Μάγια Τσόκλη

Δέ θυμοῦμαι πότε ἄρχισα νά βλέπω στήν τηλεόραση περιηγήσεις τῆς Μάγιας Τσόκλη. Σίγουρα πάντως ἀπό τότε πού παρουσίαζε διάφορα ἑλλαδικά ἀξιοθέατα. Ἀργότερα πέρασε τά σὐνορα καί ξανοίχτηκε σέ ἄλλες χῶρες, ἰδίως σέ Ἀφρική καί Ἀσία. Αὐτές οἱ ἐκπομπές της, ἁπό ἁπλή περιέργεια στήν ἀρχή, ἀπόκτησαν μέ τόν καιρό ξεχωριστό ἐνδιαφέρον. Γιατί διέθεταν ὁρισμένα στοιχεῖα πού δέν τά βρίσκουμε εὔκολα σέ ἀνάλογες νεοελληνικές ἐπιδόσεις.

Τό γεγονός βέβαια ὅτι ἡ κοπέλα αὐτή, ἤ μᾶλλον γυναίκα, ἔχει μιά γερή κράση, ἕνα γερό σῶμα πού τά βγάζει πέρα σέ δυσμενεῖς κλιματολογικές ἤ ἄλλες συνθῆκες πού τυχαίνουν, εἶναι ἁπλῶς ζήτημα τύχης. Τύχης βιολογικῆς. Δέν εἶναι ὅμως ζήτημα τύχης ὁ ἄκομψος τρόπος πού ντύνεται. Εἶπα «ἄκομψος», ἐνῶ ἔπρεπε νά πῶ ὁ φυσικός, ὁ ταιριαστός σύμφωνα μέ τή δουλειά της. Κι ἀκόμα ὁ χωρίς κοκεταρία καί ναρκισισμό τρόπος ἐμφάνισης. Ἡ ἔλλειψη προσποίησης, ἡ ἔλλειψη προσωπικοῦ θεατρινισμοῦ -μόνιμο ζακόνι τῆς νεοελληνικῆς συμπεριφορᾶς. Ἀπό τά πιό ψηλά πατώματα ὥς τά πιό χαμηλά τῆς κοινωνίας μας ἡ θεατρική συμπεριφορά, ἡ φιγούρα, ὁ ἐντυπωσιασμός, ἀποτελεῖ ἀξεπέραστο σύμπλεγμα. Βέβαια ἡ δημοσιογράφος αὐτή κάποτε γελάει, ἀλλά γελάει ἀπό πηγαία παρόρμηση. Κάποτε ἀστειεύεται, ἀλλά ὄχι ἀπό ἐγωκεντρική διάθεση. Δέν τήν εἴδα ποτέ νά χάνει τήν ἰσορροπία τῶν λογων της, καθώς ἐπίσης καί τῆς ντομπροσύνης της.

Πέρα ἀπό τά θέμα τῆς «ἄκομψης» ἔμφάνισης ἔχει σημασία νά προσέξει κανείς τήν προετοιμασία της. Τό πόσο φροντίζει κάθε φορά νά εἶναι καλά καταρτισμένη πάνω σέ ὅ,τι θά παρουσιάσει: ἱστορία ἑνός τόπου, μνημεῖα, πολιτισμό, οἰκονομία, ἔθιμα, ἀσχολίες, καθημερινότητα. Φυσικά δέν τά ξέρει ὅλα αὐτά ἀπό τίς σπουδές της, ὅμως φροντίζει νά ἐνημερωθεῖ ἀπό ἔγκυρους εἰδικούς. Ὅπως καταλαβαίνουμε αὐτή ἡ λίγη ὥρα τῆς τηλεοπικῆς ἐκπομπῆς προϋποθέτει παλαπλάσιο χρόνο ἐνημερωτικῆς προετοιμασίας. Ἕνα σκαλί παραπάνω ἀπό τήν ἐνημέρωση βρίσκεται ἡ διάκριση τῶν καίριων καί τῶν ἀπαραίτητων. Τῶν λίγων βασικῶν πάνω στό ἑκάστοτε ἀντικείμενο τῆς ἔρευνας. Τό ξέρουμε ὅλοι πόσο φλύαρο μελέτι εἴμαστε. Ὅταν παίρνει ἐλεύθερα τό λόγο π.χ. ἕνας βουλευτής, ἕνας πανεπιστημιακός, ἕνας λογοτέχνης, δημοσιογράφος, ἡθοποιός,  τραγουδιστής, σπάνια τόν βλέπουμε νά λακωνίζει. Αὐτό πού θέλω νά πῶ εἶναι ὅτι ἡ Τσόκλη, παρουσιάζοντας ἕνα μνημεῖο, ἕναν τόπο, κ.λπ., δέν πέφτει σέ φλυαρίες. Πράγμα ὄχι καί τόσο εὔκολο. Τό νά ξέρεις νά διακρίνεις καί νά ἀφαιρεῖς τά κατά περίπτωση περιττά εἶναι δυσκολότατη δουλειά. Κι εἶναι ἡ διάκριση αὐτή, νομίζω, ἕνας λόγος πού οἱ ἐκπομπές της δέν κουράζουν.

