Μάκη Καραγιάννη: Τό ὄνειρο τοῦ Ὀδυσσέα, (Μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2011).

Τό ὄνειρο τοῦ Ὁδυσσέα εἶναι τό δεύτερο πεζογραφικό βιβλίο τοῦ Μάκη Καραγιάννη. Προηγήθηκε ὁ τόμος Ὁ καθρέφτης καί τό πρίσμα, μέ ἐξαιρετικά διηγήματα, τό 2007. Τώρα κάνει τό πρῶτο του βῆμα στή μυθιστορηματική ἀφήγηση, μ᾿ ἕνα μυθιστόρημα 332 σελίδων.

Τό βιβλίο χωρίζεται σέ τρία μέρη: «Τό βελούδινο χέρι», «Ἡ Ἐγκυκλοπαίδεια τῶν νεκρῶν», «Ὁ φθόνος τῶν θεῶν». Κεντρικό μυθιστορηματικό πρόσωπο τοῦ ἔργου εἶναι ὁ Στέφανος Δενδρινός, τόν ὁποῖο  βιογραφεῖ ὁ φίλος του ἀπό τά φοιτητικά χρόνια Ὀδυσσέας Πανταζῆς, μαθηματικός πού ἔχει ἐπιδοθεῖ στή δημοσιογραφία. Ὁ Στέφανος Δενδρινός, καθηγητής Κοινωνικῆς Ἱστορίας καί Φιλοσοφίας στή Φιλοσοφική Σχολή τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἔχει παραιτηθεῖ προτοῦ νά συμπληρώσει τή θητεία του, βρέθηκε νεκρός στό διαμέρισμά του μέ πολλές μαχαιριές στό σῶμα του. Ὁ φίλος του Ὀδυσσέας θέλοντας νά ἐξιχνιάσει αὐτό τό ἔγκλημα, μᾶς ἐξιστορεῖ ὅσα γνωρίζει γιά τή σταδιοδρομία τοῦ Δενδρινοῦ καί ὅσα προέκυψαν ἀπό τήν ἐπίμονη ἔρευνά του. Οὐσιαστικά πρόκειται γιά τήν θυελώδη πανεπιστημιακή ἄνοδο καί πτώση τοῦ καθηγητῆ Δενδρινοῦ.

Γεννήθηκε σέ μιά φτωχογειτονιά τῆς Σταυρούπολης, στίς παρυφές τῆς Θεσσαλονίκης. Ὁ πατέρας του ἦταν ἀριστερός καί συχνά ἔλειπε στίς ἐξορίες. Ἡ μάνα συντηροῦσε ἕνα μικρομπακάλικο. Συμβολικά ἡ βιογραφία τοῦ Στέφανου Δενδρινοῦ συνδέεται μέ τά τέσσερα σπίτια πού κατοίκησε (φτωχικό πατρικό στή Σταυρούπολη, τριάρι διαμέρισμα στήν Τούμπα, πολυτελής βίλα στό Πανόραμα, τριάρι στήν Πλατεία Ναυαρίνου) καί τίς τέσσερεις γυναῖκες  μέ τίς ὁποῖες συνδέθηκε μαζί τους (Ἰουλία, Μερόπη, Ἄννα, Τζούλια). Ἀπό τίς γυμνασιακές ἀσχολίες τοῦ συρμοῦ τόν ἔβγαλε ἡ διαβασμένη Ἰουλία.  Παρακινημένος ἀπό τίς ἰδέες της, ἰδίως ὅμως ἀπό ἐκεῖνες τοῦ ἀδερφοῦ της πού φοιτοῦσε στό δεύτερο ἔτος τῆς Νομικῆς, μετέχει στήν ἀντίσταση κατά τῆς Χούντας μέ συνέπεια νά καταλήξει στό Γεντί Κουλέ, ὅπου βασανίστηκε. Στά φοιτητικά χρόνια στή Φιλοσοφική Σχολή γνώρισε τή Μερόπη, πού ἦταν καλά ἐνημερωμένη πάνω στά κινηματογραφικά πράγματα. Ἀργότερα τήν παντρεύτηκε, ἀπόκτησαν δυό παιδιά (τριάρι στήν Τούμπα) καί χώρισαν. Στήν ἀκμή τῆς ἐπιστημονικῆς του σταδιοδρομίας γνώρισε τήν Ἄννα. Ἦταν κόρη γιατροῦ πανεπιστημιακοῦ χειρουργοῦ. Θέλοντας ν᾿ ἀκολουθήσει τό δικό της ἄστρο, παράτησε τίς σπουδές στήν ἰατρική (παρά τήν ἐπιθυμία τοῦ πατέρα της) καί ἔφυγε στό Παρίσι, ὅπου σπούδασε τίς νεότερες θεωρίες στή λογοτεχνία. Ὡραιότατη, αἰσθησιακή, φιλόδοξη, ἀμοραλίστρια καί μέ ἔφεση πρός τή λαμπερή ζωή. Ὁ Δενδρινός τή βοήθησε νά ἐξελιχτεῖ δίπλα του, ἐνῶ συμβίωναν (τριάρι στήν Τούμπα). Κι ὅταν ὡς ἀντπρύτανης τοῦ Πανεπιστημίου, μέ τή συνέργεια τῆς Ἄννας, ὑπογράφει μιά συμφωνία πολλῶν ἑκατομηρίων δραχμῶν ἀνάμεσα στό Πανεπιστήμιο καί τήν ἑταιρεία Index Data, ἀποκτάει οικονομική εὐρωστία, ἀγοράζει πολυτελή βίλα στό Πανόραμα καί ἐξοχικό στήν Ἀράχωβα. Ἡ σκαδαλώδης ὅμως συμφωνία ἔρχεται στήν ἐπιφάνεια, ἡ Ἐπιτροπή Ἐρευνῶν τοῦ Πανεπιστημίου παραπέμπει τόν ἀντιπρύτανη καί δύο οἰκονομικούς ὑπαλλήλους στόν Ἀνακριτή. Ἡ Ἄννα κρίνεται μέ ἐλαφρυντικά. Ὁ Δενδρινός, ἀφοῦ ἀπάλλαξε τήν Ἄννα ἀπό κάθε εὐθύνη, παρουσιάστηκε ἀπό μόνος του στόν ἀνακριτή, ὅπου διαπίστωσε πώς ἡ ὑπόθεση ὁδεύει πρός ἐκδίκαση. Μάλιστα ὁ ἀνακριτής μέ τή σύμφωνη γνώμη τοῦ εἰσαγγελέα πρότεινε, γιά λόγους ἐπικαιρικῆς σκοπιμότητας, τήν προφυλάκισή του στό Ἑπταπύργιο, ὅπου εἶχε φυλακιστεῖ καί τόν καιρό τῆς Χούντας. Ὡστόσο τελικά δέν καταδικάζεται, καταδικάστηκαν μόνο οἱ δυό ὑπάλληλοι τῆς Οἰκονομικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ Δενδρινός ὡστόσο παραιτεῖται ἀπό καθηγητής καί νοικιάζει ἕνα τριάρι στή Ναυαρίνου. Ἡ Ἄννα τόν ἔχει ἤδη παρατήσει. Τότε, μέσα στή θλίψη του καί τόν αὐτοέλεγχο γνωρίζει τυχαῖα τή Μολδαβή πόρνη-χορεύτρια Τζούλια. Συνδέεται μαζί της καί τῆς προτείνει νά ἐγκαταλείψει αὐτόν τόν τρόπο ζωῆς καί νά μείνει μαζί του. Ἐκείνη φοβᾶται τόν Σωματέμπορα-νταβατζή «Τίγρη». Ὁ Δενδρινός καταγγέλλει τόν «Τίγρη» στήν ἀστυνομία. Ὁ «Τίγρης» μπαίνει γιά δυό μῆνες στή φυλακή καί μετά βγαίνει. Ἀργότερα ὁ πρώην ἀντιπρύτανης βρίσκεται δολοφονημένος στό διαμέρισμά του.

