Κ. Θλιμμένος, Μοῦ ᾿πε ὁ ποιητής νά σοῦ τηλεφωνήσω, πεζογραφήματα, Ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 2009.

Τό βιβλίο πού ἔχει αὐτόν τόν παράξενο τίτλο εἶναι μιά συλλογή δέκα πεζογραφημάτων ἤ διηγημάτων. Κρίνοντας ἀπό τόν τίτλο θά ᾿λεγε κανείς πώς ἀποτελεῖ ἕναν τόμο εὐθυμογραφημάτων. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς τά κείμενά του εἶναι γραμμένα μέ ἀρκετά ἀλέγρο τρόπο καί κάποτε μέ σπιρτσόζικο χιοῦμορ. Ὅμως δέν πρόκειται γιά εὐθυμογραφήματα, γιατί καί μελαγχολία ἀναδίνεται συχνά μέσα ἀπό αὐτά καί σοβαρά θέματα πραγματεύονται καί ἀξιόλογο προβληματισμό προϋποθέτουν.

Ὁ ἀφηγηματικός λόγος τοῦ Κ. Θλιμμένου ἔχει τόν αὐθορμητισμό, τήν ἐλαφράδα καί τήν ἀμεσότητα τοῦ καθημερινοῦ προφορικοῦ λόγου. Αὐτός ὁ λόγος ἔχει τή χάρη τῆς φυσικῆς κουβέντας καί ἐκφέρεται σάν νά ἀπευθύνεται σ᾿ ἕνα διπλανό οἰκεῖο πρόσωπο. Συχνά ἄλλωστε ἔχουμε διαλογικά κομμάτια, τά ὁποῖα ἔχουν τόν ἴδιο «ἀγοραῖο» χαρακτήρα τῆς καθημερινῆς κουβέντας. Εργαστηριακή ἐπεξεργασία αὐτοῦ τοῦ λόγου δέν διακρίνεται στά κείμενα τοῦ τόμου. Δέν διακρίνεται, ἀλλά «δέν διακρίνεται» δέν σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει. Θέλω νά πῶ ὅτι δέν πρέπει νά μᾶς ξεγελᾶ, αὐτή ἡ φαινομενικά εὔκολη γραφή, πώς εἶναι ἀκατέργαστη καί ἀβασάνιστη. Οὔτε εὔκολη, οὔτε ἀβασάνιστη εἶναι, ἁπλῶς εἶναι ἡ γραφή πού ταιριάζει καλύτερα σ᾿ αὐτόν πού τή χρησιμοποιεῖ. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ νά πεῖ καλύτερα αὐτά πού θέλει νά ἐκφράσει. Εἶναι φανερό πώς ὁ Κ. Θλιμμένος δέν θέλει νά ἀρθρώσει ἕναν ἐπιτηδευμένο, σοβαροφανή, ἀκαδημαϊκό ἀφηγηματικό λόγο. Στό κείμενο «Σαλπάροντας μέ τό Χάρη» διαβάζουμε, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, τά ἀκόλουθα: «Σέ κάποιο γεῦμα, πέρσι, παρευρισκόταν κι ἕνα χούφταλο, χλωμός σάν πτῶμα. Αὐτός ἄν φάει κοκορέτσι, σκέφτηκα, θά τά τινάξει. Ἀλλά τό πτῶμα, ἀφοῦ ντερλίκωσε, μᾶς πέθανε στίς μεγαλοστομίες περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, καί ἄλλα ἠχηρά. Σφιγγόμουνα νά μήν τόν κράξω: ‘‘Ρέ γέρο, παχιά λόγια νά σοῦ πῶ, ὅσα θές’’. Τέλος δέν ἄντεξα καί παίρνοντας καί τήν κυρία, μέ τήν ὁποία σχετιζόμουν τότε, φύγαμε». Δέν εἶναι κάτι συμπτωματικό, μιά τυχαία ἀντίδραση ἑνός ἀφηγηματικοῦ προσώπου. Ὅλη ἡ δομή τοῦ λόγου στά δέκα «πεζογραφήματα» τῆς συλλογῆς, ἀλλά καί ἡ συνολική στάση τοῦ συγγραφέα, εἶναι σαφῶς ἀντιστομφώδης, ἀνεπιτήδευτη, ντόμπρα καί