Δυό διηγήματα

Τά διηγήματα προέρχονται, τό πρῶτο, ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀλέξανδρου Ἴσαρη, Βίνκελμαν ἤ τό πεπρωμένο (διηγήματα, Κίχλη, Ἀθήνα 2010), καί τό δεύτερο, ἀπό τό βιβλίο τοῦ Χρήστου Οἰκονόμου, Κάτι θά γίνει, θα δεῖς ( διηγήματα, Πόλις, Ἀθήνα 2010). Κανονικά θά ἔπρεπε νά μιλήσω γι᾿ αὐτά τα δυό βιβλία πού τό καθένα ἔχει ξεχωριστό ἐνδιαφέρον. Προτίμησα νά μιλήσω μέσα ἀπό δυό ἀντιπροσωπευτικά κείμενά τους, ἴσως μέ πιό συγκεκριμένο τρόπο.

Τό διήγημα τοῦ Ἴσαρη ὀνομάζεται «BAR VENUS». Τό κείμενο δίνεται σέ τρίτο πρόσωπο. Ὁ Ἄγγελος Μιχαήλ (πού προτιμάει νά λέγετα Μιχαήλ Ἄγγελος, ὅπως ὁ ὀνομαστός καλλιτέχνης τῆς Ἀναγέννησης), ἐργάζεται στό Πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας. Διδάσκει γερμανική λογοτεχνία. Ἔχει σπουδάσει στή Γερμανία καί κατέχει πολύ καλά τή γερμανική λογοτεχνία, ἐνῶ διαθέτει καί σπουδαία μουσική παιδεία. Εἶναι 57 χρονῶν καί ἀνύπαντρος, γόνος ἀστικῆς οἰκογένειας -παππούς καί πατέρας δικηγόροι, μάνα μέ καλλιτεχνικές εὐαισθησίες· ἔπαιζε πιάνο. Μένει στό παλαιικό πατρικό του σπίτι στό Μαρούσι – οἱ γονεῖς του ἔχουν πεθάνει.  Ὅ,τι τόν ἕλκει περισσότερο εἶναι το γράψιμο, πέρα ἀπό μεταφράσεις γερμανικῶν ἔργων, κυρίως θεατρικῶν, τόν ἐνδαφέρει ἰδιαίτερα νά ἀσχολεῖται μέ δοκιμιακές μελέτες. Ἄτομο λίγο πολύ μοναχικό.

«Τούς τελευταίους μῆνες ὁ Ἄγγελος  πηγαίνει, ὅποτε βρίσκει εὐκαιρία, στή λίμνη τῆς Βουλιαγμένης. Ἡ ἐπαφή μέ τό θαυματουργό νερό της ἔχει εὐεργετική ἐπίδραση στό σῶμα καί στή διάθεσή του.» Ἐκεῖ, ὅταν ξεκουράζεται μετά τό μπάνιο, κάνει διάφορες παρατηρήσεις πάνω στό, γεροντικό κυρίως, πληθυσμό τῶν λουόμενων. Ταυτόχρονα ὁ νούς του κινεῖται μέσα σ᾿ ἕνα πλέγμα ἀναμνήσεων, αἰσθημάτων, σκέψεων, κ.λπ. Αὐτά μεσημέρι τῆς πρώτης μέρας πού ἀρχίζει τό διήγημα. Τό ἀπόγευμα στό σπίτι του, μετά τό μεσημεριανό ὕπνο, μουσική, ἀναμνήσεις, σκέψη καί μικροδουλειές. Ἀργά τή νύχτα, γιά νά κοιμηθεῖ, καταφεύγει σέ μιά κινεζική ἄσκηση. Κοιμᾶται καί τό πρωί ξυπνάει ἀναστατωμένος ἀπό ἕνα «φοβερό ὄνειρο». Ἕνα ὄνειρο ὀργιαστικό καί ταυτόχρονα ὀδυνηρό: κάνει ἔρωτα μέ μιά κοπέλα, ἐνώ ἕνα τσοῦρμο γυνακῶν τόν βασανίζει. Τό ὄνειρο φτάνει στό τέλος του μέ ὀνείρωξη. Τό πρωί, καθώς ἡ σεξουαλική διάθεση ἐπιμένει, σκέπτεται πώς, ὅταν ἦταν ἔφηβος, πίστευε πώς αὐτή ἡ διάθεση γιά συχνή ἐκτόνωση θά ὑποχωροῦσε μέ τά χρόνια. Τώρα βλέπει πώς «παραμένει ἀμείωτη». Στό μεταξύ «συνειδητοποίησε πώς εἶχε νά κάνει ἔρωτα ἕξι ὁλόκληρους μῆνες».

Ὁ Ἄγγελος εἶχε ἕνα φίλο –τή μόνη σταθερή καί μόνιμη σχέση στή ζωή του-, τό Σπύρο Κ. Εἶχαν σπουδάσει μαζί στή Γερμανική Σχολή καί διατηροῦσαν συχνή τηλεφωνική ἐπαφή. Ὁ Σπύρος διατηροῦσε ἕνα γερμανόφωνο βιβλιοπωλεῖο στό Κολωνάκι. Ἡ γυναίκα του ἔχει πεθάνει, τά παιδιά του ἔχουν μεγαλώσει,  κι ὁ ἴδιος ζεῖ μέ τήν ἄρρωστη μητέρα του. Στίς ἔντεκα ἡ ὥρα τό ἴδιο πρωί, προτοῦ νά πάει στό συμβούλιο τῶν καθηγητῶν στό Πανεπιστήμιο, ὁ Ἄγγελος τηλεφώνησε στό Σπύρο ζητώντας βοήθεια γιά τό σεξουαλικό του πρόβλημα. Ὁ Σπύρος, πού ἦταν ὁμοιοπαθής, τοῦ εἶπε πώς γιά τήν ὥρα ἡ μόνη λύση ἦταν νά πάνε σ᾿ ἕνα ἐγγυημένο, ὅπως εἶχε πληροφορηθεῖ, μπάρ πού λεγόταν Venus. Τόν Ἄγγελο ὅμως «τόν ἀπωθοῦσε ὁ ἀγοραῖος ἔρωτας». Τελικά, καθώς ὁ Σπύρος ἐπέμενε νά δοκιμάσουν καί νά δοῦν τί θά ἔβγαινε, δέχτηκε μέ μισή καρδιά. Στό ΜΠΑΡ VENUS τούς ἔκανε, ἀντίθετα ἀπ᾿ ὅ,τι περίμεναν, καλή ἐντύπωση ἡ χαμηλόφωνη μουσική καί ἡ καλόγουστη διακόσμηση. «.., στά τραπέζια καθόντουσαν μεσήλικες ἤ ἡλικιωμένοι ἄνδρες μέ νεαρές κοπέλες, πού τίς φωτογράφιζαν μέ τά κίνητά τους, κάπνιζαν, μιλοῦσαν στό τηλέφωνο, ἔπιναν καί χαριεντιζόντουσαν κάνοντας τολμηρές χειρονιμίες.» Οἱ δυό φίλοι κάθησαν κι αὐτοί, ἤπιαν κάτι, κουβέντιασαν μέ τόν ἰδιοκτήτη τοῦ μπάρ, πλήρωσαν προκαταβολικά καί ἔφυγαν μέ τό αὐτοκίνητο τοῦ Ἄγγελου γιά τό σπίτι του στό Μαρούσι. Μαζί τους πῆραν καί δυό «χαριτωμένες Ρωσσίδες» πού μιλοῦσαν «καλά ἀγγλικά», τήν Ὄλγα 26 χρονῶν καί τήν Ἰρίνα 20 χρονῶν. Οἱ δυό κοπέλες κάθισαν στό πίσω κάθισμα τοῦ αὐτοκινήτου κι οἱ δυό φίλοι μπροστά.