Ἡ ἀπόφαση τοῦ Ὀδυσσέα Πανταζῆ, νά ἀσχοληθεῖ μέ τή ζωή καί τό τέλος τοῦ φίλου του Στέφανου, προῆλθε ἀπό τόν ἀνεξήγητο θάνατό του. Οἱ πρῶτες ὑποψίες πέφτουν πάνω στόν Περικλή Σκαρλάτο, γνώριμο τοῦ Δενδρινοῦ ἀπό τά φοιτητικά χρόνια. Ἀδύνατος ἐπιστημονικά, ἀλλά ἐλισσόμενος καί ἀναρριχώμενος, τόν ὁποῖο ὁ Δενδρινός βοήθησε νά ἀνέβει τήν ἱεραρχική κλίμακα παρ᾿ ἀξίαν. Κι αὐτό τό πλήρωσε γιατί ὁ Σκαρλάτος, ὡς πρωτοβάθμιος καθηγητής, ἐπιδόθηκε σέ ἔντονη παραγοντική δραστηριότητα καί στράφηκε καί ἐναντίον τοῦ εὐεργέτη του. Ἦταν ὁ κύριος παρασκηνιακός δράστης στό νά παραπεμφθεῖ ἡ ὑπόθεση τοῦ Δενδρινοῦ στόν ἀνακριτή ἀπό τήν Ἐπιτροπή τῶν Ἐρευνῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ Ὀδυσσέας Πανταζής, ξεκινώντας ἀπό μιά μικρή ἐγγραφή στό ἡμερολόγιο πού κρατοῦσε ὁ Δενδρινός, ὁδηγήθηκε στό οἰκογενειακό παρελθόν τῶν δύο ἀντρῶν καί πιό συγκεκριμένα στούς παπποῦδες τους. Ὁ Λέανδρος Δενδρινός παππούς τοῦ Στέφανου ἦταν καπνεργάτης. Καί ὁ Μιχαήλ Σκαρλάτος, ὁ ἐπιλεγόμενος «᾿Ερημίας», γιός πόρνης καί ἄγνωστου πατέρα, ἦταν παππούς τοῦ Περικλῆ. Ἄν καί γνωστοί μεταξύ τους, ὁ Δενδρινός ἦταν ἀριστερός, ἑνῶ ὁ «᾿Ερημίας» «ἀντικομμουνιστής καί χαφιές τῆς ἀσφάλειας». Σέ μιά ἀπεργία τῶν καπνεργατῶν ὁ «Ἐρημίας» ὑπῆρξε ἀπεργοσπάστης. Τρεῖς φίλοι ἀριστεροί, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ Λέανδρος Δενδρινός, ξυλοφόρτωσαν τόν «Ἐρημία». Στίς κινητοποιήσεις τῶν ἐργατῶν τό 1936, ὁ «Ἐρημίας» πυροβόλησε κρυφά καί σκότωσε τόν ἕναν ἀπό τούς τρεῖς πού τόν εἶχαν ξυλοκοπήσει -ὄχι τό Λέανδρο Δενδρινό. Τόν καιρό τοῦ ἀντάρτικου ὁ Λέανδρος, ὄντας ταγματάρχης τοῦ ΕΛΑΣ, φορώντας πολιτικά, κατέβηκε στή Θεσσαλονίκη καί δολοφόνησε τόν «Ἐρημία». Ὅμως ὅλη αὐτή ἡ ἔρευνα πού ἔκανε ὁ Πανταζής μέ τή βοήθεια τῆς πανεπιστημιακοῦ φίλης του Μιράντας, ἄν καί ἔφερε στή ἐπιφάνεια πολλά γεγονότα τοῦ παρελθόντος στή Θεσσαλονίκη καί πολλούς θανάτους (πρόκειται γιά τό δεύτερο μέρος τοῦ βιβλίου πού ἐπιγράφεται «Ἡ ἐγκυκλοπαίδεια τῶν νεκρῶν»), δέν ὁδήγησε πουθενά σχετικά μέ τή δολοφονία τοῦ πρώην ἀντιπρύτανη. Ἔτσι ὁ Περικλής Σκαρλάτος βγαίνει ἀπό τό λογαριασμό τῶν ὕποπτων.

