Λίλας Κονομάρα:Ἡ ἀναπαράσταση (Μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2009).

Τό μυθιστόρημα, Ἡ ἀναπαράσταση, τῆς Λίλας Κονομάρα ἀποτελεῖ ἕνα ἐξαιρετικά περίπλοκο ἀφηγματικό ἔργο. Γιά νά γίνει κατανοητή ἡ σύνθεσή του θά χρειαστεῖ νά βάλουμε ἀρχικά, σέ γενικές γραμμές, τό θεματικό ὑλικό του σέ  χρονολογική σειρά.

Ὁ Ἀντρέας Παράσχος, γιός τῆς ἑλληνορουμάνας Ἑλεονόρας καί τοῦ ἐπιχειρηματία-ἐργοστασιάρχη Μιχαήλ Παράσχου (ἐργοστάσιο ἐπεξεργασίας καπνοῦ ἀρχικά κι ἀργότερα πλαστικῶν), γεννήθηκε τό 1955, στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του τήν Ξάνθη. Στό περιβάλλον τοῦ ἀρχοντικοῦ πατρικοῦ του σπιτιοῦ, ὁ Ἀντρέας, μεγάλωσε μέ τή συντροφιά τῆς ἀδελφῆς του Ἰσμήνης. Τῆς γιαγιᾶς του. Τοῦ ἰσόβιου φίλου του, ἀπό φτωχή ἀριστερή οἰκογένεια, καί ἀργότερα μηχανικοῦ ναυπηγοῦ, Γιώργου Σαρίδη. Τῆς οἰκονόμου Βασιλικῆς. Τοῦ ὑπηρέτη Γεράσιμου. Τοῦ μουσουλμάνου φίλου του Χασάν. Καί τῶν, σέ ψυχική διάσταση, γονιῶν του. Μεγαλώνοντας, γίνεται φανερό ὅτι ἰδιοσυγκρασιακά βρίσκεται πιό κοντά στήν κοσμοπολίτισσα καί μέ καλλιτεχνικές εὐαισθησίες μητέρα του, παρά στόν ἐπιχειρηματολογικά εὔστροφο πατέρα του. Γεγονός πού δημιουργεῖ κάποιες διαφωνίες, ἀλλά μέ τόν καιρό, καί προστριβές ἀνάμεσα στούς δυό ἄντρες. Τελειώνοντας τό τότε γυμνάσιο, ὁ Ἀντρέας πηγαίνει στήν Ἀθήνα νά σπουδάσει δικηγόρος. Κι ἀργότερα, μετά τό πτυχίο τῆς Νομικῆς Σχολῆς, καί ἀφοῦ ζήσει τά γενονότα τῆς ἐποχῆς (δικτατορία, πολυτεχνεῖο, μεταπολίτευση), ταξιδεύει, τήν ἄνοιξη τοῦ 1978, γιά μεταπτυχιακές σπουδές στό Παρίσι. Ἐκεῖ, μετά τόν πρῶτο χρόνο τῶν νομικῶν σπουδῶν του, στρέφεται πρός τή Σύγχρονη Λογοτεχνία καί τή Σημειολογία. Νέα σύγκρουση μέ τόν πατέρα του πού φτάνει μέχρι καί νά τοῦ κόψει τήν οἰκονομική ὑποστήριξη, πράγμα πού ἀναγκάζει τόν Ἀντρέα νά τά βγάλει πέρα μέ τίς δικές του δυνάμεις. Τήν ἴδια περίοδο δημοσιεύεται στήν Ἑλλάδα τό πρῶτο του διήγημα. Τό Μάρτη τοῦ 1979, σέ ἀναδρομική ἔκθεση ζωγραφικῆς (τά γνωστά λουλούδια) τοῦ Θανάση Τσίγκου, γνωρίζει μιά σπουδάστρια τραγουδιοῦ, τήν Κατερίνα, τήν ὁποία παντρεύεται τό 1982, χωρίς τήν παρουσία τῶν γονιῶν του. Ὡστόσο ἡ ἀεικίνητη Κατερίνα γίνεται εὐνοϊκά δεκτή στό ἀρχοντικό τῆς Ξάνθης. Τό 1985 κυκλοφορεῖ τό πρῶτο μυθιστόρημα τοῦ Ἀντρέα, (ὁ πατέρας του καταδέχτηκε νά τό διαβάσει ἕνα χρόνο ἀργότερα). Τήν ἴδια χρονιά ἤ τό 1988 (οἱ χρονολογίες ἀντιφάσκουν σ. 111, 134) [1] ἕνα βράδι πού τό ζευγάρι γυρνοῦσε μέ τό αὐτοκίνητο στό σπίτι, κι ἐνῶ ὁδηγοῦσε ἡ Κατερίνα, τό αὐτοκίνητο ξέφυγε ἀπό τό δρόμο κι ἔπεσε σέ γκρεμό. Μέ συνέπεια ἐκεῖνος νά γλυτώσει μ᾿ ἕνα κάταγμα καί κάμποσους μώλωπες κι ἐκείνη νά μείνει σχεδόν φυτό. Βρισκόμαστε στό Παρίσι. Ἡ Κατερίνα νοσηλεύτηκε κατ᾿ οἶκον γιά τρία χρόνια μέ τή βοήθεια τῆς νοσοκόμου Ζυλιέτ Ντελβώ, τόν τελευταῖο χρόνο μαζί μέ τή