Μαρίας Κουγουμτζῆ: Γιατί κάνει τόσο κρύο στό δωμάτιό σου; (Διηγήματτα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2011).

Ἡ Μαρία Κουγιουμτζῆ ἔβγαλε βιβλίο κάπως καθυστερημένα, στά ἑξήντα τρία  χρόνια της παρουσιάστηκε μέ μιά συλογή διηγημάτων της, τή συλλογή Ἄγριο βελοῦδο, πού προσέχτηκε, συζητήθηκε εὐνοϊκά καί βραβεύτηκε. Τώρα ἐπανέρχεται μ᾿ ἕνα δεύτερο τόμο διηγημάτων. Βασικό γνώρισμα τῆς μέχρι τώρα διηγηματογραφίας της εἶναι ἡ πραγμάτευση ἀκραίων καταστάσεων. Καταστάσεων πού ἐξειδικεύονται ὡς ἐρωτικός πρωτογονισμός, ὡς ἐνσικτώδικη ἐπιθετικότητα, ὡς καθαρή βία, ὡς παραφυσικά φαινόμενα, ὡς κοινωνικά ἀδιέξοδα… Θά τά δοῦμε παρακάτω ἀναφορικά μέ τό δεύτερο βιβλίο.

Τό Γιατί κάνει τόσο κρύο στό δωμάτιό σου ἀπαρτίζεται ἀπό 35 σύντομα διηγήματα -καλύπτουν τίς 200 σελίδες τοῦ τόμου μέ μέσο ὅρο 5 σελίδες περίπου τό καθένα. Εἶναι κείμενα πού λίγο πολύ ἀκολουθοῦν τόν παραδοσιακό τρόπο τῆς χρονολογικῆς ἀνέλιξης. Ἀπό θεματική ἄποψη προέχει ὁ ἐρωτικός πρωτογονισμός, ἡ βία (κοινωνική, οἰκογενειακή), ἕπονται τά παραφυσικά φαινόμενα -ἄς ποῦμε ἀλά Πόε-, ἡ γερονική ἔνδεια, κ.ἄ. Ὅ,τι ὅμως ἔχει σημασία γιά τήν ἰδιαιτερότητα αὐτῆς τῆς διηγηματογραφίας εἶναι ὁρισμένη ὑποκείμενη ἐκδοχή. Σύμφωνα μ᾿ αὐτή, στήν κλίμακα τῶν ἀξιῶν, ἡ πρωτοκαθεδρία ἀνήκει στά ἔνστικτα, στίς ὁρμές, στό σῶμα καί στίς αἰσθήσεις. Ἀνήκει, μ᾿ ἄλλα λόγια, στό πρωτόγονο στρῶμα τῆς φυλογονίας μας, ὅπου οἱ περιορισμοί πού ἐπιβάλλουν οἱ κοινωνικές συμβάσεις, οἱ νόμοι καί ἡ λογική, ἔχουν μικρή ἤ μηδαμινή σημασία. Τό ἄτομο πού χειραγωγεῖται ἀπό τά ἔνστικτα καί τίς ὁρμές του βρίσκεται στό φυλογονικό στάδιο τῆς ἄγριας ζωῆς, ὅπου μετράει ἡ δύναμη καί ἡ βία καί ὅπου ἡ ἐλευθερία δέν καθορίζεται ἀπό τά κοινωνικά ἤ ἠθικά δέοντα. Φαινόμενα ἐκδηλώσεων πού ἀνάγονται σ᾿ αὐτό τό στάδιο, ἐκδηλώσεων δηλαδή ἐνθρώπινης ζούγκλας, μέσα στόν πολιτισμένο κόσμο μας συναντοῦμε καθημερινά. Πόλεμοι ἐπεκτατικοί ἤ ληστρικοί, δολοφονίες, ληστεῖες, βιασμοί, ἐπιθετικότητα στήν κοινωνική ζωή, ἐπιθετικότητα στήν οἰκογενειακή ζωή, ἐπεισόδια, καταστροφές, ξυλοδαρμοί φιλάθλων, κ.