Μαρίας Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Ἡ Εὐρυδίκη μέ τό τσιγάρο στό μπαλκόνι Διηγήματα, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2010).

Ἡ Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου ἀνήκει στούς ποιητές πού, ἀπό ἕνα χρονικό σημεῖο καί μετά, ἐπιδόθηκαν καί στήν πεζογραφία. Μέ τό πρῶτο μάλιστα πεζογράφημά της, τό Συνοικισμός σιδηροδρομικῶν (1998) μᾶς ἔδωσε μιά ἁδρή σκιαγραφία ἀπό ὁρισμένη γειτονιά τῆς Θεσσαλονίκης. Δείχνοντας ταυτόχρονα πώς ξέρει νά παρατηρεῖ καί νά πιάνει τίς χαρακτηριστικές λεπτομέρειες τοῦ γύρω κόσμου της. Ἀκολούθησαν, μέσα σέ σύντομο χρονικό διάστημα, τρεῖς συλλογές διηγημάτων, Στό δωμάτιο (1999), Ἡ παραίτηση (2002), Οἱ μικρές χαρές (2004). Σ᾿ αὐτά τά τέσσερα πεζογραφικά βιβλία της ἀσκήθηκε σ᾿ ἕνα λόγο περιγραφικό, σύμφωνα μέ τήν παραδοσιακή ἀντίληψη τοῦ ἀφηγηματικοῦ λόγου, ὅπου προέχει ὁ ρεαλιστικός τρόπος τῆς ἀναπαράστασης. Ἔτσι, ὅταν ἔλαβα τό τελευταῖο βιβλίο της μέ τόν λαϊκίζοντα τίτλο του, ἑτοιμάστηκα νά διαβάσω μιά συλλογή διηγημάτων ἠθογραφικῆς ἀπόκλισης ἤ περίπου. Ἀπό τά πρῶτα ὡστόσο κείμενα τῆς συλλογῆς φάνηκε πώς κάτι ἄλλο συνέβαινε. Κι αὐτό τό ἄλλο ἦταν μιά ἐσωστρεφής ματιά σέ ὅσα γίνονται ἀλλά δέν λέγονται εὔκολα. Κυρίως ὅμως τά κείμενα τῆς Εὐρυδίκης μέ τό τσιγάρο στό μπαλκόνι μᾶς εἰσάγουν στόν ἔσω κόσμο (συναισθήματα, σκέψεις, ἀποφάσεις, ἐνεργειες) μιᾶς σειρᾶς γυναικῶν. Τά 22 ἀπό τἀ 26 κείμενα τοῦ τόμου ἀφοροῦν γυναῖκες καί μόνο σέ 4 ἐμφανίζονται ἄντρες. Ἀλλά τό κύριο δέν εἶναι ὅτι βρισκόμαστε μπροστά σέ διηγήματα πού ἔχουν νά κάνουν μέ γυναῖκες. Τό κύριο εἶναι ὅτι οἱ διηγήσεις αὐτές μᾶς δίνονται ἀπό τήν ὀπτική γωνία τῆς γυναικείας ψυχολογίας. Μιᾶς ψυχολογίας, ἀκριβέστερα, ὅπως ἐκδηλώνεται στίς σχέσεις μεταξύ γυναικῶν καί ἐρήμην τῶν ἀντρῶν. Νά τό πῶ κι ἀλλιῶς μ᾿ ἕνα ἀντιθετικό παράδειγμα. Στό θεατρικό ἔργο τοῦ Φ. Λόρκα, Τό σπίτι τῆς Μπερνάντα Ἄλμα, ὅλα τά πρόσωπα εἶναι γυναικεῖα. Τό ἀντρικό ὅμως στοιχεῖο εἶναι ἔντονα παρόν σέ ὅλη τή διάρκεια τοῦ ἔργου. Εἶναι αὐτό πού ἐπηρεάζει τά συναισθήματα καί τίς σκέψεις τῶν γυναικῶν καί τελικά καθορίζει τή δράση τοῦ ἔργου. Στά διηγήματα, τώρα, τῆς Κέντρου-Ἀγαθοπούλου ἡ γυνακεία ψυχολογία παρουσιάζεται ἐξαιρετικά αὐτόνομη ἀπό τό ἀνδρικό φύλο. Τό πιό χαρακτηριστικό ἀπό τήν ἄποψη αὐτή διήγημα τῆς συλλογῆς εἶναι τό τρίτο στή σειρά πού ἐπιγράφεται «Τό νόημα τῆς ζωῆς της». Τό ἀνώνυμο (στή μεγάλη πλειονότητά τους τά ἀφηγηματικά πρόσωπα τοῦ βιβλίου παρουσιάζονται ἀνώνυμα) γυναικεῖο πρόσωπο πού μᾶς μιλάει εἶναι μιά νέα γυναίκα πού χαίρεται τό νέο σπίτι της. Ἀρχή ἀρχή διαβάζουμε τά ἀκόλουθα:

