Λόγια καί πράξεις

Τόν προηγούμενο χρόνο (2011) ἐκδόθηκαν, μέ τίτλο Σύν τοῖς ἄλλοις, οἱ συνετεύξεις «μιᾶς πεντηκονταετίας» τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη. Σέ μιά ἀπό αὐτές, στή Σούλα Ἀλεξανδροπούλου, πού δημοσιεύτηκε στήν ἐφημερίδα «Ἡ Καθημερινή» στίς 20 Μαρτίου τό 1977, ἀναφορικά μέ τά λογοτεχνικά βραβεῖα, ὁ ποιητής εἶπε τά ἀκόλουθα:

«Ἡ ποίηση εἶναι μιά ἀποστολή, πού τήν ἐπωμίζεσαι, κάποτε κι ἐναντίον τῶν προθέσεων ἤ τῶν ἄλλων σου ἐπιδιώξεων. Μόνο καί μόνο ἐπειδή αἰσθάνεσαι, ὅτι σοῦ δόθηκε καί μπορεῖς νά προσθέσεις ἕνα λιθαράκι στήν ὑπόθεση. Ἀπό κεῖ καί πέρα, νά σέ στεφανώνουν, μοῦ φαίνεται ἀκατανόητο…»

Στήν ἴδια σελίδα, λίγο παρακάτω:

«Ἔχω πειστεῖ ὅτι ἡ ποίηση δέν εἶναι γιά νά βραβεύεται. Στή νεότητά μου, δέχτηκα κι έγώ ἕνα βραβεῖο εἶναι ἀλήθεια. Ἦταν τό πρῶτο καί τό τελευταῖο.»[1]

Τό βραβεῖο πού δέχτηκε ὁ Ἐλύτης «στή νεότητά» του, ἦταν γιά Τό Ἄξιον Ἐστί τό 1960, ὅταν ἦταν 49 χρονῶν. Ἡ συνέντευξη στή Σούλα Ἀλεξανδροπούλου δόθηκε 17 χρόνια μετά ἀπό αὐτή τή βράβευσή του.

*

Στόν πέμπτο τόμο ἀπό τίς Σελίδες Αὐτοβιογραφίας τοῦ Γ.Θ. Βαφόπουλου διαβάζουμε τά παρακάτω:

«Βρισκόμουν τήν ἄνοιξη τοῦ 1960 στήν Ἀθήνα, ὅταν ἕνα φιλικό  τηλεφώνημα [Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος] μοῦ ἀνάγγειλε πώς ‘‘εἶχεν ἀποφασισθεῖ’’ ἡ ἀπονομεῖ τοῦ πρώτου κρατικοῦ βραβείου γιά τήν ποίηση στή Μεγάλη Νύχτα καί τό Παράθυρο[2] Τελικά τό βραβεῖο δόθηκε, μέ πέντε ψήφους στό Ἄξιον Ἐστί, ἐνῶ Ἡ Μεγάλη Νύχτα καί τό Παράθυρο τοῦ Βαφόπουλου μειοψήφησε παίρνοντας δύο ψήφους. Ἡ ὑπόθεση αὐτή δέν θά ᾿χε κανένα ἐνδιαφέρον, ἄν τό δυό βιβλία ἔχαν ἐκδοθεῖ τήν προηγούμενη χρονιά, τό 1959. Ὡστόσο ὁ Βαφόπουλος στή μεθεπόμενη σελίδα τοῦ ἴδιου τόμου συνεχίζει νά μιλάει γιά τήν ὑπόθεση τῆς βράβευσης. «Ἤξερα», γράφει, «ὅτι τό τύπωμα τοῦ βιβλίου τοῦ Ἐλύτη εἶχε τελειώσει τούς πρώτους μῆνες τοῦ 1960. Εἶχα ἀκόμα τήν πρόσθετη πληροφορία ὅτι Τό Ἄξιον Ἐστί  δέν περιλαμβανόταν στόν κατάλογο ‘‘τῶν κατατεθέντων εἰς τήν Ἐθνικήν Βιβλιοθήκην βιβλίων κατά τό ἔτος 1959’’, πού εἶχε ζητήσει ἡ Ὁμάδα τῶν Δώδεκα, γιά τήν ἀπονομή τῶν δικῶν της βραβείων τό ἑπόμενο ἔτος 1960. Κατά παράξενο ὅμως τρόπο, στόν ἄλλο κατάλογο τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, τῆς ἴδιας χρονιᾶς 1959, πού εἶχε ζητήσει ἀργότερα ἡ ἐπιτροπή κρατικῶν βραβείων, γιά δικό της λογαριασμό, ἦταν καταχωρημένο καί Τό Ἄξιον Ἐστί τοῦ Ἐλύτη!»[3]

