικρῆς πραγματικότητας. Μέσα ἀπό λεπτομέρειες, πού δέν ἀνάφερα, ἀναδείχνεται τό δράμα τριῶν ἀνθρώπων, ἀλλά σέ κάποιο βαθμό καί ὅσων τό παρακολουθοῦν, χωρίς νά ἐξαιροῦνται οἱ ἀναγνῶστες του. Διότι: «κοινή γάρ ἡ τύχη καί τό μέλλον ἀόρατον». Γιά τοῦτο τό κείμενο τό τελειώνει κανείς μέ σφιγμένη καρδιά.

Λίγα λόγια τώρα γιά ἕνα ἄλλο διήγημα τοῦ τόμου πού ἐπιγράφεται «Τό χυτήριο»: Ὁ ἀφηγητής εἶναι ξάδερφος τοῦ Ἄγγελου. Ὁ Ἄγγελος δέν σπούδασε, ἀλλά κατάφερε ν᾿ ἀποκτήσει ἐγκυκλοπαιδικές γνώσεις μόνος του καί νά ἀναδειχτεῖ σέ καλό ἐπιχειρηματία. Κάποτε ὅμως ὁ Ἄγγελος αὐτοαπαγχονίζεται. Ἡ γυναίκα του βρίσκει στά συρτάρια του κάτι χαρτιά καί τά δίνει στόν ἀφηγητή. Μέσα σ᾿ αὐτά εἶναι κι ἕνα ἀκατάστατο ἡμερολόγιο πού κρατοῦσε ὁ Ἄγγελος. Ἐκεῖ ὁ ἀφηγητής βρίσκει κάποιες περίεργες ἐγγραφές. Ἀνάμεσα σέ ἄλλα καί ὅτι ὁ Ἄγγελος φερνόταν μέ ἀσυνήθιστη εὐαισθησία ἀπέναντι σέ κουνούπια καί μύγες -δέν τά σκότωνε ἀλλά μέ ἄκρα προσοχή, ὅταν τοῦ τύχαινε, τά ἔσωζε. Ὁ ἀφηγητής θυμᾶται πώς κάποτε εἶδε κρυφά τόν Ἄγγελο, ἔξω ἀπό τό οἰκογενειακό χυτήριο, νά μακελεύει κάτι γατάκια. Στό ἡμερολόγιο δέ βρίκεται καμιά ἀναφορά στό γεγονός αὐτό. Ὁ ἀφηγητής θυμᾶται ἐπίσης ὅτι ὁ Ἄγγελος τοῦ ᾿λεγε, γιά ἕναν ὑπάλληλο στό χυτήριο, πῶς βασάνιζε ἄγρια καί ἐξόντωνε τίς γάτες τῆς γειτονιᾶς. «Μιά ἄλλη φορά πού τόν πέτυχα σέ κατάσταση εὐφορίας [μιλάει ὁ ἀφηγητής], βρῆκα τήν εὐκαιρία νά τοῦ ἐκφράσω τήν ἀπορία μου πῶς ἦταν δυνατό ἕνας ἄνθρωπος, ἀκόμα καί μέ τόν πρωτογονισμό τοῦ Ἡράκλη [τοῦ ὑπάλληλου], νά μεταμορφώνεται ἀπό τή μιά στιγμή στήν ἄλλη σ᾿ ἕνα στυγερό δολοφόνο  -ἄσχετα ἄν τά θύματά του ἦταν ζῶα. Ἀπάντησε πώς τό ζήτημα τόν εἶχε ἀπασχολήσει πολύ καί τόν ἴδιο, καί τό πρόσωπό του συννέφιασε…» Ἡ γυναίκα τοῦ Ἄγγελου εἶπε στόν ἀφηγητή πώς τῆς φερνόταν προστατευτικά. Κάποτε μάλιστα τή συμβούλεψε «νά σηκώσει ὅλα τά μαχαίρια ἀπό τήν κουζίνα, μήν τῆς συμβεῖ κανένα κακό, καθώς καταγινόταν ὅλη τήν ὥρα μέ τή μαγειρική…» Τελικά ὁ Ἄγγελος ζοῦσε κάτω ἀπό τό βάρος ἐφιαλτικῶν ἐνοχῶν…