Ἔκτοτε ἡ ἔρευνα στρέφεται πρός ἄλλη κατεύθυνση. Πρός τόν ἀρχαιοκάπηλο, νεόπλουτο, παράγοντα, Λέοντα Ζερβό καί τόν ἀντίπαλο τοῦ Στέφανου στά ζητήματα τῆς δυτικῆς καί ἀνατολικῆς ζωγραφικῆς Ἰάκωβο Δαπόντε. Ὁ Δαπόντε ἀνῆκε στή χριστιανική ὀργάνωση τῆς «Ζωῆς», μορφωμένος ἱερωμένος, φανατικός πολέμιος τῆς δυτικῆς ἀναγεννησιακῆς ζωγραφικῆς, ὄντας ὁ ἴδιος ἁγιογράφος. Ἡ σχέση τοῦ Ζερβοῦ μέ τό Δαπόντε δέν εἶναι φιλική. Αἰτία ἕνας «κώδικας» πού βρέθηκε στή Μεγίστη Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἕνα παλίμψηστο πού οἱ πρῶτες ἐξετάσεις ἔδειξαν πώς κάτω ἀπό τό θρησκευτικό χειρόγραφο κρυβόταν σημαντικότατο κείμενο τοῦ Ἀριστοτέλη. Τόν «Κώδικα» αὐτόν τόν εἶχε μελετήσει καί ὁ Στέφανος Δενδρινός καί σ᾿ ἕνα συνέδριο, μέ ἀντικείμενο τόν «κώδικα», πρότεινε νά σταλθεῖ τό χειρόγραφο στό Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης τοῦ Λονδίνου, ὥστε νά διαβαστεῖ ὅλο τό ὑποκείμενο ἀριστοτελικό κείμενο. Σ᾿ αὐτή τήν πρόταση ἀντιτάχτηκε σφόδρα ὁ Δαπόντε. Ποῦ βρικόταν ὅμως ὁ «κώδικας», πού στό μεταξύ εἶχε φυγαδευτεῖ ἀπό τή Μεγίστη Λαύρα; Βρισκόταν μᾶλλον στά χέρια τοῦ πονηροῦ ἔμπορα Ζερβοῦ. Τό πράγμα μπλέκεται, ἀλλά ἡ ἔρευνα τοῦ Πανταζῆ καί τῆς φίλης του Μιράντας, ἄν καί ἀποκαλύπτει πολλή βρομιά γύρω ἀπό τήν ὑπόθεση τοῦ «κώδικα», δέν καταλήγει σέ κάτι θετικό γιά τή δολοφονία τοῦ πρώην ἀντιπρύτανη. Φῶς πέφτει ἀπό τή «μυστηριώδη μαυροφορημένη γυναίκα» πού εἶχε παρακολουθήσει τήν κηδεία τοῦ Δενδρινοῦ καί ἀμέσως ἐξαφανίστηκε. Ἦταν, ἀφοῦ κατάφερε νά τήν ταυτίσει ὁ Πανταζῆς, ἡ Τζούλια. Ἡ ὡραιότατη Μολδαβή πού ἔφτασε νά χρησιμοποιηθεῖ ὡς μοντέλο τοῦ Δαπόντε καί τελικά νά γίνει ἐρωμένη του. Ἡ Τζούλια, μετά ἀπό διάφορες συζητήσεις μέ τόν Πανταζῆ, τοῦ ἀποκάλυψε πώς τό Στέφανο Δενδρινό, τόν πρώην ἀντιπρύτανη, τό δολοφόνησε ὁ θηριώδης σοματέμπορας «Τίγρης», τόν ὁποῖο κάλυπτε μάλιστα ἡ ἀστυνομία. Ἄς σημειωθεῖ πώς ὁ «Τίγρης» ἀνῆκε ἰδεολογικά στούς φανατικούς ἀκροδεξιούς. Εἶχε πάει στό Κοσσυφοπέδιο καί, κατά τήν ὁμολογία του, εἶχε καθαρίσει στή Σρεμπρένιτσα κάμποσους Μουσουλμάνους. Τελικά καί ἡ Τζούλια βρέθηκε νεκρή. Εἶχε πέσει ἤ τήν εἶχαν ρίξει ἀπό τόν τρίτο ὄροφο τῆς πολυκατοικίας πού ἦταν κλεισμένη. Ἔτσι τελειώνει καί τό τρίτο μέρος τοῦ βιβλίου, τό μέρος πού ἐπιγράφεται «Ὁ φθόνος τῶν θεῶν».