Ἡ βράβευση τοῦ Ἐλύτη τό 1960 δέν προκάλεσε ἀρχικά καμιά ἀντίδραση. Ὅμως, ὅπως συνεχίζει ὁ Βαφόπουλος, στίς 24 Αὐγούστου τοῦ 1962, δημοσιεύτηκε στήν ἐφημερίδα «Ἐλεθεροτυπία» πρωτοσέλιδο κείμενο τοῦ Ρένου Ἀποστολίδη μέ τίτλο «’’Πῶς θάβονται τά σκάνδαλα τῶν κρατικῶν βραβείων’’» καί δεύτερο κείμενο τοῦ Ρένου στήν «᾿Ελευθεροτυπία» στίς «4 Ὀκτωβρίου 1962, μέ τόν τίτλο: ‘‘Ἔνοχος σιωπή ἐπί τοῦ σκανδάλου Ἐλύτη’’. «Κι ἀκόμα», συνεχίζει ὁ Βαφόπουλος, «νά προσθέσω καί τό τεῦχος 4 (Ἀπρίλιος 1966) τοῦ περιοδικοῦ Τά Νέα Ἑλληνικά, ὅπου ἐπαναλαμβάνεται δριμύτερη καί ἀπειλητικότερη ἡ καταγγελία τοῦ Ρένου Ἡρ. Ἀποστολίδη, μέ συμπληρωματικά στοιχεῖα.[4] […] Ἐπιπλέον ὁ Ρένος Ἀποστολίδης βεβαιώνει κατηγορηματικά ὅτι εἶχε παρακολουθήσει ὁ ἴδιος τή στοιχειοθεσία τοῦ βιβλίου στό τυπογραφεῖο Ταρουσόπουλου κατά τό μήνα Ἰανουάριο τοῦ 1960. Ἀναφέρει ὡς μάρτυρες ὅτι τό βιβλίο τοῦ Ἐλύτη τυπώθηκε τήν ἄνοιξη τοῦ 1960 καί τούς Ἀλέκο Ἀργυρίου, Κ. Γαλανόπουλο, Φ. Διαλισμᾶ, Χ. Καμπούρογλου, Ν. Καραχάλιο, Δ. Κασαβέντη, Νίκο Καροῦζο, Ἀλέκο Κοτζιᾶ, Σπ. Μάραντο, Πάρι Τακόπουλο, […]. Στό σημεῖο τοῦτο πρέπει νά ἀναφερθεῖ καί τό πρόσφατο βιβλίο τοῦ Ε.Χ. Κάσδαγλη Τό ἀγλαότεχνο τυπογραφεῖο τῶν ἀδελφῶν Ταρουσοπούλου (Ἀθήνα 1990), ὅπου στίς σελίδες 62-65 περιγράφεται ἡ περιπέτεια τῆς ἔκδοσης τοῦ Ἄξιον Ἐστί. Ἔτσι προκύπτει τό […] ἐρώτημα· πῶς βρέθηκε καταχωρημένο Τό Ἄξιον Ἐστί στό βιβλίο εἰσαγωγῆς τῆς ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, μέ ἡμερομηνία 30 Δεκεμβρίου 1959; Ποιός ἐνδιαφέρθηκε νά κάμει τήν εἰκονική καί προθύστερη ἐγγραφή στά ἐπίσημα βιβλία τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης; Καί γιά ποιόν τάχα ἀνομολόγητο σκοπό;