λιτή. Εἶναι ὅμως καί ἀποτέλεσμα γλωσσικοῦ ἐργαστηρίου; Ἐργαστηρίου, κατά τόν τύπο τοῦ Ἐ. Χ. Γονατᾶ, ἀσφαλῶς δέν εἶναι. Ἀλλά ἐργαστηρίου, μέ τήν ἔννοια τοῦ προσεγμένου καί δουλεμένου λόγου, ἀσφαλῶς εἶναι. Ἡ τόσο φυσική ἀφηγηματική ροή δέν εἶναι προϊόν γραφῆς πού γράφεται στό γόνατο. Ἄλλωστε, ὅπως θά δοῦμε παρακάτω, τά πάντα εἶναι μελετημένα ὥς τήν τελευταία λεπτομέρειά τους καί ὑπηρετοῦν συγκεκριμένους στόχους. Δέν θυμοῦμαι νά μοῦ ἔχει τύχει ἄλλοτε νά διαβάσω κείμενα ἔτσι ἀπροσποίητα γραμμένα πού νά θίγουν μέ τόση εὐθυκρισία σημαντικά ζητήματα τῆς ζωῆς. Ἄς σημειωθεῖ πώς τό Μοῦ ᾿πε ὁ ποιητής νά σοῦ τηλεφωνήσω δέν εἶναι ἡ πρώτη πεζογραφική δουλειά τοῦ Θλιμμένου. Πρίν ἀπό ὀχτώ χρόνια εἶχε προηγηθεῖ τό Ἡ γιαγιά μου τά Βαλκάνια, μιά συλλογή ἀπό ἕντεκα διηγήματα. Ἡ συλλογή αὐτή, πού μᾶλλον πέρασε ἀπαρατήρητη, ἔδειχνε πώς εἶχε πίσω της ἀρκετό δρόμο ἀφανοῦς προετοιμασίας. Θέλω νά πῶ ὅτι Ἡ γιαγιά μου τά Βαλκάνια, ἄν καί ἀποτελοῦσε ἐκδοτική πρωτιά, δέν ἔπαυε νά εἶναι μιά συλλογή ὥριμων κειμένων. Τό γεγονός ὅτι πέρασε ἀπαρατήρητη δέν σημαίνει τίποτε ἄλλο ἀπό τήν ἀνεπάρκεια τῆς λογοτεχνικῆς μας κριτικῆς. Πάντως γιά τό εἰδικότερο θέμα πού συζητῶ, τή γλωσσική ἔκφραση, ἡ πρώτη συλλογή δέν εἶχε τίποτε νά ζηλέψει ἀπό τίς σύγχρονες προσπάθειες τῆς δόκιμης διηγηματογραφίας μας. Κι ἦταν φανερό πώς εἶχε πίσω της ἕνα ὑπολογίσιμο στάδιο γλωσσικῆς προπαίδειας. Μ᾿ αὐτό τό κεκτημένο θά μποροῦσε ὁ Θλιμμένος νά συνεχίζει νά γράφει τά ἑπόμενα πεζά του μέ ἀρκετή ἐπιτυχία. Ὅμως δέν ἀρκέστηκε σ᾿ αὐτό. Ἀναζήτησε ἕνα πιό ἐλεύθερο, πιό πηγαῖο, πιό κουβεντιαστό, πιό ἄμεσο τύπο λόγου. Ἔχουμε λοιπόν νά κάνουμε μέ μιά κατάκτηση κι ὄχι μ᾿ ἕνα τυχαῖο δῶρο πού ἔπεσε ἀπό τόν οὐρανό. Θεωρῶ ἐπιπλέον ἀξιοπρόσεχτο τό γεγονός ὅτι, ἄν καί ὁ πεζογράφος αὐτός διαθέτει ἐξαιρετική παιδεία, προτίμησε νά ἐκφραστεῖ μ᾿ ἕνα λόγο ἐλεύθερο ἀπό τά γλωσσικά φορτία καί τά παρεπόμενα τῆς ἀκαδημαϊκῆς παιδείας.

Ὅπως κάθε λογοτέχνης, ἔτσι καί ὁ συγγραφέας τοῦ Μοῦ ᾿πε ὁ ποιητής νά σοῦ τηλεφωνήσω ἔχει τίς ἰδιαιτερότητές του ἤ, ἀλλιῶς, τίς τεχνοτροπικές  ἰδιοτυπίες του. Τούς εὑρηματικούς τρόπους μέ τούς ὁποίους πραγματώνει τούς συγγραφικούς στόχους του. Ἔτσι, ἀνάμεσα σέ ἄλλες ἰδιαιτερότητες, προέχει ἡ τάση του νά συσχετίζει, νά συγκρίνει, νά ἀντιπαραθέτει ἀπό ὁρισμένη λυσιτελή ἄποψη καταστάσεις, γεγονότα, συμπεριφορές, αἰσθήματα, κ.λπ. Ἄς δοῦμε πῶς γίνεται αὐτό στήν πράξη.

