Γιώργη Μανουσάκη: Ὁ Ἐθελοντής, (Μυθιστόρημα, Κίχλη, Ἀθήνα, 2008).

Ὁ Ἐθελοντής εἶναι τό τέταρτο πεζογραφικό ἔργο τοῦ Γιώργη Μανουσάκη, ἀλλά τό μόνο μυθιστορηματικό. Εἶναι ἕνα ὀγκῶδες μυθιστόρημα, ἑξακοσίων πυκνοτυπωμένων σελίδων, δοσμένο ἀπό ἐνδοκειμενικό ἀφηγητή.

Ἡ ὑπόθεση τοῦ ἔργου ἔχει, πολύ συνοπτικά, ὡς ἑξῆς. Τό Σεπτέμβρη τοῦ 1912 ἕνας δεκαεπτάχρονος ἔφηβος ἀπό τήν Κρήτη, ὁ Βασίλης Σηφάκης, φεύγει κρυφά, μ᾿ ἕνα φίλο του, ἀπό τό χωριό του γιά νά πάει νά πολεμίσει ἐθελοντής στό μακεδονικό μέτωπο. Μαζί μέ ἄλλους Κρητικούς ἐθελοντές ταξιδεύει ἀπό τά Χανιά στήν Ἀθήνα, ἐντάσσεται σέ ἐθελοντική μονάδα καί στέλνεται στή Δυτική Μακεδονία, ὅπου παίρνει μέρος σέ διάφορες μάχες, κι ἔπειτα στήν Ἤπειρο καί στή Βόρεια Ἤπειρο. Μετά τή διάλυση τῶν ἐθελοντικῶν σωμάτων ἐπιστρέφει στήν Ἀθήνα. Τό 1916, ὅταν δημιουργήθηκε στή Θεσσαλονίκη ἡ φιλοβενιζελική ὀργάνωση Ἐθνική Ἄμυνα, πηγαίνει στή Θεσσαλονίκη καί κατάσσεται στόν τακτικό στρατό. Τήν ἄνοιξη τοῦ 1917 παίρνει μέρος στή μάχη τοῦ Σκρά, στήν ὁποία τραυματίζεται στόν ἀριστερό ὦμο του. Πρός τό τέλος τῆς ἴδια χρονιᾶς, μέ τήν ἀπομάκρυνση τοῦ βασιλιά Κωνσταντίνου καί τήν ἐπικράτηση τοῦ Βενιζέλου, καλεῖται στήν Ἀθήνα γιά νά ἐνταχθεῖ, ἤδη εἶναι λοχίας καί σύντομα θά γίνει ἀνθυπασπιστής, στό Λόχου Ἀσφαλείας, πού εἶχε ἀποστολή του τήν προστασία τῆς βενιζελικῆς πολιτικῆς ἀπό συνομωτικές ἐνέργειες τῶν κωνσταντινικῶν. Τόν Γενάρη τοῦ 1920, μετά τήν προαγωγή του σέ ἔφεδρο ἀνθυπολοχαγό, ζητάει νά πάει στό μέτωπο τῆς Μικράς Ἀσίας. Ἐκεῖ παίρνει μέρος σέ διάφορες μάχες καί ἰδιαίτερα στή φονική μάχη τοῦ Ντερμιτζί. Ἡ συνέχεια ὡστόσο ὑπῆρξε ἀπροσδόκητη. Ὁ Βενιζέλος χάνει τίς ἐκλογές πού ἔγιναν τήν 1ην Νοεμβρίου τοῦ 1920 καί ἐπικρατοῦν οἱ κωνσταντινικοί. Ἐπανέρχεται ὁ βασιλιάς Κωνσταντίνος καί στό στράτευμα ἀρχίζουν οἱ παραγκωνισμοί τῶν βενιζελικῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ Βασίλης, μαζί μέ πολλούς ἄλλους, καθώς τά πράγματα ἐκτραχύνονται, ἐγκαταλείπει τό μέτωπο καί πηγαίνει αὐτοεξόριστος στήν Κανσταντινούπολη. Στήν Κωνσταντινούπολη γνωρίζει τήν κοσμική ζωή τῶν ὁμογενῶν καί τόν ἔρωτα. Ὅταν ὁ βασιλιάς Κωνσταντίνος ἔφτασε στό μέτωπο τό καλοκαίρι τοῦ 1821, ὁ Βασίλης πῆρε μέρος σέ μυστική ἀποστολή μέ στόχο τή δολοφονία τοῦ Κωσταντίου, ἡ ὁποία τελικά ἀπέτυχε. Μετά τήν κατάρρευση τοῦ μικρασιατικοῦ μετώπου ἐγκατέληψε τήν Κωσταντινούπολη κι ἦρθε  στήν Ἀθήνα, ἐπανερχόμενος στίς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ὑπηρέτησε στή Θράκη, γύρισε στή Ἀθήνα τό 1925 καί τήν ἑπόμενη χρονιά πῆρε προαγωγή σέ ὑπολοχαγό. Τό 1931 ζήτησε μετάθεση στό Σύνταγμα Χανιῶν. Στά Χανιά, πού ἦταν ἡ ἰδιαίτερη πατρίδα του, παντρεύτηκε κι ἔκανε οἰκογένεια.  Μέ τήν ἀποτυχία τῶν φιλοβενιζελικῶν ἀξιωματικῶν στήν Ἀθήνα, τό 1935, κι ἐνῶ ἕνα χρόνο νωρίτερα εἶχε πάρει τό βαθμό τοῦ λοχαγοῦ, διώχτηκε ἀπό τό στράτευμα. Τόν Ὀκτώβρη τοῦ 1940, μέ τήν ἐπιστράτευσή του στόν ἐλληνοϊταλικό πόλεμο, ἀντιμετώπισε τό δίλημμα τοῦ νά ὑπηρετήσει ἤ ὄχι κάτω ἀπό τόν δικτάτορα Μεταξᾶ. Ἡ ἀπόφασή του ἦταν ἀρνητική. Διαλογιζόμενος μέ μεγάλη ἔνταση πάνω στά ὑπέρ καί κατά, καθώς παρπατοῦσε στήν πόλη, ἔπαθε καρδιακό ἔμφραγμα καί πέθανε σέ ἡλικία 45 ἐτῶν.

