Εἰρήνης Κίτσιου: Ἐκπαιδευτής γρύλων (ἀφηγήματα, Ζαχαράκης, Ἀθήνα, 2008)

Εἶναι τό δεύτερο βιβλίο μέ πεζά τῆς Εἰρήνης Κίτσιου. Ἕνα χρόνο νωρίτερα εἶχε  κυκλοφορήσει ἕνα λιλιπούτειο βιβλιαράκι μέ τίτλο Δίπλα στό Ποτάμι. Τό Ἐκπαιδευτής Γρύλων ἀπαρτίζεται ἀπό εἰκοσιέξι ἀφηγήματα, χωρισμένα σέ ἕξι ὁμάδες («Κολεόπτερα καί Ψυχές», «Ἀρκαδία», «Φυσικές Ἱστορίες», «Τοπίο ἤχων», «Βάλς εὐγενικά καί αἰσθηματικά», «Μουσική»). Τό μικρότερο ἀπό τά εἰκοσιέξι, «Ντάμα Μπαστούνι», καλύπτει δέν καλύπτει μισή σελίδα καί τό μεγαλύτερο, ἀλλά ἀρθρωτό, «Σελίδες Ἡμερολογίου», δέκα σελίδες. Στήν πλειονότητά τους κυμαίνοντα ἀνάμεσα στή μία καί στίς τρεῖς σελίδες. Ὅλα σχεδόν τά κείμενα δίνονται ἀπό πρωτοπρόσωπο, ἐνδοκειμενικό, ἀφηγητή καί παρουσιάζουν σύνθετη δομή: χρονολογική-συνειρμική. Γενικά μοιάζουν μέ ἐλεύθερες ἀφηγήσεις κατά τή διάθεση τῆς στιγμῆς, ἔχοντας κάτι ἀπό τήν τεχνική καί τό πνεῦμα τῶν παραμυθιῶν.

Σέ μιά πρώτη ματιά ἐνδέχεται νά τά πάρει κανείς γιά ἐλαφρές ἱστορίες, γραμμένες κυρίως γιά μικρά παιδιά. Σέ μιά προσεκτικότερη ἀνάγνωση ὡστόσο θά διακρίνει συστατικά τά ὁποῖα ἀνατρέπουν αὐτή τήν ἐντύπωση. Συστατικά-δεῖκτες, θά ἔλεγα, ἀποκαλυπτικά γιά τό «βάθος πεδίου» πού ἔχουν τά γραφτά τῆς Κίτσιου. Τέτοια θεωρῶ προπάντων τά ἀκόλουθα:

α) Τά ἀφηγήματα τοῦ τόμου διαθέτουν ποιητικό βάθρο. Πρόκειται βέβαια γιά κείμενα πεζά, ἀλλά ἡ ποίηση «ὅπου θέλει πνεῖ». Καί πνέει ἀνάμεσα ἀπό τίς σειρές στίς σελίδες τοῦ βιβλίου, φυσικά καί ἀβίαστα, χωρίς νά προκύπτει εἰδολογικό ζήτημα. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή δέν ὑπηρετοῦν τή δοξασία ὅτι σήμερα δέν ὑπάρχουν εἴδη. Οὔτε πολύ περισσότερο ἀνήκουν στήν κατηγορία τῶν ἀπό πρόθεση εἰδολογικά μικτῶν κειμένων. Τέτοιων πού μερικοί στόν τόπο μας τά θεωροῦν αὐτόματα, κατά τό μέτρο πού ἀνταποκρίνονται στή θεωρητική συνταγή, λογοτεχνικά ἐπιτεύγματα. Τά εἴδη, γιά ὅσους δέν εἶναι λογοτεχνικά ἀνιστόρητοι, οὐδέποτε εἶχαν στεγανά ὅρια μεταξύ τους, ἀλλά καί οὐδέποτε ἔχασαν τήν εἰδοποιό διαφορά τους. Ἡ συγγραφέας γιά τήν ὁποία μιλῶ δέν ἀκολουθεῖ κάποια συνταγή ἐργαστηριακῆς γραφῆς, ἁπλῶς γράφει ἐλεύθερα κατά τήν ἔμπνευσή της. Τό ποιητικό βάθρο τῶν κειμένων της ὀφείλεται στήν ποιητική της κράση. Μιά κράση πού τῆς ἐπιτρέπει νά μιλάει γιά σκιουράκια, γιά κουκουβάγιες, γιά πετροχελίδονα, κ.λπ., χωρίς νά κινδυνεύει νά γίνει γλυκερή.