Στό πρῶτο κείμενο τοῦ βιβλίου, πού ἐπιγράφεται, «Βαθμολογώντας μέ ἀκρίβεια», ἔχουμε ἕνα δάσκαλο-ἀφηγητή πού θέλει νά βαθμολογήσει μέ ἀκρίβεια τά γραφτά τῶν μαθητῶν του. Στό μεταξύ ἔχει μιλήσει στούς μαθητές του γιά τή μεγάλη ἀκρίβεια πού διέπει τή μαθηματική σκέψη. Ἀνάμεσα στούς μαθητές τῶν προηγούμενων χρόνων εἶναι καί τό Κατερινάκι –μεταξύ τους ὑπάρχει μιά ἀμοιβαία τρυφερή συμπάθεια, ὄχι ἀκριβῶς ἐρωτική. Ὁ ἀφηγητής τό συναντάει κάποτε στό δρόμο καί τό χαιρετάει μέ δαγκωμένα αἰσθήματα: τό Κατερινάκι κουτσαίνει. «Πέρσι, δεκαοχτώ χρόνων κοπέλα πιά, λίγο ἔλειψε νά πάει σάν τό σκυλί στ᾿ ἀμπέλι, ὅταν τράκαραν μέ τή μηχανή τοῦ φιλαράκου της. Τρελαίνομαι, ὅταν σκέφτομαι ὅτι ὁ δρόμος ἦταν δίχως σήμανση, τό ἀγροτικό δέν εἶχε φρένα καί δέν φοροῦσαν κράνος τά παιδιά. Τήν εἶδα σήμερα πού κούτσαινε καί… Ἄχ! Ἔχει χτυπήσει στή σπονδυλική στήλη της. Ἀφῆστε τα…» Αὐτός εἶναι ἐδῶ ὁ ἕνας ὅρος τῆς συγκριτικῆς ἀντιπαράθεσης. Ἕπεται ὁ δεύτερος. «…, σέ μιά πολύ ὀργανωμένη χώρα τοῦ Βορρᾶ», λέει ὁ ἀφηγητής, «ἀνέμενα τό τραῖνο, σέ κάποιον κόμβο-σταθμό πού πάθαινες τήν πλάκα σου ἀπό τίς πολλές πλατφόρμες καί γραμμές». Ταυτόχρονα παρακολουθεῖ τήν ἀκρίβεια τῆς ὥρας μέ τήν ὁποία φτάνουν οἱ συρμοί –ἀκρίβεια ἑνός λεπτοῦ. Μιά παρέα μᾶλλον μεσογειακῶν μεταναστῶν περιμένει νά ξεπροβοδίσει μιά γυναίκα μέ μωράκι. Φιλιοῦνται κι ἀγκαλιάζονται μόλις βλέπουν νά μπαίνει στό σταθμό ἡ ἁμαξοστοιχία τῶν 8 καί 1 λεπτό. Ὅμως ἡ ἁμαξοστοιχία δέν σταματάει στή δικιά τους πλατφόρμα καί ἡ παρέα τῶν μεταναστῶν αἰφνιδιάζεται. Ἡ δική τους ἁμαξοστοιχία θά ἔρθει στίς 8 καί 2, ἔτσι εἶναι τό πρόγραμμα. Ὁ ἀφηγητής αἰσθάνεται ἐνοχλημένος ἀπ᾿ αὐτή τήν ἀκρίβεια τῶν 8 καί 1 καί τῶν 8 καί 2. Σκέφτεται πώς στίς χῶρες τίς ὀργανωμένες μέ τόση ἀκρίβεια οἱ νέοι αὐτοκτονοῦν περισσότερο ἀπό τίς ἀνοργάνωτες μεσογειακές. Σκέφτεται τή μεσογειακή φύση. Προτιμάει τό Νότο. Ἔτσι γιά νά διορθώσει -ξαναδιορθώσει- μέ μεσογειακό πνεῦμα τά γραφτά τῶν μαθητῶν του πηγαίνει σ᾿ ἕνα καφενεῖο, μέσα στήν ἀνακατωσούρα καί τή φασαρία. Πίνει ἀρκετό οὖζο καί διορθώνει πολύ χαλαρά. Τήν ἄλλη μέρα, μέ καθαρότερο μυαλό, σάν τήν «ποιητική ἰδέα» τοῦ Καβάφη, πηγαινοέρχεται στό νοῦ του τό θέμα τῆς βαθμολογίας μέ ἀκρίβεια. Ἀπό  τό ἕνα μέρος εἶναι τό παράδειγμα τῶν ἁμαξοστοιχιῶν (8 καί 1, 8 καί 2). Ἀπό τό ἄλλο μέρος εἶναι: «ὁ δρόμος ἦταν χωρίς σήμανση, τό ἀγροτικό δέν εἶχε φρένα καί δέν φοροῦσαν κράνος τά παιδιά». Ὁ δάσκαλος-ἀφηγητής ψάχνει, ἀνάμεσα στίς δυό νοοτροπίες, νά βρεῖ τό δικό του μέσο ὅρο τῆς ἀκριβοῦς βαθμολογίας τῶν γραφτῶν. Κάπως ἔτσι. Πρέπει νά πῶ ὅτι τό «Βαθμολογώντας μέ ἀκρίβεια» δέν ἀπαρτίζεται μόνο ἀπό ὅ,τι προανάφερα. Κι ἐπίσης ὅτι τά παραπάνω δένονται μέσα στό πλαίσιο τοῦ κειμένου, ἔτσι ὥστε νά συναποτελοῦν ἕνα ὀργανικό σύνολο μαζί μέ ὅλα τά ὑπόλοιπα συστατικά τοῦ «πεζογραφήματος».