Στή διαδρομή, ἀφοῦ ἔγιναν κάποιες ἀποτυχημένες προσπάθειες νά πλησιάσουν τίς κοπέλες, μέσα ἀπό τή ρωσική λογοτεχνία, οἱ δυό φίλοι κουβέντιασαν τά δικά τους. Ὁ Ἄγγελος μίλησε γιά τίς μεταφραστικές δυσκολίες πού ἀντιμετώπιζε στίς μεταφράσεις του ἀπό τά γερμανικά στά ἑλληνικά. Ἔπειτα μίλησε γιά τό βιβλίο πού ἔγραφε, Ἡ μουσική στό Γ΄ Ράιχ: «Ὁλοκλήρωσα τά δεκαέξι ἀπό τά δεκαοχτώ κεφάλαια πού θά ἔχει. […] Τό μεγαλύτερο κεφάλαιο, πού θά μπεῖ στήν ἀρχή, θά ἀναφέρεται στήν ἔμμεση σχέση τοῦ Βάκγνερ μέ τόν ἐθνικοσοσιαλισμό, καί κυρίως μέ τόν ἴδιο τόν Χίτλερ.» Ἔπειτα ὁ Ἄγγελος εἶπε στό φίλο του ποιοί Γερμανοί καλλιτέχνες τάχτηκαν μέ τό μέρος τῶν ναζί καί ποιοί διώχτηκαν. Στό μεταξύ οἱ ὅποιες ἐνδιάμεσες εὐκαιρίες νά ἀναπτυχτεῖ κάποια ἀμεσότερη ἐπαφή μέ τά κορίτσια, καθώς οἱ δυό φίλοι τό φέρναν στή λογοτεχνία καί στήν κλασική μουσική, ἀπέτυχαν. Ἕπειτα ὁ Σπύρος μίλησε γιά τή μάνα του, πού ἔπασχε ἀπό ἀλτσχάιμερ καί εἶχε κάνει τή ζωή του δύσκολη.

Ἡ κουβέντα τῶν δύο φίλων συνεχίστηκε καί στό σπίτι τοῦ Ἄγγελου, ὅπου οἱ κοπέλες ἀπομονώθηκαν ἀκόμα μιά φορά, καθώς οὐσιαστικά σημεῖα ἐπαφῆς μαζί τους δέν βρέθηκαν. Ἐνώ, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἡ συζήτηση τοῦ Ἄγγελου καί τοῦ Σπύρου ἔπαιρνε ὁλοένα μεγαλύτερο προσωπικό ἐνδιαφέρον. Κάποια στιγμή οἱ κοπέλες ἐξαφανίστηκαν. Ἡ ἔρευνα τοῦ Ἄγγελου ἔδειξε πώς εἶχαν κλειστεῖ στό μπάνιο. Ἀπό ἐκεῖ βγῆκαν ἔπειτα ὁλόγυμνες καί ρίχτηκαν μέ ἐρωτικές διαθέσεις πάνω στούς δυό φίλους, ἡ Ὄλγα στόν Ἄγγελο καί ἡ Ἰρίνα στό Σπύρο. Ὁ Ἄγγελος πού δέν μποροῦσε νά ἀνταποκριθεῖ στίς ὀρέξεις τῆς Ὄλγας, γύρισε σέ μιά στιγμή καί εἶπε στό Σπύρο: «Σπύρο, μοῦ ἔχει φύγει τελείως. Δέν μπορῶ νά κάνω τίποτα».

«Οὔτε κι ἐγώ, εἶπε ἐκεῖνος , πού εἶχε γίνει μούσκεμα στόν ἱδρώτα.»

Ἀποφάσισαν ἔτσι νά δώσουν χρήματα γιά ταξί στίς κοπέλες γιά νά φύγουν κι αὐτοί να καθίσουν ν᾿ ἀκούσουν μουσική.

«’’Τί θές ν᾿ ἀκούσεις;’’  ρώτησε ὁ Ἄγγελος.»

«’’Τίς σουίτες τοῦ Μπαχ γιά τσέλο’’».

«’’Μέ τόν Φουρνιέ ἤ με τόν Καζάλς;’’»

«’’Μέ τόν Φουρνιέ’’».

Ὅπως θά φάνηκε ἀπό τήν περίληψη τοῦ θέματος, ὁ Ἄγγελος καί ὁ Σπύρος ἦταν ἄνθρωποι καλλιεργημένοι μέ ἀξιόλογη παιδεία. Ὁ Σπύρος πιό πρακτικός ἀπό τόν Ἄγγελο, ἀλλά πάντως κοντά στό πνευματικό ἐπίπεδο τοῦ φίλου του. Ἡ ἔντονη περιστασιακή ἐρωτική στέρηση, μέ πρωτοβουλία τοῦ Σπύρου, τούς ὁδήγησε πρός στιγμήν ἔξω ἀπό τά νερά τους. Δοκίμασαν ἔτσι νά περάσουν τά σύνορα πού τούς χώριζαν ἀπό ἕναν ἄλλο κόσμο. Κόσμο ἄλλης νοοτροπίας, ἀντίληψης καί συμπεριφορᾶς. Ἡ, ἔστω δειγματοληπτική, ἐπαφή μ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, τούς ἐπανέφερε σταδιακά ἀλλά σύντομα, μέσα ἀπό τό δρόμο τῆς πρακτικῆς ἐπαφῆς, στόν οἰκεῖο ἑαυτό τους. Ὁ κύριος στόχος τοῦ διηγήματος εἶναι, ἀφοῦ μᾶς δείξει τό ψυχικό καί πνευματικό ἔδαφος τοῦ Ἄγγελου καί σχετικότερα τοῦ Σπύρου, νά παρουσιάσει αὐτή τή σταδιακή ἐπάνοδο τῶν δύο φίλων στόν ἑαυτό τους, ἔπειτα ἀπό ἕνα, ἄς τό ποῦμε ἔτσι, ἀψυχολόγητο διάβημά τους. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τό διήγημα ἀναπτύσσεται πάνω σέ τρία ἀλληλένδετα δεδομένα: στό ποιός ἦταν ὁ Ἄγγελος καί ὁ φίλος του, στό πῶς ἐξόκειλαν κάποια στιγμή πρός τόν ἀγοραῖο ἔρωτα καί στό πῶς ἡ πράξη ἔδειξε πώς εἶχαν πάρει λάθος δρόμο. Δρόμο πού δέν ταίριαζε στήν ἰδιοσυγκρασία καί στήν ἀγωγή τους. Ὅταν ἕνα τέτοιο γεγονός, ὅπως καί κάθε ἄλλο, γίνεται ἀφηγηματικός στόχος, ὁ κατεξοχήν  δηλαδή λόγος γραφῆς ἑνός πεζογραφήματος, τό πᾶν κρίνεται ἀπό τήν ἐκφραστική πραγμάτωσή του.