νευρολογικά κλονισμένη Ἰσμήνη, ὅπως θά δοῦμε παρακάτω. Κι ἔπειτα, μετά τήν ἐπιστροφή τῶν τριῶν στήν Ξάνθη, ἡ Κατερίνα, καί μέ τή σύμφωνη γνώμη τῶν γιατρῶν, κλείνεται σέ νευρολογική κλινική τῆς Θεσσαλονίκης. Στό μεταξύ μεσολαβοῦν ἄλλα γεγονότα. Τό καλοκαίρι τοῦ 1988 ἡ Ἐλεονόρα Παράσχου, ἡ ὁποία βρίσκεται στό Μπάντεν τῆς Αὐστρίας, ζητάει ἀπό τό γιό της, πού βρίσκεται στό Παρίσι, νά τῆς κάνει λίγη συντροφιά. Ἔτσι καί συμβαίνει. Ὅμως στίς 4-9ου τῆς ἴδιας χρονιᾶς στό Μπάντεν, ὅπου τή συντροφεύει ὁ γιός της, ἡ Ἐλεονόρα Παράσχου πεθαίνει ἀπό καρκίνο. Ὅταν ἡ κόρη της Ἰσμήνη, πού εἰδοποιεῖται ἀπό τόν Ἀντρέα, πηγαίνει στό γραφεῖο τοῦ πατέρα της γιά νά τοῦ ἀναγγείλει τό συμβάν, τόν βρίσκει νά κάνει ἔρωτα μέ τή γραματέα του καί παθαίνει νευρικό κλονισμό σέ βαθμό πού νά χάσει τή μιλιά της καί νά τῆς πέσουν τά μαλλιά της. Τά γεγονότα αὐτά σημαδεύουν τήν διάλυση τῆς οἰκογένειας τοῦ Μιχαήλ Παράσχου. Ἡ Ἰσμήνη μεταφέρεται, ἀπό τόν Ἀνδρέα στό Παρίσι, κοντά στήν ἐκτός κόσμου Κατερίνα, ὅπου μέ καθυστέρηση ἑνός χρόνου ξαναβρίσκει σιγά σιγά τόν ἑαυτό της.  Τόν ἑπόμενο χρόνο ἐπιστρέφει μαζί μέ τόν Ἀνδρέα καί τήν Κατερίνα στήν Ξάνθη, ὁπότε ἡ Κατερίνα κλείνεται σέ νευρολογική κλινική. Μικρή παρένθεση. Ἡ γραμματέας τό Μ. Παράσχου, Βούλα Τζελέπη, κι ἐνῶ ἐκεῖνος ἔχει ἤδη ἀκολουθήσει τή γυναίκα του στόν τάφο, προσπαθεῖ ἀργότερα νά ἐκμεταλλευτεῖ τήν ἐπαγγελματική καί ἐρωτική σχέση της μαζί του. Γιά τό σκοπό αὐτό θεωρεῖ σκόπιμο νά παρουσιατεῖ σέ μιά λάιφ στάιλ τηλεοπτική ἐκπομπή, στήν ὁποία μᾶλλον γελοιοποιεῖται. Κλείνει ἡ παρένθεση. Στά ἑπόμενα χρόνια ὁ ἐσωστρεφής Ἀντρέας, πού ζεῖ περισσότερο στήν Ξάνθη, μέ μερικές ἐκδρομές στή Σαμοθράκη καί κάποια ταξίδια, μέ τή συντροφιά τῆς Βασιλικῆς, γίνεται εὐρύτερα γνωστός ὡς πεζογράφος καί τά βιβλία του μεταφράζονται στό ἐξωτερικό. Φτάνουμε ἔτσι στόν Ὀκτώμβρη τοῦ 1999, ὅταν ἀρχίζει νά ἀλληλογραφεῖ μέ τήν πεζογράφο Ἕλλη Στεργίου, πού ζεῖ στό Παρίσι καί δέν τήν γνωρίζει διά ζώσης. Ἡ ἀλληλογαφία αὐτή πού ξεκινάει διστακτικά, μέ λεπτούς ἀκροβολισμούς, μέ πλάγιες ὁμολογίες μοναξιᾶς καί διερευνητικές αἰχμές καί ἀφηγηματικές σφῆνες, μετά ἀπό κάποιες διακιμάνσεις, καταλήγει νά γίνει σαφῶς ἐρωτική. Τό Μάρτη τοῦ 2001 ἡ Ἕλλη Στεργίου ἔρχεται γιά μιά διάλεξη στήν Καβάλα καί εἰδοποιεῖ σχετικά τόν Ἀντρέα. Ἔτσι οἱ δυό πεζογράφοι συναντιοῦνται καί μένουν ἔκτοτε ἀχώριστοι.  Μένουν ἕνα διάστημα στήν Ξάνθη, ἀλλά ξαφνικά τόν Ἰούνη τοῦ ἴδιου χρόνου τό ζευγάρι ἐξαφανίζεται. Οἱ ἔρευνες πού ἀκολουθοῦν γιά τυχόν ἀτύχημα ἤ καί αὐτοκτονία, δέν δίνουν ἀποτελέσματα κι ἡ ἐξαφάνιση βεβαιώνεται ἐπίσημα. Ἕνα χρόνο ἀργότερα ἕνας «φίλος ἀκαδημαϊκός», μᾶλλον φιλόλογος, τοῦ ἐξαφανισμένου Ἀντρέα ἀρχίζει νά συγκεντρώνει στοιχεῖα γιά νά γράψει τή βιογραφία αὐτοῦ τοῦ σημαντικοῦ πεζογράφου. Κάπως ἔτσι.