Τό διήγημα πού καλύπτει 23 σελίδες δέν περιορίζεται μόνο στόν Ἄγγελο, μεγάλο μέρος του ἀφορᾶ τά ὅσα συμβαίνουν μέσα στό χυτήριο. Ὅμως ὁ Ἄγγελος εἶναι τό κεντρικό πρόσωπο τῆς ἀφήγησης. Καί σύμφωνα μέ ὁρισμένα στοιχεῖα φαίνεται πώς ἔπασχε ἀπό μανιοκατάθλιψη, κάτι πού ἔμεινε ἀνομολόγητο καί ἀδιάγνωστο ὥς τό τέλος τῆς ζωῆς του. Ἔτσι ὁ Ἄγγελος -καί πόσοι ἄλλοι ὅμοιοί του- ἔζησε δίπλα σέ γνωστούς καί ἄγνωστους, ἐνῶ ἦταν ἕνας δυνάμει ἐγκληματίας. Στό διήγημα πάντως δέν μαθαίνουμε ἄν τό μόνο ἐγκλημά  του ἦταν τό μακέλεμα τῶν μικρῶν γατιῶν.

Ἕνα ἄλλο διήγημα, πού ἐπιγράφεται «Τό συλλαλητήριο», ἀφορᾶ τή διελκυστίνδα ἀνάμεσα στήν πολιτική καί στήν πορνογραφία. Τό κεντρικό πρόσωπο, ὁ Ναπολέων [καμιά σχέση μέ τόν ἱστορικό Ναπολέοντα], ὅταν ὁ κόσμος ἔχει ξεσηκωθεῖ νά κατέβει στούς δρόμος γιά τόν πόλεμο στό Ἰράκ, ἐκεῖνος πηγαίνει γιά ψώνια καί γιά νά πάρει μιά σεξοταινία ἀπό βιντεοκλάμπ. Παρά τίς ὅποιες ἰδέες ὑποστήριζε στήν οἰκογένειά του, στήν πράξη εἶχε σιγά σιγά μεταβληθεῖ σ᾿ ἕνα φιλήσυχο σπιτόγατο. Τέλος πάντων, ἀπό ντροπή, θέλει νά πάει στό συλλαλητήριο, ἀλλά χασομεράει στά ψώνια καί πηγαίνει πολύ ἀργά. Ὑπόσχεται στό ἑαυτό του νά πάει στό ἑπόμενο. Ὁ Ναπολέων, μέ δυό λόγια, βρίσκεται ἤδη μακριά ἀπό τόν πολιτικό ἀγωνιστικό ἑαυτό του. Τώρα προσπαθεῖ νά περισώσει τά προσχήματα. Τό διήγημα μᾶς δίνει αὐτή τήν κίνησή του ἀνάμεσα στίς ξεθυμασμένες ἰδέες του καί στήν πρακτική του συμπεριφορά. Πόσοι ἀλήθεια καί πόσοι σήμερα δέν ἀκολουθοῦν τό παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ συμμαζεμένου ἀνθρωπάκου.