«Δέν ἀναρωτιόταν τί τῆς ἀνήκει σέ αὐτό τό σπίτι. Ἦταν τό σπίτι της καί ἦταν ὅλα δικά της, ὄχι μέ κάποιο αἴσθημα ἰδιοκτησίας ἀλλά μ᾿ ἐκείνη τή χαρά τῆς βεβαιότητας ὅτι ἔχει ἀξιωθεῖ μιᾶς στέγης ὄχι ἁπλῶς νά βάλει ἀπό κάτω τό κεφάλι της, ἀλλά γιά νά ξεκινήσει μιά ζωή ὁλότελα δική της, ὅπως ἀκριβῶς τήν ἐπιθυμοῦσε.

»Ἔτσι, χαιρόταν καί τό παραμκρό ἀντικείμενο πού θά τό θεωροῦσε ἴσως κανείς εὐτελές, μέχρι καί τό ἁπλό συνηθισμένο δάπεδο τοῦ σπιτιοῦ της ὅπου περπατοῦσε σχεδόν χορεύοντας, σάν νά εἶχαν χτίσει μαζί μέ τό μπετόν μιά μουσική σιγανή τόσο πού μόλις ν᾿ ἀκούγεται…»

Ἡ ἀφηγήτρια ἀνοίγει χωρίς φαινομενικό λόγο τά συρτάρια τῆς σιφονιέρας της καί περιεργάζεται τά περιεχόμενα, ρεμβάζει καθώς τά ἀνασκαλεύει. Ἕνα λουλουδένιο πάπλωμα τό βλέπει σάν «πολύχρωμο λιβάδι ὅπου ξάπλωνε ἀπό κάτω του…» Αἰσθάνεται τήν εὐφορία πού τῆς χαρίζει τό αὐτεξούσιό της μέ ἀσυνήθιστα ἀκραῖο τρόπο: «Ὅταν γέννησε, ἦταν σάν νά τό εἶχε συλλάβει μόνη της τό παιδί…» Κι ὅταν παρακάτω μιλάει γιά «ἐρωτικούς σπαραγμούς», πού ἔζησε σ᾿ αὐτό τό σπίτι, δέν κάνει λόγο γιά τήν ἀντρική συμμετοχή σ᾿ αὐτούς τούς «σπαραγμούς». Τό διήγημα ὅμως δέν μιλάει μόνο γιά αὐτά, μιλάει γι᾿ αὐτά μέσα ἀπό ἕναν εὐρύτερο ὑπαρξιακό μονόλογο. Ἡ ἀφηγήτρια ἀναλογίζεται, ἀργότερα, ἄν θά ᾿ταν καλύτερα νά πάει σ᾿ ἕνα μεγαλύτερο σπίτι, ἕνα σύγχρονο διαμέρισμα. Βάζει κάτω τά ὑπέρ καί τά κατά. Σκέφτεται ὡστόσο πώς θά ᾿ταν μιά προδοσία, τῶν ἀγαπημένων χώρων τοῦ τωρινοῦ σπιτιοῦ της, ἡ μετακόμισή της σ᾿ ἕνα ἄλλο πιό εύρύχωρο. Πάντως σ᾿ ὅλες τίς περιπτώσεις αἰσθάνεται καί σκέφτεται σάν μιά αὐτόνομη θηλυκή ὕπαρξη.