Τό μυθιστόρημα, σ᾿ ἕνα πρῶτο πλάνο, ἀπαρτίζεται ἀπό τό ἐρευνητικό ὑλικό πού καταφέρνει νά συνάξει ὁ ἀκαδημαϊκός φίλος τοῦ Ἀντρέα. Οἱ πηγές στίς ὁποῖες προσφεύγει γιά τό σκοπό αὐτό εἶναι οἱ ἀκόλουθες. Ὁ ἰσόβιος φίλος τοῦ Ἀντρἐα Γιῶργος Σαρίδης. Ἡ Ἰσμήνη Παράσχου, ἀδερφή τοῦ Ἀντρέα. Ἡ οἰκονόμος Βασιλική. Ἡ Γαλλίδα νοσιλεύτρια Ζυλιέτ Ντελβώ. Ὁ Γερμανός μεταφραστής τοῦ Ἀντρέα, Γκέορκγ Φρίντμαν. Ἡ γραμματέας τοῦ Ἀντρέα τά τελευταῖα χρόνια στήν Ξάνθη, Μαρίνα. Κάποιες κάρτες καί σημειώματα. Καί πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἀπό ὁρισμένες ἡμερολογιακές καταγραφές τοῦ Ἀντρέα, ἀπό τήν ἀλληλογραφία του μέ τήν Ἕλλη Στεργίου, καθώς καί ἀπό μερικά ἀφηγηματικά κείμενά του. Τό ὑλικό πού ἀντλεῖται ἀπό αὐτές τίς πηγές δέν ἀνταποκρίνεται ἀπόλυτα στήν κειμενική σύσταση τοῦ βιβλίου, γιατί σ᾿ αὐτή τή σύσταση παίρνουν μέρος ἐπιπλέον φανταστικοί διάλογοι τοῦ μυθιστορηματικοῦ συγγραφέα μέ τόν Ἀντρέα, ἐνῶ ἔχουμε καί λίγες παρεμβολές ἑνός κάποιου παντογνώστη ἀγηγητῆ. Ὅλα αὐτά δέν τοποθετιοῦνται μέσα στόν τόμο, τῶν τριακοσίων περίπου σελίδων, μέ χρονολογική σειρά. Τό πρῶτο γράμμα, γιά παράδειγμα,  τῆς Ἕλλης Στεργίου πρός τόν Ἀντρέα (6-10-1999) τό συναντοῦμε κιόλας στίς πρῶτες σελίδες.