*

Τό πολύπτυχο μυθιστόρημα τοῦ Καραγιάννη, πού μόνο μιά χοντρική σκιαγραφία ἔδωσα παραπάνω, ἄν καί καθαυτό συναρπαστικό, δέν ἔχει στόχο νά ἐντυπωσιάσει μέ τήν πλοκή του. Στόχος τοῦ πεζογράφου εἶναι νά δείξει τά κακῶς κείμενα. Νά βγάλει στή φόρα αὐτό πού κρύβεται κάτω ἀπό τήν προσχηματική ἐπιφάνεια τῆς συμπεριφορᾶς μας. Τῆς συμπεριφορᾶς μας ὡς πολίτες, ὡς ὁμάδες, ὡς ὀργανισμούς, ὡς κράτος. Τελικά ὡς ἀνήθικη καί διεφθαρμένη κοινωνία. Ἤ μέ τά λόγια τῆς Μιράντας τῆς φίλης τοῦ δημοσιογράφου Ὀδυσσέα Πανταζῆ: «’’ Ὁ σύγχρονος Παρθενώνας μας εἶναι ἡ διαφθορά. Μίζες, ρουσφέτι, γλείψιμο, ὑποκρισία. Θεέ μου! Πῶς κατάντησες ἔτσι τούς περήφανους Ἕλληνες!’’». Γιά νά ἐκπληρώσει τό σκοπό του, ὁ πεζογράφος, διάλεξε ἕναν ἄνθρωπο τοῦ ὁποίου ἡ ζωή τόν ἔφερε σέ ἐπαφή μέ χαρακτηριστικές πλευρές τῆς σύγχρονης νεοελληνικῆς πραγματικότητας. Τό γεγονός ὅτι ὁ Στέφανος Δενδρινός ξεκίνησε ἀπό φτωχή ἀριστερή οἰκογένεια καί μάλιστα ὡς ἀντιστασιακός κατά τῆς Χούντας ὁ ἴδιος, γιά νά καταλήξει ἄνθρωπος τῆς ἐξουσίας καί τῆς μίζας, δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο. Πόσοι γύρω μας δέν εἶναι τοῦ ἴδιου φυράματος. Πόσα τέτοια δέν ἔχουν συμβεῖ μέσα στό στενό μας περιβάλλον. Καί πόσα στή δημόσια ζωή. Ὡραῖα, θά πεῖ κανείς, ἔτσι εἶναι, ἀλλά γιατί πρέπει νά ἀνασκαλεύουμε αὐτόν τό βόθρο. Λοιπόν, ὁ Καραγιάννης δέν κρύβεται. Ἀναρωτιέται μέ εἰλικρίνεια, μέ τό προσωπεῖο τοῦ Ὀδυσσέα Πανταζῆ, τί θά ἔκανε ἄν βρισκόταν στή θέση τοῦ Δενδρινοῦ: θά ἔβαζε τό δάχτυλο στό μέλι γιά νά τό γλείψει ἤ ὄχι; Γιατί τό ζήτημα δέν εἶναι νά δαχτυλοδείχνουμε τούς φαύλους, τό ζήτημα εἶναι νά μήν ἐξαιροῦμε τούς ἑαυτούς μας. Ἐπανειλημμένα ὁ Καραγιάννης θέτει αὐτό τό ζήτημα. Καί κάτι ἄλλο. Μέσα πάλι ἀπό τό προσωπεῖο τοῦ Πανταζῆ ἀπαντάει στό γιατί δέν πρέπει νά σωπαίνουμε. Ἀπό τό ἕνα μέρος ἀναφέρεται στήν Αἰσθηματική ἀγωγή τοῦ Φλωμπέρ, πού τήν θεωρεῖ παράδειγμα βαθιᾶς κοινωνικῆς κριτικῆς. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος παραπέμπει σέ ὁρισμένο περιστατικό. Ὡς μαθηματικός, ἄν καί δημοσιογραφεῖ, ὁ Πανταζής εἶναι θαυμαστής τοῦ Κ. Καραθεοδωρῆ. Ὅμως τό Μάρτη τοῦ 1933 ὁ Α. Ἀϊνστάιν ἔκανε δηλώσεις στήν Ἀμερική «γιά τήν ἔλλειψη πολιτικῆς ἐλευθερίας στή Γερμανία». Τότε διαγράφτηκε ἀπό ἀκαδημαϊκός τῆς πρωσσικῆς καί τῆς βαυαρικῆς Ἀκαδημίας. Ὁ Καραθεοδωρή πού ἦταν μέλος αὐτῶν τῶν ἀκαδημιῶν «δέν εἶπε λέξη», γιά τή διαγραφή τοῦ Ἀϊνστάιν. «Γιατί», ρωτάει ὁ Πανταζής, «σιωποῦν οἱ ἄνθρωποι ὅταν δέν πρέπει; Ὅλα τά καθεστῶτα, ὅλες οἱ ἀδικίες στηρίζονται στή δική μας σιωπή….»