λπ. Τό ξεχνοῦμε ἤ θέλουμε νά τό ξεχνοῦμε, ἀλλά ἡ πραγματικότητα μᾶς θυμίζει κάθε τόσο πόσο καθοριζόμαστε ἀπό τό φυλογονικό στῶμα τῆς πρωτόγονης ζωῆς. Κι ὄχι μόνο ἡ πραγματκότητα, ἀλλά καί ἡ ἀνεξέλεγκτη φαντασία μας. Ἡ Κουγιουμτζῆ ἀναφέρεται κυρίως σ᾿ αὐτό τό ἐπίπεδο. [1] Ἐδῶ ἀνήκουν ἑφτά κείμενα ἐρωτικοῦ πρωτογονισμοῦ καί βίας («Λίγκε», «Στήν παραλία», «Ὁ ἐραστής τῆς λαίδης Τσάτερλη», «Ὁ φονιάς», «Ἡ γλώσσα», «Οἱ ξαδέρφες», «Ὁ μπαμπάς δέν πετάει»). Καθώς καί ἑφτά κείμενα («Στό ταξί», «ἔφτασαν μέ τό τρένο τῶν ἑφτά», «Πρέπει», «Ἄτυχη», «Τό κοριτσάκι», «Τά κλειδιά», «Ἡ ὀμορφιά πού μορφάζει») ἀλόγιστης ἀγριότητας.  Εἶπα ὅτι ἡ Κουγιουμτζῆ ἀναφέρεται κυρίως σ᾿ αὐτό τό ἐπίπεδο. Κυρίως, γιατί δέν βάζει ὅρια στούς πεζογραφικούς προσανατολισμούς της. Ἀντίθετα παρουσιάζει ἀρκετή ποικιλία στίς ἐπιδόσεις της. Ἔχουμε αἴφνης πέντε διηγήματα («Αὐτά δέν ὑπάρχουν», «Ἡ δασκάλα», «Ταυτόχρονα», «Ἐνοχές», «Ὁ ἐπισκέπτης») μέ ἱστορίες παραφυσικῶν φαινομένων τρόμου. Ἔχουμε ἐπίσης τρία διηγήματα («Ἡ φωτογραφία», «Τό χέρι», «Διαζύγιο») ποιητικῆς εὐαισθησίας. Ἕνα κείμενο («Ὁ λύκος») ὀνειροφαντασίας. Ἕνα κείμενο («Ἡ συνέντευξη») ἀλά Μπόρχες, ἕνα («Θέλει ἀγάπες) μέ θέμα σχετικό μέ τή μετανάστευση, ἕνα («Τώρα) γιά τά ὁμοφυλόφιλα γερατειά, ἕνα («Ὁ θάνατος τοῦ στρατιώτη Μαβί») πού θυμίζει Κάφκα καί μερικά ἄλλα ἄλλων τάσεων.

Ὅλες οἱ παραπάνω διακρίσεις ἔχουν τό γενικό γνώρισμα ὅτι ἀποτελοῦν ἐκφάνσεις ἀκραίων καταστάσεων. Αὐτό εἶναι τό γενικό γνώρισμα τῆς συγκεκριμένης διηγηματογραφίας καί ὄχι ἀκριβῶς ἡ βία καί ἡ σκληρότητα. Πάντως μέ ὅσα προανάφερα βρισκόμαστε στό στάδιο τῶν τυπικῶν διακρίσεων ἤ, ἀλλιῶς, στό στάδιο τῆς πρώτης λογοτεχνικῆς ὕλης. Ἡ βία π.χ., ὅσο ἀκραία κι ἄν εἶναι, καθαυτή δέν συνιστᾶ λογοτεχνική ἀξία. Ἀντίθετα ἔχει τήν ἴδια σημασία πού ἔχει τό ὁποιοδήποτε θέμα πρός λογοτεχνική ἐκμετάλλευση. Στήν περίπτωση τοῦ τόμου στόν ὁποῖο ἀναφέρομαι οἱ ποιοτικοί δεῖκτες διαφέρουν ἀνάμεσα στά 35 διηγήματα. Ἄν καί ὅλα ἀφοροῦν ἀκραῖες καταστάσεις, ἡ αἰσθητική τους ἀρτιότητα παρουσιάζει διαφορές. Τό διήγημα «Ἄτυχη» π.