Τό κειμενικό ψηφιδωτό, μέ τό ὁποῖο σχηματίζεται τό μυθιστορηματικό σῶμα, ἔχει τυπωθεῖ μέ τρεῖς διαφορετικούς τύπους γραμμάτων. Τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ βιβλίου (τά ἀφηγηματικά καί ἡμερολογιακά κείμενα τοῦ Ἀντρέα, καί ὅλα ὅσα λέγονται ἀπό τά διάφορα μυθιστορηματικά πρόσωπα) εἶναι τυπωμένα μέ ὀρθά «λευκά» στοιχεῖα. Ἡ μικρότερης ποσότητας ἀλληλογραφία τοῦ Ἀντρέα μέ τήν Ἕλλη Στεργίου εἶναι τυπωμένη μέ πλάγια στοιχεῖα. Καί τέλος ἡ πιό μικρή σέ ἔκταση, φανταστική συνομιλία τοῦ μυθιστορηματικοῦ συγγραφέα μέ τόν Ἀνδρέα, εἶναι τυπωμένη μέ ὀρθά ἡμίμαυρα στοιχεῖα. Ἔχουμε λοιπόν μιά σύνθεση αὐτῶν τῶν τριῶν θεματικῶν, ἄς ποῦμε, ἑνοτήτων, πού συμπλέκονται σάν τρεῖς κλῶνοι μιᾶς πλεξούδας. Ἔτσι πού καί οἱ τρεῖς ξεκινοῦν ἀπό τίς πρῶτες σελίδες τοῦ βιβλίου καί ὁλοκληρώνονται στό τέλος του. Γιά νά γίνω πιό σαφής σημειώνω τόν τρόπο πού εἶναι «πλεγμένες» οἱ πρῶτες 10 σελίδες τοῦ βιβλίου (σ. 9-19). Σελίδα 9: φανταστική συζήτηση μυθιστορηματικοῦ συγγραφέα, στό ἑξῆς μ. σ., μέ τόν Ἀντρέα γιά τήν ἀπόφαση τοῦ πρώτου νά γράψει τή βιογραφία τοῦ δεύτερου. Σελίδα 10: λευκή. Σελίδα 11: συζήτηση τοῦ μ. σ. μέ Ἰσμήνη Παράσχου πάνω στό ἴδιο θέμα. Μέρος τῆς σελίδας 12-13: συζήτηση τοῦ μ. σ. μέ οἰκονόμο Βασιλική καί Γιῶργο Σαρίδη. Σελίδα 14: λευκή. Σελίδα 15-17: Συζήτηση τοῦ μ. σ. μέ τόν Ἀντρέα («Ζαχαροπλαστεῖο ‘‘Ἡ νέα Ἑλλάς’’, Ὀκτώβριος 1999») σχετική μέ τή γνωριμία τῆς Ἕλλης Στεργίου. Τέλος σελίδας 17,  σελίδα 18 καί μέρος τῆς 19: ψυχογραφία τοῦ Ἀντρέα, ὅταν λαβαίνει κάρτα τῆς Ἕλλης Στεργίου (ἀρχή ἀλληλογραφίας, 6-10-1999), ἀπό παντογνώστη ἀφηγητή. Μέρος τῆς σελίδας 19 καί 20: τό περιεχόμενο τῆς κάρτας.

Προτοῦ νά προχωρήσω κρίνω σκόπιμο νά σημειώσω μερικές γλωσσικές διαφοροποιήσεις, πού παρατηροῦνται μέσα στό σύνολο τοῦ ἔργου. Ἡ γλωσσική διατύπωση τῆς Γαλλίδας νοσηλεύτριας Ζυλιέτ Ντελβώ διαφέρει ἀπό τό λόγο τοῦ Γερμανοῦ ματαφραστῆ Γκέορκγ Φρίντμαν. Διαφορά ἔχουμε ἐπίσης ἀνάμεσα στό λόγο τῆς οἰκονόμου Βασιλικῆς καί τῆς Ἰσμήνης Παράσχου. Ἐνῶ ξεχωρίζει χτυπητά,  γιά τό ἰδιωματικό νεανικό της λόγο, ἡ γραμματέας τοῦ Ἀντρέα, Μαρίνα. Ὅμως καί στήν ἀλληλογραφία τοῦ Ἀντρέα μέ τήν Ἕλλη Στεργίου ἔχουμε μιά προοδευτική διαφοροποίηση. Ἀρχικά ἔχουμε ἕνα λόγο κάπως ἐπίσημο, διανοητικό καί ἀρκετά λόγιο. Ὅσο ὅμως προχωράει ἡ γνωριμία τους ἡ ἔκφρασή τους γίνεται πιό ἀπροσχημάτιστη, πιό ἄμεση  καί ζεστή.

Εἶπα νωρίτερα πώς τό ὑλικό μέ τό ὀποῖο συγκροτεῖται τό βιβλίο δέν εἶναι ταξινομημένο μέ χρονολογική σειρά. Πράγματι, ὅπως θά ἔγινε ἤδη ἀντιληπτό, ἡ ψηφιδωτή σύνθεση τοῦ ἀφηγηματικοῦ σώματος γίνεται μέ διαφορετικό γνώμονα. Γιατί ἡ σύνθεση δέν καθορίζεται μέ χρονολογική αἰτιότητα, ἀλλά μέ βάση τό στόχο τῆς ἔρευνας πού κάνει ὁ μ. σ. γιά τή συγγραφή τῆς ὁρισμένης βιογραφίας. Ἔτσι, ἀνάλογα μέ τό στάδιο πού βρίσκεται ἡ ἔρευνά του, ἀναζητάει τίς πηγές τῶν πληροφοριῶν καί ταυτόχρονα τίς ἐκθέτει. Συνεπῶς ἡ σειρά μέ τήν ὁποία παρουσιάζεται τό ὑλικό τοῦ βιβλίου ἔχει νά κάνει μέ τήν ὀπτικη γωνία ἀπό τήν ὁποία κάνει τήν ἔρευνά του ὁ μ. σ. Κι ὁ ἀναγνώστης, ἄν καί λίγο μουδιασμένος στής ἀρχή, ἔχει τή δυνατότητα νά πιάσει σιγά σιγά τό νῆμα τῆς ἐξελικτικῆς πορείας αὐτῆς τῆς ἐρευνητικῆς προσπάθειας.