*

Τά τρία διηγήματα στά ὁποῖα ἀναφέρθηκα εἶναι κατά τή γνώμη μου τά καλύτερα τοῦ τόμου. Κοντά τους θά τοποθετοῦσα καί τό «Ὅλα τά παιδιά τοῦ κόσμου». Τά ὑπόλοιπα μᾶλλον ὑστεροῦν. Θά ἔλεγα λοιπόν πώς ἡ δεκαετία 2000-2010 τοῦ Καλούτσα δέν ὑπῆρξε ἰδιαίτερα γόνιμη. Ὄχι γιατί ποσοτικά τά 10 διηγήματα τοῦ τόμου εἶναι λίγα, ἀλλά γιατί δέ φαίνεται νά εἶναι ἀνθολογημένα ἀπό μιάν εὐρύτερη ποιοτική παραγωγή. Τά ξεδιαλεγμένα, μ᾿ ἄλλα λόγια, τῆς δεκαετίας. Ἀκόμα καί τό γεγονός ὅτι ὁρισμένα ἀπό αὐτά γράφτηκαν κατά παραγγελία, ἐνισχύει τήν ἄποψη πώς ἡ δεκαετία 2000-1010 στάθηκε ἀρκετά δύστοκη. Ἄν ἐπιπλέον εἶναι βάσιμη ἡ ἐντύπωσή μου, λείπει ἀπό τά κείμενα τῆς συλλογῆς ἡ δροσιά καί τό κέφι μέ τά ὁποῖα ἦταν γραμμένα τά κείμενα τῶν προηγούμενων συλλογῶν. Ἄν, θέλω νά πῶ, διακρίνω σωστά, αἰωρεῖται κάτι σάν κάματος στή γραφή τῆς Ὡραιότερης μέρας της. Τείνω ἔτσι νά εἰκάσω πώς στό τελευταῖο βιβλίο τοῦ Καλούτσα λανθάνει κάποιο πρόβλημα. Δέ νομίζω πώς εἶναι καθαρά συγγραφικό. Ὁ διηγηματογράφος αὐτός, ὅπως ἔχω πεῖ, ἀνήκει στούς εὑρηματικούς συγγραφεῖς. Ἄρα δέν πρόκειται γιά πρόβλημα ἀποθεμάτων, ὅτι δηλαδή ἔχει ἐξαντλήσει τά ἀποθέματά του. Κάθε πάρα πέρα ὑπόθεση πάντως εἶναι ἄτοπη. Παρακολουθῶ τόν Καλούτσα ἀπό τά πρῶτα δημοσιέυματά του κι εὔχομαι νά ἐκδηλωθεῖ σύντομα σύμφωνα μέ τούς ὅρους τοῦ ἐξαιρετικοῦ του τάλαντου.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 50, Ἰούνης 2011.


Πίσω στο κείμενο [1]. Γιῶργος Ἀράγης, βιβλιοκρισία, «Περικλῆ Σφυρίδη:Χαράμι (διηγήματα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1992)», περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 18, Ἰούνιος 1993, σσ. 108, 111. Ὅπου πάντως δέν παράλειψα νά σημειώσω ὅτι μιλοῦσα γιά παραδοσιακή μορφή ἀφήγησης.
Πίσω στο κείμενο [2]. Ἄς σημειωθεῖ μέ τήν εὐκαιρία ὅτι ὁ Μπόρχες, γιά τούς αὐτοβιογραφούμενους, ἔχει διαφορετική γνώμη. «Δέν ὑπάρχει» λέει «εὐχαρίστηση στό νά λές μιά ἱστορία ὅπως πράγματι συνέβη. Πρέπει νά ἀλλάζουμε τά πράγματα, ἀκόμη κι ὅταν τά θεωροῦμε ἀσήμαντα· ἄν δέν τό κάνουμε, πρέπει νά μή θεωροῦμε τούς ἑαυτούς μας καλλιτέχνες ἀλλά ἁπλούς δημοσιογράφους, ἴσως, ἤ ἱστορικούς.» Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ἡ τέχνη τοῦ στίχου, μετάφραση Μαρία Τόμπρου, Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 2006, σ. 16.
Πίσω στο κείμενο [3]. «Πίνοντας» ἕνα ἀλκοολοῦχο ποτό, ἄγνωστο μέχρι χτές, ὑπερδιαφημιζόμενο τον τελευταῖο καιρό στόν τόπο μας. Ἀναρωτιέμαι ἄν ἔχει γίνει στή Θεσσαλονίκη τόσο τῆς μόδας τό μπακάρντι, ὥστε νά ἀπαντάει καί σέ ἄλλο κείμενο τοῦ βιβλίου.
Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας and tagged . Bookmark the permalink.