Στήν περίπτωση τοῦ «BAR VENUS» ὁ Ἴσαρης ἀποφεύγει ὁλωσδιόλου νά μιλήσει θεωρητικά ἤ ἔστω ἐπεξηγηματικά πάνω στίς πράξεις τῶν ἀφηγηματικῶν προσώπων. Αὐτό πού κάνει εἶναι νά δίνει ἀπευθείας πράξεις, μνῆμες, φαντασιώσεις, αἰσθήματα, σκέψεις, ὄνειρα, αὐτῶν τῶν προσώπων. Εἶναι εὔκολο νά δικαιολογεῖς τίς διάφορες ἐνέργειες τῶν ἀφηγηματικῶν προσώπων σου, ἀλλά, ἐκφραστικά, δέν εἶναι ὁ φερεγγυότερος τρόπος.  Ἀντίθετα εἶναι πειστικότερος κανείς ὅταν ἀφήνει νά βγαίνουν τά πάντα μέσα ἀπό τίς ἄμεσες ἀντιδράσεις τῶν ἡρώων του. Κι αὐτό ἀκριβῶς κάνει ὁ Ἴσαρης στό διήγημα γιά τό ὁποῖο μιλῶ. Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές θά δώσω ἐδῶ ἕνα  παράδειγμα:

[Βρισκόμαστε στή λίμνη τῆς Βουλιαγμένης.] «Λίγο πρίν φύγει, εἶδε ἕναν νεαρό τυφλό ἄντρα πού συνοδευόταν ἀπό ἕναν ἡλικιωμένο κύριο νά κατευθύνεται πρός τή λίμνη, νά κατεβαίνει προσεχτικά τά σκαλοπάτια, νά πιάνει τό σχοινί πού ὑπάρχει ἐκεῖ καί νά κολυμπάει κουνώντας μόνο τό ἕνα χέρι. Κάθε τόσο σταματοῦσε, ἔστρεφε τό κεφάλι του πρός τόν ἥλιο καί χαμογελοῦσε. Ὁ Ἄγγελος σήκωσε τό βλέμμα πρός τήν κορυφή τοῦ πανύψηλου βράχου καί τό ἄφησε ἀκίνητο γιά ἀρκετή ὥρα, ὥσπου μέσα στό μυαλό του σχηματίστηκαν οἱ τρεῖς στίχοι ἀπό ἕνα χαϊκού:

Ὅλα σωπαίνουν

Ἡ φωνή τοῦ τζίτζικα

Σχίζει τό βράχο.

Ἄρχισε νά ντύνεται μέ ἀργές κινήσεις, λέγοντας μέσα του ξανά καί ξανά: ’’Ἡ φωνή τοῦ τζίτζικα σχίζει τό βράχο’’. Ὅταν μπῆκε στό αὐτοκίνητό του ἔνιωθε ἀνάλαφρος. Ἔβαλε ν᾿ ἀκούσει τό πρῶτο σεξτέτο τοῦ Μπράμς. Τό σῶμα του ἦταν εὐχάριστα κουρασμένο καί μέσα στά νερά τῆς σκέψης του κολυμποῦσε τό ποίημα τοῦ Μπασό. Ἀπό τίς πρῶτες κιόλας νότες θυμήθηκε τήν περίφημη ἐρωτική σκηνή ἀπό τούς Ἐραστές τοῦ Λουί Μάλ κάτω ἀπό τό ἀσπρόμαυρο σεληνόφως. Ὁ Ἄγγελος ἄρχισε νά σκέφτεται τή  ζωή τοῦ Γιοχάννες Μπράμς. Τά περισσότερα πορτραῖτα  τόν δείχνουν γέρο σέ προχωρημένη ἡλικία, ὅμως ὅταν πέθανε ἀπό καρκίνο τοῦ ἥπατος ἦταν ἑξήντα τεσσάρων ἐτῶν, δηλαδή μόλις ἑφτά χρόνια μεγαλύτερος ἀπό τόν ἴδιο! ‘‘Ἕναν αἰώνα πρίν, ὅταν ἤσουν ἑξήντα τεσσάρων χρονῶν σέ θεωροῦσαν Μαθουσάλα’’, σκέφτηκε. Ὕστερα ἄρχισε νά φαντάζεται πῶς θά ἦταν ὁ συνθέτης τόν τελευταῖο χρόνο τῆς ζωῆς του. Ὁ Σούμαν εἶχε πεθάνει προ πολλοῦ καί πρόσφατα εἶχε φύγει ἀπό τή ζωή καί ἡ ἀγαπημένη του Κλάρα.»

Ὅλο τό κείμενο τοῦ διηγήματος κυλάει σύμφωνα μέ τό παράδειγμα αὐτό. Ἑννοῶ, χωρίς ἐπεξηγηματικό σχολιασμό τῶν συμβάντων, ἀλλά μέ ἀπευθείας ἀναφορές στίς ἀντιδράσεις τῶν ἀφηγηματικῶν προσώπων. Τοῦτο μάλιστα συμβαίνει μέ ἄκρα συνέπεια, ἔτσι πού ἡ ὅλη δράση νά ἐξελίσσεται «κατά τό εἰκός ἤ τό ἀναγκαῖον». Γεγονός ξεχωριστής σημασίας γιά τήν ποιότητα τοῦ κειμένου, μιά καί ὁ ἀναγνώστης δέν ἔχει τό περιθώριο νά παρατηρήσει κάτι ἀφύσικο ἤ παράταιρο, στή ροή τῆς δράσης. Τό πολύ πολύ θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς: μά πῶς δέν τό καλοσκέφτηκαν οἱ δυό φίλοι ὥστε μήν πάνε καθόλου σέ κεῖνο τό μπάρ. Δέν νομίζω πώς ἔχει ἕρεισμα τό ἐρώτημα αὐτό. Πρῶτα πρῶτα ὁ συγγραφέας ἔχει δικαίωμα νά δεχτεῖ τήν ἐνέργεια αὐτή ποιητικῆ ἀδεία. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἄς ἀναλογιστεῖ κανείς ἄν κάτι ἀνάλογο δέν θά μποροῦσε νά συμβεῖ κάποτε στόν καθένα μας. Σημασία ἔχει ὅτι ἡ ἐκτύλιξη τῆς ἀφηγηματικῆς ροῆς παρουσιάζεται μέ τρόπο πειστικό. Ἕνα πολύ μικρό παράδειγμα, πού δείχνει τήν πρώτη ἔλλειψη ἐπαφῆς ἀνάμεσα στούς δυό φίλους καί στά κορίτσια καί προοιωνίζεται τό τί θά συμβεῖ ἀργότερα, εἶναι τό ἑπόμενο. Μετά τήν πρώτη συνάντηση τῶν τεσσάρων στό μπάρ, μετά τίς ἀπαραίτητες συστάσεις καί τά ὀνόματα τῶν κοριτσιῶν, εἰπώθηκαν τά ἀκόλουθα:

«’’Ὄλγα καί Ἰρίνα λοιπόν’’, εἶπε ὁ Ἄγγελος. ‘‘Καί ποῦ βρίσκεται ἡ Μάσα;’’

»Μεσολάβησε μιά ἀμήχανη παύση, «ὁπότε ἀναγκάστηκε νά διευκρινίσει πώς ἐννοοῦσε τή μεσαία ἀπό τίς Τρεῖς ἀδελφές τοῦ Τσέχωφ. Ρώτησε ἄν γνώριζαν τόν Τσέχωφ, κι ἐκεῖνες ἀπάντησαν ἀμέσως: ‘‘Ντά, ντά, Τσέχωφ. Μεγάλος Ρῶσος συγγραφέας.’’»