β) Ἄλλο συστατικό, σχετικό μέ τό προηγούμενο, ἀποτελεῖ ἕνα ἀναδυόμενο ἀπό τά κείμενα χαμόγελο. Ἕνα χαμόγελο πού δεν εἶναι ἀφελές ἤ αὐτάρεσκο, οὔτε δείχνει αἴσθημα ὑπεροχῆς ἤ συγκατάβασης. Πρόκειται γιά ἕνα χαμόγελο παιγνιῶδες, καλοσυνάτο καί ταυτόχρονα διακριτικά εἰρωνικό. Τέτοιο πού εὔλογα συμπεραίνεις πώς ἡ πεζογράφος δέχεται ὅτι στό παιγνίδι τῆς ζωῆς μπορεῖ κανείς και νά χαμογελᾶ. Ἔχοντας ἐπίγνωση ὁ ἴδιος ὅτι παίρνει μέρος σ᾿ αὐτό τό παιγνίδι σάν παίχτης πού δέν ἔχει ὁρίσει τούς ὅρους τῆς παρτίδας. Κι ἀκόμα πώς δέν τήν ἐλέγχει πέρα ἀπό ἕνα σημεῖο, οὔτε γνωρίζει τή διάρκειά της. Στό πλαίσιο αὐτοῦ τοῦ παιγνιδιοῦ ἡ διαφορά ἀνάμεσα στήν ἐπιφάνεια καί στό βαθος τῶν πραγμάτων εἶναι ζήτημα λεπτῶν ἀποχρώσεων. Ἀρκεῖ νά ἔχεις τή χάρη ἤ τό κουράγιο νά χαμογελᾶς παιγνιωδῶς, καλοσυνάτα καί εἰρωνικά ὥς καί αὐτοειρωνικά. Ὅπως συμβαίνει μέ τό χαμόγελο πού ἀναδίνουν τά περιεχόμενα τοῦ Ἐκπαιδευτῆ Γρύλων, χαμόγελο βαθιά φιλοσοφημένο θά λέγαμε, ἀλλά στήν πραγματικότητα πηγαῖο καί ἀνεξάρτητο ἀπό φιλοσοφικές θεωρίες.

γ) Ἄλλο γνώρισμα τῶν κειμένων συνιστᾶ ἡ εὐαισθησία μέ τήν ὁποία εἶναι γραμμένα. Τήν εὐαισθησία αὐτή, ὡς φίνα αἰσθαντικότητα, τή συναντοῦμε σέ κάθε γραμμή τοῦ βιβλίου. Ἰδιαίτερα βέβαια σέ κορυφαῖες πραγματώσεις, ὅπως στά «Καμπανέλι», «Ἡ Μύτη» καί «Ρόζ Τιέπολο», πού ἀποτελοῦν, θά ἔλεγε κανείς, ἀσκήσεις εὐαισθησίας. Τό κειμενάκι «Ντάμα μπαστούνι» ἀπαρτίζεται ἀπό δυό μικρές παραγράφους, τίς ὁποῖες ἀντιγράφω ἐδῶ.

«Τά  ἀπογεύματα τῶν  χριστουγεννιάτικων διακοπῶν, παίζαμε    χαρτιά μέ τή θείτσα. Ἀθόρυβα καί χωρίς ἴχνος ζωηράδας, ἔπεφτε τό ἕνα χαρτί πάνω στό ἄλλο, λές καί τό παιχνίδι τό πραγματικό παιζόταν κάπου ἀλλοῦ, κι  ἐδῶ σέ μᾶς ἔφθανε μόνο ὁ ἀπόηχός του.