χ. ἤ  «Τό κοριτσάκι» ἤ «Ἡ ὀμορφιά πού μορφάζει» ἀποτελοῦν πολύ ἀκραῖες περιπτώσεις βασανισμοῦ. Εἶναι γι᾿ αὐτό τό λόγο καί ἀνάλογα καλά διηγήματα; Προσωπικά ἔχω ἐπιφυλάξεις. Ἐπιφυλάξεις ἀπό τήν ἄποψη ὅτι δέν μοῦ ἀφήνουν τήν ἐντύπωση πώς ἔχουν προκύψει «κατά τό εἰκός ἤ ἀναγκαῖον». Τόσο στό πρῶτο, ὅσο καί στό δεύτερο καί στό τρίτο, δυσκολεύομαι νά ἀντιληφτῶ τήν ἐνδόμυχη αἰτία ἤ, ἀλλιῶς, τόν ἀποχρώντα λόγο τῶν βασανισμῶν. Στό δεύτερο π.χ., «Τό κοριτσάκι», ἔχουμε ἕναν πατέρα πού φέρνεται ἄκαρδα καί βάναυσα στό κοριτσάκι του. Αὐτός ὁ πατέρας εἶχε παντρευτεῖ μιά «πανέμορφη» καί «μορφωμένη» γυναίκα ἀπό εὔπορη οἰκογένεια πού εἶχε ξεπέσει. Δέν ἦταν γάμος ἀπό ἀμοιβαῖο ἔρωτα. Ἐκείνη παντρεύτηκε μέ τό ζόρι λόγω τῆς οἰκογενειακῆς της φτώχιας. Ἐκεῖνος, ἄνθρωπος τῆς δουλειᾶς, εἶχε κατάστημα μέ ἠλεκτρικά εἴδη. Ἐκείνη τόν σιχαινόταν μ᾿ ὅλη της τήν καρδιά, ἐκεῖνος τή λάτρευε δουλικά καί ἀπέραντα. Κάποτε ἐκείνη, μολονότι «Στό κρεβάτι της σπάνια τόν ἄφηνε νά πλησιάσει», ἔμεινε ἔγκυος. Ἐκεῖνος ἀπό τό γεγονός αὐτό «κόντεψε νά παραφρονήσει ἀπό τή χαρά του, αὐτή ἀντίθετα ἔγινε πιό σκληρή, πιό ἐπιθετική, τόν ἔδιωχνε ἀπό κοντά της». Τελικά ἡ γυναίκα πέθανε πάνω στή γέννα της. Ἐκεῖνος δέν ἤθελε νά δεῖ τό παιδί. Ἀρχικά τό πῆρε καί τό μεγάλωσε ἡ γιαγιά ἀπό τήν πλευρά τῆς μάνας. Ὅταν πέθανε ἡ γριά τό πῆρε ἀναγκαστικά ὁ πατέρας του καί τοῦ φερνόταν βάναυσα. Μιά μέρα, πού ἡ δασκάλα ἴδε μελανιές στά γυμνά του, κάλεσε τήν πρόνοια. Τό κοριτσάκι, ὅταν εἶδε τούς ἀνθρώπους τῆς πρόνοιας (παραδόξως ὄχι στό σχολεῖο, ἀλλά στό σπίτι του), ἔτρεξε γιά νά τούς ἀποφύγει (γιατί ἤξερε πώς θά κατάληγε στό ἀναμορφωτήριο), ἔτρεξε νά περάσει στό διπλανό μπαλκόνι στή φίλη του Ἄννα, πού τήν ἐπικεπτόταν συχνά, ἔπεσε κάτω καί σκοτώθηκε. Αὐτή εἶναι μέ λίγα λόγια ἡ ὑπόθεση τοῦ διηγήματος. Σύμφωνα μέ τό κείμενο ἀνάμεσα στό ἀντρόγυνο ὑπῆρχε διαφορά σωματικῆς ὀμορφιᾶς καί κοινωνικῆς στάθμης. Αὐτή ἡ διαφορά προκαλοῦσε ὡς