Ἡ φράση, ‘‘Καί ποῦ βρίσκεται ἡ Μάσα’’, ἦταν πολύ φυσικό νά ἔρθει στά χείλη τοῦ Ἄγγελου, πού, ὅπως φαίνεται παρακάτω, γνωρίζει καί ὑπερεκτιμάει τό τσεχωφικό ἔργο. Πέρα ἀπό αὐτό, στή συγκεκριμένη περίπτωση τό, «Ντά, ντά, Τσέχωφ. Μεγάλος Ρῶσος συγγραφέας», φανερώνει ἄγνοια καί ὄχι γνώση -οἱ κοπέλες δέν ἤξεραν τίποτε εἰδικότερο γιά τόν Τσέχωφ, πέρα ἀπό τό ὅτι εἶχαν ἀκούσει πώς ἦταν «Μεγάλος Ρῶσος συγγραφέας». Τό ὅτι αὐτή ἡ ἄγνοια δέν δίνεται μέ σαφῶς ἀρνητικό τρόπο, οἱ κοπέλες π.χ. νά σώπαιναν ἤ νά ἔλεγαν πώς δέν γνώριζαν τίποτα γιά τόν Τσέχωφ, δείχνει τή λεπτή διάκριση πού κάνει ὁ συγγραφέας ἀνάμεσα σέ μιά συγκαλυμμένη ἄγνοια καί σέ μιά ρητή. Μέ τή συγκαλυμμένη ἄγνοια βρίσκεται πολύ κοντά στή φυσική ἀντίδραση τῶν κοριτσιῶν νά μή δείξουν ἄγνοια. Ἀντίθετα, μέ τή ρητή ἄγνοια θά φανέρωνε τήν πρόθεσή του νά καθορίσει προγραμματικά τήν ὅλη ἐξέλιξη τῆς ἀφηγηματικῆς δράσης, χωρίς νά παίρνει ὑπόψη του τίς ψυχολογικές εὐαισθησίες τῶν ἡρώων. Μέ ἀνάλογο πνεῦμα δίνει ὁ Ἴσαρης τά ὅσα συμβαίνουν στή διάρκεια τῆς πορείας μέ τό αὐτοκίνητο τοῦ Ἄγγελου πρός τό Μαρούσι. Πῶς δηλαδή, ἐνῶ οἱ δυό φίλοι πήγαιναν ἐκεῖ γιά μιά σεξουαλική περιπέτεια, με τή συζήτησή τους εἶχαν πάρει ἕναν δρόμο, πού κάθε ἄλλο παρά τούς προετοίμαζε γιά ἕνα τέτοιο γεγονός. Τά ὅσα συζητοῦσαν μέσα στό αὐτοκίνητο, παρά τίς μικροπαρεμβάσεις τῶν κοριτσιῶν, τούς προετοίμαζαν γιά μιά βραδιά ἄλλης κατηγορίας. Τούς ἔβγαζαν στή χώρα τῶν δικῶν τους  προβλημάτων, τῶν ἐνδόμυχων διαθέσεών τους, τῶν ἐπιθυμιῶν, τῶν ἐλλείψεων καί τῶν βλέψεών τους. Μέ δυό λόγια, τούς πήγαιναν μακριά ἀπό τόν πρακτικό προορισμό τῆς βραδιᾶς. Ἔτσι πλησιάζοντας ὁλοένα, μέσα ἀπό τή συζήτησή τους τό ἐνδόμυχο εἶναι τους, βρέθηκαν τήν κατάλληλη στιγμή πολύ μακριά ἀπό τίς «ἀγοραῖες» διαθέσεις τῶν κοριτσιῶν. Μέ ἀποτέλεσμα νά λήξουν, γιά τούς δυό φίλους, ἄδοξα οἱ προγραμματισμένοι στόχοι τῆς βραδιᾶς καί νά καταλήξουν τελικά στίς «Σουίτες τοῦ Μπάχ γιά τσέλο»…

Τό διήγημα «BAR VENUS» εἶναι ἀπό πολλές πλευρές ἐνδεικτικό γιά ὅλο τό βιβλίο, Βίνκελμαν ἤ τό πεπρωμένο, τοῦ Ἀλέξανδρου Ἴσαρη. Ἄν καί τό θεωρῶ κορυφαῖο ἐπίτευγμα τῆς συλλογῆς αὐτῆς, δέν παύει νά ἔχει στενούς δεσμούς μέ τά ὑπόλοιπα κείμενα. Πρῶτα πρῶτα μέ τή γλωσσική ἐπάρκεια τοῦ πεζογράφου. Ἔπειτα μέ τήν ἀφηγηματική τακτική του νά βάζει τά πράγματα νά μιλοῦν, χωρίς ἐπεξηγηματικές παρεμβάσεις τοῦ συγγραφέα. Μέ τήν εἰλικρινή, ἐπίσης, στάση τοῦ συγγραφέα ἀπέναντι στόν ἀναγνώστη. Τό χαμηλόφωνο λόγο του. Τήν ἐξαιρετική λογοτεχνική καί μουσική παιδεία του, ἰδίως, ὅσον ἀφορᾶ, τό γερμανικό χῶρο. Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ὁ συγγραφέας αὐτός μᾶς δείχνει πόσο καλά γνωρίζει τή γερμανική ἐνδοχώρα τῆς λογοτεχνίας. Ἔχει κάνει ἔξοχες μεταφράσεις ἀπό τά γερμανικά. Καί πρόσφατα μέ τό βιβλίο του, Κάτω ἀπό τόσα βλέφαρα. Σημειώσεις γιά τόν Ρίλκε, (Ἴκαρος, Ἀθήνα 2007), μᾶς ἔδωσε ἄλλο ἕνα δεῖγμα γνωστικῆς ἐπάρκειας καί κριτικοῦ κοσκινίσματος τοῦ διαθέσιμου ὑλικοῦ του. Εἶναι ἐξάλλου ἕνας ἀπό τούς ἐλάχιστους συγγραφεῖς μας πού ἔχει βαθιά γνώση τῆς κλασικῆς μουσικῆς. Θυμίζω τήν, κατά σύμπτωση, ἀνάλογη περίπτωση μουσικῆς ἀγωγῆς τῆς Εἰρήνης Κίτσιου, πού ἐμφανίστηκε πρόσφατα στά γράμματα ὡς διηγηματογράφος. Μέ δυό λόγια, ὁ Ἴσαρης εἶναι ἀπό τούς λίγους σοβαρούς καί ἀξιόλογους, γι᾿ αὐτό καί ἀθόρυβους, ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων μας. Ἄς σημειωθεῖ ἐπιπλέον ὅτι εἶναι ζωγράφος καί ποιητής.