Ἄν ἡ Κονομάρα ἔγραφε μέ τό ἴδιο ὑλικό ἕνα μυθιστόρημα μέ χρονολογική δομή, θά εἴχαμε ἕνα παραδοσιακό μυθιστόρημα, ὅπως αὐτά τοῦ 19ου αἰώνα. Κι ὡστόσο ὄχι ἀκριβῶς. Γιατί στήν περίπτωση πού θά προσανατολιζόταν πρός ἕνα παραδοσιακό μυθιστόρημα, θά ἔπρεπε νά ἀναζητήσει τό ἐνδιαφέρον καί τήν ἔνταση κυρίως στά γεγονότα. Θά ἔπρεπε δημαδή τότε νά ἐπιμείνει στήν περιγραφή τῶν περιστάσεων πού ἄλλαξε προσανατολισμό ὁ Ἀντρέας στό Παρίσι, στήν πριγραφή τοῦ αὐτοκινητιστικοῦ ἀτυχήματος, στήν περιγραφή τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς Ἐλεονόρας Παράσχου, στήν περιγραφή τῆς σύλληψης, σέ περίπτυξη μέ τή γραμματέα του, τοῦ πατέρα της ἀπό τήν Ἰσμήνη, κ.ο.κ. Θέλω νά πῶ ὅτι σ᾿ ἕνα παραδοσιακό μυθιστόρημα ἡ ἀξιολόγηση τοῦ θεματικοῦ ὑλικοῦ θά ἦταν διαφορετική ἀπό αὐτή πού ἔχει στό μυθιστόρημα Ἡ ἀναπαράσταση τῆς Κονομάρα. Τώρα, στήν Ἀναπαράσταση, τό ἐνδιαφέρον καί ἡ ἔνταση προκύπτει ἀπό τήν ἐρευνητική ἀναζήτηση τοῦ μ.σ., κάτι πού ἀλλάζει ἄρδην τήν ἀξιολογική κλίμακα πάνω στό πρός χρήση ἀφηγηματικό ὑλικό· τό τί συνεπῶς μετράει θετικά ἀπό αἰσθητική ἄποψη ἐδωπέρα καί τό τί ὄχι. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τό περιγραφικό ἔλλειμμα γεγονότων τό ὁποῖο διαπιστώνουμε στήν Ἀναπαράσταση, ἔλλειμμα πού σ᾿ ἕνα παραδοσιακό μυθιστόρημα θ᾿ ἀποτελοῦσε μειονέκτημα, τώρα εἶναι σύμφωνο μέ τή μυθοστορηματική ἀντίληψη πού διέπει τό ὅλο ἐγχείρημα. Εὐνότητο πώς ἄν ἕνας ἀναγνώστης διαβάσει τήν Ἀναπαράσταση ὡς παραδοσιακό μυθιστόρημα, δέν θά βρεῖ αὐτά πού περιμένει καί θά μείνει μέ πολλές ἀπορίες καί ἐρωτήματα. Θά βρεθεῖ δηλαδή μπροστά σέ κλειστές πόρτες. Στήν καλύτερη  περίπτωση ἕνας τέτοιος ἀναγνώστης ἐνδέχεται νά θεωρήσει πώς τό ἔργο τῆς Κονομάρα δέν εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό μιά χωρίς νόημα ἐπίδειξη τεχνικῆς. Αὐτό εἶναι εὔκολο νά εἰπωθεῖ, εἶναι ὡστόσο δύσκολο νά παραγράψει κανείς τόν κλῶνο τῆς νεοτερικῆς πεζογραφίας τόν ὁποῖο προϋποθέτει καί μέ τόν ὀποῖο στοιχίζεται τό ἔργο. Στήν ἀντίθετη περίπτωση, κατά τήν ὁποία ὁ ἀναγνώστης θά πάρει σωστά τό ντορό τῆς μυθιστορηματικῆς ἀνάπτυξης, θά ἔχει τήν εὐκαιρία νά συνθέσει ὁ ιδιος τή βιογραφία τοῦ πεζογράφου Ἀντρέα Παράσχου. Τότε, μέ βάση τό ὑλικό πού παρέχει τό βιβλίο καί τίς ὅποιες προεκτάσεις θά ἐπιχειρήσει αὐτός, θά ἀναλάβει προσωπικά τή δουλειά τῆς σύνθεσης ὁλόκληρου τοῦ ἔργου. Μέ ἀποτέλεσμα ἡ ἀνάγνωση ὄχι ἁπλά νά ἀποκτήσει ἐνδιαφέρον, ἀλλά καί νά γίνει δημιουργικά συναρπαστική.