ἕνα βαθμό τά ἀντίθετα αἰσθήματά τους. Ὅμως μιά νέα γυναίκα «πανέμορφη», «μορφωμένη», μέ «πιάνο» καί «βιβλία», ὅσο κι ἄν ξέπεσε οἰκονομικά ἡ οἰκογένειά της, ἦταν τόσο εὔκολο λάφυρο γιά ἕνα μαγαζάτορα; Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος δέν ἤξερε ἡ ἴδια πώς ἄν ἔφταιγε κάποιος γιά τό γάμο της αὐτός δέν ἦταν ὁ ἀντρας της πού τήν ἀγαποῦσε, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι τῆς οἰκογένειάς της πού τήν «πουλήσανε σχεδόν σ᾿ αὐτόν». Τελικά καί παρόλα αὐτά ἡ γυναίκα δέν ἤθελε τήν ἐγκυμοσύνη ἐπειδή ἦταν συμμέτοχος ὁ ἄντρας της, «δέν ἤθελε τό παιδί του, δέν ἤθελε τίποτα ἀπ᾿ αὐτόν» «πού τόν ἔβλεπε σάν σκυλί». Λογικά ἴσως εἶναι κατανοητή μιά τέτοια στάση. Ἀπό τή μεριά ὅμως τοῦ μητρικοῦ ἐνστίκτου δύσκολα ἐξηγεῖται. Στό ἄλλο ἄκρο τώρα, τό κείμενο δέν μᾶς φωτίζει γιά ποιό λόγο ὁ πατέρας ἀντιμετωπίζει τόσο ἄσχημα τή γέννηση τοῦ κοριτσιοῦ. Ἴσως, θά ᾿λεγε κανείς, γιατί στάθηκε αἰτία νά πεθάνει ἡ μητέρα του. Ἔστω, ἀλλά στήν πραγματικότητα τό κοριτσάκι εἶναι ἀθῶο. Ἄλλωστε ὡς παιδί ἀγαπημένου προσώπου ἦταν φυσικό νά προκαλέσει ἀντίστοιχα αἰσθήματα παθιασμένης ἀγάπης, καθώς ἐπίσης καί τήν ἀφύπνιση τοῦ πατρικοῦ ἐνστίκτου. Μέ βάση ὅσα μόλις σημείωσα τό κείμενο παρουσιάζει δυσεξήγητα κενά. Κενά γιά τά ὀποῖα δέν μᾶς προειδοποιεῖ, δέν μᾶς προετοιμάζει, ὥστε νά τά δεχτοῦμε ὡς φυσική συνέπεια ἰσχυρῶν προϋποθέσεων. Νά τά δεχτοῦμε δηλαδή ὡς κενά μέ ἰσχυρό ἄλλοθι. Θέλω νά τονίσω πάλι ἐδῶ πώς οἱ ἀκραῖες καταστάσεις πρωτογονισμοῦ, βίας, κ.λπ. ἔχουν, ἀπό λογοτεχνική ἄποψη, τήν ἴδια σημασία πού ἔχουν ὅλα τά πρός λογοτεχνική πραγμάτευση θέματα. Συνεπῶς, κι αὐτό δέν ἀφορᾶ μόνο τήν Κουγιουμτζῆ, ἀλλά ὅλους ὅσους καταπιάνονται μέ τέτοια ἐγχειρήματα, οἱ ἀκραῖες καταστάσεις δέ συνιστοῦν ἀπό μόνες τους λογοτεχνική πανάκεια. Οὔτε εἶναι εὔκολοι λογοτεχνικοί στόχοι. Μάλιστα σέ καμιά περίπτωση δέν πρέπει ν᾿ ἀφήνει κανείς νά διαφαίνονται, γιά νά θυμηθῶ τό Ρώσο σκηνοθέτη Μέγερχολντ, τά ξέφτια τῆς ἐσκεμμένης κατασκευῆς τους. Γιατί ἔτσι ἁπλούστατα δέν πείθουν.

