Παλιές ἱστορίες

Ὁ Ροΐδης στό «Περί συγχρόνου Ἑλληνικῆς ποιήσεως» μιλάει σ᾿ ἕνα σημεῖο  γιά τίς γλωσσικές καί πραγματολογικές ἀστοχίες ὁρισμένων ποιητῶν. «Ἀλλ᾿ ἴδωμεν», λέει, «ἄν, ἐν ἐλλείψει ἐμπνεύσεως καί ποιητικοῦ πυρός, ἔχουσι τουλάχιστον τά ἔργα ταῦτα τεχνικήν τινα ἐπεξεργασίαν, ἀρκοῦσαν νά ἱκανοποιήση καί τόν ἐπιεικέστερον τεχνοκρίτην. Ἐνώπιον ἡμῶν ἔχομεν παχύτατον τόμον, ἐν ὧ ὑπάρχουσι συνδεδεμένα τά ἄριστα ἔργα οὐ μόνον τῶν ἀνωτέρω μνημονευθέντων στεφανηφόρων, ἀλλά καί τῶν ἀδελφῶν Σούτσων, τοῦ Ζαλοκώστα καί ζώντων ὁμοτίμων. Τόν τόμον τοῦτον ἀνοίγομεν ὁπουδήποτε ὅλως κατά τύχην, μή θέλοντες νά γνωρίζωμεν εἰς ποῖον ἀνήκει τό ποίημα πρός ἀποφυγήν πάσης προσωπικότητος, καί ἐν ἑκάστη ἀνεξαιρέτως αὐτοῦ  σελίδι εὑρίσκομεν στίχους οἷοι οἱ ἑξῆς:

Καί ἰδού οἱ σαπφείρινοι κάμποι
ἀπό ἄστρα γεμίζουν λαμπρά,
κ᾿ ἐν τῶ μέσω αὐτῶν ἀργυρᾶ
ἡ πανσέληνος λάμπει.

»Δύνασθε, Κύριοι, νά κατανοήσετε μεσουρανοῦσαν τήν πανσέληνον καί συγχρόνως τόν οὐρανόν πλήρη λαμπρῶν ἀστέρων, μή ἐξαφανιζομένων ὑπό τῆς λάμψεως αὐτῆς; Τό καθ᾿ ἡμᾶς οὐδέποτε ἔτυχε νά ἴδωμεν τοιοῦτο φαινόμενο· γνωρίζομεν δέ μόνον ὅτι ὁ Μίλτων γράφει: ‘‘Ἡ Σελήνη ἐσκίασε τούς ἀστέρας  διά τῆς ἀργυρᾶς  αὐτῆς χλαμύδος’’, ὁ Σολωμός: ‘‘Εἶναι νύκτα γλυκειά καί τό φεγγάρι δέν βγαίνει νά σκεπάση ἄστρο κανένα’’· ὁ Πίνδαρος περί ἡλίου ‘ἐρήμας δι᾿ αἰθέρος’ καί ἄλλοι ἄλλα, οὐδείς ὅμως ποτέ συγχρόνως πανσέληνον καί ἀστέρας.»[1]