Αὐτή εἶναι πολύ χοντρικά ἡ τροχιά πού διέγραψε ἡ ζωή τοῦ Βασίλη Σηφάκη σέ διάστημα εἰκοσιοχτώ χρόνων, ἀπό τά δεκαεφτά του ὥς στά σαρανταπέντε του. Στό διάστημα αὐτό εἶδε κι ἔπαθε πολλά, εὐχάριστα καί δυσάρεστα. Ἀπό ἁπλός ἐθελοντής ὁπλίτης, τό ἀγράμματο χωριατόπαιδο, ἔφτασε στό βαθμό τοῦ λοχαγοῦ. Ἐπιπλέον μέ τήν ἔντονη ἔφεση πού εἶχε γιά μάθηση, ἐκμεταλλεύτηκε τίς εὐκαιρίες πού τοῦ δόθηκαν γιά μελέτη καί ἀπόκτησε μιά ὑπολογίσιμη στάθμη παιδείας. Στήν ὅλη του πνευματική συγκρότηση βοήθησε καί ἡ συναναστροφή του μέ σπουδαγμένους συναδέλφους του, ἰδίως φιλολόγους. Εἶναι ἐνδεικτικό, τῆς κλίσης του γιά μάθηση, τό ἐνδιαφέρον του νά περιηγηθεῖ μέ κάθε εὐκαιρία τά πολιτισμικά μνημεῖα στή Θεσσαλονίκη, στή Σμύρνη, στή Μικρά Ἀσία, στήν Κωνσταντινούπολη. Στό μεταξύ μέσα στήν κρισιμότητα τῶν γεγονότων ὡρίμασε, τόσο συναισθηματικά, ὅσο καί πνευματικά. Ἀπό κράση δέν ἦταν ἄνθρωπος τῶν ἄκρων, διαθέτοντας προσγειωμένη σκέψη καί ἰσορροπημένη κρίση, γύρευε κάθε φορά τή λογικότερη ἐκδοχή τῶν πραγμάτων. Ὑπῆρξε ὅμως ἔνθερμος ὑποστηρικτής τοῦ Βενιζέλου.

Μ᾿ αὐτόν τό ἀφηγηματικό χαρακτήρα, στό πλαίσιο τῶν ἱστορικοπολιτικῶν γεγονότων τῆς ἐποχῆς, ὀργάνωσε ὁ συγγραφέας τή μυθιστορηματική του δράση. Ὅσον ἀφορᾶ τά ἱστορικοπολιτικά συμβάντα, τήρησε μέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια τίς χρονολογίες, τίς ἀναφορές στά πρόσωπα, στούς τόπους, στίς γενικότερες καί στίς εἰδικότερες ἐξελίξεις. Πράγμα πού προϋποθέτει πολύχρονη μελέτη για τήν ἐξακρίβωση τῶν ἐπιμέρους στοιχείων, τόσο στό πεδίο τῶν μαχῶν, ὅσο καί στόν στίβο τῆς πολιτικῆς καί τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Μάλιστα στό τέλος τοῦ βιβλίου παραθέτει σημειώσεις γιά ἱστορικά πρόσωπα, γεγονότα, τοποθεσίες, μνημεῖα, κ.λπ. Δίνει ἐπίσης τίς βασικές πηγές ἀπό τίς ὁποῖες ἄντλησε τό ὑλικό  του. Ἀπό αὐτή τήν ἄποψη τό μυθιστόρημα συνιστᾶ καί μιά ἱστορική ἀναπαράσταση τῆς χρονικῆς περιόδου στήν ὁποία ἐξελίσσεται.

