Ποιός κρίνει ποιόν

Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετωπίστηκε δημόσια τό βιβλίο τοῦ Μιχάλη Μηχαηλίδη, Πινακοθήκη τεράτων[1], ἔδειξε πόσο εὐπρόσβλητος εἶναι ὁ κόσμος πού κινεῖται γύρω ἀπό τό βιβλίο. Πρόκειται γιά ἕνα μυθιστόρημα τετρακοσίων περίπου σελίδων, πού ἀναφέρεται σέ μερικές πτυχές αὐτῆς τῆς μικρῆς κοινωνίας, πού σχετίζεται μέ τό λογοτεχνικό βιβλίο. Ἄρα πρόκειται γιά ἕνα, ἀπό πρόθεση τουλάχιστο, λογοτεχνικό ἔργο. Ὡστόσο μέ φωτεινή ἐξαίρεση, ὅσο γνωρίζω, ἐκείνη τοῦ Βαγγέλη Χατζηβασιλείου[2], τό βιβλίο δέν ἀντιμετωπίστηκε ὡς καλό, μέτριο ἤ κακό μυθιστόρημα, ἀλλά, ὅσο κατάλαβα, σάν μιά νοσηρή προσωπική μαρτυρία.

Γιατί σάν προσωπική μαρτυρία; Γιατί θεωρήθηκε ὅτι πίσω ἀπό τό κεντρικό ἀφηγηματικό πρόσωπο, τοῦ Πέτρου Πετρίδη, βρίσκεται αὐτούσιος ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας. Ἡ αὐτοβιογραφική βάση τοῦ μυθιστορήματος, κι ὅταν δέν δηλώθηκε, ὑπονοήθηκε ἀπό τούς σχολιαστές του ἐντονότατα. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς πολλά στοιχεῖα τοῦ Πέτρου Πετρίδη παρουσιάζουν ἀναλογίες μ᾿ ἐκεῖνα τοῦ συγγραφέα του. Ἄραγε, τό νά παρουσιάζει ἕνα κεντρικό ἀφηγηματικό πρόσωπο ἀναλογίες ἤ ὁμοιότητες μ᾿ ἐκεῖνο τοῦ συγγραφέα του, αὐτό καθαυτό, συνιστᾶ λογοτεχνικό μεῖον γιά ἕνα ἔργο; Ποιός, πότε τεκμηρίωσε μιά τέτοια ἀντίληψη; Μήπως δέν ἔχουμε ἔξοχα αὐτοβιογραφικά πεζογραφήματα, ὅπου ὁ πεζογράφος τους παρουσιάζεται ὁ ἴδιος μέ τ᾿ ὀνομά του, χωρίς αὐτό ν᾿ ἀποτελεῖ μειονέκτημα; Ὅσο γνωρίζω δέν ξέρω νά διανοήθηκε ποτέ κανένας νά ἰσχυριστεῖ τό ἀντίθετο. Θά ἔλεγα λοιπόν ὅτι ἀπό τήν πλευρά τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, ἡ ὁποιαδήποτε σχέση τοῦ Πέτρου Πετρίδη μέ τό Μιχάλη Μιχαηλίδη, δέν ἔχει κανένα νόημα, εἶναι ἁπλῶς ἀδιάφορη. Γιατί αὐτή ἡ σχέση δέν ἀφορᾶ ἀπό καμιά ἄποψη τή λογοτεχνική ποιότητα τοῦ μυθιστορήματος. Ἔτσι κάθε συζήτηση πάνω σ᾿ αὐτή τή σχέση εἶναι ἐκτός θέματος. Καί τό ἐρώτημα πού προκύπτει εἶναι γιατί ὑποδείχτηκε αὐτή ἡ σχέση τόσο ἔντονα.

Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, γιατί μαρτυρία; Γιατί ἔτσι νοήθηκε ἤ ὑπονοήθηκε ἀπό τούς σχολιαστές τοῦ ἔργου, ὅτι δηλαδή γίνεται λόγος σ᾿ αὐτό γιά πρόσωπα καί πράγματα ὑπαρκτά καί ἀναγνωρίσιμα. Καί  μάλιστα, ὅτι γίνεται λόγος, κατά τρόπο ἀνοίκειο καί ἀνάρμοστο σέ βαθμό νοσηρότητας, ἔτσι πού τό βάρος νά μήν πέφτει, τόσο στό οὐσιαστικό μαρτυρία, ὅσο στόν ἠθικά βαρύ χαρακτηρισμό της. Τί μπορεῖ ὡστόσο νά σημαίνει στήν περίπτωση αὐτή ἡ φράση νοσηρή μαρτυρία; Τί μπορεῖ νά χαρακτηρίζει ἀκριβῶς; Γιατί ἄν πρόκειται πράγματι γιά μαρτυρία, τότε καθαυτή ἡ μαρτυρία δέν μπορεῖ νά ἔχει τίποτα τό νοσηρό, γιά τό λόγο ὅτι ἀναφέρεται ἁπλῶς σέ καταστάσεις, χωρίς νά τίς παράγει. Ἔτσι, ἄν ὑπάρχει κάτι νοσηρό ἐδῶ πέρα, αὐτό βρίσκεται ἀποκλειστικά στό ἀντικείμενο τῆς μαρτυρίας. Ἀλλά στό σημεῖο αὐτό θά χρειαστεῖ νά εἰπωθοῦν λίγα γιά τό κεντρικό ἀφηγηματικό πρόσωπο τοῦ βιβλίου, τόν Πέτρο Πετρίδη καί τήν πολιτεία του.

Ὁ Πέτρος Πετρίδης εἶναι ἕνας νέος σχετικά πεζογράφος, ἔχοντας στό ἐνεργητικό του τέσσερα μυθιστορήματα, ἕνα ἀπό τά ὁποῖα ἔχει βραβευτεῖ. Ἐργάζεται σέ ἐκδοτικό οἶκο ὡς ἀναγνώστης-ἐκτιμητής ξένων μυθιστορημάτων καί ταυτόχρονα ἀσχολεῖται μέ τήν προσωπική του συγγραφική-ἐκδοτική δουλειά. Εἶναι ἄτομο δραστήριο, παίρνει μέρος σέ συζητήσεις, σέ συνέδρια, σέ ἀποστολές στό ἐξωτερικό, καί εἶναι μέλος, θά λέγαμε, τοῦ λογοτεχνικοῦ-ἐκδοτικοῦ κατεστημένου. Μέ δυό λόγια ὁ Πέτρος Πετρίδης εἶναι χαϊδεμένο παιδί τῶν κύκλων πού κινοῦν τά νήματα τῆς λογοτεχνικῆς κίνησης. Ἡ δύναμή του εἶναι τό τάλαντό του, ἡ γλωσσομάθειά του, οἱ γνώσεις του καί τό γεγονός ὅτι ἀρέσει στίς γυναῖκες. Σέ κάποια στιγμή ὡστόσο αὐτός ὁ ἄνθρωπος, μέ
βάση τόν ἐγωκεντρικό χαρακτήρα του, ὅπου λανθάνει κι ἕνα κάποιο στοιχεῖο δηκτικότητας καί ὀργῆς, δέν κρατιέται «νά μήν τά πεῖ». Νά ἀποκαλύψει δηλαδή τίς ἐμπειρίες του ἀπό τόν κόσμο τοῦ βιβλίου μέ τόν ὁποῖο ἔχει συγχρωριστεῖ. Καί μάλιστα νά μιλήσει σχεδόν γυμνά καί ἀπροσχημάτιστα, βγάζοντας μερικά ἄπλυτα στή φόρα. Νά μιμηθεῖ ἴσως ἔτσι, κατά ἕνα μακρυνό τρόπο, αὐτό πού ἔκαναν τό δέκατο ἔνατο αἰώνα στό Παρίσι οἱ ἀδελφοί Γκονκούρ.