Ἕνα ἄλλο διήγημα τοῦ τόμου ἐπιγράφεται «Ὁ γείτονας». Ἐδῶ, ὅπως θά δοῦμε, τά πράγματα ἀλλάζουν. Ἡ ἀφηγήτρια (τό κείμενο δίνεται σέ πρῶτο πρόσωπο) προσπαθεῖ νά ἐξοικειωθεῖ μέ τό χῶρο τοῦ νέου διαμερίσματός της. Ἕνα βράδι ξύπνησε μέσα σέ παραισθήσεις καί θλίψη. Γλήγορα διαπίστωσε πώς ἕνα χαμηλόφωνο κλάμα ἐρχόταν ἀπό τό διπλανό διαμέρισμα. Βγῆκε στό μπαλκόνι καί κάνοντας τυχαία ἕνα μικρό θόρυβο, τό κλάμα, πίσω ἀπό τήν κορτίνα τῆς ἀνοιχτῆς μπαλκονόπορτας ἀπό τό διπλανό διαμέρισμα, σταμάτησε. Ἔπειτα ἀκούστηκαν συρτά βήματα καί κάποιος ἔκλεισε τή μπαλκονόπορτα. Τό ἀπόγευμα τῆς ἑπόμενης μέρας, ἀνεβαίνοντας μαζί στό ἀσανσέρ, ἡ ἀφηγήτρια γνώρισε τό γείτονά της -ἕναν πολύ  συμπαθητικό νέο. Τό βράδι ἀκούστηκαν ἀπό δίπλα ἔντονοι τηλεφωνικοί διάλογοι, ὑστερότερα ὁ θόρυβος τοῦ ἀσανσέρ πού ἀνέβαινε. Στό «ματάκι», πού κοίταξε ἡ ἀφηγήτρια, εἶδε μιά ὄμορφη ψηλή γυναίκα, κάπως ἀναστατωμένη. Κι ὑπέθεσε, μέ κάποια ἀπογοήτεψη, πώς αὐτή θά ἦταν ἡ αἰτία «τῶν λυγμῶν» τῆς  προηγούμενης νύχτας. Τό πρωί, τήν ὥρα τοῦ καφέ, ἄκουσε πάλι ἀσανσέρ στόν ἴδιο ὄροφο, βγῆκε στό διάδρομο καί ἀναγνώρισε τή χτεσινοβραδινή «ἀνασταωμένη» γυναίκα. Τό βράδι πάλι ἀσανσέρ. Στό «ματάκι» φάνηκε ἄλλη γυναίκα. Μετά ἀπό μιά ἥσυχη βδομάδα ὁ γείτονας τῆς χτύπησε τήν πόρτα. Δέν ἦταν πολύ καλά. Εἶχε ξεμείνει ἀπό καφέ καί παναντόλ. Τόν μετάφερε σχεδόν σηκωτό στό διαμέρισμά του καί τοῦ ἔδωσε τά χρειαζούμενα. Ἡ γοητευτική ἐμφάνισή του ἐξηγοῦσε γιατί «τόν κυνηγοῦσαν οἱ γυναῖκες». Θά ἐπιθυμοῦσε μάλιστα νά μπεῖ κι αὐτή ἡ ἴδια μέσα στό λογαριασμό. Τό ἀπόγευμα τίς ἔστειλε λίγες ἄσπρες μαργαρίτες μ᾿ ἕνα εὐχαριστήριο μπιλετάκι. Μετά ἀπό μιά ἑβδομάδα ἦρθε ἡ πρώτη γυναίκα μέ δικό της κλειδί καί μπῆκε στό διαμέρισμα. Τό ἀπόγευμα κι ἡ δεύτερη σέ ἀρκετά κακή κατάσταση. Ἡ ἀφηγήτρια ἀποκοιμήθηκε καί στό ὄνειρό της εἶδε τό γείτονα νά τήν ἐπισκέπτεται, ἐπιτιμώντας την ἐπειδή δέν τά ᾿χε ὅλα κόκκινα βαμμένα, ὅπως τά ᾿βλεπε ἐκεῖνος. Ἔπειτα πέρασε μέσα  κόσμος κι ἔγινε φασαρία. Ξυπνώνατας, ἄκουσε ἀπό δίπλα βόγκους συρτά βήματα, ἀναφιλητά καί κάτι σάν ἀκαθόριστες ὁμιλίες. Τό πρωί εἶδε τήν πόρτα ἀνοιχτή. Χτύπησε καί τήν ὑποδέχτηκαν οἱ δυό γυναῖκες μαυροφορημένες καί τῆς ἔδειξαν, «μέσα στίς ἄσπρες μαργαρίτες», τό νεκρό ἀδερφό τους… Ἐπέμενα κάπως