Μιά ἀπό τίς βασικές ἀρετές τοῦ βιβλίου εἶναι ὅτι ὁ συγγραφέας του δέν χαρίζεται σέ κανένα ἀπό τά ἀφηγηματικά του πρόσωπα. Μάλιστα προβληματίζεται καί γιά τή δική του ἀμεροληψία, δίνοντας ἕνα μάθημα συγγραφικῆς ἀκεραιότητας. Ἀπ᾿ ὅλα τά μυθιστορηματικά πρόσωπα, φαίνεται νά βλέπει μέ περισσότερη συμπάθεια τό Στέφανο Δενδρινό. Ταυτόχρονα ὡστόσο σημειώνει μία μία τίς βαθμίδες τῶν συμβιβασμῶν του. Ἀρχικά ὑπῆρξε ἕνας ρομαντικός ἀντιστασιακός στή Χούντα, μέ τίς χάρες τῆς ὁμαδικῆς ζωῆς καί τῆς δράσης. Ἄν ὅμως ἔκαναν ὅλοι τό ἴδιο ἡ Χούντα θά ᾿πεφτε σέ μιά μέρα. Ἄρα πόσοι δέν τό ἔκαναν; Γι᾿ αὐτό δέν μπορεῖ νά παραγραφτεῖ εὔκολα ἡ ἀντιστασιακή του δράση καί τά βασανιστήρια στό Ἑπταπύργιο. Ἄλλωστε δέν ἐπιδίωξε νά τήν ἐξαργυρώσει ἔκτοτε, ὅπως πολλοί τό ἔκαναν. Ἡ ἔννοια τῆς ἀντίστασης, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, προϋποθέτει ὁρισμένο ἠθικό ἕρμα: ἀντιστέκομαι γιατί δέν συμβιβάζομαι. Μ᾿ αὐτή τή σημασία ἡ ἀντίσταση μᾶς ἀκολουθεῖ σ᾿ ὅλη μας τή ζωή. Πότε ὁ Δενδρινός δέν ἀντιστάθηκε; α) Δέν ἀντιστάθηκε ὅταν τά ᾿φτιαξε μέ τή Μερόπη, ἑνῶ ἤξερε πώς ἦταν ἐρωμένη τοῦ φίλου του Σκαρλάτου. β) Δέν ἀντιστάθηκε, θέλω νά πῶ δέν ἔμεινε πιστός στόν ἑαυτό του, ὅταν «Τή δεκαετία τοῦ ᾿80 μεταμορφώθηκε σέ ἕναν συνετό καί σοβαρό προοδευτικό ἄνθρωπο, πού ἀγωνίζεται γιά τήν ἀλλαγή τῆς κοινωνίας. Ἕνα μετριοπαθή κυβερνητικό πού δέν ξεχνᾶ τό παρελθόν του. ἀλλά δέν μπορεῖ νά ἀνεχθεῖ τίς ὑπερβολές καί τίς ἀνοησίες τῆς νεότητας…» γ) Δέν ἀντιστάθηκε ὅταν ἔγινε λέκτορας, ἐνῶ ἤξερε πώς ὑπῆρχε ἄλλη ἐκλεκτή ὑποψηφιότητα πού ἀδικήθηκε, μέ συνέπεια νά φύγει στήν Ἀμερική, ὅπου καί διέπρεψε, ὁ ἀδικημένος. δ) Δέν ἀντιστάθηκε ὅταν βοήθησε νά ἀνέβει, παρ᾿ ἀξίαν, τήν πανεπιστημιακή κλίμακα ὁ φίλος του Περικλής Σκαρλάτος. ε) Δέν ἀντιστάθηκε ὅταν προώθησε βιαστικά τήν ἐρωμένη του Ἄννα στήν πανεπιστημιακή ἱεραρχία. στ) Δέν ἀντιστάθηκε ὅταν ἔγινε κοσμήτορας τῆς Σχολῆς, καταφεύγοντας γιά τήν ἐκλογή του σέ «ἀθέμιτα μέσα». ζ) Δέν ἀντιστάθηκε, ἑπόμενο ἦταν, νά δεχτεῖ μίζα ἀπό μιά ξένη ἑταιρεία, γιά νά περάσει στίς πολυτέλειες τῆς λαμπερῆς ζωῆς. Δέν ἦταν ἑπομένως ἡ πρώτη φορά πού τόν εἶχε ἀγγίξει τό «βελούδινο χέρι». Ταυτόχρονα, ὁ συγγραφέας, δέν ξεχνάει τίς θετικές πλευρές του. Περσσότερο ὅμως προσπαθεῖ νά καταλάβει, νά ἐξηγήσει τή συμπεριφορά τοῦ Δενδρινοῦ. «’’Πῶς ἔφτασε αὐτός ὁ ἀδάμας τῆς ἀξοπρέπειας, πού ἔλαμψε στά κελιά τοῦ Ἑπταπυργίου, νά πνιγεῖ στή λάσπη τῆς διαφθορᾶς; […] Πῶς ἔφτασε ἡ Ἑλλάδα, πού βημάτιζε ἐπί δεκαετίες μέ τήν τραγική ἀνάσα, πού ἔπνιγε τόν καημό της στά μοιρολόγια, πού τό κάθε σπίτι εἶχε καί μιά τραγική ἱστορία αἵματος, νά τελειώνει τόν αἰώνα μέσα στήν ἐλαφρότητα καί στόν ἀμοραλισμό;’’» Πολλά τά ἐρωτήματα, τόσο γιά τό Δενδρινό, ὅσο καί γιά ὅλους μας. Π.χ: «Πόσοι  ἀπό  μᾶς εἶναι  ἕτοιμοι  νά  ζήσουν μέ τήν ἀλήθεια;» Σέ ὁρισμένη περίπτωση πού ὁ Δενδρινός προκλήθηκε νά πάει σέ τηλεοπτική διαμάχη μέ τόν Δαπόντε, ἀναρωτιέται: «Τί ἔκανε τόν Στέφανο νά ἀποδεχτεῖ τήν πρόσκληση; Ἴσως ὑπέκυψε στήν ἀνθρώπινη ματαιοδοξία νά βλέπεις τόν ἑαυτό σου στό γυαλί. Ἄλλωστε, τό δόγμα πού κυριαρχοῦσε στό δημόσιο βίο ἦταν τό ‘‘φαίνομαι ἄρα ὑπάρχω’’». Ἀλλά τά ἐρωτήματα δέν τελειώνουν.