Πολλά στοιχεῖα καί ἡ ὄλη δομή τοῦ βιβλίου μᾶς λένε ποιό πεζογραφικό κλῶνο ἀκολουθεῖ ἡ συγγραφέας ἤ, ἀλλιῶς, ποιοί εἶναι οἱ «γεωμετρικοί τόποι» τῆς μαθητείας της. «Τόποι» πού, καθώς πιστεύω, χωρίς μεγάλο συντελεστή λάθους, ἀντιστοιχοῦν στόν Τζέημς Τζόυς καί στή Βιρτζίνια Γούλφ, στό γαλλικό Νέο Μυθιστόρημα, στόν τελευταῖο Ρολάντ Μπάρτ καί στίς μεταμοντέρνες ἀναζητήσεις. Στόν Τζόυς καί καί στή Γούλφ δέν θά ἐπιμείνω. Ὅπως καί νά κοιταχτεῖ τό πράγμα, εἶναι δύσκολο νά θεωρηθεῖ Ἡ ἀναπαράσταση ἔξω ἀπό τήν πεζογραφική κοίτη πού ἄνοιξαν αὐτοί οἱ δυό μοντερνιστές πεζογράφοι καί ἰδιαίτερα ὁ πρῶτος.

Ἀναφορικά μέ τό Νέο Μυθιστόρημα ἤ Ἀντιμυθιστόρημα ὑπάρχουν ἀρκετά σημεῖα στό βιβλίο ἐνδεικτικά μᾶς μᾶλλον εὐρείας μαθητείας στά κείμενα τῆς κατηγορίας αὐτῆς. Ἀνάμεσά τους προέχει τό τελευταῖο διήγημα, πού ἔγραψε ὁ Ἀντρέας Παράσχος, μέ τίτλο «Ἡ συνάντηση». Ἕνα κείμενο πού θυμίζει Ρόμπ Γκριγιέ καί Ναταλί Σαρρώτ καί ὄχι μόνο. Ὡς παράδειγμα παραθέτω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπ᾿ αὐτό, ἄν καί τό καλύτερο θά ἦταν, ἄν εἶχα τήν εὐχέρεια τοῦ χώρου, νά τό παράθετα ὁλόκληρο.

«…Ἐκκρεμότητες πού ἐμποδίζουν τή θέα. Δίνουν ὅμως ἄλλο βάθος στόν ἦχο. Προσθέτουν ἕνα θρόισμα. Ἤ ἕναν τριγμό καθώς ἀναπηδοῦν τά κλειδιά προσκρούοντας μιά ἐπάνω τους καί μιά ἐπάνω στό ψαλίδι. Μέταλλα. Ἀπό τό σημειωματάριο, στό βάθος, ἕνας γδοῦπος. Ἕνα μισάνοιχτο πλαστικό σακουλάκι. Οἱ καραμέλες ἕτοιμες νά ξεχυθοῦν. Στόν πάτο, ἤδη μερικοί κόκκοι ζάχαρης. Πηγαινοέρχονται μέ ἕναν συριγμό. Γλείφουν τίς μύτες του στιλό. Τοῦ ψαλιδιοῦ. Τοῦ μολυβιοῦ. Μέσα στόν μικρό κλειστό χῶρο ὅλα ἐντείνονται. Αἰχμές, τριγμοί. Φωνές στριγκές, μονότονες, διακεκομένες. Στιγμιαῖες συναντήσεις, πρόσκαιρες διαδρομές. Ρυθμοί ἄλλοτε βιαστικοί κι ἄλλοτε ἀναποφάσιστοι σβήνουν ἤ κοντοστέκονται. Συγκρούονται καί χάνονται μέσα σέ ἄλλους πού ἔρχονται ἀπ᾿ ἔξω. Τακούνια πού κροταλίζουν στό πλακόστρωτο. Βουητά ἀπό μηχανές καί φρένα πού στριγκλίζουν. Κουβέντες πού ξεφτίζουν στόν δρόμο, ἀπόηχοι γέλιων.

Κι ὅμως, ἐκείνη τά ἀκούει ὅλα αὐτά. Ἐδῶ καί ὥρα. Χωρίς νά ξέρει. Κάποιες στιγμές εἶναι ἀλήθεια πώς… Ἀλλά ὄχι, ἄς τίς ἀφήσουμε αὐτές τίς σκέψεις… Ποῦ καί ποῦ τό χερούλι τῆς τσάντας γλιστράει ἀπ᾿ τόν ὦμο. Ἁπαλά ἐκείνη τό σηκώνει. Χωρίς νά ἀλλάζει ρυθμό. Ἄν τή ρωτήσεις, δέν ξέρει νά πεῖ τί. Εἶναι ἁπλά ὁ σωστός. Λίγο πιό ἀργά ἤ λίγο πιό γλήγορα δέν θά ᾿ταν τό ἴδιο. Σάν κάτι νά παραβίαζε. Ὅλα αὐτά δέν εἶναι σκέψεις. Οὔτε πᾶνε νά γίνουν. Δέν πρόκειται ποτέ νά δρασκελίσουν τό κατώφλι τῆς συνείδησης. Θά παραμείνουν μιά ἀσαφής αἴσθηση, ὅπως ὅταν ὁδηγεῖς ἕνα αὐτοκίνητο. Ἐκτελεῖς ἁπλῶς κινήσεις. Μερικῶν εἶναι ὄμορφες, ἄλλων ἀδιάφορες. Τυχαίνει.»