»Ὅταν ὅμως γινόταν καμιά ξερή, ὁ τυχερός παίχτης ἔριχνε μέ δύναμη  τό χαρτί καταπέλτη, πού παραδόξως ἔκανε ἕναν ὑπόκωφο κρότο, δίνοντας  ἔτσι ἐπιτέλους στή μικρή μας ὁμήγυρη περίεργη ζωντάνια. Ἡ θείτσα τότε  σηκωνόταν πάραυτα, ἐπιδεικτικά, καί φιλοῦσε τό νικητή μέ τό φαφούτικο  στόμα της σταυρωτά, ἀφήνοντας γιά λίγες στιγμές νά πλανιέται στά μάγουλά του ἕνα χαρμάνι τσιγάρου σέρτικου καί πικροῦ καφέ.»

Ξεχωρίζω μερικές φράσεις: «…, κι ἐδῶ σέ μᾶς ἔφθανε μόνο ὁ ἀπόηχός του…, πού παραδόξως ἔκανε ἕναν ὑπόκωφο κρότο…, δίνοντας ἔτσι ἐπιτέλους στή μικρή μας ὁμήγυρη περίεργη ζωντάνια…, ἀφήνοντας γιά λίγες στιγμές νά πλανιέται στά μάγουλά του ἕνα χαρμάνι τσιγάρου σέρτικου καί πικροῦ καφέ». Μαζί μ᾿ αὐτές τίς φράσεις ὁλόκληρο τό κομμάτι εἶναι συγκινησιακά, μά τόσο διακριτικά, φορτισμένο.

δ) Ἡ ἀνάγνωση τῆς συλλογῆς φέρνει στήν ἐπιφάνεια ἐξαιρετικά στοιχεῖα παιδείας, ἰδιαίτερα πνευματικῆς, μουσικῆς καί ζωγραφικῆς. Ἐξαιρετικά: μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν συνιστοῦν ἁπλά γνωστικά δεδομένα, ἀλλά  προσωπικές κατακτήσεις ἤ, ἀλλιῶς, βιωματικές ἐπιδόσεις. Λίγα λόγια γιά τήν καθεμιά περίπτωση.

Ι) Πνευματική παιδεία. Προέχει βέβαια ἡ λογοτεχνική, ἀλλά δέν λείπει ἡ εὐρύτερα πνευματική. Ἐννοεῖται πώς τά κειμενικά δείγματα παιδείας δέν ἀντιπροσωπεύουν ὅλο τό φάσμα τῆς μαθητείας τῆς πεζογράφου στόν τομέα αὐτό. Σημασία πάντως ἔχει ὁ βαθμός τῆς δυναμικῆς, ἄρα ὄχι στατικῆς, συμμετοχῆς τῶν δειγμάτων αὐτῶν στίς ἀφηγηματικές συνθέσεις. Ἡ σύνθεση, «Ἡ Μύτη»,  ἀφορᾶ τήν ἐμπνευσμένη ἀπόδοση, τοῦ Πρώτου Κονσέρτου γιά Πιάνο τοῦ Ραβέλ, ἀπό ἕναν Πολωνό πιανίστα, σέ φιλική συντροφιά. Εἰδικότερα ἐκφράζει τή συμμετοχή τῆς ἀφηγήτριας στή μουσική ἑρμηνεία, καθώς παρακολουθεῖ ταυτόχρονα τή σωματική συμμετοχή τοῦ πιανίστα στήν ἑρμηνευτική του  προσπάθεια. Σ᾿ αὐτή τήν προσπάθεια ἔχει τόν πρῶτο λόγο ἡ μεγάλη μύτη τοῦ ἐκτελεστῆ. Τόσο πού «Ἐντέλει, μέ τούτη τή μύτη περιπλανηθήκαμε στά βάθη καί τά πλάτη αὐτῆς τῆς ἐκπληκτικῆς μουσικῆς σύνθεσης, πού καθόλου δέν τῆς ἔλειπε ἡ ὀρχήστρα…» Παραθέτω τώρα τήν τελευταία παράγραφο τοῦ κειμένου, ἄν καί τό καλύτερο θά ἦταν, ἄν δέν ὑπῆρχε θέμα χώρου, νά παραθέσω  ὁλόκληρο αὐτό τό μυσταγωγικό πεζό.