Κάτι παρόμοιο, ἀλλά πάνω σέ διαφορετικό ζήτημα, συμβαίνει στό δεύτερο κείμενο τοῦ βιβλίου, πού επιγράφεται, «Σαλπάροντας μέ τόν Χάρη». Ὁ Χάρης εἶναι φίλος τοῦ ἀφηγητῆ, συνάδελφος καθηγητής στή Δευτεροβάθμια Ἐκπαίδευση. Μετά τήν κατάρρευση τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης, ὅταν οἱ ἰδεολογικές ἐλπίδες καί τά ὄνειρα τοῦ Χάρη πῆραν τέλος, ἐκεῖνος στράφηκε πρός τήν ὀμορφιά τῆς φύσης. Μέσα σέ τρία χρόνια κατάφερε νά στήσει μόνος του ἕνα ἐννιάμετρο σκάφος καί νά τό ρίξει στή θάλασσα, στό Λαύριο. Ὅμως ὁ Χάρης εἶχε ἀπέναντί του ἕνα ἀξεπέραστο «φράγμα», τή Μακρόνησο, ὅπου εἶχε βασανιστεῖ ὁ πατέρας του τά σκληρά χρόνια τοῦ Ἐμφύλιου. «Φράγμα»-φάσμα. Ξεκινάει ἀπό τό Λαύριο, ἀλλά δέν ξεπερνάει τή Μακρόνησο. Ὥσπου κάποτε, βοηθώντας οἱ συνθῆκες τῆς μέρας, πλησίασε τό νησί ἀπό τή βορινή του πλευρά. «Καί ξαφνικά ἀνοίχτηκε μπροστά» του «μιά ἀκρογιαλιά λευκή σάν ὅραμα.» Κοντολογίς ὁ Χάρης, χάρη στή λευκή ἀκρογιαλιά καί τά ὑπόλοιπα ἐκείνης τῆς μέρας, ξεπερνάει τό «φράγμα» τοῦ κολαστήριου νησιοῦ, βλέπει τόν κόσμο σάν «ἄγρια φάρσα», ἐλευθερώνεται ψυχολογικά, καί λίγες μέρες ὕστερα σαλπάρει, μαζί μέ τόν ἀφηγητή, γιά τίς ἀρχαῖες καί τίς σύγχρονες ὀμορφιές τῆς Θήρας. Τίς ὀμορφιές καί τίς συνεπαγόμενες προεκτάσεις τους…