Δέν εἶμαι ὑπέρ τοῦ διαχωρισμοῦ τῆς λογοτεχνίας σέ ἀντρική καί γυναικεία. Οὔτε ἔχει, νομίζω, νόημα ἕνας τέτοιος διαχωρισμός. Συμβαίνει ὡστόσο νά διαπιστώνω ὅτι στή συγκεκριμένη περίπτωση μᾶς δίνεται ἡ ἔσω γυναίκα αὐτονομημένη, χωρίς νά διαφαίνονται ἰδεολογικά κίνητρα. Ὅ,τι δικαιώνει αὐτά τά κείμενα δέν εἶναι κάποιο ἰδεολογικό πιστεύω, ἀλλά ἡ λογοτεχνική τους ἐπάρκεια. Τό γυναικεῖο συνεπῶς στοιχεῖο πού ἔρχεται στήν ἐπιφάνεια ὀφείλεται σέ ἕναν ἐνδοσκοπικό ἔλεγχο, μέ εἰλικρίνεια καί τόλμη. Ἄν ἔχουν κάτι ἰδιαίτερο αὐτά τά κείμενα, πέρα ἀπό τό θεματικό προσανατολισμό τους, αὐτό εἶναι ἡ ἐνδοσκοπική ἀδιακρισία πού τά ξεχωρίζει. Ἀδιακρισία, μέ τή ἔννοια ὅτι θίγονται «τά μή μιλητά». Αὐτά πού οἱ κοινωνικές συμβάσεις δέ θέλουν νά λέγονται, ἀνεξάρτητα ἀπό τό πόσο ἀληθεύουν. Στό ἕκτο διήγημα, γιά παράδειγμα, πού ὀνομάζεται «Σκιές», ἔχουμε μιά συζήτηση τριῶν ἀδελφῶν. Τό θέμα τους εἶναι ἡ κατάσταση τῆς μάνας τους. Ἡ μεσαία ἀπό τίς τρεῖς ἀρχίζει τήν κουβέντα μέ τή φάση: «Ἡ μαμά πρέπει ἐπιτέλους νά πεθάνει». Οἱ ἄλλες δυό ξαφνιάζονται καί ἀντιδροῦν, ὅπως τό θέλει ἡ καθώς πρέπει κοινή ἀντίληψη. Κι ἀφοῦ ἐκδηλώσουν τήν ἔντονη διαφωνία τους πρός τήν (ἀνώνυμη) μεσαία:

«Τήν κοίταζαν τώρα μέ τά μάτια μιά κάτω μιά πάνω, τήν κοίταζαν δέν τήν κοίταζαν, φανερά ἀναστατωμένες, ἐνῶ ‘‘Τοῦ χρόνου θά τῆς κάνουμε τούρτα γιά τά ἑκατό της χρόνια’’, εἶπε χαμογελώντας παιγνιδιάρικα ἡ (μικρότερη) Ἑλένη, κι ἐκείνη (ἡ μεσαία): ‘‘Σιγά τήν τούρτα’’, εἶπε, ‘‘πιό γελοία κουβέντα δέν ἔχω ξανακούσει, ὅταν ἡ μαμά δέν βλέπει, δέν ἀκούει, δέν ἐπικοινωνοῦμε πιά· δέν κοιτᾶτε ὅτι ἄρχισε κιόλας νά φεύγει; Τί νά περιμένουμε ἀπό δῶ καί πέρα, ἀνάσταση νεκρῶν; Σᾶς λέω ὅτι ἡ μαμά πρέπει νά πεθάνει πλέον…’’»