»Μᾶς τό ἀποκαλύπτει ὁ Ρένος, προφανῶς ἔχοντας πληροφορίες ἀπό τόν πατέρα του Ἡρακλῆ Ἀποστολίδη, πού ἦταν ἀνώτερος ὑπάλληλος τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης. Ὁ ποιητής Ἐλύτης ἤ οἱ ἐνδιαφερόμενοι γιά τή βράβευσή του, πρίν ἀκόμα τελειώσει τό τύπωμα τοῦ βιβλίου του, εἶχαν σπεύσει νά καταθέσουν τά δυό ἤ τρία πρῶτα τυπογραφικά φύλλα, χωρίς φυσικά ἐξώφυλλο στήν Ἐθνική Βιβλιοθήκη. Τί πρόδινε μιά τόσο βιαστική καί παράτυπη κατάθεση; […] Ἡ ἀπάντηση δόθηκε πάλι ἀπό τό Ρένο Ἀποστολίδη. Ξεχνᾶτε τό Σεφέρη; Ἤδη κάπου εἶχε γραφεῖ, πώς ὁ ποιητής τῆς Στροφῆς, πού δέν εἶχε ἀκόμα τιμηθεῖ μέ τό Νόμπελ, ἑτοιμαζόταν νά τυπώσει τά νέα του ποιήματα μέσα στό 1960. Καί φυσικά, τό πρῶτο κρατικό βραβεῖο δικαιωματικά τοῦ ἀνῆκε. Τί θά γινόταν ὅμως τότε μέ τό Ἄξιον Ἐστί, ἀφοῦ κι αὐτό εἶχε τυπωθεῖ τό 1960; Ἔπρεπε λοιπόν ‘‘κάτι νά γίνει’’. Τό 1959 ἦταν μιά σιγουριά.»[5]

Νά σημειωθεῖ ὅτι κανείς ἀπό τούς κατεγγελλόμενους δέν διέψευσε τίς καταγγελίες τοῦ Ρένου. Κι ἐπίσης ὅτι ματαιώθηκε ἡ τελετή τῆς παράδοσης τῶν βαβείων τοῦ 1960, γιατί ὁ Ρένος εἶχε ἀπειλήσει πώς θά κατάγγελνε τό σκάνδαλο μπροστά στό βασιλιά, πού θά παραβρισκόταν στήν τελετή.

Ὅπως καταλαβαίνει κανείς ἡ παράτυπη βράβευση τοῦ Ἄξιον Ἐστί δέν ἀφορᾶ μόνο τόν Ἐλύτη, ἀλλά καί τόν ἤ τό διευθυντή τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, τά μέλη τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς τῶν Κρατικῶν Βραβείων Λογοτεχνίας, καθώς ἐπίσης καί ὅσους γνώριζαν τήν ἀλήθεια καί σώπασαν. Νά σημειωθεῖ ὅτι αὐτή ἡ σκανδαλώδης βράβευση συνιστᾶ ἠθικό παράπτωμα, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ποιητική ἀξία τοῦ βιβλίου.