περισσότερο στήν ἐξέλιξη τοῦ θέματος γιά νά φανεῖ καλύτερα ἡ ἀλληλουχία τῶν περιστατικῶν. Ὅπως εἶναι φανερό τό κείμενο χτίζεται πάνω σέ μιά παρεξήγηση. Ἡ ἀφηγήτρια ἐκλαμβάνει τά γεγονότα ὡς ἐρωτικά ἐπεισόδια. Χωρίς ν᾿ ἀποκλείει μάλιστα καί μιά μελλοντική συμμετοχή της στήν ὑπόθεση. Ἕτσι, ἀπό ἐρωτική ὀπτική γωνία, ἀντιμετοπίζει, τόσο τό γοητευτικό γείτονά της, ὅσο καί τίς γυναῖκες πού τόν ἐπισκέφτονται διαδοχικά. Ὥσπου ἔρχεται τό ἀναποδογύρισμα καί τό δράμα φωτίζεται: ὁ  γείτονας ζοῦσε τό γολγοθά του κι οἱ ἀδερφές του ἀγωνίζονταν ἀπεγνωσμένα νά τόν σώσουν. Βρισκόμαστε κι ἐδῶ μπροστά σέ μιά ἀκραία κατάσταση, χωρίς ὅμως ἐξωτερική βία. Κατά τή γνώμη μου ἡ δομή τοῦ κειμένου δέν παρουσιάζει ἐλεγχόμενα σημεῖα. Ἀντίθετα χρακτηρίζεται ἀπό ἐνεπίληπτη συνέπεια. Θά σταθῶ μόνο στήν εὐαίσθητη σχέση τῶν παραισθήσεων καί τοῦ ὀνείρου μέ τήν ξυπνητή πραγματικότητα. Εἶναι γνωστό πώς πολλές φορές οἱ τέτοιες καταστάσεις ἐπηρεάζονται ἀπό ἐξωτερικά ἐρεθίσματα τῆς στιγμῆς. Κρυώνεις π.χ. στό κρεβάτι σου καί πηδᾶς στ᾿ ὄνερό σου μέσα σέ παγωμένα νερά. Σχετικά ἀνάλογα, στήν πρώτη περίπτωση ἡ παραισθητική θλίψη τῆς ἀφηγήτριας συνδέεται μέ τό κλάμα πού ἀκούγεται ἀπό τό διπλανό διαμέρισμα, ἐνῶ στή δεύτερη ἡ φασαρία τοῦ ὀνείρου μέ τή φασαρία πού ἔρχεται ἀπό δίπλα πάλι. Ἄς εἰπωθεῖ ἀκόμα πώς τό κείμενο προκύπτει ἀπό ὅ,τι ἀκούει, βλέπει καί ὑποθέτει ἡ ἀφηγήτρια, μέ συνέπεια τόσο τήν παρεξήγηση τῶν περιστατικῶν, ὅσο καί τήν ἔνταση πού πηγάζει ἀπ᾿ αὐτή. Τό διήγημα «Ὁ γείτονας» ἔχει τήν τιμητική του μέσα στόν τόμο. Ταυτόχρονα ὅμως συνοδεύεται καί ἀπό ἄξιους συμπαραστάτες.

*

Ἐκφραστικά ὁ λόγος πού μεταχειρίζεται ἡ πεζογράφος εἶναι ἀρκετά μεταφορικός. Παρουσιάζει δηλαδή ἀπόκλιση πρός τόν ποιητικό λόγο, παραμένοντας ὡστόσο μέσα στά ὅρια τοῦ ἀφηγηματικῆς συνθήκης. Αὐτή ἡ ἀπόκλιση εἶναι πιό αἰσθητή στά τρία διηγήματα ποιητικῆς εὐαισθησίας, πού προανάφερα, καθώς καί σ᾿ ἐκεῖνο τῆς ὀνειροφαντασίας. Ὅμως δέν πρόκειται μόνο γι᾿ αὐτά. Μεταφορικό λόγο ἔχουμε γενικά, σέ ὄλο τό φάσμα τῶν κειμένων. Μέ ἰδιαίτερο γνώρισμα τούς συχνά τολμηρούς διασκελισμούς. Ὁ κύριος ὡστόσο ἐκφραστικός τρόπος τῆς πεζογράφου εἶναι ἡ ἐνορατική ἤ, ἀλλιῶς, ἡ κατ᾿ αἴσθηση ἀναφορά στά πράγματα. Ἀναφορά πού κι αὐτή δέν παύει νά συνιστᾶ μιά μορφή ποιητικῆς ἀπόκλισης. Οὔτε κι ἐδῶ λείππουν οἱ τολμηροί διασκελισμοί. Π.