«Τό μοναδικό αὐτό ἔργο –ἀποτελεῖται ἀπό τρία μέρη- κάποια στιγμή τελείωσε· ὁ πιανίστας κατακόκκινος μέ τό μέτωπο πού ἔσταζε, ὑποκλίθηκε ταπεινά. Τήν ὥρα, ὅμως, πού τά χειροκροτήματα δυνάμωναν καί ἡ μύτη ἐπανερχόταν διαγράφοντας ἕνα μεγάλο τόξο ἐγώ συγκρατήθηκα, καταβάλλοντας ἰδιαίτερη προσπάθεια, γιά νά μήν ἀναφωνήσω μ᾿ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς μου (καθώς βρισκόμουν σέ ἔκσταση), ὅπως ἀκριβῶς κραύγασε ὁ Δρυίδης τῶν Γαλατῶν, ὅταν εἶδε τήν Κλεοπάτρα, τή βασίλισσα τῆς Αἰγύπτου: «Τί καταπληκτική μύτη!!!»»

Τέτοιες ψηφίδες πνευματικῆς παιδείας, ὑφασμένες ὀργανικά μέσα στά κείμενα καί μάλιστα σέ στιγμές ἔντασης, θά συναντήσουμε ἐπανειλημμένα στόν Ἐκπαιδευτή Γρύλων.

ΙΙ) Μουσική παιδεία. Διαβάζοντας τό «Ἡ Μύτη», παίρνουμε μιά πρώτη ἰδέα τῆς παιδείας αὐτῆς. Δέν ξέρω ἄν ἡ συγγραφέας ἔχει σπουδάσει μουσική, τά πολλά ὀνόματα ὅμως συνθετῶν, συνθέσεων καί ἑρμηνευτῶν, καθώς καί ὁρισμένες ἐξειδικευμένες γνῶμες, πού ἀναφέρει, δείχνουν ὅτι διαθέτει μιά σημαντική ἐποπτεία τῆς κλασικῆς μουσικῆς. Ὅ,τι ὡστόσο κάνει ἰδιαίτερη ἐντύπωση, ὅπως τό εἴδαμε ἤδη, εἶναι ἡ βαθιά ὀργανική σχέση μέ τόν κόσμο τῶν ἤχων. Ἀπό τήν πλευρά αὐτή, ξεχωριστή θέση στίς προτιμήσεις της, σχετικά μέ τούς συνθέτες, φαίνεται νά κατέχει ὁ Ἰωάννης Σεβαστιανός Μπάχ. Γιά τό θέμα τῆς μουσικῆς παιδείας θά περιοριστῶ παρακάτω, ἐνδεικτικά, σέ δυό μικρά ἀποσπάσματα. Ἡ πρώτη ἀπό τό ἀφήγημα «Κυπαρίσσια» καί ἡ δεύτερη ἀπό τό «Ἀμερική».

[Μέσα σέ βαθύ αὐλάκι]

«…Νούφαρα κλειστά, μεγάλα σάν αὐγά χήνας, ἐπιπλέουν ἀνάμεσα σ᾿ ὁλοστρόγγυλα δερμάτινα φύλλα- ἡ διάμετρός τους ξεπερνᾶ τό ἄνοιγμα τῆς παλάμης βιρτουόζου πιανίστα…»

«Ἦταν φανερό πώς ὁ γιατρός δέν συμμεριζόταν καθόλου τίς σκέψεις καί τίς ἀπόψις μου· προπάντων δέ τίς καλές μου προθέσεις. Ὅταν τελείωσε ἡ ἐπίσκεψη, ἀντί νά μοῦ ψάλλει ἕνα ἰδιόμελο ἤ καλύτερα νά τραγουδίσει μία ἄρια ἀπ᾿ τά Κατά Ματθαῖον Πάθη τοῦ Μπάχ –θά ταίριαζε πολύ στή φωνή του- ἐπαίνεσε, βάρβαρα ὁμολογουμένως,τήν ἐκλεπτισμένη ἀκοή μου:

-Ἔχετε ἀφτί ραντάρ, κυρία μου!»

Στό πρῶτο, ἡ ἐμπειρική λεπτομέρεια «ἡ διάμετρό τους ξεπερνᾶ…», δείχνει τήν ἀμεσότητα τῆς σχέσης, πού ἔχει ἡ συγγραφέας, μέ τά μουσικά πράγματα. Τό δεύτερο, ὄντας πιό σύνθετο, εἶναι ἀνάλογα ἀποκαλυπτικότερο.