Κρίνοντας ἀπό τήν πλευρά τῆς ἡλικίας τοῦ Δενδρινοῦ, τοῦ φίλου του Πανταζῆ καί τοῦ πεζογράφου, ἡ κεντρική φωτεινή δέσμη τοῦ φακοῦ πέφτει πάνω στή γενιά τοῦ Πολυτεχνείου, πού βιάστηκε νά ἐκπορνευτεῖ. Στήν πίσω σελίδα τοῦ πίσω ἐξώφυλλου τοῦ βιβλίου διαβάζουμε, μεταξύ ἄλλων τά ἀκόλουθα: «Ἡ ἠθική χρεοκοπία,  τῆς γενιᾶς τῆς μεταπολίτευσης, πού ξεκίνησε μέ τήν ὡραία ματαιοδοξία νά ἀλλάξει τόν κόσμο καί διαλύθηκε σέ μιά μπέλ ἐπόκ τῆς κατανάλωσης -ἄντεξε τόν φάλαγγα καί τόν βούρδουλα, ἀλλά λύγισε στό βελούδινο χέρι». Εἶπα «ἡ κεντρική δέσμη τοῦ φακοῦ», γιατί θά ἦταν ἄδικο νά φορτωθοῦν ὅλα στή γενιά τοῦ πολυτεχνείου. Τό βιβλίο ξεσκεπάζει πολλές πτυχές τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, (τῆς πολιτικῆς, τῆς πανεπιστημιακῆς κοινότητας, τῆς ἐκκλησίας, τῆς ἀστυνομίας, τῆς δικαιοσύνης, τοῦ ὑποκόσμου…) Καί στή σύνθεση ὅλλων αὐτῶν δέν μετέχει μόνο ἡ ἡλικιακή κλάση τοῦ Δενδρινοῦ. Μετέχουν καί οἱ προηγούμενες καί οἱ προπροηγούμενες. Καμιά ἡλικία δέν ἐξαιρεῖται στό βιβλίο -πολύ σωστά.

*

Τό ὄνειρο τοῦ Ὀδυσσέα εἶναι μυθιστόρημα κι ἕνα μυθιστόρημα δέν γίνεται μέ τήν ὅποια εὔστοχη θεωρητική κοινωνική κριτική, ἀλλά μέ πράξεις. Κι ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἐπιτυχία τοῦ πεζογράφου Καραγιάννη, ὁ ὁποῖος μᾶς μιλάει μέσα ἀπό γεγονότα. Τή σειρά τῶν γεγονότων τήν εδωσα περιληπτικά στό ἀρχικό μέρος. Τώρα θέλω νά σταθῶ σέ ὁρισμένα παραδειγματικά σημεῖα πρακτικοῦ ἀφηγηματικοῦ τρόπου.

Ἡ μεταμόρφωση τοῦ Στέφανου Δενδρινοῦ ἀπό φτωχόπαιδο τῆς Σταυρούπολης σέ κάτοχο βίλας στό Πανόραμα μᾶς δίνεται ἀπό πολλές πλευρές. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτές ἀξίζει νά προσέξουμε μιά λεπτομέρεια: τήν προοδευτική ἀλλαγή τῶν ρούχων του. Πρῶτα τά φτηνά πάνινα πού ἀγόραζε ἡ μάνα του ἀπό τή λαϊκή. Ἔπειτα, μέ δικά του χρήματα, δυό πολύχρωμα Ἀρμάνι. Καί πολύ ἀργότερα ἡ κορυφαία ἀλλαγή: «Ὡς αντίδραση στά παλιά φθαρμένα πουκάμισα πέρασε στά χειροποίητα», καί μάλιστα μέ μονόγραμμα.

Κάποτε, ὅταν γύρισαν μέ τήν Ἄννα, ἀπό μιά λαμπερή ἐκδήλωση, στό τριάρι τῆς Τούμπας, τότε: «τό πρῶτο πράγμα πού ἀντίκρισαν στό σπίτι μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τό γκαλά», ἦταν τά πιάτα. «Τά πιάτα πού μένουν στό τραπέζι μετά τό φαγητό. Οἱ παντόφλες πού βόσκουν ἀδέσποτες. Τά σκουπίδια πού ξεχειλίζουν στόν πλαστικό κουβά καί μυρίζουν. Τό χάος πού ἀρνεῖται νά γίνει τάξη. Αὐτές εἶναι οἱ συμπληγάδες ἀπό τίς ὁποῖες πρέπει νά περάσει ὁ μεγάλος ἔρωτας [τους] γιά νά ἐπιβιώσει». Ἀπωθώντας  αὐτά «τά πιάτα» δέν εἶναι πολύ μεγάλη ἡ διαδρομή ὥς τήν ἀναζήτηση τρόπου νά ξεφύγει τό ζευγάρι ἀπό τό ἐπίπεδο «τῶν πιάτων». Τό περιστατικό εἶναι προανάκρουσμα γιά τό τί θά ἀκολουθοῦσε.