Τά γεγονότα στά ὁποῖα παίρνει μέρος ὁ Βασίλης Σηφάκης εἶναι ἀπό μόνα τους κάτι παραπάνω ἀπό ἐνδιαφέροντα, εἶναι συναρπαστικά. Στό στρατιωτικό ἐπίπεδο ἔπαιξε κορώνα γράμματα τήν ὕπαρξή του, στό πολιτικό ἔζησε ἀπό κοντά τά χρόνια τοῦ διχασμοῦ, ἀκολουθώντας τή βενιζελική παράταξη. Ὅμως τά γεγονότα σ᾿ ἕνα μυθιστόρημα γίνονται ἐνδιαφέροντα καί συναρπαστικά μονάχα χάρη στό συγγραφικό ἀποτέλεσμα. Δέν ξέρω πόσα χρόνια ἀνάλωσε ὁ Μανουσάκης γιά νά φτάσει στό ἀποτέλεσμα πού ἔφτασε μέ τόν Ἐθελοντή. Τό βιβλίο ὅμως εἶναι μάρτυρας μιᾶς ἐσώψυχης διεργασίας ὥς τίς ἀκραῖες της συνέπειες. Ὁ ἀναγνώστης ἐμπιστεύεται τό συγγραφέα ἀπό τήν πρώτη στιγμή, καθώς διαπιστώνει ὅτι παίζει μέ ἀνοιχτά χαρτιά, χωρίς νά ἀποφεύγει ἤ νά συγκαλύπτει τίς δυσκολίες πού παρουσιάζει ἡ ἐξέλιξη τῆς ἀφηγηματικῆς δράσης. Νιώθει ὅτι ἔχει μπροστά του ἕναν ἔντιμο συγγραφέα καί ἀνοίγεται διαθέσιμος στά λεγόμενά του. Ἀλλά δέν εἶναι μόνο ἡ συγγραφική ἐντιμότητα πού κερδίζει τό στοίχημα, εἶναι προπάντων τό βαθύ ψυχικό γίγνεσθαι τοῦ κεντρικοῦ χαρακτήρα τοῦ μυθιστορήματος καί ἡ ἀνάλογη ἐπαφή του μέ τό ἑκάστοτε ἀνθρώπινο καί μή περιβάλλον του. Ὁ Βασίλης Σηφάκης, ἀπό τά δεκαεφτά του χρόνια ὥς τά σαρανταπέντε του, διαμορφώθηκε σ᾿ ἕναν ὁλοκληρωμένο χαρακτήρα, περνώντας στό μεταξύ ἀπό σαράντα κύματα. Κι ὅλη αὐτή ἡ πορεία του παρουσιάζεται μέσα ἀπό συγκεκριμένες πράξεις. Ὁ συγγραφέας, γιά νά τό πῶ ἀλλιῶς, «δείχνει» τήν πορεία πρός τήν ὡριμότητα τοῦ Βασίλη, χωρίς νά τήν ὀνοματίζει, χωρίς νά τή σχολιάζει, χωρίς νά τήν ἐξηγεῖ. Οὔτε ἐσωτερικά, ὡς χαρακτήρας, οὔτε ἐξωτρικά, ὡς μορφή, μᾶς περιγράφεται ὁ πρωταγωνιστής τοῦ μυθιστορήματος. Ὁ ἀναγνώστης ἀνακαλύπτει σταδιακά τόν ἄνθρωπο μέσα ἀπό τή δράση του, τόσο στόν τομέα τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων, ὅσο καί ἐκτός αὐτῶν. Τὀν ἀνακαλύπτει π.χ. ἀπό τό γεγονός ὅτι πηγαίνει ἐθελοντής γιά νά ξεφύγει ἀπό τήν κακή συμπεριφορά τοῦ θείου του πού τόν κηδεμονεύει (ὁ Βασίλης ἦταν ὀρφανός). Ἀπό τό ὅτι σέ κάθε μεγάλη πόλη πηγαίνει νά δεῖ τά γνωστά μνημεῖα της. Ἀπό τό ὅτι ὡς μέλος ἐκτελεστικοῦ ἀποσπάσματος στή Σιάτιστα πυροβολεῖ πάνω ἀπό τό κεφάλι τοῦ μελοθάνατου. Ἀπό τό ὅτι στή Θεσσαλονίκη πηγαίνει ν᾿ ἀκούσει ἕνα μουσουλμάνο τραγουδιστή-ὀργανοπαίχτη, κ.λπ. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἐξωτερικά, μόνο στήν ἀρχή, ὅταν ὁ Βασίλης μέ τό φίλο του Θοδωρή κατεβαίνουν ἀπό τό χωριό τους στά Χανιά, λέγεται ὅτι ὁ Θοδωρής ἦταν ἕνα γεροδεμένο παιδί, ἐνῶ ὁ Βασίλης πιό ψηλός καί λεπτός. Ὅμως ἀπό τήν ἐξέλιξη τοῦ μυθιστορήματος γίνεται φανερό πώς ὁ Βασίλης ἦταν ἕνας ὀμορφάντρας πού ἀσκοῦσε ξεχωριστή ἕλξη στό ἄλλο φύλο. Ἡ πόρνη Ρούλα στή Θεσσαλονίκη ἀρνήθηκε νά τόν δεχτεῖ ὥς πελάτη της, γιατί «δέν μοῦ πάει», ὅπως τοῦ εἶπε, «νά δεχτῶ λεφτά ἀπό λεβέντες σάν κι ἐσένα». Ὅμως ἡ ἐντύπωση πού τῆς ἔκανε ἦταν τέτοια πού, λίγο ἀργότερα, δημιούργησε ἐξωεπαγγελματικό δεσμό μαζί του. Θά ἐπανέλθω στά ζητήματα αὐτά. Πρέπει πάντως νά πῶ ἐδῶ ὅτι στά πλαίσια τοῦ «δείχνω» ἔχουν θέση καί οἱ ἐξαιρετικά εὔστοχοι διάλογοι τοῦ κειμένου.