Τά προηγούμενα θά ἦταν ἀρκετά γιά νά κάνουν ἐνδιαφέρουσες τίς ἐκπομπές τῆς Τσόκλη. Δέν εἶναι ὡστόσο τά μοναδικά. Μιά ἄλλη πτυχή τῆς δημοσιογράφου ἀποτελεῖ ὁ λόγος της. Σέ πρῶτο ἐπίπεδο ἡ καθαρότητα τῆς ἄρθρωσης καί ὁ μέσος ρυθμός τῆς ἐκφορᾶς. Ἡ καθαρότητα τῆς ἄρθρωσης ἴσως ὀφείλεται σέ ἄσκηση ὀρθοφωνίας. Ἴσως ἀκόμα καί ὁ μέσος ρυθμός τῆς ἐκφορᾶς: οὔτε γλήγορος, οὔτε ἀργός. Πολλές φορές ἔτυχε νά δυσφορήσω ἀκούγοντας, ἄς ποῦμε δημοσιογραφικές ἀνταποκρίσεις, νά μιλοῦν βιαστικά, ἤ ἀσθματικά τήν ὥρα τῶν εἰδήσεων. Δέν καταλαβαίνω τί τούς κάνει νά μιλοῦν ἔτσι βιαστικά καί ἀφύσικα, σά νά μετέχουν σέ διαγωνισμό ἀπνευστί ὁμιλιῶν. Ἄλλοτε πάλι βλέπουμε ἤ ἀκοῦμε κάποιους νά θέλουν ὧρες γιά νά βγάλλουν μιά λέξη. Συμπεραίνω λοιπόν πώς ὁ ρυθμός τῆς ὁμιλίας δέν εἶναι μόνο θέμα διδαχῆς, ἀλλά καί προσωπικῆς ἀντίληψης στήν ἐκφώνηση τοῦ προφορικοῦ λόγου. Πέρα ὅμως ἀπό αὐτό τό πρῶτο ἐπίπεδο, πού ἀφορᾶ τήν καθαρή ἄρθρωση καί καί τό μέσο ρυθμό ὁμιλίας, ἔχουμε ἕνα δεύτερο. Ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν ἄπταιστη χρήση τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας. Ἐδῶ, ἡ δημοσιογράφος γιά τήν ὁποία μιλῶ, μπορεῖ νά δώσει μαθήματα σέ ὅλους μας. Ξέρω πώς θά μᾶς φαινόταν βαρύ νά σκύβαμε ταπεινά, ὄντας ὑπουργοί, βουλευτές, πανεπιστημιακοί, λογοτέχνες, δημοσιογράφοι, καί νά μαθητεύαμε γλωσσικά, σέ μιά γυναίκα πού παρουσιάζει στήν τηλεόραση τόπους καί ἀνθρώπους. Φυσικά καί δέ θά καταδεχόμασταν νά  κάνουμε κάτι τέτοιο,  ἀλλά γι᾿ αὐτό ἐξακολουθοῦμε νά μιλοῦμε μιξοελληνικά. Ἄς ἀφήσουμε ὅμως τό γενικό ζήτημα. Θέλω ἁπλῶς νά ἐπισημάνω τό ἐξαιρετικό γεγονός ὅτι ἡ Τσόκλη ἔχει φτάσει στό σημεῖο νά μιλάει ἄπταιστα νεοελληνικά. Πού σημαίνει ὅτι ἡ ὁμιλία της χαρακτηρίζεται ἀπό συντακτικήν ἑνότητα. Μένει τέλος ἕνα τρίτο ἐπίπεδο τοῦ λόγου της, ἐξίσου σημαντικό μέ τό δεύτερο. Πρόκειται γιά τόν αὐτοματισμό τοῦ προφορικοῦ της λόγου. Δέν καθυστερεῖ νά βρεῖ τίς κατάλληλες λέξεις, ὅπως δέν καθυστερεῖ νά τίς συντάξει. Ἀντίθετα μιλάει πηγαία σάν νά ἔχει ἀνατραφεῖ σ᾿ ἕνα περιβάλλον μέ παγειωμένο προφορικό λόγο, κάτι πού στήν Ἑλλάδα δέν ἔχουμε. Χαίρεται κανείς νά τήν ἀκούει νά μιλάει ἄνετα πάνω στά ποικίλα θέματα τῆς δουλειάς της μέ φυσικό καί αὐτόματο τρόπο. Εἴτε γιά ἁπλά καθημερινά προϊόντα τῆς ἀγορᾶς μιλάει, εἴτε γιά ἐπιστημονικά θέματα, τό κάνει μέ τήν ἴδια αὐθόρμητη εὐχέρια. Τό ἄθλημα τοῦ γλωσσικοῦ αὐτοματισμοῦ δέ νομίζω πώς ἔχει συνειδητοποιηθεῖ ὡς πρόβλημα στή γλωσσική μας ἀγωγή. Ὅπως ἄλλωστε καί βασικά ἄλλα προβλήματα τῆς γλωσσικῆς μας ἔκφρασης.

Μπορεῖ νά πεῖ κανείς πώς ἡ Μάγια Τσόκλη, στό «ταξιδεύοντας», κάνει καλές ἐκπομπές. Ἄν ἄν ἔγραψα τό προηγούμενα ἦταν γιατί ἤθελα νά δείξω πώς δέν εἶναι τόσο ἁπλό. Τό ἀπροσποίητο φέρσιμο, ἡ ἔγκυρη ἐνημέρωση, ἡ κριτική ἐπεξεργασία τοῦ ὑλικοῦ ὥστε νά κορφολογηθεῖ τό καίριο, ἡ καθαρή, ἄπταιστη καί αὐτοματική ἐκφορά τῆς νεοελληνικῆς, τοποθετοῦν τή δημοσιογράφο ἀνάμεσα στίς λίγες ἐξαιρέσεις τῆς πολισμικῆς μας ζωῆς.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 52, Ἰούνης 2012.

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια and tagged . Bookmark the permalink.