Μετά τίς ἀνακρίσεις γιά τή σκανδαλώδη συμφωνία μέ τήν ξένη ἑταιρεία, καί τά γλυκά μάτια τῆς Ἄννας στόν Σκαρλάτο, ξεσπάει σφοδρή σύγκρουση ἀνάμεσα στό Στέφανο καί στήν Ἄννα. Βρισκόμαστε στή βίλα τοῦ Πανοράματος, ὅταν τό κύρος τοῦ Στέφανου στό πανεπιστήμιο ἔχει τραυματιστεῖ, ἐνῶ τά ὄνειρά του γιά τό πέρασμα στό στίβο τῆς πολιτικῆς ἔχουν ἐξανεμιστεῖ. Ἡ ἀτμόσφαιρα στήν πολυτελή βίλα εἶναι βαρειά. Ὁ Στέφανος, ἐνῶ σκέφτεται τήν κατάστασή του, βλέπει τή συλλογή ἀπό τά ἀκριβά βάζα καί τά κομψοτεχνήματα πού εἶχε γεμίσει τό χῶρο ἡ Ἄννα. Ἀνάμεσά τους ξεχώριζε πάνω στήν κονσόλα τό μπλέ βάζο πού εἶχε πάρει, ὅταν εἶχαν ἐπισκεφτεῖ τό «μουσεῖο τῆς Ecole de Nancy. Ἦταν ἀπό φυσητό χειροποίητο κρύσταλλο, μέ μαργαρίτες καί κόκκινα κρίνα. Τοῦ κορυφαίου τῆς ἄρ νουβό Ἐμίλ Γκαλέ». Σέ κάποια στιγμή ὁ Στέφανος ξεσπάει: «’’Ἀναρωτιέμαι τί τά θέλεις ὅλα αὐτά’’ τῆς εἶπε δείχνοντας μέ τό χέρι». Ἡ συνέχεια εἶναι ἕνας διάλογος ἔξω ἀπό τά δόντια, μέ δηκτικές προκλήσεις κι ἀπό τά δυό μέρη. Ὥσπου ὁ Στεφανος παραφέρεται: «Ὅρμησε στό βάζο τοῦ Γκαλέ καί τό πέταξε στό πάτωμα. Ὕστερα πῆγε ἀπό πάνω καί ἄρχισε νά τό ἀποτελειώνει μέ τά παπούτσια. Πατοῦσε μέ λύσσα τά κομματάκια μέχρι νά γίνουν σκόνη». Τά «πιάτα» καί τό «βάζο» σημαίνουν ὁρισμένη ἔντονη ψυχολογική κατάσταση, ἡ ὁποία ὅμως δέν δηλώνεται ρητά, ἀλλά ὑποδηλώνετα ἀπό τά γεγονότα.  Τέτοια σημεῖα ἔξοχης ἀφηγματικῆς δεξιότητας συναντοῦμε ἀρκετά μέσα στίς τριακόσιες σελίδες τοῦ μυθιστορήματος.

Ἡ γλώσσα τοῦ κειμένου διακρίνεται γιά τήν καθαρότητά της. Ὄχι μπουρδουκλωμένες φράσεις, ὄχι φραστικά πυροτεχνήματα, ὄχι ρητορεῖες. Ὄχι γλώσσα τῆς τηλεόρασης –τέτοια πού ἔχει πάρει διαστάσεις γλωσσικῆς συμφορᾶς γιά τούς νεότερος συγγραφεῖς μας. Εἶναι ἀπογοητευτικό νά βλέπει κανείς ἀνθρώπους πού φιλοδοξοῦν νά διακονήσουν τό λόγο, νά παραδειγματίζονται ἀπό ἀστοιχείωτους δημοσιογράφους. Ὁ λόγος τοῦ Καραγιάννη δέν ἔχει καμιά σχέση μέ αὐτόν τῆς τηλεόρασης, ἐνῶ διακρίνεται γιά τήν ντομπροσύνη καί τόν αὐθορμητισμό του. Χωρίς κορόνες, ἀλλά μέ σταθερό βηματισμό καί μέ σαφεῖς ἀναλογίες μέ τήν προφορική μιλιά. Ἔξω ἀπό τό ἦθος καί τό κλίμα αὐτῆς τῆς γραφῆς θά ἔλεγα πώς βρίσκονται, πράγμα πού κάνει ἐντύπωση, μερικές λέξεις τύπου «κυριλέ». Δέν καταλαβαίνω π.χ. γιατί πρέπει νά γράφουμε «ρεστοράν» καί ὄχι ἑστιατόριο, γιατί «γκαλά», «ὀρντέβρ», «σαβουάρ βίβρ», γιατί «gourmet», consept, «deal»· τί μᾶς δεσμεύει γιά νά χρησιμοποιοῦμε τέτοιες λέξεις; Ἡ ὅποια κυριλέ ἐμφάνιση ἑνός ἀνθρώπου εἶναι γλωσσικά δεσμευτική, ὅταν δέν πρόκειται γιά σάτιρα; Πάντως στήν οὐσία δέν παθαίνει τίποτα τό μυθιστόρημα ἀπό τίς λέξεις αὐτές. Τό ζήτημα εἶναι θεωρητικό: ποιά ἐκφραστική ἀναγκαιότητα ὑπηρετοῦν ὥστε νά μήν εἶναι ἀναντικαταστατές. Ἄν π.χ. ἀντί νά ποῦμε «gourmet» ποῦμε «καλοφαγάς», χάνει τή σημασία της ἡ λέξη; Ἤ ἀντί νά ποῦμε «ορντέβρ» ποῦμε «ὀρεκτικά», λέμε κάτι ἄλλο; Τέλος πάντων, τό παρατράβηξα.