Προτοῦ νά προχωρήσω χρειάζεται νά πῶ λίγα γιά τίς περιηγητικές παριγραφές τοῦ Βασίλη στίς διάφορες πόλεις πού τόν ἔφερε ὁ δρόμος. Καθώς εἶναι εὐνόητο οἱ περιγραφές αὐτές ἀνάγονται στό γνωστικό ἀπόθεμα τοῦ συγγραφέα. Ἔνα ἀπόθεμα τόσο πλούσιο, πού ἀναρωτιέται κανείς μέ πόσο μόχθο μελέτης, διασταύρωσης στοιχείων, ἤ ἐπιτόπιων ἐπισκέψεων, ἀποκτήθηκε. Πάντως τά στοιχεῖα πού δίνει γιά τήν παλιά πόλη τῶν Χανιῶν, τή Σιάτιστα, τή Θεσσαλονίκη, τή Σμύρνη, τήν Κωνσταντινούπολη, εἶναι τέτοια κι ἔτσι δοσμένα, πού δέν ἀμφιβάλλεις πώς ἀποτελοῦν προϊόντα προσωπικῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀφηγητῆ-πρωταγωνιστῆ. Πράγματι σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις δέν ἔχουμε μιά κάποια στατική περιγραφή τῶν πόλεων, δέν σταματάει ἡ ἀφηγηματική δράση γιά νά μεσολαβήσει ἡ περιήγηση τοῦ Βασίλη. Ἀντίθετα, ἡ περιγραφή δίνεται περιστασιακά, μέ λεπτομέρειες πού φέρνει κάθε φορά στήν ἐπιφάνεια ἡ ἀφηγηματική δράση. Κι ἔτσι, ἀντί νά παρακολουθοῦμε περιγραφές πόλεων καί τόπων καθαυτές, παρακολουθοῦμε γεγονότα πού τυχαίνει ἁπλῶς νά συμβαίνουν σέ ὁρισμένο περιβάλλον. Καί τοῦτο τίς κάνει τόσο φυσικές ὅσο καί ἀληθοφανεῖς.

Κάτι ἄλλο πού ἀξίζει νά προσέξουμε εἶναι ὅτι τό βιβλίο δέν εἶναι γραμμένο μέ ἐθνικιστικό πνεῦμα. Πουθενά μέσα στίς ἑξακόσιες σελίδες του δέν θά συναντήσουμε αὐτό τό πνεῦμα. Ὁ ἀφηγητής, ὅπως κι ὁ φίλος του Θοδωρής, πηγαίνει ἐθελοντής γιά προσωπικούς λόγους. Καί χωρίς νά ἔχει ἰδέα γιά τό τί τόν περιμένει. Σέ ἄλλες περιπτώσεις πού συμβαίνει νά διαμένει στήν Ἀθήνα, ἐνῶ ἄλλοι μάχονται στό μέτωπο, ζητάει νά μετατεθεῖ σέ μάχιμο σῶμα. Δέν τό κάνει ἀπό ἐθνικιστική ἔξαρση, ἀλλά γιατί δέν εἶναι στό χαρακτήρα του νά κάνει τό κορόιδο. Μέ τή εὐκαιρία παραθέτω ἕνα μικρό ἀπόσπασμα ἀπό τήν πρώτη μάχη πού πῆρε μέρος ὁ Βασίλης.

«Ἐκυκλώσανε τό σπίτι καί δυό τρεῖς ἐσπάσανε τήν πόρτα κι ἐμπουκάρανε μέσα. Στό κατώι, κανείς. Ἀνεβήκανε μέ προσοχή τή σκάλα κι ἤβρανε πεσμένο μπρούμυτα, κοντά στό παράθυρο, ἕναν Τοῦρκο μέ πολιτικά. Κάποιος τόν ἐγύρισε ἀνάσκελα. Ἤτανε πενηντάρης, ὀμορφάνθρωπος, καλοντυμένος, μέ ψαλιδισμένο πιτήδεια τό γενάκι του. Εἶχε ἕνα πρόσωπο ἤρεμο, σά νά κοιμότανε. Μιά τρύπα ἔχασκε πάνω ἀπό τό δεξί του φρύδι.

»‘‘Νά, λοιπόν, ὁ πρῶτος σκοτωμένος Τοῦρκος’’ εἶπε ἀπό μέσα του ὁ Βασίλης. ‘‘Καί τόν ἐσκοτώσαμε ὅλοι καί κανείς’’».