***

Τό διήγημα τοῦ Χρήστου Οἰκονόμου ὀνομάζεται «Γιά τούς φτωχούς ἀνθρώπους» καί εἶναι συνταγμένο σέ πρῶτο πρόσωπο. Στό διήγημα, «BAR VENUS», εἴχαμε μιά σχεδόν γραμμική ἀφηγηματική ροή, ἄν ἐξαιρέσουμε τίς συνειρμικές σφῆνες πού παρεμβάλλονταν σέ ἀρκετά σημεῖα. Στό διήγημα τώρα, «Γιά τούς φτωχούς ἀνθρώπους», ἔχουμε μιά κάπως διαφορετική σύνθεση. Ὅλο τό κείμενο μοιάζει μέ μουσικό κομμάτι πού ἀπαρτίζεται ἀπό ἐννιά μέρη.

Τό πρῶτο ἀπό αὐτά τά μέρη ξεκινάει μέ τή φράση: «Νά σέ διώχνουν ἀπ᾿ τή δουλειά εἶναι σάν κάταγμα»… Ἰούλιος μήνας, καύσωνας, μεσημέρι μιᾶς Παρασκευῆς. Δυό ἄτομα, τό κεντρικό ἀφηγηματικό πρόσωπο καί ὁ φίλος του Ἄρης, πού δούλευαν σέ μιά ἀποθήκη ἀνταλλακτικῶν στόν Κορυδαλό, ἀπολύονται ἀπό τή δουλειά τους. Τό τί ἀκολουθεῖ τό μαθαίνουμε ἀπό τό ἀνώνυμο κεντρικό ἀφηγηματικό πρόσωπο, πού στό ἑξῆς θά τό ἀναφέρω ὡς Α. Ὁ Α λοιπόν, ἀφοῦ χωρίζει μέ τόν Ἄρη, παίρνει τό δρόμο γιά τό λιμάνι τοῦ Πειραιά. «Μέ τά πόδια ἀπ᾿ τόν Κορυδαλλό σάν κυνηγημένος Χαλκηδόνα Μανιάτικα Θερμοπυλῶν κι ὕστερα καρφί στό Ἅγιο Διονύση στήν ἀποβάθρα τῶν κρητικῶν.» Καθώς προχωράει παρατηρεῖ πώς τό δυνατό φῶς τοῦ ἥλιου, «ἄλλαζε τό σχῆμα τῶν πραγμάτων καί τά ᾿κανε ὅλα ἀγνώριστα». Ἔπειτα θυμᾶται τή φράση πού εἶπε ὁ φίλος Ἄρης τήν ὥρα πού μάζευε ἀπ᾿ τό ντουλάπι τῆς ἐπιχείρησης τά πράγματά του: «νά σέ διώχνουν ἀπ᾿ τή δουλειά εἶναι σάν κάταγμα».

Στό δεύτερο μαθαίνουμε πώς ὁ Α συνήθιζε νά πηγαίνει συχνά, τά ἀπογεύματα, «χειμώνα καλοκαίρι» στό λιμάνι. Εἶχε ἐκεῖ «ἕνα ξύλινο παγκάκι ξεστελιωμένο», ὅπου καθόταν καί τό θεωροῦσε περίπου δικό του. Καθόταν καί τραγουδοῦσε τό Sittin’ on the dock of the bay, με τόν Otis. Ἀπό κεῖ παρακολουθοῦσε τό τελευταῖο φῶς τοῦ ἡλιοβασιλέματος νά πέφτει πάνω σέ ὅ,τι ὑπῆρχε γύρω του. Κι ὅλο τό θέαμα τοῦ φαινόταν σάν μιά φωτιά, «πού ἔκαιγε ἀπό μέσα, χωρίς φλόγα καί καπνό, μιά φωτιά πού ἔκαιγε τόν κόσμο ἀθόρυβα καί ὕπουλα καί βασανιστικά». Γι᾿ αὐτό ὁ Ἄρης, πού δέν πίστευε σέ τέτοιες φωτιές, μιά παραμονή Χριστούγεννων, πού εἶχε χιονίσει μέχρι τό λιμάνι, τοῦ χάρισε ἕνα ζευγάρι πολύ μαῦρα γυαλιά, γιά νά τά φοράει καί νά μήν βλέπει φωτιές.

Στό τρίτο μέρος, ὅταν ὁ Α φτάνει στό λιμάνι, βλέπει μέ ἔκλπηξη νά κάθεται στό παγκάκι του μιά νέα γυναίκα. Φοράει μέσα στή ζέστα τοῦ Ἰούλη ἕνα μακρύ, μαῦρο παλτό, μαῦρο παντελόνι καί μπότες. Κάθεται σταυροπόδι καί ἀγναντεύει τή θάλασσα. Τά μαλλιά της εἶναι κόκκινα τῆς φωτιᾶς κι ὁ Α, φορώντας τά σκούρα γυαλιά του, τήν εἶδε σάν δέντρο πού ἔχει καεῖ ὁ κορμός – τό μαῦρο σῶμα της- καί τώρα καίγεται τό φύλλωμά του –τά μαλλιά της. Τήν ὀνόμασε «Ἡ κυρία μέ τό παλτουδάκι».

Στό τέταρτο ὁ Α θυμᾶται τί τοῦ εἶπε ὁ Ἄρης γιά τό «κάταγμα» τῆς ἀπόλυσης: «Στήν ἀρχή δέν νιώθεις τίποτα, […] εἶναι ἀκόμα τό σπάσιμο ζεστό καί δέν πονάει. Ὁ πόνος καί ὁ φόβος ἔρχεται ἀργότερα ὅταν κρυώσει τό τραῦμα. Ὅταν θυμηθεῖς τό νοίκι καί τούς λογαριασμούς καί τίς ἀγγελίες στίς ἐφημερίδες. Τά πρωινά τηλέφωνα, τίς σκληρές φωνές. Σέ πρόλαβε ἄλλος ἀδερφέ. Πάρε ξανά αὔριο…» Τοῦ εἶπε ἀκόμα πώς δέν ἤξερε τί θά᾿κανε τό βράδι. Μπορεῖ καί νά ᾿κανε ἀπόπειρα αὐτοκτονίας. Εἶχε οἰκογένεια, γιό στό στρατό, κόρη σπουδάστρια στό Ρέθυμνο κι ἡ γυναίκα τετράωρα στοῦ Σκλαβενίτη…

Στό πέμπτο ὁ Α κάθετα στήν ἀποβάθρα τοῦ λιμανιοῦ, μέ τά πόδια «νά κρέμονται πάνω ἀπ᾿ τό νερό». Προσπάθεῖ ν᾿ ἀποκτήσει σαφή ἐπαφή μέ τό φυσικό καί ἀνθρώπινο περιβάλλον –νά τά δεῖ, νά τά μυρίσει καί νά τ᾿ ἀκούσει ὅλα.. Ἔπειτα θυμᾶται τό φίλο του τήν ὥρα πού ἔφευγαν ἀπό τή δουλειά. Πῶς πῆγε νά πλυθεῖ στήν αὐλή τῆς ἐπιχείρησης καί τό νερό, ἀπό τή μεγάλη κάνουλα, πού ἦταν γυρισμένη πρός τά πάνω, τόν χτύπησε στό πρόσωπο καί παραλίγο νά τόν ρίξει κάτω. Μέ τήν εἰκόνα αὐτή τοῦ Ἄρη στό μυαλό του, εἶπε μέσα του πώς «σίγουρα δέν θά κρεμιόταν ἀπόψε μέ τή ζώνη του οὔτε θά κατέβαινε στό Φάληρο γιά νά φουντάρει».