Δέν πρόκειται γιά μιά πρόταση εὐθανασίας, ἀλλά γιά μιά πραγματικότητα, τήν ὁποία οἱ δυό ἄλλες ἀδερφές της τήν ἀπωθοῦσαν. Ἡ συζήτηση αὐτή, πού ἀρχίζει μέ διαφωνία, θά συνεχιστεῖ πάνω στίς προσωπικές ἐμπειρίες τῶν ἀδελφῶν μέ τή μαμά τους, στό διάστημα πού τήν γεροκομοῦσαν. Μέσα ἀπό τά συγκεκριμένα περιστατικά οἱ γνῶμες σιγά σιγά συναντιοῦνται στίς πρακτικές λεπτομέρειες καί τελικά φτάνουν στήν ἴδια παραδοχή: ὅτι ἡ μάνα τους ἦταν πιά τελειωμένη, ἀλλά δέν μποροῦσαν νά κάνουν τίποτα ἄλλο ἀπό τό νά περιμένουν τό θάνατό της. Ἔτσι τά «ἀμίλητα» ἔγιναν, θά λέγαμε, μιλητά. Ἄς σημειωθεῖ πώς στό κείμενο δέν ἀφήνεται νά ἐννοηθεῖ ὅτι οἱ τρεῖς ἀδελφές ἦταν ἀνύπαντρες. Ὅ,τι βγαίνει εἶναι πώς τό θέμα τῆς μάνας τους ἀφοροῦσε ἀποκλειστικά αὐτές τίς ἴδιες. Σ᾿ ἕνα ἄλλο διήγημα πού ἐπιγράφεται, «Οἱ κατσαρίδες», μᾶς δίνεται μιά παρόμοια ἐκδοχή τοῦ διηγήματος «Σκιές». Πάλι γιά τά «ἀμίλητα» ὁ λόγος. Μοιάζει κάπως σάν νά συνεχίζεται ἡ κουβέντα τῆς μεσαίας ἀδελφῆς μέ μιά ἀπό τίς ἄλλες δυό -ἴσως τή μεγαλύτερη- μετά τό θάνατο τῆς μαμᾶς. Ἡ μεσαία μιλάει κι ἐδῶ «ἄπρεπα». Λέει στήν ἀδελφή της:

«-Δέν σοῦ εἶπα τό συγκλονιστικό νέο. Ἀφότου πέθανε ἡ μαμά, ἐξαφανίστηκαν οἱ κατσαρίδες ἀπ᾿ τό σπίτι μου.

»-Τί θές νά πεῖς, ὅτι ἡ μαμά τίς ἔφερνε;

»-Δέν θέλω νά πῶ τίποτα, ἀλλά δέν σοῦ κάνει ἐντύπωση αὐτό;

»-Παράτα τά ὑπονούμενα μήν πιαστοῦμε πάλι.

»-Γιατί νά πιαστοῦμε; Ἐγώ, νά σοῦ πῶ τής ἀλήθεια, ἐπιθυμοῦσα νά μείνω χωρίς τή μαμά. Ἤδη ἔχω ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν ἐπιβολή της κι ἐκείνη τήν κριτική –τήν ἐπικριτική- ματιά της ὅταν κάτι δέν τῆς ἄρεζε σ᾿ ἐμένα, στό ντύσιμό μου, στή συμπεριφορά μου, δέν γούσταρε τήν ὠμή εἰλικρίνειά μου, γιατί, κι ὅταν ἀκόμα δέν ἔκρινε φανερά, μέσα ἀπ᾿ τή σιωπή της ἔπιανα  στόν ἀέρα τίς ἀντιρρήσεις της, ἔβλεπα τό ὕφος της, καταλάβαινα.» Στό τέλος τοῦ κειμένου ἡ ἴδια ὁμολογεῖ πώς τή μαμά της τή λάτρεψε καί τήν πόνεσε «μ᾿ ἕνα ἀπόλυτο τρόπο μόνον ἐκείνη τήν πρώτη στιγμή» πού τήν εἶδε «νεκρή στό κρεβάτι της».