ΙΙΙ) Ζωγραφική παιδεία. Γιά τή ζωγραφική παιδεία δέν ἔχουμε τόσες πολλές ἀναφορές, ὅσες ἔχουμε γιά τή μουσική. Ἔχουμε κάποιες σποραδικές ἐνδείξεις καί τό ἀφήγημα «Ρόζ Τιέπολο», πού εἶναι ὁλόκληρο μιά ἐνορατική μαθητεία πάνω σέ ὁρισμένη ζωγραφική δημιουργία.

Ἐπειδή ἡ λέξη παιδεία εἶναι γνωστικά φορτισμένη, θά ἤθελα νά ξαναπῶ πώς τά στοιχεῖα παιδείας, πού συναντοῦμε στό βιβλίο, ἔχουν σαφῶς προσωπικό χαρακτήρα. Δέν φανερώνουν ἁπλά κεκτημένες γνώσεις, ἀλλά ἐνεργά δεδομένα ἑνός προσωπικοῦ γίγνεσθαι. Ὅπως ὁ Κίρκεγκααρ (καί δέν ξέρω πόσο συμπτωματικά ἀναφέρεται ὁ Δανός ὑπαρξιστής στό βιβλίο) ἤθελε ν᾿ ἀποτελεῖ ὁ θεός προσωπική ἀνακάλυψη καί ὑπαρξιακή μέθεξη γιά τόν καθένα, ἀνάλογα τά στοιχεῖα παιδείας στή συγκεκριμένη περίπτωση ἔχουν χρακτήρα προσωπικῆς ἀνακάλυψης καί βαθιᾶς ἐμπειρικῆς μέθεξης. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ συμμετοχή τους στή σύνθεση τῶν κειμένων συνιστᾶ κάτι περισσότερο ἀπό ἁπλό πληροφοριακό ὑλικό –κάποτε βέβαια συμβαίνει καί αύτό. Στήν πλειονότητά τους πάντως τό ἰδιαίτερο τῆς συμμετοχῆς τους εἶναι ὅτι συμμετέχουν κυρίως ὡς στοιχεῖα βιωματικῶν ἀσκήσεων. Παράδειγμα, μεταξύ ἄλλων, οἱ αἰσθαντικές «Σελίδες Ἡμερολογίου», ἀπό τίς ὁποῖες σημειώνω ἕνα ἐπιμέρους ἐπεισόδιο. Στό σπίτι τῆς νεαρῆς ἀφηγήτριας, στήν Κόνιτσα, φιλοξενήθηκε μιά περαστική παρέα ὀρειβατῶν. Ἀνάμεσά τους καί ἡ Λότε, Αὐστριακή καθηγήτρια ἱστορίας. Τό βράδι (ἡ Λότε θά κοιμόταν στό δωμάτιο τῆς ἀφηγήτριας) ἔγινε κάποια κουβέντα ἀνάμεσα στή Λότε καί στήν ἀφηγήτρια. Ἡ τελευταία, προτοῦ νά τήν καληνυχτίσει, ρώτησε τή Λότε ἄν προσεύχεται πρίν ἀπό τόν ὕπνο. Ἐκείνη ἀπάντησε πώς προσεύχεται καί μάλιστα «Κάθε βράδυ». Ἀκολούθησε ἡ ἐρώτηση: «Καί τί λέτε στήν προσευχή σας;» Τότε ἡ Λότε τῆς ἐμπιστεύτηκε ὅτι ὡς προσευχή «διαβάζει λίγους στίχους ἀπ᾿ τόν ἀγαπημένο της ποιητή κι ἀκούει τή μουσική κάποιου πού τῆς ἀρέσει πολύ». Ἡ ἀφηγήτρια ρωτάει: «Ἀπόψε τί προσευχή θά κανετε;» Κι ἡ Λότε βγάζει ἀπό τό σακίδιο καί τῆς δείχνει τά σύνεργα (βιβλίο, μγνητόφωνο)… Τό ἐπεισόδιο αὐτό, πού ἔχει καί συνέχεια, στάθηκε γιά τήν ἀφηγήτρια κάτι, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, σάν τό σολωμικό «Ἄστραψε φῶς…»