Καλό ἤ ὄχι τό μυθιστόρημα τοῦ Μιχαηλίδη δέν ἐνδιαφέρει τό σημείωμα τοῦτο. Ὅ,τι ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ ἐνόχληση τήν ὁποία προκάλεσε στό λογοτεχνικό προσκήνιο. Εἶπα ἤδη ὅτι τό βιβλίο δέν σχολιάστηκε ἀπό τήν πλευρά τῆς λογοτεχνικῆς του ποιότητας, ἀλλά ἀπό ἠθική ἄποψη, ὡς νοσηρό καί ἄηθες. Ὁμολογῶ ὅτι δέν βρίσκω τίποτε τό νοσηρό καί ἄηθες μέσα στίς τετρακόσιες δεκατρεῖς σελίδες του. Ἄν συμβαίνει νά μιλάει, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, καί γιά ερωτικά βίτσια, δέν ἀποκαλύπτει τίποτα καινούργιο. Ὅλος ὁ κόσμος ἔχει τέτοια βίτσια, εἴτε τά πραγματώνει εἴτε τά φαντάζεται. Ἄν πάλι μιλάει γιά ἐνέργειες συναλλαγῆς καί διαφθορᾶς, τότε ποῦ βρίσκεται τό παράξενο; Ὅ,τι συμβαίνει στήν πολιτική ἐξουσία, στά πανεπιστήμια, στήν τοπική αὐτοδιοίκηση, στή δημοσιογραφία, στίς ἐπιχειρήσεις, στόν καθημερινό βίο μας, δέν συμβαίνει στούς λογοτεχνικούς μας κύκλους; Γιατί τάχα οἱ λογοτεχνικοί κύκλοι θά ἦταν ἔξω ἀπό τό ἐθνικό ἄθλημα τῆς διαφθορᾶς στό ὁποῖο διαπρέπουμε; Δέν ὑπάρχει λοιπόν τίποτα τό νοσηρό καί ἄηθες στήν Πινακοθήκη τεράτων. Μᾶλλον εἶναι περισσότερο ἀβαθής ἀπό ὅ,τι τό ἀντικείμενό της τῆς ἐπέτρεπε νά εἶναι.

Ὅμως τό βιβλίο ἐνόχλησε. Καί τό ἐρώτημα εἶναι γιατί ἐνόχλησε. Ὡς πραγματικότητα ἡ Πινακοθήκη δέν διαψεύστηκε –κανένα ἀπό τά «μαρτυρούμενα» πρόσωπα δέν βγῆκε νά διαψεύσει τό συγγραφέα. Γιά νά ἐνοχλήσει ὅμως κάτι καταδικαστέο ἔχει καταλογιστεῖ στά γραφόμενά της. Θά ἦταν ἄραγε μακρυά ἀπό τήν ἀλήθεια ἄν ἔλεγε κανείς πώς, ὅ,τι ἀποδοκιμάστηκε στήν περίπτωση αὐτή, ἦταν ἡ παράβαση τοῦ ἄγραφου, γιά τά μέλη τῆς συγκεκριμένης μικρῆς κοινωνίας, «θεσμοῦ» τῆς σιωπῆς; Ἡ παράβαση ἑνός τέτοιου θεσμοῦ σημαίνει ἀποστασία ἀπό τίς τάξεις τῆς μικρῆς κοινωνίας. Καί παράβαση τῆς σιωπῆς γίνεται ὅταν ἀναφέρονται συγκεκριμένα πρόσωπα καί περιστατικά, ἐνῶ οἱ γενικές καί ἀόριστες ἀναφορές δέν ἔχουν καμιά σημασία. Τέτοιες γενικές κουβέντες γιά ὅ,τι συμβαίνει στούς κύκλους τοῦ βιβλίου λέγονται συχνά καί κανένας ἀπό τούς ἐνδιαφερόμενους δέν ἐνοχλεῖται. Στήν Πινακοθήκη ὡστόσο ὑποδείχτηκαν συγκεκριμένα πρόσωπα καί περιστατικά.  Κι αὐτό, καθώς θεωρεῖται καταδικαστέο ἁμάρτημα, δέν γίνεται δεκτό. Στή Μαφία μιά τέτοια παρεκτροπή τιμωρεῖται μέ θάνατο. Στήν περίπτωση γιά τήν ὁποία μιλῶ ἡ παρεκτροπή τιμωρεῖται μέ ὑποκριτική/παρακριτική ἀποδοκιμασία. Τόσο πιό ἔντονη, ὅσο πιό σαφές γίνεται ἀντιληπτό ὅτι τά σκάγια τῆς Πινακοθήκης πάνε μακρύτερα ἀπό τά ἀναφερόμενα στοιχεῖα καί λίγο πολύ μᾶς ἀφοροῦν  ὅλους.