»Ἕνας δικός τους, νεραϊδογλυμένος, ἐκλότσησε μέ τό στιβάνι του τόν Τοῦρκο στήν κεφαλή. Ὅσοι ἦταν ἐκεῖ γύρω τόν ἀποπῆρανε».

Ὁ Τοῦρκος αὐτός, λίγα λεπτά νωρίτερα, εἶχε σκοτώσει ἕναν δικό τους Κρητικό ἐθελοντή.

Σοβαρότερη ἔνδειξη στό συγκεκριμένο θέμα ἀποτελεῖ ἡ μαρτυρία τοῦ νέου συγκάτοικου τοῦ Βασίλη, τούς τελευταίους μῆνες στήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Φίλιππος Μουσούρης, πτυχιοῦχος φιλολογίας, πού ἔφυγε πρόσφατα ἀπό τό μέτωπο, γιά ὅσα ἔβλεπε νά συμβαίνουν ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, μίλησε γιά τά ἀντίποινα τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ στίς ἀγριότητες τῶν Τούρκων. «Ἔφριξα μ᾿ ὅ,τι εἴδανε τά μάτια μου,[…] Ἐκεῖ στή Μικρασία,  ἡ ζωή δέν ἔχει πιά καμιά ἀξία. Τοῦρκοι καί Ἕλληνες σκοτώνουν τούς ἀνθώπους σάν νά ᾿ναι μύγες.»

Ὁ Βασίλης ἦταν βέβαια θερμός πατριώτης κι ἀγωνιοῦσε γιά τήν εὐνοϊκή ἔκβαση τῆς ἐλληνικῆς ἐκστρατείας. Ἁπλῶς δέν διαπνεόταν ἀπό ἐθνικιστικό μένος.

Ὅπως θά φάνηκε ἀπό τά προηγούμενα, ὁ συγγραφέας, στό μυθοστόρημα, Ὁ Ἐθελοντής, εἶχε νά τιθασεύσει ἕνα πληθωρικό ὑλικό. Φυσικά δέ ξέρουμε τί ποσότητα ἀπό ρετάλια ἔμειναν ἔξω ἀπό τήν τελική σύνθεση. Ἡ ἀφήγηση ὅμως μᾶς ἀποκαλύπτει ἕνα συγγραφέα πού ἐλέγχει τό ὑλικό του σέ ἐξαιρετικό βαθμό. Ἀπό τήν ἀρχή ὥς τό τέλος τοῦ τοῦ βιβλίου τό κείμενο εἶναι γραμμένο μέ τήν ἴδια πνευματική διάθεση, μέ τήν ἴδια εὐεξία, μέ τήν ἴδια ἰσορροπία λόγου. Μιά ἰσορροπία πού κερδίζεται ἰδιαίτερα στίς δυσκολότερες στιγμές, ὅταν ὁ συγγραφέας ἀντιστρέφει τίς δυσκολίες σέ εὑρηματικές εὐστοχίες. Ἐκεῖ πού θά μποροῦσε νά δώσει μιά γενική πληροφορία γιά κάτι πού ἔχει σχέση μέ τή συνέχεια, κι ἀντί γι᾿ αὐτό δίνει μέ πειστικές λεπτομέρειες τίς στιγμές αὐτές. Κι ἀλήθεια τό βιβλίο χρωστάει πολλή ἀπό τήν ἀξία του στήν ἐκφραστική ὀργανικότητα αὐτῶν τῶν ἀφηγηματικῶν ψηφίδων. Παραθέτω δυό ἐνδεικτικά δείγματα.

«Σ᾿ ὅσους ἐφορούσανε τά κρητικά δώσανε παντελόνια ἤ στρατιωτικές κιλότες, μπλοῦζες μάλλινες καί σακκάκια κι ἀρχίσανε ν᾿ ἀλλάζουνε ντύσιμο. Ἀπό τά παλιά τους φορέματα κρατήσανε τά στιβάνια, πού θά τούς ἤτανε χρήσιμα. Ὅταν ἔβαλε τό παντελόνι, ὁ Βασίλης ἔνιωσε σά νά τοῦ ᾿λειπε ἕνα κομμάτι ἀπό τό σῶμα του. Ἐκείνη ἠ φουφούλα πού κρεμότανε πίσω του, μέ τά χρόνια λές κι εἶχε ἑνωθεῖ μέ τή σάρκα του. Χωρίς αὐτήν ἤτανε σά μισόγυμνος».

Ἄν ὁ ἀφηγητής ἔλεγε, μέ δυό λέξεις, ντύθηκε τά στρατιωτικά, δέν θά ᾿χε ἔρεισμα ἡ συνέχεια καί τό κείμενο θά ἔχανε τη συνοχή του.