Τά στοιχεῖα παιδείας πού προανάφερα, ὅσο ἐνεργά καί νά ᾿ναι, δέν παύουν νά εἶναι ταυτόχρονα μιά πλούσια σοδειά θεματικοῦ ὑλικοῦ. Τέτοια πού νά καλύπτει ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἀφηγηματικῆς ὕλης. Ἄλλη σημαντική πηγή θεματικοῦ ὑλικοῦ ἀποτελοῦν τά παιδικά καί τά νεανικά χρόνια τῆς ἀφηγήτριας στήν ἰδιαίτερη πατρίδα της. Χρόνια πού, ὅπως συμβαίνει σχεδόν πάντα, ἀναφέρονται μέ ἀρκετή δόση νοσταλγίας: παγνίδια, ξεγνιασιά καί σπασμοί παιδευτικῆς ἀφύπνησης. Μιά τρίτη πηγή θεματικοῦ ὑλικοῦ, πού συνδέεται στενά μέ τά παιδικά-νεανικά χρόνια, εἶναι ἡ φύση. Ἡ ἕλξη πού ἀσκεῖ ἡ φύση μέσα στά γραφτά τῆς Κίτσιου θυμίζει τήν ἕλξη πού ἀσκεῖ στό ἔργο ἑνός ποιητῆ πού κατάγεται ἀπό τά ἴδια χώματα μέ τήν πεζογράφο: τοῦ Τάσου Πορφύρη. Ὅπως στά γραφτά τοῦ Πορφύρη, ἔτσι καί στῆς Κίτσιου, δέν λείπει ἕνα κάποιο στοιχεῖο χοϊκότητας. Ταυτόχρονα ὅμως καί ὁ διχασμός τόν  ὁποῖο προκαλεῖ ἡ μετέπειτα ζωή μέσα στίς συνθῆκες τῆς μεγαλούπολης. Γιά τό ζήτημα αὐτό, πού εἶναι γενικότερο καί ἀφορᾶ μεγάλο μέρος πολιτῶν, ἡ πεζογράφος, ὅπως καί ὁ Πορφύρης, ἔχει σαφή ἀντίληψη τοῦ τί καί τοῦ πῶς. Ἰδοῦ  πῶς το θέτει ἡ ἴδια στό παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπό τό κείμενο «Κρυφό Πέρασμα»:

«Μελαγχολία μέ κυριεύει καθώς βρίσκομαι καθισμένη σ᾿ ἕνα παχύ στρῶμα ἀπό πευκοβελόνες, κάτω ἀπό πολυάριθμα πεῦκα, ὅπου κι οἱ πρίμουλες ἀκόμα, ἔτσι ὅπως εἶναι μελαγχολικά παραδομένες στό ἐπίπεδο σχῆμα τους, ἐντείνουν αὐτή μου τή διάθεση. Τά νερά τῆς πηγῆς κελαρύζουν μ᾿ ἕνα ἀσταμάτητο μουρμουρητό· παρηγοριά μιᾶς στιγμῆς, γιατί ἐνῶ βρίσκεται ἐδῶ κοντά μου, εἶναι τόσο μακριά ἀπ᾿ ή ζωή μου! Μοῦ λέει πώς εἶμαι ξένη.

»Τί κι ἄν κάποτε εἴμουν τό παιδί τοῦ ξυλοκόπου πού πέρασε τή μισή ζωή του στό δάσος καί τήν ἄλλη μισή μιλώντας γι᾿ αὐτό; Κι ἄν περηφανεύομαι

ακόμα γιά τό γενναῖο μου πέρασμα πάνω ἀπό κείνη τήν ἀπόκρημνη χαράδρα, στά εἴκοσί μου, δέν ὠφελεῖ πιά! Βρίσκομαι στό δάσος καί σκέφτομαι τήν πόλη!  Ζῶ στήν πόλη καί σκέφτομαι τό δάσος! Δυό τόποι, εἶναι ἁπλό… ἀλλά δυό ζωές; Ἕνα διχασμένο διαιρεμένο ὄν! Ποιός ἀντέχει τέτοιες ὀδυνηρές ἀντιθέσεις;»