Τό παραπάνω τετράστιχο ἀποτελεῖ τή δεύτερη στροφή, ἀπό τήν τέταρτη ἑνότητα τοῦ ποιήματος «Τό χάνι τῆς Γραβιᾶς» τοῦ Γεωργίου Ζαλοκώστα. Φαίνεται πώς ἡ ἀναφορά τοῦ Ροΐδη στό τετράστιχο αὐτό ἐνόχλησε ἔντονα τήν οἰκογένεια τοῦ Ζαλοκώστα, τή χήρα τοῦ ποιητῆ καί τά δυό ἐπιζήσαντα παιδιά του.[2] Δέν ξέρω κατά πόσο ἑρμηνεύει, σέ μεταγενέστερα χρόνια, τήν ἐνόχληση αὐτή ὁ Κώστας Καιροφύλας, ὅταν μέ τή συναίνεση τῆς οἰκογένειας τοῦ Ζαλοκώστα ἐπιμελεῖται τή συγκεντρωτική ἔκδοση τοῦ ἔργου του. Ἐκεῖ, γράφοντας γιά τή ζωή καί τό ἔργο τοῦ ποιητῆ, φτάνει καί στό ἐπίμαχο τετράστιχο: «Βεβαίως ὁ Ροΐδης», λέει, «ἦτο εἷς τῶν διαπρεπεστέρων κριτικῶν, ἀλλ᾿ εἰς τό ζήτημα τοῦ Ζαλοκώστα παρεσύρθη ἀπό τό κατά τοῦ Βλάχου μῖσος του [Ὁ Βλάχος εἶχε μιλήσει ἐπαινετικά γιά τό ἔργο τοῦ Ζαλοκώστα] ὥστε νά κηρύξει ἀσήμαντον στιχοπλόκον τόν ποιητήν τόσων ἐκλεκτῶν ἔργων, τά ὁποῖα μέχρι τοῦδε ζοῦν καί κατέλαβον πλέον ἐκλεκτήν θέσιν μεταξύ τῶν καλλιτέρων ποιητικῶν ἔργων τῆς νέας Ἑλλάδος. Τήν μεγαλυτέραν ἐπίθεσιν ἔκαμε ὁ Ροΐδης κατά τοῦ ἑξῆς τετραστίχου:

[Παραθέτει τό τετράστιχο]

διαμαρτυρόμενος διότι κατ᾿ αὐτόν «ὅταν ἡ σελήνη εἶναι πλήρης καλύπτει τά ἄστρα ὅλα, ἑπομένως δέν ἦτο δυνατόν νά φαίνονται ἄστρα ἐν μέσω πανσελήνου.» Ἡ ἀλήθεια ἐν τούτοις εἶναι ὅτι, ἡ πανσέληνος σκεπάζει μέ τό φῶς της τά πλησίον αὐτῆς ἄστρα, ἀλλά τά πέραν ἑνός περί αὐτήν κύκλου εὑρισκόμενα ἄστρα φέγγουν, ὅπως δύναται κανείς νά βεβαιωθεῖ ἐμπράκτως. Σχετικῶς μέ τό ζήτημα αὐτό ὁ ἐγγονός τοῦ ποιητοῦ κ. Γ.Ε. Ζαλοκώστας, μᾶς ἀνεκοίνωσε τό ἀκόλουθον ἐπεισόδιον, τό ὁποῖον τοῦ διηγήθη ὁ πατήρ του Εὐγένιος, ὁ καί δράστις αὐτοῦ: Ἕνα βράδυ, ἐνῶ ὁ Ροΐδης περπατοῦσε εἰς τήν πλατεῖαν Συντάγματος ὑπό πανσέληνον, τόν ἐπλησίασε ὁ Εὐγένιος Ζαλοκώστας καί δείχνων εἰς αὐτόν τήν σελήνην καί τά ἄστρα τά ὁποῖα ἔλαμπον παρά τήν πανσέληνον τοῦ εἶπεν μέ εἰρωνείαν:

-Καθώς βλέπεις, Ροΐδη, μπορεῖ νά εἶναι φεγγάρι καί ἄστρα ταυτοχρόνως εἰς τόν οὐρανό… Δέν φθάνει ἡ μοχθηρία γιά νά τά ἀποκρύψει!

Ὁ Ροΐδης δέν ἀπεκρίθη τίποτε εἰς τή δικαίαν υἱικήν αὐτήν εὐφυολόγον μαστίγωσιν.»[3]

Σχολιάζοντας τό δεύτερο ἀπόσπασμα, ὡς ἀπάντηση στό πρῶτο τοῦ Ροΐδη, παρατηροῦμε τά ἀκόλουθα.