(Κωνσταντινούπολη, μεγάλος χορός στό ξενοδοχεῖο «Ἰμπέριαλ»). «Ὁ Βασίλης ἔστεκε κι ἐκουβέντιαζε μέ δυό συναδέλφους του, ὅταν ἐπέρασε πλάι τους μιά παρέα ἀπό δυό ἄντρες καί δυό γυναῖκες. Κανονικά δέ θά τούς ἔδινε ξεχωριστή σημασία, τό βλέμμα ὅμως πού τοῦ ᾿ριξε ἡ μιά ἀπό τίς δυό περαστικές ἐτράβηξε τήν προσοχή του. Δέν ἦταν ἕνα συνηθισμένο βλέμμα. Τό μάτι πού τόν ἐκοίταξε εἶχε ἕνα χρῶμα ἀκαθόριστο κι οἱ μακριές βλεφαρίδες του τό ἴσκιωναν ὥς τή μέση, δίνοντάς του ἔνα πρόσθετο μυστήριο. Ὅσο τό μάτι ἔμεινε ἔξω ἀπό τόν ἴσκιο τῶν ματόκλαδων τοῦ ᾿στειλε μιά ματιά ἀστραπή, πού τήν ἔσυρε γιά λίγο πάνω του, ὥσπου τόν ἐπροσπέρασε. Ὅμως, καί μετά τήν ἀπομάκρυνσή της, ἡ ματιά εἶχε μείνει πάνω του νά βαραίνει σάν κάτι στέρεο.

» – Ἄμε στό διάολο! Μάσησε τή βρισιά μέ τά δόντια του ὁ Βασίλης, ὅπως ἔκανε ἔφηβος στό χωριό του θέλοντας νά ξορκίσει κάποιο κακό προμήνυμα».

Αὐτή ἡ παράξενη ματιά τῆς κοσμικῆς κυρίας στάθηκε τό κίνητρο γιά τήν ἐρωτική σχέση τοῦ Βασίλη μέ τή Θέλμα Καρατζᾶ. Μιά σχέση πού τόν ἀνέβασε στόν παράδεισο καί τόν κατέβασε στήν κόλαση καί πού στό βιβλίο καλύπτει κοντά πενήντα σελίδες.

Κοντά σ᾿ αὐτές τίς ἐκφραστικές πραγματώσεις, ἀλλά ἀπό διαφορετική ἄποψη, θά λογάριαζα τόν τρόπο πού δίνονται οἱ ἐρωτικές σκηνές, ἰδίως οἱ τολμηρότερες, στό βιβλίο. Στίς τρεῖς γυναίκες μέ τίς ὁποῖες συνδέθηκε ἐρωτικά ὁ Βασίλης πρόσεξε τά χείλια τους. Στήν πρώτη παρατήρησε ὅτι τό πάνω χεῖλος προεῖχε περισσότερο ἀπό τό κάτω. Στή δεύτερη, πού ἦταν κοπελίτσα, ὅτι τό κάτω χεῖλος εἶχε μιά «ἀδιόρατη χαρακιά στή μέση» πού τοῦ ἔφερνε στό νοῦ «τή σκουρωπή γραμμή τῶν κόκκινων κερασιῶν». Στήν τρίτη ὅτι, ὅταν τά χείλια της ἑνώνονταν, «τό κάτω ἔμοιαζε ν᾿ ἀναδιπλώμεται ἡδονικά πρός τό πηγούνι». Οἱ παρατηρήσεις αὐτές δέν ἔχουν τίποτε τό αἰσθησιακά προκλητικό. Ἐκεῖ ὅμως πού τό πράγμα γίνεται ἐντυπωσιακό εἶναι στίς τολμηρές ἐρωτικές σκηνές, πού, μολονότι τολμηρές, δέν ἔχουν ὑφή πορνό. Γιατί τάχα; Γιατί ὁ Βασίλης τίς ζεῖ σάν φυσικές πράξεις μέ ὑπαρξιακές προεκτάσεις. Γιατί ὁ συγγραφέας δέν ἔχει στόχο νά διεγείρει τόν ἀναγνώστη, ἀλλ᾿ ἔχει στόχο τήν ἐρωτική πράξη ὡς δυνατότητα νά κερδίσει κανείς στιγμές πληρότητας. Κι ὅσο πιό ἀμοιβαία ἀκραῖες εἶναι ἀπό τήν πλευρά αὐτή, τόσο πληρέστερες καί γιά τούς δυό. Θυμᾶστε νά ἔχει τίποτε τό πορνό ἡ ἐρωτική ἕνωση τοῦ ζευγαριοῦ μέσα στόν ὑπνόσακο, πού περιγράφει ὁ Χεμινγουέη στό μυθιστόρημα Γιά ποιόν χτυπάει ἡ καμπάνα;  Ὁ, καθόλου σεμνότυφος, τρόπος πού δίνονται οἱ ἐρωτικές σκηνές στόν Ἐθελοντή εἶναι ἕνα μάθημα ἤ ἕνα δίδαγμα γιά τούς ἐμπορικούς πεζογράφους μας, πού συχνά ἀποβλέπουν στό νά προκαλέσουν τό ἀναγνωστικό κοινό μέ ἀγοραῖα ἐρωτικά ὑπονοούμενα ἤ ἀνάλογες περιγραφές σκηνῶν. Πάντως γιά ὅ,τι εἶπα παραπάνω ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νά κοιτάξει, μεταξύ ἄλλων, τίς σελίδες 371-372 τοῦ βιβλίου.