Ἔχω ἤδη πεῖ πώς τά πεζά τοῦ Ἐκπαιδευτής Γρύλων μοιάζουν μέ ἐλεύθερες ἀφηγήσεις κατά τή διάθεση τῆς στιγμῆς. Ἀπό ἄλλη ἄποψη θά ἔλεγα πώς εἶναι πεζά μιᾶς ἀνάσας. Αὐτή τουλάχιστο τήν ἐντύπωση δίνουν: ὅτι βγαίνουν μιά κι ἔξω, χωρίς νά προκύπτουν ἀπό ἐργαστηριακούς σχεδιασμούς. Πεζά μιᾶς ἀνάσας σημαίνει ἀρχικά ὅτι εἶναι σύντομα, μικρῆς ἔκτασης. Σημαίνει ὕστερα ὅτι ἀνταποκρίνονται στούς ὅρους τῆς ἑκάστοτε ἀρχικῆς ἔμπευσης. Ἄν τήν ἔμπνευση τήν καλύπτει γραφτό μισῆς σελίδας, τόση θά εἶναι καί ἡ ἔκταση αὐτοῦ τοῦ γραφτοῦ. Ἡ ὁλοκλήρωση συνεπῶς τῶν κειμένων ἐξαρτιέται ἀπό τί ἔχει νά πεῖ κάθε φορά ἡ πεζογράφος τή στιγμή τῆς ἀρχικῆς τους σύλληψης ἤ περίπου. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα τό ἄν θά εἶναι μικρή καί πόσο ἡ ἔκτασή τους δέν ἐνδιαφέρει. Γι᾿ αὐτό ἔχουμε στό βιβλίο ποικίλης ἔκτασης γραφτά, ἀλλά πάντα μέσα στά ὅρια τῆς μιᾶς ἀνάσας, τόσο ἀπό τήν πλευρά τῆς ἔμπνευσης, ὅσο καί ἀπό τήν πλευρά τῆς γραφῆς. Νά τό πῶ διαφορετικά: ἡ Κίτσιου δέν νοιάζεται γιά τά ὅποια μορφικά πεζογραφικά πρότυπα ἰσχύουν. Ἄν ἔχει κάτι νά πεῖ τό λέει ὅπως τό αἰσθάνεται, χωρίς νά τό διοχετεύει σέ κάποιο προκαθορισμένο σχῆμα ἤ νά το φορτώνει μέ στερνά παραγεμίσματα. Ὁ λόγος της τουλάχιστο δέν φανερώνει τέτοιες παρεμβάσεις. Ἀντίθετα αὐτό πού φανερώνει εἶναι ἡ ὅσο τό δυνατόν αὐτούσια ἀπόδοση τοῦ ἐκάστοτε ἐσωτερικοῦ γεγονότος πού τήν ἀπασχολεῖ. Καί τό κάνει αὐτό προσεκτικά, ἀλλά καί μέ ἀρκετό κέφι, σάν μιά εὐχάριστη ἀσχολία πού τή γεμίζει καί τήν ἱκανοποιεῖ. Ἔτσι ἀκολουθώντας τήν κράση της προσεγγίζει τήν περιοχή τῆς δικῆς της πρωτοτυπίας. Τό γεγονός ἐπιπλέον ὅτι ἔχουμε μιά συγγραφέα μέ σημαντική παιδεία, μᾶς ἐπιτρέπει νά σκεφτοῦμε ὅτι ἡ πράξη της δέν εἶναι προϊόν ἐνεξέλεγκτης παρόρμησης. Ἀλλά ἐπίμονης ἀνίχνευσης τῆς ἰδιατερότητάς της μέ τή συνδρομή καί τῆς παιδείας της. Ἄλλωστε δέν ἔχουμε νά κάνουμε μέ νεανικά γραφτά. Καί μᾶλλον ἔχουν προηγηθεῖ πολλές δοκιμές καί προσπάθειες πού δέν ἔφτασαν στή δημοσιότητα.