Στό ἕκτο μέρος τοῦ διηγήματος, ὅταν τό ὀχηματαγωγό Λισσός σάλπαρε καί «ἄδειασε ἡ ἀποβάθρα», ἡ παράξενη γυναίκα σηκώθηκε ἀπό τό παγκάκι, «πῆγε στήν ἄκρη τῆς ἀποβάθρας καί κάθισε σέ μιά μπίντα». Κοίταζε μέ τά χέρια στίς τσέπες τό καράβι πού ἔφευγε. Ἔπειτα ἔβγαλε ἀπό τίς τσέπες τοῦ παλτοῦ της δυό σπρέι καί κάτι ἔφτιαχνε μέ ἐπιδέξιες κινήσεις στήν ἐπιφάνεια τῆς μπίντας. Ὅταν τέλειωσε γύρισε πάλι στό παγκάκι. Τότε ὁ Α, κάνοντας τόν ἀδιάφορο, πλησίασε νά δεῖ τί εἶχε γίνει στήν μπίντα. Μέ ἔκπληξη εἶδε πώς ἠ νέα γυναίκα εἶχε ζωγραφίσει «Ἕνα γελαστό κίτρινο πρόσωπο μέ μαῦρα μάτια καί πολύ κόκκινα χείλια». Ὁ Α δέν καταλάβαινε τί σήμαινε αὐτό τό «πελώριο κόκκινο χαμόγελο πάνω σέ μιά μπίντα».

Στό ἕβδομο ἔρχεται, κατά τό σούρουπο, ἕνα ἄδειο καράβι καί δένει στή ζωγραφισμένη μπίντα. Σηκώθηκε ἀέρας καί στό μισοσκόταδο ἄκουγε, ὁ Α, «τό σκοινί πού χτυποῦσε πάνω στό ἄδειο κοντάρι τῆς σημαίας στήν πρύμνη τοῦ καραβιοῦ». Αὐτόν τόν ἦχο τόν ἤξερε καλά. Θά τόν ξεχώριζε «ἀνάμεσα σέ χίλιους ἤχους», γιατί «ἄλλος ἦχος σάν αὐτόν δέν ὑπάρχει, τόσο μοναχικός τόσο μελαγχολικός, ἕνας ἀτέλειωτος στεναγμός ἕνα παράπονο, σάν νά ᾿ταν τό ἄδειο κοντάρι πού ἀναστέναζε καί παραπονιόταν καί λαχταροῦσε τή σημαία του».

Στό ὄγδοο μέρος νυχτώνει γιά καλά καί φυσάει δυνατός λίβας. Ἡ κυρία μέ τό παλτουδάκι σηκώνεται ἀπό τό παγκάκι καί πηγαίνει στή ζωγραφισμένη μπίντα. Γονατίζει, βγάζει κάποιο σπρέι καί κάτι κάνει. Ἔπειται σηκώνεται καί φεύγει ἀπό τό λιμάνι. Ὁ Α πηγαίνει τότε νά δεῖ τί ἔκανε στήν μπίντα καί βλέπει πώς εἶχε σβήσει τό χαμόγελο, τραβώντας ἀνάμεσα στά χείλια μιά μαύρη γραμμή μέ κλίση πρός τά κάτω στίς ἄκρες. Ὁ Α δέν καταλαβαίνει ἀρχικά τό λόγο τῆς ἀλλαγῆς. Ὅταν πάει στό παγκάκι καί κοιτάζει ἀπό μακρύτερα θεωρεῖ πώς αἰτία, νά σβήσει ἡ νέα γυναίκα τό παρηγορητικό χαμόγελο τῆς ζωγραφιᾶς, ἦταν ἡ θηλιά τοῦ κάβου στήν μπίντα. «Φοβερό πράγμα νά ᾿χεις μιά θηλιά στό λαιμό. Ἀκόμα καί γιά ζωγραφιά, γιά ἕναν ψεύτικο ἄνθρωπο, φοβερό πράγμα. Στ᾿ ἀλήθεια.»

Στό ἔνατο μέρος ὁ Α κάθεται στό παγκάκι του καί βλέπει τά φῶτα ἀπό τά πλοῖα πού ἦταν ἀρόδο νά τρεμοσβήνουν «σέ μακριές ἀκανόνιστες γραμμές». Ἀργότερα πηγαίνει στήν μπίντα μέ τό ζωγραφισμένο λυπημένο πρόσωπο καί προσπαθεῖ νά βγάλει ἀπό πάνω της τή θηλιά τοῦ κάβου. Δέν τά καταφέρνει καί παιδεύεται ὡς τό ξημέρωμα…