Τελειώνοντας θέλω νά πῶ, ὅπως ἐλπίζω νά φάνηκε ἀπό τά προηγούμενα, ὅτι Τό ὄνειρο τοῦ Ὀδυσσέα, ἀποτελεῖ ἕνα σπουδαῖο μυθιστόρημα. Ἕνα μυθιστόρημα θαρραλέο ὡς πρός τό θέμα του καί πειστικό ὡς πρός τήν πραγμάτωσή του. Μακρινό πρότυπό του ἔχει, ἄν μποροῦμε νά τό ποῦμε ἔτσι, τήν Αἰσθηματική ἀγωγή τοῦ Γουσταύου Φλωμπέρ. Κατά σύμπτωση στό προηγούμενο τεῦχος τοῦ Πλανόδιου εἶχα σχολιάσει, μέ τίτλο «Τά κλασικά καί ὁ φερετζές», ἀρνητικά τήν τωρινή πεζογραφία μας, γιά τό λόγο ὅτι ἀποφεύγει νά ἀσχοληθεῖ μέ τά κακῶς κείμενα τοῦ κοινωνικοπολιτικοῦ παρόντος μας. Κι ἔλεγα πώς αὐτό συνιστᾶ πράξη φυγῆς ἀπό τήν πραγματικότητα, γιατί οἱ πεζογράφοι μας ἀποβλέπουν στίς καλές σχέσεις μέ τά πολλά ποδάρια τῆς ἐξουσίας καί ἰδίως τοῦ θεάματος. Μέ τά συναφή βέβαια ὀφέλη. Ἀντίθετα, ἔλεγα, ἀπ᾿ ὅ,τι μᾶς δίδαξαν, γιά παράδειγμα, ὁ Σταντάλ καί ὁ Φλωμπέρ. Ὁ Καραγιάννης στό βιβλίο του ἀναφέρει μερικούς λογοτέχνες (Ἀναγνωστάκη, Καρυωτάκη, Μπόρχες, Σεφέρη, Σωτηρίου, Φλωμπέρ). Συχνότερα, ὅπως, καί πιό ἐπίμονα τό Φλωμπέρ, ὡς πεζογράφο κυρίως τῆς Αἰσθηματικῆς ἀγωγῆς. Ἄρα μποροῦμε νά ὑποθέσουμε ὅτι μαθήτεψε ἐπισταμένως σ᾿ αὐτό τό ἔργο. Ἀλλά μαθήτεψε ἤ δέν μαθήτεψε, λίγο ἐνδιαφέρει. Σημασία ἔχει ὅτι, ἔχοντας τό θάρρος τῆς γνώμης του, ματιά κοινωνικοῦ ἀνατόμου καί ἀφηγηματικό τάλαντο, μᾶς ἔδωσε ἕνα ἔργο σημαντικό, τόσο ἀπό ἄποψη προβληματισμοῦ, ὅσο καί ἀπό ἄποψη αἰσθητικῆς πραγμάτωσης. Πρέπει νά πῶ πάντως πώς τό μέρος τοῦ βιβλίου πού διαβάζεται μέ περισσότερο ἐνδιαφέρον εἶναι τό πρῶτο, τό ἐπιγραφόμενο «Τό βελούδινο χέρι». Ὅμως ἡ ἀποκάλυψη τῆς κοινωνικῆς μας κατάντιας βγαίνει στήν ἐπιφάνεια ἐξίσου ἀπό τά τρία μέρη.

Μιά παρατήρηση τώρα ἐκτός θέματος. Βλέπω ὅτι ἐμφανίζονται στούς πεζογράφους μας σημάδια βαθιᾶς σχέσης μέ τήν κλασική μουσική. Κάτι πού δέν τό βλέπαμε παλιότερα. Μετά τήν Εἰρήνη Κίτσιου, μετά τόν Ἀλέξανδρο Ἴσαρη, ἔρχεται ἡ σειρά τοῦ Μάκη Καραγιάννη νά μᾶς δώσει δείγματα ἐμπειρικοῦ δεσμοῦ μ᾿ αὐτή τή μουσική. Ἀνάλογα δείγματα ἔχουμε καί ἀπό τήν πλευρά τῆς ποίησης. Προσωπικά τό χαίρομαι ἰδιαίτερα. Ἡ κλασική μουσική ἀσκεῖ, ἄν δέν κάνω λάθος, μοναδική παιδευτική ἀγωγή. Στό βιβλίο τοῦ Καραγιάννη ἀναφέρονται συνθέσεις τοῦ Μπάχ, τοῦ Σοῦμπερτ, τοῦ Σοπέν, τοῦ Μπράμς καί τοῦ Ντβόρζακ.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 52, Ἰούνης 2012.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας and tagged . Bookmark the permalink.