χ.: «Δέν μέ κοίταξες καί σίγουρα δέν μέ ἄκουσες. Εἶχες στραφεῖ ὁλότελα πρός τά μέσα σου, ἔτσι πού ἔβλεπα τά κόκκαλα τοῦ στήθους σου ν᾿ ἀνοιγοκλείνουν σάν ἀκορντεόν καθώς ἀνάσαινες κι ἔνιωθα πώς δέν ἔπαιρνες ἀλλά ἔδινες ἀέρα» (σ. 70). Ἤ, «Κι ἄλλοτε πάλι τό δωμάτιο εἶναι γεμάτο ἀπό ἀνθρώπους πού περνοῦν πάνω μου, μέσα μου, ἀκούω νά μέ διασχίζουν, νά μέ σχίζουν σάν χαρτί, δέν ἀντιλαμβάνονται τήν παρουσία μου» (σ. 212). Τέτοιες ἐκφράσεις, σέ πιό ἀκραία ἐκδοχή, φτάνουν κάποτε νά δυσκολεύουν τήν ἀναγνωστική ἐπαφή τοῦ ἀναγνώστη. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἔχουμε ἐνορατικές στιγμές ἄκρας εὐαισθησίας: «Ἡ Δάφνη τόν κοίταζε [πρόκειται γιά προσωπογραφία] καί ἤξερε πώς ποτέ δέν θά μποροῦσε νά ξεντυθεῖ κάτω ἀπ᾿ τό βλέμμα του» (σ. 156). Ἤ, «Ἦταν τόσο κοκκαλωμένη, πού τά μαλλιά της εἴχανε ἰσιώσει. Τόσο μικρή, θαρρεῖς ἀπεῖχε μόλις ἕναν πόντο ἀπό τό χῶμα»(σ. 160).

Θά ἔλεγα λοιπόν ὅτι τά κείμενα τῆς Κουγιουμτζῆ, ἀπό τή μεριά τοῦ ἐκφραστικοῦ ὀργάνου της, παρουσιάζουν λειτουργική ἀμεσότητα. Τέτοια πού, ἄν καί καθαρά πεζά γραφτά, νά ἔχουν ὡς ἕνα βαθμό συντελεστή ποιητικῆς ἀμεσότητας. Τοῦτο ἀποτελεῖ γνώρισμα ὅλης τῆς διηγηματογραφίας της, τοῦ πρώτου καί τοῦ δεύτερου βιβλίου της. Γεγονός πού δέ βάζει βέβαια ὅλα τά γραφτά της στήν ἴδια μοίρα. Οἱ ποιοτικοί δεῖχτες διαφέρουν, τόσο ἀνάμεσα στά κείμενα τοῦ καθε τόμου, ὅσο καί γενικά ἀνάμεσα στά δυό βιβλία. Καί πάνω σ᾿ αὐτό, κρίνοντας χοντρικά, θά ἔλεγα, πώς γιά τήν ὥρα, τό καλύτερο βιβλίο τῆς πεζογράφου παραμένει τό Ἄγριο βελοῦδο.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 51, Δεκέμβρης 2011.


Πίσω στο κείμενο [1].  Ἐνδεικτικά σημειώνω μερικές ἐπιμέρους ρητές ἀναφορές: «τί μέ νοιάζει τό σωστό, μέ τήν εὐφροσύνη τῆς κακίας μου ζῶ»,  «Ἐλάχιστοι ψιθυρίζουν γιά ἀλάνθαστο ἔνστικτο πού μυρίζεται τό τί συμβαίνει πίσω ἀπ᾿ τίς συμβάσεις», «Ἤμουν ἔντεκα χρονῶν καί δέν καταλάβαινα πολλά, ἀλλά τό σῶμα καταλάβαινε περισσότερα», «Τά σώματά μας χάιδευαν τό ἕνα τό ἄλλο σάν νά ἅπλωναν πάνω τους ἀλοιφές ἰαματικές πού ἀπάλυναν προσωρινά τόν ὑπόγειο πόνο καί τήν ἀνίατη θλίψη».

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας and tagged . Bookmark the permalink.