Τό διήγημα μᾶς δίνει τίς πρῶτες 17 περίπου ὦρες τοῦ Α μετά τήν ἀπόλυσή του. Ὅπως γίνεται φανερό ὁ Α εἶναι μᾶλλον μοναχικό ἄτομο καί σχετικά ἀλαφροήσκιωτο. Δέν εἶναι τύπος διανοούμενου, οὔτε κάν φαίνεται νά ἔχει στό ἐνεργητικό του ἀνώτερες σπουδές. Εἶναι ἕνας ἐργάτης. Οἱ σκέψεις καί οἱ ἐνέργειές του ἔχουν ἐμπειρικό χαρακτήρα: ἀκούει, βλέπει, σκέφτεται καί ἐνεργεῖ κατά τήν αἴσθηση τῆς κάθε στιγμῆς. Χάνοντας τή δουλειά του –οἰκογένεια δέν φαίνεται νά ἔχει- καταφεύγει στό «ξεστελιωμένο» παγκάκι πού συνήθιζε νά πηγαίνει τά ἀπογεύματα, νά κάθεται καί νά τραγουδάει τό Sittin’ on the dock of the bay. Ἡ συμπεριφορά του, τή μέρα πού χάνει τή δουλειά του, δέν δείχνει κάποια σπουδαία ἀλλαγή στίς ἀντιδράσεις του. Ἡ σκέψη του δέν εἶναι γεμάτη ἀπό τό γεγονός τῆς ἀπόλυσής του. Δέν διαλογίζεται πάνω σ᾿ αὐτό τό γεγονός. Ἐξακολουθεῖ νά ἐνεργεῖ σύμφωνα μέ τήν ἰδιοσυγκρασιακή του ἔφεση. Ἔτσι, ὅταν ἀναφέρεται στό φίλο του Ἄρη -τί ἔκανε, τί εἶπε-, ἀλλά καί στό πῶς κατέβηκε στό λιμάνι «σάν κυνηγημένος», εἶναι τόσο φυσικός, ὅσο καί στίς ἄλλες στιγμές του. Συζητήσιμο εἶναι τό κατά πόσο εὐθυγραμμίζεται μέ τό ὅλο φέρσιμό του, ἡ προσπάθειά του νά βγάλει τή θηλιά του κάβου ἀπό τήν μπίντα. Σ᾿ αὐτό τό σημεῖο θά ἐπανέλθω παρακάτω. Αὐτό πού θέλω νά πῶ γιά τήν ὥρα εἶναι ὄτι ἡ σημασία τῆς ἀπόλυσης τῶν δύο ἐργατῶν μᾶς δίνεται, μέσα ἀπό τόν Α, μέ ὁρισμένες «συμπτωματικές» λεπτομέρειες. Ἔτσι δηλαδή ὅπως τό ἔφερνε κάθε φορά ἡ ροή τῆς σκέψης καί τῆς μνήμης του. Μέ τήν κεφαλαιώδη διαφορά ὅτι αὐτές ἀκριβῶς οἱ λεπτομέρειες μᾶς δείχνουν ὅτι ὁ Α, ἄν καί δέν ἐκφράζεται εὐθέως, αὐτές τίς πρῶτες 17 ὧρες μετά τήν ἀπόλυσή του, εἶναι βαθύτατα ἐπηρεασμένος ἀπό τό γεγονός τῆς ἀπόλυσής του. Τό ὑπόβαθρο τῶν σκέψεων καί τῶν ἐνεργειῶν του, ὅποιες κι ἄν εἶναι αὐτές, διέπονται ἀπό αὐτό τό σημαντικό γεγονός. Σύμφωνα ὡστόσο μέ τό φυσικό του σκέπτεται καί ἀντιδράει ἔτσι, σάν νά προσποιεῖται τόν ἀνήξερο. Ὅμως δέν προσποιεῖται, αὐτή εἶναι ἡ ἰδιαιτερότητά του.

Γιά ἕνα συγγραφέα, γιά ἕναν πεζογράφο στή συγκεκριμένη περίπτωση, τό νά παρουσιάζει τό βασικό του ἀφηγηματικό ἥρωα μέ τήν ἀπροσποίητη συμπεριφορά τοῦ Α, εἶναι καθαυτό ἕνα ἐπίτευγμα. Εὔκολα μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης νά σκεφτεῖ τόν Α, τόσο στά πρίν τήν ἀπόλυσή του, ὅσο καί στά μετά ἀπό αὐτή. Κι αὐτό σημαίνει πώς πρίν ἀπό τόν ἀναγνώστη τόν εἶχε συλλάβει μέ πληρότητα ὁ συγγραφέας του.

Ὥς ἐδῶ βρισκόμαστε στό ἐπίπεδο ἑνός πραγματισμοῦ. Τό γεγονός τῆς ἀπόλυσης, τά λόγια τοῦ Ἄρη, ὁ χωρισμός τῶν δυό φίλων, ἡ φυγή, ἡ πολύωρη παραμονή τοῦ Α στό λιμάνι, ὅλα αὐτά ἔχουν ἕναν ἀρκετά σαφή ρεαλιστικό χαρακτήρα. Ὅμως μέσα ἀπό αὐτό τό ἔδαφος τοῦ πραγματισμοῦ ἀναδύεται μιά συμβολική διάσταση τῶν πραγμάτων. Ἐκτός ἀπό τίς ἀλαφροήσκιωτες ἐξάρσεις τοῦ Α -τό ἡλιοβασίλεμα σάν φωτιά πού καίει τόν κόσμο χωρίς φλόγες, τά πουλιά πού πίνουν νερό ἀπό τούς ἡλιακούς θερμοσίφωνες, ἡ κοκκινομάλλα πού φαίνεται σάν φλεγόμενο δέντρο-, ἔχουμε δεδομένα μέ ἔντονα συμβολικό περιεχόμενο. Πρῶτα πρῶτα εἶναι τό νερό πού χτυπάει στό πρόσωπο τό Ἄρη, ἔπειτα εἶναι ἡ ζωγραφιά τῆς κοπέλας πάνω στή μπίντα, τό κόκκινο χαμόγελο τῆς αἰσιοδοξίας. Κι ὕστερα ἀπό τή θηλιά στήν ἴδια μπίντα, τό λυπημένο πρόσωπο. Μετά, τόν ἦχο πού βγάζει τό σκοινί πού χτυπάει ὁ  ἀέρας πάνω στό κοντάρι τῆς σημαίας. Καί τέλος τήν προσπάθεια τοῦ Α νά βγάλει τή θηλιά τοῦ κάβου ἀπό τή ζωγραφισμένη μπίντα. Ἡ τελευταία πράξη νομίζω πώς ἀποτελεῖ τό κάπως τραβηγμένο κορύφωνα τῆς συμβολιστικῆς πλευρᾶς τοῦ ἔργου. Γενικά, θά ἔλεγα πώς τό «Γιά τούς φτωχούς ἀνθρώπους» ἀποκλίνει περισσότερο πρός μιά συμβολιστική ἀφήγηση. Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά θυμηθοῦμε καί τήν ἐννιαμερή συγκρότηση τοῦ διηγήματος σάν μουσική σύνθεση. Ἄν καί τό διώξιμο ἀπό τή δουλειά δέν βρίσκεται συνεχῶς στήν ἐπιφάνεια τοῦ κειμένου, ὡς ὑποκείμενο γεγονός ὡστόσο συνέχει ὅλα τά μέρη τοῦ διηγήματος, τόσο τά πραγματιστικά, ὅσο καί τά συμβολικά. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή μοιάζει μέ σύνθεση πού ἔχει ὀργανωθεῖ πάνω σ᾿ ἕναν ὀρισμένο στόχο, ἀλλά μέ ἐννιά ἐπιμέρους, ἐλαφρῶς διαφορετικά μεταξύ τους, συνθετικά μέρη. Ἕνα στοιχεῖο ἀκόμα πού ἔχει κάποια σχέση μέ τό συμβολισμό εἶναι οἱ συχνές ἐπαναλήψεις λέξεων, φράσεων καί ἐννοιῶν. Π.χ.: «Ὅταν πῆγα κοντά στήν μπίντα εἶδα πώς εἶχε ἀλλάξει κάτι στό ζωγραφισμένο πρόσωπο. Τό χαμόγελο. Δέν ὑπῆρχε πιά χαμόγελο, τό εἶχε σβήσει. Εἶχε σβήσει τά κόκκινα γελαστά χείλια καί στή θέση τους εἶχε φτιάξει μιά μαύρη γραμμή πού στράβωνε πρός τά κάτω, μιά μαύρη χοντρή γραμμή μιά πληγή ἕνα τραύμα. Εἶχε σβήσει τό χαμόγελο ἀπό τό γελαστό πρόσωπο καί τώρα τό γελαστό πρόσωπο ἦταν λυπημένο καί τρομαγμένο». Αὐτές οἱ ἐπαναλήψεις, πού μᾶς θυμίζουν κάπως ποιητικό λόγο, συντάσσονται περισσότερο μέ τή συμβολική ὑφή τοῦ διηγήματος.