Σ᾿ ἕνα ἄλλο διήγημα, πού ἐπιγράφεται «Στή θεία Μαρίκα», «τά ἀμίλητα» ἀποκαλύπτονται με διαφορετικό τρόπο. Ἡ θεία Μαρίκα εἶναι μιά σχετικά εὐκατάστατη χήρα. Ἡ ἀδελφή της, πού δέν εἶναι τόσο εὐκατάστατη, ἔχει δύο κοριτσάκια. Ἡ θεία Μαρίκα ἀγαπάει τά κοριτσάκια καί τά καλεῖ μιά Παρασκευή νά τά φιλέψει λαγό στιφάδο. Τά κοριτσάκια τρελαίνονται νά πηγαίνουν στό ὡραῖο σπίτι τῆς γλυκομίλητης θεία τους. Τήν Παρασκευή λοιπόν, μετά τίς εὐχάριστες ὧρες στό σπίτι της θείας, ἔρχεται ἡ ὥρα τοῦ φαγητοῦ. Τήν ὥρα αὐτή ἀκούγεται πίσω ἀπό κάποιο μεσότοιχο τοῦ σπιτιοῦ ἕνας βήχας. Τά παιδιά αὐτιάζονται κι ἡ θεία τά προτρέπει νά τρῶνε. Ὁ μυστήριος ὅμως βήχας ξανακούγεται… Κι ὅταν ἡ θεία βάζει τά ἀνιψάκια γιά ὕπνο, ἐκεῖνα τή βλέπουν, μέσα ἀπό τή μισάνοιχτη πόρτα, νά περνάει ἀπέξω κουβαλώντας ἕνα δίσκο μέ φαγητό. Τελικά, στό σουρούπωμα τῆς μέρας, ἡ θεία Μαρίκα ξεπροβοδάει τά ἀνιψάκια της, πάντα καλωσυνάτα καί στοργικά.         Ἐξήγηση δέν δίνεται καμία γιά τόν μυστηριώδη βήχα. Οἱ μεγάλοι βέβαια θά ἤξεραν τί συνέβαινε, ἀλλά τά κοριτσάκια δέν εἶχαν ἰδέα. Τό κείμενο καλύπτει τέσσερες σελίδες καί κάτι. Στήν περίπτωση αὐτή τά ἀμίλητα δίνονται ἔμμεσα, κατά τρόπο ὑπαινικτικό. Ὁ ἀναγνώστης καταλαβαίνει πώς πίσω ἀπό τήν καλοσυνάτη συμπεριφορά τῆς θείας Μαρίκας κρύβεται κάποιο δράμα. Πιθανότατα ἕνα ἀνάπηρο παιδί της. Κατά τή γνώμη μου τό «Στή θεία Μαρίκα» εἶναι ἴσως τό καλύτερο διήγημα ἀνάμεσα στά ἄλλα καλά τῆς συλλογῆς.

Ὅπως θά φάνηκε ἀπό τά παραπάνω, ἡ πεζογράφος, στό βιβλίο της Ἡ Εὐρυδίκη μέ τό τσιγάρο στό μπαλκόνι, θίγει ἤ, καλύτερα, πραγματεύεται τρία ζητήματα. Τά δύο τά ἔχω ἀναφέρει ἤδη καί εἶναι τά βασικότερα. Εἶναι ἡ αὐτονομία τῆς γυναικείας ψυχολογίας καί τό νά λέγονται τά «ἀμίλητα». Τό τρίτο ἀφορά τό κοινωνικό πρόβλημα πού ἔχει προκύψει –τό ἔχουν θίξει καί ἄλλοι συγγραφεῖς- ἀπό τή μετατόπιση τῆς ἰσχύος ἀπό τούς γέρους στούς νέους. Ἡ παραδοσιακή οἰκογενειακή ἐξουσία ἀσκοῦνταν ἀπό τούς ἡλικιωμένους. Στά νεότερα χρόνια αὐτό ἀνατράπηκε: οἱ ἡλικιωμένοι ἔχουν περάσει στό περιθώριο. Στήν παραδοσιακή οἰκογένεια ἡ συνταξιοδότηση ἦταν ἄγνωστη. Σήμερα ὁ συνταξιοῦχος, ἔξω ἀπό τό ποσό τὴς σύνταξής του, εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ἀνενεργός. Κι ὅταν τόν ἐγκαταλείπουν οἱ δυνάμεις του γίνεται βάρος στά παδιά του. Τότε μπαίνει καί τό γνωστό ἐρώτημα: στό σπίτι ἤ σέ ἵδρυμα. Τό πρόβλημα αὐτό δέν εἶναι τό κύριο στό βιβλίο τῆς Ἀγαθοπούλου, περνάει ὡστόσο σέ ἀρκετές διηγήσεις της.

Μικρή παρένθεση. Τρία κείμενα τοῦ τόμου, τά «Περίπατος», «Πορεία» καί «Ἄς φᾶμε λίγα κεράσια νά κοκκινίσει ἡ γλώσσα τῆς γραφῆς μας», εἶναι ἐκτός κλίματος. Δέν ταιριάζουν μέ τό γενικό πνεῦμα τοῦ βιβλίου. Δέν προσθέτουν τίποτε οὐσιαστικό στό σύνολο καί θά μποροῦσαν νά λείπουν.