Δέν νομίζω πώς χρειάζονται σχόλια. Ἀρκεῖ, νομίζω, τό παράδειγμα ἀπό μόνο του.

Σχετικά τώρα μέ τά μεταμοντερνιστικά δεδομένα θά παρατηροῦσα ἀρχικά πώς ἔχουμε ἕναν ἀνώνυμο μ.σ. Τήν παράθεση ἔπειτα πολύ διαφορετικῶν κειμένων. Ἀλλά καί ἀπόψεις σαφῶς μεταμοντερνιστικές, ὅπως συμβαίνει στό παρακάτω ἀπόσπασμα.

«… Ὅλες ἐκεῖνες τίς λέξεις πού περιφέρονται στό μυαλό μου. Καί σκέψεις, ἀλλά κυρίως λέξεις. Σ᾿ ἐκεῖνο τόν χῶρο ὅπου οἱ σκέψεις εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα λέξεις. Λέξεις αὐτόνομες πού κυκλοφοροῦν ἕνα σωρό νοήματα πρίν κάν μποῦν σέ κάποια φράση. Λέξεις-κόσμοι πού πασχίζεις νά χαρτογραφήσεις. Λέξεις διόλου ἀθῶες, πού ἐνέχουν σκοπιμότητα, πού διαθέτουν μιά μακρόχρονη πορεία. Λέξεις πού συνθέτουν εἰκόνες, πού παρέχουν μέλλον καί παρελθόν. Εἶναι ἐκεῖ, κάπου στοιβαγμένες, καί περιμένουν. Ἐκεῖνες ἀποφασίζουν, ἐγώ ἁπλῶς ἀκολουθῶ τό ἀποτύπωμά τους.» (σ. 113).

Καί μόνη της ἡ φράση, «Ἐκεῖνες ἀποφασίζουν, ἐγώ ἁπλῶς ἀκολουθῶ τό ἀποτύπωμά τους», περιέχει σπερματικά τή βασική μεταμοντερνιστική θέση πού θέλει τούς λογοτέχνες ἁπλά ἐνεργούμενα τῆς γλώσσας.

Ὅμως πέρα ἀπό τό σέ ποιόν πεζογραφικό κλῶνο ἐντάσσεται ἡ δουλειά τῆς Κονομάρα, πού δέν εἶναι καί τό οὐσιῶδες, θά ἤθελα, μιά καί τό φέρνει ἡ κουβέντα, νά σχολιάσω τήν ἐπιμονή πού δείχνει ἡ συγγραφέας στίς λέξεις. Κάνει τόσες φορές λόγο γιά τίς λέξεις πού δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ τυχαῖο. Ἐντύπωση κάνει τό γεγονός ὅτι σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις ἡ διατυπώση ἔχει ἐξαιρετικά ἀφηρημένο χαρακτήρα. Τό εἴδαμε ἤδη στό παραπάνω παράθεμα. Ἰδού καί ἄλλα. «-Ἔ, νά, ἡ ἀπουσία ἡ ἀπόσταση καθιστοῦν τά περιθώρια ἀνεξάντλητα, σχεδόν καταργοῦν τή σελίδα. Σάν μιά βεντάλια: μόλις τήν ἀνοίξεις, οἱ λέξεις πού γράφτηκαν σχηματίζουν ἄλλες. Ὅλες ἐκεῖνες πού λείπουν.» (σ. 16). «Οἱ λέξεις γλιστροῦσαν μέσ᾿ ἀπ᾿ τίς χοῦφτες μας καί πετοῦσαν ἀνάλαφρες» (σ. 59). «Ὄμορφοι; Ἡ λέξη χτυπάει στά τοιχώματα τοῦ μυαλοῦ μου καί ἐπιστρέφει.» (σ. 75). «Ἀνοίγει τίς χοῦφτες της καί οἱ λέξεις πετᾶνε μακριά, κι ἐγώ τρέχω ἀπεγνωσμένα νά τίς μαζέψω.» (σ.114). Ἡ παρατήρηση εἶναι ὅτι διαβάζοντας τέτοιες φράσεις δέν μπορεῖς νά τίς συλλάβεις αἰσθητικά -ἀπό τή μεριά τῶν αἰσθήσεων. Ἀλλά καί ἀπό τήν πλευρά τῆς νοησης δέν εἶναι εὔκολο. Πῶς νά ἐννοήσεις π.χ. τή φράση, «Ἡ λέξη χτυπάει στά τοιχώματα τοῦ μυαλοῦ μου καί ἐπιστρέφει». Ἀκόμα καί ὡς μεταφορική διατύπωση μοιάζει ἀπροσπέλαση.