Τά βασικά στοιχεῖα πού συνθέτουν τό διήγημα, «Γιά τούς φτωχούς ἀνθρώπους», τά συναντοῦμε καί στά ἄλλα διηγήματα τοῦ τόμου, Κάτι θά γίνει, θά δεῖς. Καί πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα τό στοιχεῖο τῆς ἀνθρωπογεωγραφίας. Τό βιβλίο του Οἰκονόμου ἀναφέρεται στίς φτωχικές βορειοδυτικές συνοικίες τοῦ Πειραιᾶ (Νίκαια, Δραπετσώνα, Καμίνια, Κορυδαλλός, κ.λπ.). Ὁ ἀφηγηματικός πληθυσμός του ἀντλεῖται ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς δουλειᾶς. Ἀπό μεροκαματιάρηδες τῶν λαϊκῶν κοινωνικών στρωμάτων. Διαβάζοντας τό βιβλίο βλέπει κανείς τήν ὕπαρξη καί τά προβλήματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, τίς ἀνἀγκες του, τίς ἀγωνίες του, τίς φιλοδοξίες του, τίς διαψεύσεις του, τίς κακίες του κ.λπ. Εἶναι ἕνας κόσμος ζωντανός πού ἡ σύγχρονη πεζογραφία μας τόν ἔχει ξεχάσει. Κατά μεγάλο μέρος ἡ σύγχρονη πεζογραφία μας κυνηγάει τό εὐρύ κοινό μέ ὅ,τι συνεπάγεται αὐτό. Ἐνῶ ταυτόχρονα ἀποφεύγει συστηματικά νά καταπιαστεῖ μέ ζητήματα πού θά ἔθιγαν καθοιονδήποτε τρόπο τά στραβά τῆς ἐξουσίας. Ἔτσι πολύ φυσικά ἀπέχει ἀπό τό νά ἀσχολεῖται μέ τά σύγχρονα καυτά κοινωνικά προβλήματα. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τό βιβλίο τοῦ Οἰκονόμου μοιάζει νά χτυπάει καμπανάκι, καμπανάκι αφύπνισης ἀπό τό βαθύ λήθαργο στόν ὁποῖο ἔχει περιπέσει ἡ πεζογραφία μας. Ἕνα πρῶτο λοιπόν γνώρισμα τοῦ Κάτι θά γίνει, θά δεῖς εἶναι ὅτι ἀναφέρεται στο παρόν ἑνός παραγνωρισμένου κοινωνικοῦ στρώματος. Ἕνα δεύτερο γνώρισμα εἶναι ἡ βαθειά γνώση ἀπό τόν  πεζογράφο τοῦ ἀντικειμένου του. Ὁ τόπος καί οἱ ἄνθρωποι μοιάζουν νά εἶναι δεδομένα τῆς προσωπικῆς του ἐμπειρίας ἤ, ἀλλιῶς, στοιχεῖα τῆς ἐμπειρικῆς του περιουσίας. Ἔτσι δέν κάνει, ἀπό θέση, «σοσιαλιστικό ρεαλισμό», γι᾿ αὐτό και δέν κρύβει τά ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων πού περιγράφει. Ἕνα τρίτο γνώρισμα, κάτι πού τό εἴδαμε στό διήγημα, «Γιά τούς φτωχούς ἀνθρώπους», εἶναι ὅτι ὁ πεζογράφος μένει πολύ κοντά στά ἀφηγηματικά του πρόσωπα. Ἕνα τέταρτο γνώρισμα εἶναι ἡ σύνθεση πραγματισμοῦ καί συμβολισμοῦ, μέ σχετικές ἀποκλίσεις, ἄλλοτε πρός τή μιά πλευρά καί ἄλλοτε πρός τήν ἄλλη. Τό τελευταῖο ἴσως ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά μελλοντικές μυθιστορηματικές πραγματώσεις. Παρέχει ἐλαστικότητα στήν ἀφηγηματική δράση, τέτοια πού νά ἐπιτρέπει ἀνάλογη ἀφηγηματική εὐελιξία.

***

Τά διηγήματα, «BAR VENUS» τοῦ Ἀλέξανδρου Ἴσαρη καί «Γιά τους φτωχούς ἀνθρώπους» τοῦ Χρήστου Οἰκονόμου, παρουσιάζουν πολλές διαφορές μεταξύ τους. Μέ κυριότερη βέβαια τό διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον στό ὁποῖο διαδραματίζονται. Καθώς ἐπίσης καί τή διαφορετική κοινωνική προέλευση καί ἰδιοσυγκρασιακή σύσταση τῶν πρωταγωνιστῶν τους. Ὅμως ἔχουν καί κάποιους κοινούς τόπους. Ἕνας ἀπό αὐτούς εἶναι ὅτι ἀναφέρονται στόν παρόντα χρόνο, σέ πτυχές τῆς σύγχρονης νεοελληνικῆς πραγματικότητας. Ἕνα ἄλλο εἶναι ὁ ἐμπειρικός ἀφηγηματικός τρόπος. Τό ὅτι δηλαδή οἱ δυό πεζογράφοι ἀποφεύγουν τή θεωρητική ἤ ἐπεξηγηματική κηδεμονία τῆς ἀφηγηματικῆς δράσης, ἀφήνοντας νά ἐξελιχτεῖ αὐτή, άβίαστα, σύμφωνα μέ τίς ἐνδόμυχες ἀντιδράσεις τῶν κεντρικῶν προσώπων. Ἄν καί τά κεντρικά πρόσωπα τῶν δυό διηγημάτων (Ἄγγελος, Α) εἶναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, τείνουν νά ἀντιδροῦν μέ ἐξαιρετική αἰσθαντικότητα ἀπέναντι στό περιβάλλον τους καί σέ ὅ,τι τούς τυχαίνει. Γιά τόν Α, ἰδιαίτερα, θά ἤθελα νά θυμίσω τό πόσο μετροῦσε μέσα του ὁ ἦχος ἀπό τό ἀνεμοδαρμένο σκοινί πάνω στό ἄδειο κοντάρι τῆς σημαίας. Ἔτσι μέ βάση τήν αἰσθαντικότητά τους, πορεύονται βῆμα βῆμα σύμφωνα μέ τόν ἔνδον ἑαυτό τους. Ἀλλά ἡ πορεία αὐτή ἔχει ἄλλη αἰτία καί ἄλλη βαρύτητα γιά τόν καθένα. Κι αὐτό εἶναι φυσικό, ἀφοῦ τό ἕνα διήγημα ἔχει κατεξοχήν ὑπαρξιακό προσανατολισμό, ἐνῶ τό ἄλλο σαφῶς κοινωνικό.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 49, Δεκέμβρης 2010.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας. Bookmark the permalink.