Τά μεγάλα μυθιστορήματα, μεγάλα σέ ἔκταση καί σπουδαῖα σέ ἀξία, ἔχουν τίς ἰδιαίτερες παρεκβάσεις τους. Ἔχουν τίς ἀπρόοπτες λοξοδρομήσεις τους ἀπό τήν κεντρική ἀφηγηματική λεωφόρο. Εἶναι, θά λέγαμε, οἱ κρυφοί ἄσοι τῶν συγγραφέων, τούς ὁποίους ἀποκαλύπτουν τήν κατάλληλη ὥρα. Κι εἶναι, βαθύτερα, αὐτοί οἱ ἄσοι πού δίνουν τό πειστικότερο ἄλλοθι στό βιβλίο. Ἀπό ἄλλη ἄποψη θά ἔλεγα πώς εἶναι τό κάτι περισσότερο πού κρατάει τά εὐαίσθητα ζύγια τοῦ ἔργου. Ἄλλος θά ἔλεγε ἴσως πώς εἶναι τό ἁλατοπίπερο τῶν μυθιστορημάτων, δέν νομίζω ὅμως πώς εἶναι μόνο τόση ἡ σημασία τους. Ἀπό το μυθιστόρημα τοῦ Μανουσάκη δέν ἔλειψαν οἱ τέτοιες παρεκβάσεις. Τέτοια εἶναι ἡ τυχαία συνάντηση, σέ δρόμο τῆς Θεσσαλονίκης, τοῦ ἀφηγητῆ μέ τόν Ἐβραῖο Μπέν Κουριέλ καί ἡ ἀπροσδόκητη συζήτηση πού ἄνοιξε μεταξύ τους. Εἶναι ἐπίσης ἡ λειτουργία τοῦ παπα-Λευτέρη Νουφράκη μέσα στήν Ἁγιά-Σοφιά. Εἶναι ἀκόμα ἡ ἐρωτική σχέση τοῦ ἀφηγητῆ μέ τήν εὐκατάστατη μαινάδα Θέλμα Καρατζᾶ. Μά πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶναι οἱ δυό διάλογοι πού εἶχε ὁ ἀφηγητής μέ τόν ὑπέργηρο, τυφλό, μοναχό στό Φανάρι, Εὐδόκιμο. Ἀπό τόν πρῶτο διάλογο, πού μοῦ φέρνει στό νοῦ τή ἐπίσκεψη τοῦ Ἀλιόσα Καραμάζωφ στόν Στάρετς Ζωσιμᾶ, ἀντιγράφω ἕνα μικρό μέρος.

«-Τί πρέπει νά κάνουν οἱ ἄρχοντές μας;

-Νά σταθοῦνε στήν Ἀθήνα, στήν Πλατεία Συντάγματος, νά γονατίσουνε καί νά γυρέψουνε συχώρεση ἀπό τό λαό, γιατί τόν ἐρίξανε σέ μεγάλα πάθη. Καί φώτιση ἀπό τό Θεό γιά τό δρόμο πού πρέπει νά τραβήξουνε.

-Μά ἄν ἐκάνανε κάτι τέτοιο, θά χάνανε τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ κόσμου. Ὁ λαός θά τούς ἔπαιρνε στό ψιλό.

-Ἄ, κύριε ἀξιωματικέ! Τό φρόνημά σου εἶναι γήινο καί σοῦ εἶναι δύσκολο ν᾿ ἀπαλλαγεῖς ἀπ᾿ αὐτό. Ἄν ὅ,τι εἶπα πρωτύτερα τό κάμουν οἱ ἄρχοντες μ᾿ εἰλικρίνεια καί πίστη Θεοῦ, ὁ λαός θά τό καταλάβει. Κι ὄχι μόνο δέ θά τούς περιπαίξει, μά θά τούς συμπαρασταθεῖ. Ὁ λαός εἶν᾿ ἡ ποίμνη τοῦ Κυρίου. Κι ἀποζητᾶ μ᾿ ὅλη του τήν ψυχή τόν ἐπίγειο ποιμένα, αὐτόν πού θά τόν ‘‘ὁδηγήσει μέσ᾿ ἀπό τήν ἔρημο καί τή θάλασσα στή Γῆ τῆς Εὐλογίας’’.

-Πολύ ψηλά θέλετε τόν κυβερνήτη, γέροντα, εἶπε ὁ Βασίλης. Καί φοβοῦμαι πώς δέ θά βρεθεῖ κανείς νά μπορεῖ νά σταθεῖ ἐκεῖ πάνω.

-Δέν τόνε θέλω ἐγώ, ὁ Κύριος τόνε θέλει. Ἀλλιῶς παίζουμε ἕνα παιγνίδι ὅπου ὁ κυβερνήτης κοροϊδεύει ἐμᾶς κι ἐμεῖς ἐκεῖνον. Κι ἔτσι δέν ὑπάρχει προκοπή.»