*

Εἰδικά γιά τό Ἐλύτη τώρα τό συμπερασμα εἶναι ὅτι, στή συνέντευξή του στήν Ἀλεξανδροπούλου, ὑπῆρξε τρεῖς φορές ἀνειλικρινής. Πρῶτα ὅτι δέχτηκε βραβεῖο στή «Στή νεότητά του». Ἐνῶ ὅταν βραβεύτηκε γιά Τό Ἄξιον Ἐστί, ἦταν παρά ἕνα χρόνο πενῆντα ἐτῶν κι εἶχε ξεπεράσει τό μεσοστράτι τῆς ζωῆς του. Ἔπειτα ὅτι μέ τή φράση του, «νά σέ στεφανώνουν, μοῦ φαίνεται ἀκατανόητο», ἐνῶ γνώριζε ὅτι δέν ἦταν ἀμέτοχος στό σκανδαλώδη τρόπο πού εἶχε βραβευτεῖ καί συνεπῶς εἶχε ἐπιδιώξει νά στεφανωθεῖ καί μάλιστα παράτυπα. Καί ἐπίσης ὅταν ὑποστήριξε πώς δέν θά ξαναδεχόταν ἄλλο βραβεῖο στό μέλλον.

Καθώς ξέρουμε δύο χρόνια ἀργότερα, τό 1979, τοῦ ἀπονεμήθηκε τό βραβεῖο Νόμπελ. Τή ἴδια χρονιά, 2 μέρες μετά τήν ἀναγγελία τῆς βράβευσής του, ἔδωσε συνέντεξη στή Βεατρίκη Σπηλιάδη, πού δημοσιεύτηκε στήν ἐφημερίδα «Ἡ Καθημερινή», στό φύλλο 21-22 Ὀκτωβρίου 1979. Ἡ Σπηλιάδη, πού προφανῶς γνώριζε τί εἶχε πεῖ δύο χρόνια νωρίτερα στήν Ἀλεξανδροπούλου γιά τίς βραβεύσεις, τοῦ ἔκανε τήν ἀκόλουθη ἐρώτηση:

«Ἀλλά πιστεύετε στά βραβεῖα; Ἡ ποίηση βραβεύεται;»

Ἀπάντηση Ἐλύτη: «Τά βραβεῖα εἶναι δευτερεύοντα πράγματα. Ἄλλα ἔχουν σημασία. Αὐτή τή φορά, αἰσθάνομαι νά εἶμαι ταυτισμένος μέ τή χώρα μου. Γι᾿ αὐτό δέν μοῦ ἐπιτρέπεται νά τό ἀρνηθῶ.»

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἐλύτη ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ πώς ὅποια ἄλλοι δέχτηκαν τό βραβεῖο Νόμπελ διαχώριζαν τή θέση τους ἀπό τήν πατρίδα τους. Τό Συμπέρασμα πάντως εἶναι πώς ὁ ποιητής στίς παραπάνω συνεντεύξεις μιλοῦσε χωρίς νά δεσμεύεται ἀπό ἀρχές, ἀλλά ἀπό τό πῶς τόν βόλευε κάθε φορά. Ἔτσι μποροῦσε ἄνετα, κατά περίπτωση, ἄλλα νά λέει καί ἄλλα νά πράττει.

Περιοδικό Μικροφιλολογικά, τεῦχος 31, Λευκωσία, ἄνοιξη 2012.


[1]. Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Σύν τοῖς ἄλλοις. 37 συνεντεύξεις, Ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 2011, σ. 153.

[2]. Γ.Θ, Βαφόπουλος, Σελίδες Αὐτοβιογραφίας, τόμος πέμπτος, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 335.

[3]. Ὅ. π., σσ. 337-338.

[4]. Πράγματι στό περιοδικό Τά Νέα Ἑλληνικά, τεῦχος 4, Ἀθήνα 1966, σσ. 271-272, ὁ Ρένος ἐπανέρχεται στή βράβευση τοῦ Ἐλύτη. Ἀναφέρει, μεταξύ ἄλλων, πώς ἡ σκευωρία ἐξυφάνθηκε ἀπό τούς Καραντώνη, Δημαρᾶ, Θεοτοκᾶ, ἐνῶ καταγγέλλει τό διευθυντή τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, Εὐάγγελο Φωτιάδη, γιά ψευδή βεβαίωση, ὅτι τό Ἄξιον Ἐστί εἶχε τυπωθεῖ τό 1959.

[5]. Ὅ.π., σσ. 340, 341,342.

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια and tagged . Bookmark the permalink.