*

Δράση, μέ τήν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς περιπέτειας, ὅπως μέ ἀκραῖο τρόπο τή συναντοῦμε στά ἀστυνομικά ἀφηγήματα, στήν Εὐρυδίκη δέν ὑπάρχει ἤ ὑπάρχει κατά τρόπο ὑποτυπώδη. Ἡ δράση πού ἔχουμε ἐδῶ εἶναι ἐσωτερικοῦ τύπου. Εἶναι δράση αἰσθημάτων, σκέψεων, ἀποφάσεων, συνειρμῶν, ἀντιδράσεων, ἐνεργειῶν, μνήμης. Μέ τή συνύφανση τέτοιων κατεξοχήν ὑλικῶν συγκροτεῖται τό σῶμα τῶν κειμένων. Θά μποροῦσε νά τό πεῖ κανείς καί διάλογο ἐσωτερικῶν δεδομένων. Ἕναν τέτοιον διάλογο ἄλλωστε ἀντιπροσωπεύουν συχνά καί οἱ ἔμπρακτες διαλογικές ἀνταποκρίσεις τῶν ἀφηγηματικῶν προσώπων. Στά διηγήματα π.χ. «Σκιές» καί «Οἱ κατσαρίδες», οἱ διαλογικές ἐρωτοαποκρίσεις τῶν τριῶν ἀδελφῶν εἶναι, σέ μεγάλο βαθμό, μιά διαλεκτική τῶν αἰσθημάτων τους. Στήν καθαρή της πάντως μορφή ἡ ἐσωτερική δράση ἔχει τό περιθώριο νά ἐξελίσσεται χωρίς νά βασίζεται στόν ἔμπρακτο διάλογο ἀφηγηματικῶν προσώπων. Στό διήγημα π.χ. «Αὐτός ὁ ἄλλος» δέν ὑπάρχουν καθόλου ἐρωτοαποκρίσεις μεταξύ διαφορετικῶν προσώπων καί οὔτε ἐξωτερική δράση. Ἔχουμε μόνο τό ἔκφραστικό ἀποτέλεσμα μιᾶς συνειδησιακῆς ροῆς ἑνός ἀτόμου. Παραθέτω ἕνα ἐπιμέρους δεῖγμα:

«Ἕνα πρωί ἔπινα τόν καφέ μου σ᾿ ἕνα αἴθριο πού εἶχα ἀνακαλύψει στό κέντρο τῆς πόλης, κοντά σέ παραλιακό δρόμο -ἀπορῶ πώς μοῦ εἶχε διαφύγει μιά τέτοια περιοχή ὅπου ἡ δροσερή αὔρα, καθώς ἐρχόταν ἀπό τή θάλασσα, μοῦ ἔδινε τήν αἴσθηση ὅτι βρίσκομαι πάνω σέ πλοῖο, ἔστω χωρίς προορισμό, παρά μονάχα γιά χάρη μιᾶς πλεύσης στά θαλασσινά νερά πού ὄχι μόνο δέν μ᾿ ἀνησυχοῦσαν ἀλλά καί σάν νά κοίμιζαν μέσα μου ὅλες ἐκεῖνες τίς ἐφιαλτικές σκέψεις τῆς νύχτας μ᾿ ἕναν τρόπο ἰαματικό πού καμιά δική μου προσπάθεια δέν θά ἦταν ἱκανή νά καθησυχάσει, πόσω μᾶλλον νά ἐξαλεἰψει  -καθόμουν λοιπόν ἐκεῖ μόνος, ξέροντας ἐκ τῶν προτέρων ὅτι κανείς δικός μου δέν ἐπρόκειτο νά ἐμφανιστεῖ, ἐφόσον δέν ἐγνώριζε ποῦ τήν εἶχα ἀράξει, σέ ποιά δική μου νέα ἀνακάλυψη.