Ἄν ὅλα αὐτά ἔχουν ἔτσι, τό πάρα πέρα ἐρώτημα εἶναι γιατί οἱ μικρές κοινωνίες δέν δίνουν ἄφεση σέ παρόμοιες παρεκτροπές τῶν μελῶν τους; Ἤ, μ᾿ ἄλλη διατύπωση, γιατί αὐτές οἱ κοινωνίες παρουσιάζονται ἔτσι καί τόσο εὐαίσθητες, ὥστε νά ἀντιδροῦν ἐκδικητικά; Ἄν αἰσθάνονταν ασφαλεῖς θά ὑπῆρχε τάχα λόγος νά ἐκδηλώνονται ἔτσι; Θά χρησιμοποιήσω ἕνα παράδειγμα ἀπό τίς ἐθνικές κοινωνίες. Ὅταν θεωροῦμε ὅτι διασύρεται τό ἐθνικό μας σύμβολο, ξεσηκωνόμαστε καί καταδικάζουμε ἔντονα τό συμβάν. Δέν συμβαίνει ὡστόσο τό ἴδιο στήν περίπτωση πού «διασύρεται» ἡ σημαία τῶν ΗΠΑ, ὅταν οἱ νέοι τῆς ἐπικράτειας αὐτῆς τή φοροῦν στό στῆθος τους, στήν πλάτη τους καί στόν πισινό τους. Ἡ κοινωνία τῶν ΗΠΑ δέν ξεσηκώνεται γιά τήν προσβολή τῆς σημαίας της. Κατά τί θά θιγόταν τάχα ἡ δύναμη τῶν ΗΠΑ ἀπό αὐτή τή μεταχείριση τῆς ἀστερόεσσας; Θέλω νά πῶ ὅτι ἡ εὐθιξία γιά τά ἐθνικά σύμβολα εἶναι ἀνάλογη πρός τήν ἀνασφάλεια πού αἰσθάνονται τά διάφορα κράτη ἤ ἔθνη. Ὅσο πιό μικρά καί ἀνασφαλή αἰσθάνονται τόσο καί ποιό εὔθικτα ἀντιδροῦν στή κακομεταχείριση τῶν συμβόλων τους. Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καί μέ τίς διάφορες μικρές κοινωνικές ὀντότητες: ἡ εὐθιξία τους, γιά λόγια ἤ πράξεις πού προσβάλλουν τό κύρος τους, εἶναι ἀνάλογη πρός τήν ἀνασφάλεια πού αἰσθάνονται. Γιατί σ᾿ αὐτό τό κύρος τους βασίζεται, σέ μεγάλο βαθμό, ἡ δημόσια ἀποδοχή τους. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τό βιβλίο τοῦ Μιχαηλίδη θεωρήθηκε ἀπαράδεκτο γιατί, παραβαίνοντας τό ἔθος τῆς σιωπῆς, ἔθιξε τό κύρος πού θέλει νά διατηρεῖ πρός τά ἔξω ὁ κόσμος τοῦ βιβλίου. Κύρος πού τραυματίζεται ὅταν δέν ἰσχύει τό «τά ἐν οἴκω μή ἐν δήμω».

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 50, Ἰούνης 2011.


[1]. Μιχάλης Μιχαηλίδης, Πινακοθήκη τεράτων, μυθιστόρημα, Πατάκης, Ἀθήνα 2009.

[2]. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Πινακοθήκη τεράτων, περιοδικό Νέα Ἑστία, τεῦχος 1833, Μάϊος  2010.

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια and tagged . Bookmark the permalink.