α) Ἡ μέσα σέ εἰσαγωγικά διατύπωση πού περιέχει τή λέξη «ὅλα» («ὅταν ἡ σελήνη εἶναι πλήρης καλύπτει τά ἄστρα ὅλα, ἑπομένως δέν ἦτο δυνατόν νά φαίνονται ἄστρα ἐν μέσω πανσελήνου»), ἀφήνεται νά ἐννοηθεῖ ὅτι εἶναι τοῦ Ροΐδη. Πρόκειται ὡστόσο γιά μιά κατασκευασμένη φράση πού δέν ἀνήκει στό Ροΐδη. β) Ὁ ἰσχυρισμός ὅτι ὁ Ροΐδης ἔφτασε «νά κηρύξη ἀσήμαντον στιχοπλόκον τόν ποιητήν», εἶναι ὁπωσδήποτε ὑπερβολικός. Γιατί ὁ Ροΐδης δέν εἶχε ἀρνηθεῖ παντελῶς τήν ποιητική ἀξία τοῦ Ζαλοκώστα.[4] Ἄς σημειωθεῖ ὅτι στήν ἴδια μελέτη τοῦ Ροΐδη, μετά τό τετράστιχο τοῦ Ζαλοκώστα, ἀκολουθοῦν παρόμοιες παραθέσεις ἀπό κείμενα καί ἄλλων ποιητῶν. γ) Ἡ ἄποψη τοῦ Καιροφύλα ὅτι ἡ ἀναφορά τοῦ Ροΐδη στό τετράστιχο τοῦ Ζαλοκώστα ἦταν ἀπόρροια «ἀπό τό κατά τοῦ Βλάχου μίσος του», [ἐπειδή ὁ Α. Βλάχος εἶχε μιλήσει θετικά γιά τό ἔργο τοῦ Ζαλοκώστα] ἀποτελεῖ ἁπλή ὑπόθεση. δ)  Ἡ διατύπωση ἐπίσης τοῦ Καιροφύλα, ὅτι «… ἡ πανσέληνος σκεπάζει μέ τό φῶς της τά πλησίον αὐτῆς ἄστρα, ἀλλά τά πέραν ἑνός περί αὐτήν κύκλου εὑρισκόμενα ἄστρα φέγγουν…», καθόσον δέν ἀναφέρεται στό μέγεθος τοῦ κύκλου εἶναι ἀσαφής: μέ μικρό ἤ μεγάλο κύκλο «περί» τήν πανσέληνο;

Ἄς εἰπωθεῖ ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος πώς τό ζήτημα γενικότερα ἦταν ἄν ὁ Ροΐδης, στό πλαίσιο τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, εἶχε δικαίωμα νά ἀναφερθεῖ δειγματοληπτικά σέ ὁρισμένους ἄστοχους, κατά τή γνώμη του, στίχους ἤ ὄχι.

Ἁπό τότε πού διάβασα τά παραπάνω ἀποσπάσματα τοῦ Ροΐδη καί τοῦ Καιροφύλα, κάθε φορά πού τύχαινε νά δῶ πανσέληνο, μοῦ ἔρχονταν στό νοῦ τά σχετικά μέ τό τετράστιχο τοῦ Ζαλοκώστα. Καί πάντα σχεδόν ἔριχνα μιά ἐρευνητική ματιά στόν οὐρανό. Ἔτσι μπορῶ νά πῶ πώς, ὅταν ἡ πανσέληνος βρίσκεται στήν ἀνατολή, βλέπει κανείς ἀστέρια στή δύση σέ μιά ἀρκετά εὐρεία ζώνη. Τό ἀντίστροφο ἀκριβῶς συμβαίνει ὅταν ἡ πανσέληνος βρίσκεται στή δύση -ἔχουμε ἀντίστοιχα ἀστέρια στήν ἀνατολή. Ὅταν ἡ πανσέληνος βρίσκεται στό κέντρο τοῦ οὐρανοῦ, φαίνονται ἀστέρια σέ μιά μᾶλλον στενή ζώνη στήν περιφέρεια τοῦ ὁρίζοντα. Διακρίνονται, ἀλλά δέν «φέγγουν» ὅπως γράφει ὁ Καιροφύλας, ἁπλῶς τρεμουλιάζουν. Γιατί τό οὐσιῶδες εἶναι ὅτι ἡ πανσέληνος μέ τή γοητεία της μαγνητίζει τό βλέμμα, κατά τρόπο πού, ἄν δέν κοιτάξεις ἀπό σκοποῦ νά δεῖς ἀστέρια, δέν βλέπεις. Δέν τά πιάνει, θέλω νά πῶ, αὐτόματα τό μάτι. Συνεπῶς τό τετράστιχο τοῦ Ζαλοκώστα, ἀπό πραγματολογική ἄποψη, δέν ἀκριβολογεῖ, ἐνῶ ταυτόχρονα βρίσκεται μακριά ἀπό τήν αἴσθηση πού δημιουργεῖται ὅταν μεσουρανεῖ ἡ πανσέληνος. Ἄρα οἱ ποιητές, Μίλτων, Σολωμός (ὁ Πίνδαρος ἐξαιρεῖται μιά καί μιλάει γιά τόν ἥλιο), καί μαζί μ᾿ αὐτούς ὁ Ροΐδης, ἔχουν δίκιο. Τό ἴδιο καί ἡ  ἀρχαία Σαπφώ ὅταν γράφει:

ἄστερες μέν ἀμφί κάλαν σελάνναν
ἄψ ἀποκρύπτυσι φάενον εἶδος,
ὄπποτα πλήθοισα λάμπη
γᾶν…[5]

(Τά ἀστέρια γύρω ἀπό τήν «κάλαν» σελήνη
χάνουν τή λάμψη τους,
ὅταν ἐκείνη φωτίζει ἄπλετα
τή γῆ…)

Ἀναφορικά πάντως μέ τό ὅλο θέμα, ἡ εὐθιξία πού ἔδειξε ἡ οἰκογένεια τοῦ ποιητῆ ἀπέναντι στό Ροΐδη εἶναι κατανοητή. Ἀκατανόητη ὡστόσο παραμένει ἡ μεροληπτική καί ἐμπαθής στάση τοῦ μελετητῆ Καιροφύλα. Δική του δουλειά δέν ἦταν ἐκείνη τοῦ ἐγκάθετου συνήγορου. Κάτι δυστυχῶς πού δέν ἔγινε μόνο μιά φορά καί μόνο στό παρελθόν.

Περιοδικό Μικροφιλολογικά, τεῦχος 28, Λευκωσία, φθινόπωρο 2010.


[1]. Ἐμμανουήλ Ροΐδης, «Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως», Ἅπαντα, δεύτερος τόμος, φιλολογική ἐπιμέλεια Ἄλκης Ἀγγέλου, Φιλολογική Βιβλιοθήκη – 1, Ἀθήνα 1978, σ. 297.

[2]. Δεκατέσσερεις μόλις μέρες μετά τή διάλεξη «Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως», ὁ γιός τοῦ ποιητῆ Εὐγένιος Ζαλοκώστας δημοσίεψε ἄρθρο στήν ἐφημερίδα «Ἐφημερίς» ἐναντίον τοῦ Ροΐδη. Δ. Πλάκας, «’’ Ἡ φιλολογική ἔρις’’ Ἐμμ. Ροΐδη -Ἄγγ. Βλάχου», περιοδικό Διαβάζω τεῦχος 96, Ἀθήνα 1984, σ. 52.

[3]. Γεώργιος Ζαλοκώστας, Ἔργα, πρόλογος καί σημειώματα Κώστας Καιροφύλας. Συνεργασία: Γ.Ε. Ζαλοκώστα, Βιβλιοπωλεῖον Ἰωάννου Ν. Σιδέρη, ἐν Ἀθήναις χ.χ., σσ. 38-39.

[4]. Ἐμμανουήλ Ροΐδης, «Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως» Ἅπαντα, ὅ.π., σ. 306.

[5]. Ἀπόσπασμα 34 LP.

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια and tagged . Bookmark the permalink.