Ὑπάρχει ἡ ἄποψη, δέν γνωρίζω ἄν τή συμμερίζεται ἡ συγγραφέας, ὅτι ὅλα εἶναι γλώσσα καί πιό εἰδικά λέξεις. Ὅταν δηλαδή σκεφτόμαστε, αἰσθανόμαστε, ὀνειρευόμαστε, τό κάνουμε μέ λέξεις. Ἡ ἄποψη αὐτή ἔχει ὡστόσο σχετική ἰσχύ. Γιατί δέν εἶναι ἀλήθεια ὅτι αἰσθανόμαστε ἤ διασθανόμαστε μέ λέξεις. Οὔτε ἀκοῦμε τή μουσική μέ λεκτικό τρόπο. Ἀντίθετα, ἔχει εἰπωθεῖ, ἀπό ποιητές τουλάχιστο (καί ὁ καθένας μπορεῖ νά ἀναλογιστεῖ τήν προσωπική του πείρα), ὅτι σέ μεγάλο βαθμό τά κοιτάσματα τοῦ εἶναι μας δέν ἔχουν λεκτική μορφή. Κι ἀκόμα ὅτι τά συλλαμβάνουμε σέ ρευστή καί λεκτικά ἄμορφη κατάσταση. Μέγιστη εἶναι ἐξάλλου ἡ προσπάθεια πού χρειάζεται γιά νά πάρει λεκτική μορφή «τό ἄναρθρο». Γιατί οἱ λέξεις δέν ἀνταποκρίνονται εὔκολα στή συνεχόμενη ὑφή τῶν ἔσω αἰσθητῶν, γιά τό λόγο ὅτι οἱ λέξεις ἔχουν ὅρια κι ὅσο καί νά ἐπεκτείνουμε αὐτά τά ὅριά πάλι σέ ὅρια καταλήγουμε. Ἀπό τήν πλευρά τῶν ὁρίων τους οἱ λέξεις συνιστοῦν σημασιολογικές μονάδες πού, ὅταν εἶναι νά συνεργαστοῦν γιά τήν ἀπόδοση ἄμορφων λεκτικά δεδομένων, δέν τό κάνουν χωρίς ἀντίσταση. Ἡ ἀντίσταση τήν ὁποία προβάλλουν οἱ λέξεις στήν ἔκφραση τῶν ἐνδόμυχων αἰσθημάτων, ἀποτελεῖ μόνιμη γκρίνια τῶν ποιητῶν σχετικά μέ τίς ἐκφραστικές δυνατότητες τοῦ λόγου. Εἶναι ἄλλωστε εὔκολο νά πειραματιστεῖ κανείς δοκιμάζοντας νά ἀποδώσει π.χ.  μέ λεκτική μορφή τό «Ὄνειρο ἀγάπης» τοῦ Φ. Λίστ ἤ κάτι παρόμοιο.

Ἴσως ὅμως ὅλα αὐτά νά εἶναι περιττά, μιά καί τό θέμα μας ἐδῶ εἶναι ὁ κριτικός σχολιασμός ἑνός συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Καί ἀναφορικά μέ αὐτό τό θέμα θέλω νά πῶ ὅτι ἡ συγγραφέας του πέτυχε νά συγκροτήσει μιά ἄρτια ἀφήγηση. Πιστεύω πώς ἡ συνολική σύλληψη, τό πῶς στήθηκε τό συνολικό οἰκοδόμημα, ὀφείλεται σέ μεγάλο βαθμό στήν εὑρηματική ἰδέα τῆς ἀναπαράστασης μιᾶς ζωῆς μέσα ἀπό γραφτές καί προφορικές μαρτυρίες. Πρόκειται γιά ἕνα βιβλίο πού, δόξα τῶ Θεῶ, δέν ἔχει ἐμπορικούς στόχους, ἀλλά λογοτεχνικούς. Εἶναι μάλιστα ἕνα δύσκολο βιβλίο, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι χρειάζεται τήν ἐνεργή συμμετοχή τοῦ ἀναγνώστη. Ἀξίζει ὅμως τόν κόπο. Γιατί ἡ ἀνταμοιβή δέν εἶναι ἀμελητέα. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος πρόκειται γιά ἔνα βιβλίο πού ἔχει θέση στίς προφυλακές τῆς πεζογραφικῆς ἐξέλιξης. Ἀνήκει δηλαδή στά ἔργα πού συντελοῦν στήν προαγωγή τοῦ εἴδους τους. Καί εἶναι σημαντικό νά μήν περάσει ἀπαρατήρητο, οὔτε νά ἀντιμετωπιστεῖ μέ συμβατικό φιλοφρονητικό τρόπο.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 48, Ἰούνης 2010.


Πίσω στο κείμενο [1]. Ἄν καί σύμφωνα μέ τά λεγόμενα τῆς νοσηλεύτριας Ζυλιέτ Ντελβώ, ἡ ὁποία εἶχε γιά δύο χρόνια τήν κατ᾿ οἶκον φροντίδα τῆς Κατερίνας κι ἕνα ἐπιπλέον χρόνο τῆς Κατερίνας καί τῆς Ἰσμήνης, προτοῦ οἱ τρεῖς τους, Ἀνδρέας, Ἰσμήνη καί Κατερίνα νά ἐπιστρέψουν στήν Ξάνθη, τό ἀτύχημα θά πρέπει νά συνέβηκε τό 1986.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας and tagged . Bookmark the permalink.