Ἀπό ἐκφραστική ἄποψη, προέχει νά τονιστεῖ ἡ λιτότητα τοῦ λόγου. Φανερό πώς ἡ συγγραφέας δέν ἀρέσκεται στά πολλά λόγια, ἀλλά στά κατά τό δυνατόν λίγα καί καίρια. Κάποτε μάλιστα φτάνει νά μιλάει ἐλλειπτικά ἐκεῖ πού ἄλλος θά γέμιζε ἴσως σελίδες. Στό ἀπόσπαμα π.χ. πού παράθεσα ἀπό τό «Ἡ Μύτη», στή φράση: «Τήν ὥρα, ὅμως, πού τά χειροκροτήματα δυνάμωναν καί ἡ μύτη ἐπανερχόταν διαγράφοντας ἕνα μεγάλο τόξο…», δέν λέει γιά ποιό τόξο ἀκριβῶς γίνεται λόγος. Πρόκειται γιά τό τόξο πού εἶχε διαγράψει ἠ μύτη ἀνοδικά, ἀπό τήν ἀρχή τῆς μουσικῆς ἑρμηνείας ὥς τό ἀποκορύφωμά της, καί τώρα στό τέλος τῆς ἑρμηνείας τό ξαναδιαγράφει καθοδικά, ἐπανερχόμενη στην ἀρχική της φυσική κατάσταση. Αὐτή τήν καθοδική πορεία τής μύτης ἡ Κίτσιου τήν ὑπαινίσσεται μονο μέ δυό λόγια.

Στό Ἐκπαιδευτής Γρύλων δέν συναντοῦμε, ὅπως σέ ἄλλους νέους πεζογράφους, τήν εὐτελή γλώσσα τῆς τηλεόρασης. Παρατηρῶ ὡστόσο ὅτι ἡ γλώσσα τῶν πεζῶν αὐτῶν ἀνταποκρίνεται ἀμεσότερα στούς στόχους της, ὄσο περισσότερο ἀνταποκρίνεται στήν αἴσθηση τοῦ προφορικοῦ λόγου. Ἐνῶ τό ἀντίθετο συμβαίνει ὅταν ἀπομακρύνεται ἀπό τήν αἴσθηση αὐτή.

Σημείωση. Ἡ Εἰρήνη Κίτσιου εἶναι συμπατριώτισσά μου (εἴμαστε κι οἱ δυό παιδιά τῆς ἠπειρωτικῆς Πίνδου). Μολαταῦτα δέν τήν ἀνακάλυψα ἐγώ. Ἡ τιμή τῆς ἀνακάλυψης, μέ δύο βιβλιοκρισίες στήν κυριακάτικη Καθημερινή, ἀνήκει στήν Ἐλισάβετ Κοτζιά, ἡ ὁποία εἶχε καί τή γεναιοδωρία νά συστήσει στή συγγραφέα νά μοῦ στείλει τά βιβλία της. Ἡ πράξη τῆς Κοτζιᾶ μοῦ θύμησε κάτι παρόμοιο πού ἔγινε πρίν ἀπό ἀρκετά χρόνια, ὅταν κυκλοφόρησε ἡ πρώτη συλλογή διηγημάτων τοῦ Γιάννη Καισαρίδη. Τότε τή συλλογή αὐτή τήν πρόσεξε καί τήν ἔκρινε πρώτη ἡ Μάρη Θεοδοσοπούλου, ἡ ὁποία συνέστησε, μέ ἀνάλογη γεναιοδωρία μ᾿ ἐκείνη τῆς Κοτζιᾶ, στόν Καισαρίδη νά μοῦ στείλει τό βιβλίο του. Μέ κάτι τέτοιες ἀνακαλύψεις σώζεται ἡ τιμή τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς.

Καί μιά καί τό φέρνει ἡ κουβέντα: τί γίνεται ἡ ἄσπονδη φίλη μου; Πρίν ἀπό λίγα χρόνια λογοφέραμε πάνω σ᾿ ἕνα θέμα. Γιά μένα τό ἐπεισόδιο αὐτό οὐδόλως μείωσε τήν ἐκτίμησή μου στό πρόσωπο τῆς ἄξιας κριτικοῦ. Καί δέν καταλαβαίνω πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀπουσιάζει σήμερα ἀπό τό κριτικό προσκήνιο ἡ Μάρη Θεοδοσοπούλου. Μιά κριτικός πού διαθέτει συγκριτικό πνεῦμα, σπάνια ἐνημέρωση, ἐξαιρετική ὄσφρηση καί κριτική ὀξύνοια.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 45, Δεκέμβρης 2008. 

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας and tagged , . Bookmark the permalink.