»Αὐτό μέ ἱκανοποιοῦσε βέβαια, τό εἶχα ἐπιλέξει χωρίς πρόθεση νά κρυφτῶ ἀπό κανέναν ἤ ἀπό τόν ἑαυτό μου, παρά γιά νά βρῶ ἕναν χρόνο κατ᾿ ἀποκλειστικότητά μου, ἀπείραχτο καί ὁλόκληρο, σάν νά ᾿μουν μόνος στόν κόσμο καί καμιά παρουσία, κανένας παρεμβατισμός νά μήν τάραζε τήν ‘‘ἱερότητα’’ τῆς μοναχικότητάς μου.»

Αὐτός ὁ ἀνώνυμος ἀγηγητής, πηγαίνει σ᾿ αὐτό τό μέρος, γιά νά χαίρεται τήν αὐτάρκεια τῆς μοναξιᾶς του. Αὐτός ἦταν ὁ στόχος του. Ὥσπου ἀρχίζει κάποτε νά αἰσθάνεται τά σημάδια τοῦ κορεσμοῦ  ὡς ἀόριστη ἔλλειψη μιᾶς κάποιας συντροφιᾶς. Γεγονός πού ὁδηγεῖ στό τελικό συμβάν μέ τό ὁποῖο κλείνει τό διήγημα. Σέ ὅλο τό κείμενο, ὅπως καί στό ἀπόσπασμα πού παράθεσα, ἔχουμε μιά κίνηση αἰσθημάτων, ἐπιθυμιῶν σκέψεων, αὐτάρκειας καί ἀνεπάρκειας. Ἕνα πλέγμα δηλαδή δεδομένων πού συνιστᾶ μιά ἐξελικτική πορεία ἐσωτερικῆς δράσης. Δέν ἔχουν ὅλα τή κείμενα τοῦ τόμου μιά τόσο καθαρή μορφή ἐσωτερικῆς δράσης, ὅπως τό «Αὐτός ὁ ἄλλος», ὅλα ὅμως τείνουν πρός αὐτή τήν πραγμάτωση. Σέ ἐλάχιστα συναντοῦμε μιά κάπως ὑπολογίσημη πλοκή ἐξωτερικῶν συμβάντων.

Θά ἔλεγε ἴσως κανείς πώς τά κείμενα ἐσωτερικῆς δράσης, ἐπειδή εἶναι σέ μεγάλο βαθμό κείμενα διαλογισμοῦ, ρέπουν πρός τό θεωρητικό ἤ τόν ἀφηρημένο λόγο. Κάτι πού δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τήν πραγματικότητα. Εἶναι ὡστόσο ζήτημα προσωπικοῦ χειρισμοῦ τῆς γλώσσας. Στήν Εὐρυδίκη ἡ ἀφήγηση κυλάει ἄνετα, μέ πολύ ἁπλό τρόπο. Ὁ λόγος πού χρησιμοποιεῖ ἡ πεζογράφος βγαίνει ἀπό τόν προφορικό λόγο τῆς καθημερινότητας, μέ ἀποτέλεσμα νά εἶναι συγκεκριμένος, στρωτός καί ἄμεσος. Εἶναι, θά λέγαμε, λόγος πραγμάτων. Καί μολονότι εἶναι συχνά μακροπερίοδος, καταφέρνει νά διατηρεῖ τήν ὑφή τῆς προφορικότητάς του. Εἶναι μᾶλλον βέβαιο πώς ἡ εὐστοχία τῆς πεζογράφου στόν ἐκφραστικό τομέα ἔχει νά κάνει μέ τή μακρά ἄσκησή της, τόσο στόν ποιητικό λόγο, ὅσο καί στόν πεζογραφικό. Ἔχω πάντως τήν ἐντύπωση πώς αὐτή τή φορά ξεπέρασε τόν ἑαυτό της.

Καί ὄχι μόνο ἀπό ἐκφραστική ἄποψη, ἀλλά καί ἀπό ἀλλαγή προσανατολισμοῦ. Παραξενεύεται κανείς νά βλέπει μιά συγγραφέα νά ἀνοίγει τό ἐκλεκτότερο μεταλλεῖο της σέ μιά τόσο προχωρημένη ἡλικία. Τί ἔλειπε γιά νά γίνει αὐτό νωρίτερα; Ἄς εἶναι, κάλλιο ἀργά παρά ποτέ.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 50, Ἰούνης 2011.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας and tagged . Bookmark the permalink.