Θά ἐπιμείνω σ᾿ ἕνα ἀκόμα κείμενο τῆς συλλογῆς, στό ὁμώνυμο τοῦ τόμου. Θά συντομέψω ὅσο γίνεται, γιατί τό κείμενο αὐτό ἔχει τέτοια ἀνοίγματα πού θά μποροῦσε νά μέ παρασύρει νά γράψω σελίδες. Εἶναι  Σάββατο βράδι. Ὁ ἀφηγητής κάθεται μόνος του στό σπίτι του. Ἡ γυναίκα του καί οἱ κόρες του ἔχουν πάει σέ μιά «κουλτουριάρικη» ἐκδήλωση. Μελαγχολεῖ γιά τή γενική κατάσταση τοῦ τόπου. Καθώς συγυρίζει τή βιβλιοθήκη του, βρίσκεται στό τέλος μέ μιά ποιητική συλλογή στό χέρι. Τήν ἀνοίγει. Ὁ ποιητής γράφει σ᾿ ἕνα ποίημα πώς, μέ τό φιατάκι του, κάνει συχνά  τή διαδρομή Ἀθήνα-Παρνασσός, Παρνασσός-Ἀθήνα. Περνάει καί ἀπό τή Χαιρώνεια, τήν πατρίδα τοῦ Πλούταρχου. Δέν βλέπει ὅμως τίποτα πού νά τόν θυμίζει, δέν ὑπάρχει ἀνδριάντας ἤ κάτι πού νά δείχνει πώς ἐδῶ γεννήθηκε. Ἔστω. Ὅμως τά λόγια τοῦ Κοραῆ:

«ὅ,τι μάλιστα μ᾿ ἐλύπησεν περισσότερο εἶναι

τοῦ καλοῦ Πλουτάρχου τῆς εἰκόνος ἡ ἔλλειψις»,

μέσα ἀπό συνειρμούς καί διφορούμενους συσχετισμούς τοῦ ποιητῆ, φτάνει νά τοῦ προκαλέσει μιά μᾶλλον ἔντονη εἰρωνική ἀντίδραση. Ἔτσι, βάνοντας ἀπέναντι στό ἔργο τοῦ Πλούταρχου καί στή σημασία του τή φράση τοῦ Κοραῆ, καταλήγει νά σχολιάσει ἐμφαντικά: «Μένω ἐμβρόντητος» [1]Ὁ ἀφηγητής, διαβάζοντας τό ποίημα, ἀντιδράει μέ τόν δικό του τρόπο: «Τόση ἔξαψη», λέει γιά τόν ποιητή, «πού τελικά μένει ἐμβρόντητος!… Μά τί λέει; ἀναρωτήθηκα. Πῆγα νά γελάσω, ἀλλά στό νοῦ μου ἦρθε τό πρόσωπο τοῦ φίλου μου Βασίλη, ὅταν μονόμισθος μέ τέσσερα παιδιά, ἀπόμεινε ἐμβρόνητος διαπιστώνοντας τήν ἀπουσία παίχτη σέ παιχνίδι τοῦ Πανιωνίου.» Ὁ συσχετισμός δέν εἶναι καθόλου τυχαῖος. Ὁ ἀφηγητής τά ἔχει χαλάσει τελευταῖα μέ τό μοναδικό του φίλο Βασίλη, γεγονός πού τοῦ στοιχίζει. Γιατί τά χάλασε; Γιά κάτι «προσωπικές ὑποθέσεις». Ὁ ἀφηγητής, ἔχοντας ἔντονες συναφεῖς μνῆμες, ἀγόρασε ἕνα παλιό τζούκ-μπόξ πού δέν τό δέχεται στό σπίτι του ἡ γυναίκα του καί μένει ἀκόμα στό παλαιοπωλεῖο. Κάποτε ὁ ἀφηγητής πείραξε τό φίλο του Βασιλάκη γιά τή φανατική του προσήλωση στόν Πανιώνιο. Ἐκεῖνος τοῦ ἀνάφερε τήν ὑπόθεση τοῦ τζού μπόξ καί ψυχράθηκαν. Τώρα ὁ ἀφηγητής  θέλει νά τηλεφωνήσει στό φίλο του νά τά ξαναφτιάξουνε, ἀλλά δέν ξέρει πῶς ἀκριβῶς νά τοῦ μιλήσει, μήν καί τά κάνει χειρότερα.  Διαβάζοντας ὅμως ἕνα ἄλλο ποίημα τοῦ ἴδιου ποιητῆ, πού μιλάει γιά τά «Κοτσυφάκια τῆς Ἀγίας Παρασκευῆς» [2], φωτίζεται. Ἐκεῖ ὁ ποιητής, ὅπως καί στό ποίημα πού ἀναφέρεται στήν «Πλατεία τοῦ Ἅϊ Γιάννη» [3] τῆς Ἀγίας Παρασκευῆς πάλι, θέτει τό ζήτημα τῶν «προσωπικῶν ὑποθέσεων». Ὅτι δηλαδή ὅταν κάποιος σχετίζεται αἰσθηματικά μέ κάτι, ὅσο ἀσήμαντο κι ἄν φαίνεται αὐτό στούς ἄλλους, ἔχει νά κάνει μέ τά ἐσώψυχά του. Μέ «ὑποθέσεις» συνεπῶς «προσωπικές» πού δέν σηκώνουν συζήτηση. Τό κείμενο τελειώνει μέ τά ἀκόλουθα λόγια τοῦ ἀφηγητῆ:

«Νιώθω ν᾿ ἄναψε μιά σπίθα μέσα μου.

»Θά τοῦ τηλεφωνήσω.

»Βρῆκα καί τά λόγια πού πρέπει νά τοῦ πῶ.

»Θά τοῦ πῶ:

»-Βασιλάκη, ἕνας ποιητής γράφει γιά μᾶς καί μοῦ ᾿πε νά σοῦ τηλεφωνήσω. Ὅλα αὐτά πού ἔχουμε αἴσθημα μαζί τους, Πανιώνιος, τζούκ-μπόξ, προσωπικές ὑποθέσεις, εἶναι σπουδαῖα πράγματα. Ἀπό κάτω ρέει ἡ ποίησή μας!

»Εἶναι πανέξυπνος, θά καταλάβει.»

Τό ἴδιο βέβαια τό κείμενο δέν εἶναι τόσο ἁπλό καί μονόχορδο ὅπως τό παρουσίασα ἐδῶ. Τά περισσότερα θά τά βρεῖ ὁ ἀναγνώστης ὅταν τό διαβάσει ὁλόκληρο.

Τά τρία «πεζογραφήματα» πού σχολίασα, εἶναι κατά τή γνώμη μου, τά καλύτερα τοῦ τόμου. Ἔχουν ὅμως ἄξιους συμπαραστάτες ὅλα τά ὑπόλοιπα. Ἑλπίζω νά φάνηκε ἀπό το σύντομη παρουσίασή τους ἡ βασική τάση τοῦ συγγραφέα νά συσχετίζει παραγωγικά καταστάσεις, γεγονότα καί αἰσθήματα, ὥστε νά φτάνει σέ δόκιμα ἀποτελέσματα. Νά ἀναδείχνει, μέσα ἀπό ἀσήμαντες φαινομενικά λεπτομέρειες, τίς νευραλγικές πλευρές τῆς καθημερινότητας. Ἤ, ἀλλιῶς, τούς ζωτικούς δεσμούς πού ἔχουν τά ἁπλά γεγονότα μέ τά βαθειά τους κίνητρα. Φυσικά γιά νά φτάσει κανείς νά κάνει τέτοιες ἀποκαλύψεις χρειάζεται νά διαθέτει ἀνάλογο προβληματισμό. Κάτι πού δέ φαίνεται νά λείπει ἀπό τό συγγραφέα τοῦ Μοῦ ᾿πε ὁ ποιητής νά σοῦ τηλεφωνήσω. Ἀντίθετα, μέσα ἀπό τά γραφτά του γίνεται αἰσθητή, τόσο ἡ σοβαρή παιδεία του, ὅσο καί τό φιλέρευνο πνεῦμα του. Πράγματα πού δέν εἶναι ἄσχετα, ἴσως, μέ τή μετρημένη ὀλιγογραφία του. Ἔστω, καλύτερα νά γράφει κανείς λίγα καί καλά παρά πολλά καί φλύαρα.

Περιοδικό Παρέμβαση, τεῦχος 157-158, Κοζάνη, καλοκαίρι 2011.


Πίσω στο κείμενο [1]. Λουκᾶς Κούσουλας, «Πλούταρχος, ὁ Χαιρωνεύς, 2006», στή συλλογή Τό φεγγάρι τοῦ Ὑμηττοῦ καί ἄλλα ποιήματα, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2008, σ. 30.

Πίσω στο κείμενο [2]. Ὅ.π., σ. 15.

Πίσω στο κείμενο [3]. Ὅ.π., σ. 19.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας and tagged . Bookmark the permalink.