Ὁ Εὐδόκιμος εἶχε προβλέψει, ἤ μᾶλον προφητέψει, την ἀποτυχία τῆς μικρασιατικῆς ἐκστρατείας. Καί κατά σύμπτωση(;) πέθανε τή μέρα πού ἔσπασε τό μικρασιατικό μέτωπο.

Μετά ἀπό αὐτά πού εἶπα νωρίτερα γιά τίς ἐκφραστικές πραγματώσεις στό παρόν ἔργο, θά ἤθελα νά προσθέσω δυό λόγια γιά τή γλωσσική του συγκρότηση. Ἀπό γλωσσική ἄποψη τό μυθιστόρημα παρουσιάζεται πολυγλωσσικό. Εὔκολα ξεχωρίζει κανείς τέσσερις γλωσσικές συμμετοχές, μέ κυριότερες τίς ἀκόλουθες τρεῖς. Εἶναι πρῶτα τό χανιώτικο καί γενικότερα κρητικό ἰδίωμα. Στό βιβλίο μάλιστα ὑπάρχει στό τέλος ἕνα μικρό γλωσσάρι γιά τόν ἀναγνώστη, μέ χανιώτικους ἰδιωματισμούς. Εἶναι ὕστερα ἡ κοινή νεοελληνική πού μιλοῦμε σήμερα καί ἡ ὁποία, συγκριτικά μέ τίς ἄλλες, καλύπτει τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ κειμένου. Τρίτη εἶναι ἡ καθαρεύουσα τῶν ἀξιωματικῶν καί τῶν ἐπίσημων προσώπων. Τέλος, σέ περιορισμένη κλίμακα, ἔχουμε τό κωνσταντινοπουλίτικο ἰδίωμα. Ἐκτός ἀπό αὐτά, κάπου κάπου, ἀκούγονται καί ἄλλα καί ἐλάχιστα τουρκικά. Κατά ἕνα τρόπο δηλαδή ἡ γλωσσική συγκρότηση τοῦ μυθιστορήματος συνιστᾶ ἕνα «μπουκέτο» γλωσσικῶν κλώνων τῆς ἑλληνικῆς, μέ κύριο κορμό τήν κοινή νεοελληνική. Κοιτάζοντας ἐποπτικά τήν ὅλη σύνθεση, θά ἔλεγα πώς οἱ ἐπιμέρους κλῶνοι ἐναρμονίζονται σέ μιά ἔμμεση διαλογική σχέση μεταξύ τους. Γιατί, ἄν καί ἀνταποκρίνεται σέ κοινωνικές, παιδευτικές καί γεωγραφικές γλωσσικές διαφορές, σέ γενικό πλάνο παρουσιάζουν ἀντιστικτική λειτουργία. Κάτι πού δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τοῦ ν᾿ ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος γλωσσικῆς συμφωνίας, ὅπως τήν ἐννοοῦμε στή μουσική. Εἶναι κι αὐτό ἕνα ἀπό τά ἐπιτεύγματα τοῦ βιβλίου, κι ἕνα γεγονός πού δείχνει ταυτόχρονα τήν πολυμάθεια τοῦ συγγραφέα του.

Εἶναι κοινός τόπος ὅτι ἀψεγάδιαστα μυθιστορήματα δέν ὑπάρχουν. Καί στά πληρέστερα θά βρεῖ κανείς σημεῖα ἐλεγχόμενα. Ἀπό τήν πλευρά μου θεωρῶ ὅτι, στόν Ἐθελοντή, τό πέρασμα τοῦ Καρυωτάκη μέσα στήν ἀφήγηση εἶναι τραβηγμένη. Δέν προσφέρει τίποτε οὐσιαστικό, ἐνῶ δείχνει μᾶλλον συγγραφική πρόθεση ἀνεκδοτολογίας. Πέρα ἀπό αὐτό, θεωρῶ ἐπίσης ὅτι ἡ ἀποστολή τοῦ Βασίλη στή δολοφονική ἀπόπειρα κατά τοῦ Βασιλιά Κωνσταντίνου, εἶναι συζητήσιμη. Κυρίως γιατί δέν πείθει, τόσο ἀπό ψυχολογική ἄποψη καί ὡς ἐπιχείρηση καθαυτή, ὅσο καί ὡς κειμενική πραγμάτωση. Ἀλλά μ᾿ αὐτές τίς ἐπιμέρους παρατηρήσεις δέν θίγεται ἡ γενική εἰκόνα ἑνός σπουδαίου μυθιστορηματικοῦ ἐπιτεύγματος. Ὅταν μιλῶ τόσο θετικά γιά τόν Ἐθελοντή τοῦ Μανουσάκη, ξέρω πώς δέν κατέχω τό ἀλάθητο. Προσωπικά πάντως δέν ξέρω ποιό ἄλλο ἱστορικό μυθιστόρημα τῶν τελευταίων δεκαετιῶν θά μποροῦσε νά σταθεῖ μέ ἀξιώσεις δίπλα στίς Ἀκυβέρνητες Πολιτεῖες  τοῦ  Στρατῆ Τσίρκα.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 46, Ἰούνης 2009.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας and tagged , . Bookmark the permalink.