Ἡ ποίηση τῆς Θεώνης Κοτίνη

Τήν ἄνοιξη τοῦ 2000 ἡ κόρη μου μοῦ ζήτησε νά τῆς στείλω μιά μικρή ἀνθολογία μέ ποιήματα τῆς προσωπικῆς μου ἐκλογῆς. Διάλεξα τότε ἀρκετά κομμάτια παλαιότερων καί νεότερων ποιητῶν. Στό τέλος θέλησα νά συμπεριλάβω καί μερικά κείμενα ποιητῶν κοντά στήν ἠλικία τῆς ἴδιας. Ξεφύλλισα ἔτσι κάμποσες συλλογές ἀπό τίς μικρότερες ἡλικίες πού εἶχα λάβει τά τελευταῖα χρόνια. Ἰδιαίτερα ὅμως στάθηκα σέ μιά μόλις πρόσφατη συλλογή ἄγνωστης ποιήτριας. Ἦταν ἡ συλλογή Μικρογραφία, ἔκδοση Πλανόδιον, τῆς πρωτοεμφανιζόμενης Θεώνης Κοτίνης. Στό βιβλιαράκι μέ τά 37 ποιήματα, ἀπέριττο ἀπό κάθε ἄποψη, δέν ὑπῆρχε καμιά πληροφορία γιά τή συγγραφέα του. Ὅμως τά κείμενα ἔδιναν κάποιες δικές τους πληροφορίες. Π.Χ.:

Δέν εἴμαστε ἐμεῖς τά πεινασμένα παιδιά
δέ στερηθήκαμε τό ψωμί τό λαμπριάτικο ροῦχο
μά χάσαμε τή χόβολη στό τζάκι
τή συλλογισμένη ρυτίδα τοῦ παπποῦ
καί τή σιωπή τοῦ πατρικοῦ
πού δώσαμε γιά ἀντιπαροχή
Ἕνα πηγάδι ὅμως σκούζει ἀκόμα στά θεμέλια
κι ὁ σκύλος δέν ἀλυχτά στό περιβόλι
ὅταν κακός διαβάτης βασκαίνει τό ἔχει μας

Αὐλές δέν ἔχουμε
μέ ἀσβεστωμένους γκαζοτενεκέδες
– βασιλικό καί ντάλιες –
κι ἡ ἀλαφροσκΐωτη γιαγιά μου
πού ἔβλεπε τά ξωτικά στό λαδοφάναρο
πέθανε πέρυσι
λησμονημένη ἀπό ἐγγόνια μετανάστες.

Ποιήματα τῆς Κοτίνη διάβασα πρώτη φορά στό περιοδικό Πλανόδον [1]. Ἦταν μιά σειρά ἀπό δέκα ποιήματα δημοσιευμένα στίς πρῶτες τρεῖς σελίδες τοῦ τεύχους. Ἕτσι δημοσιευμένα, τόσα καί στίς πρῶτες σελίδες τοῦ περιοδικοῦ, ἦταν ἤδη μιά ἐπισήμανση τοῦ Πατίλη. Ὅμως καί τά ἴδια τά κείμενα  δέν ἄφηναν ἀδιάφορο τόν ἀναγνώστη. Κι ὅταν ἔφτασε στα χέρια μου ἡ συλλογή Μικρογραφία, ἔγραψα στήν ποιήτρια λίγα ἐνθαρυντικά, σχεδόν ἐνθουσιαστικά, λόγια. Εἶχα προσέξει τόν ἀβίαστο, ἐναργή, λόγο της, τόν ἄνετο ρυθμικό βηματισμό της, τό ἔξοχο γλωσσικό αἰσθητήριό της. Χρησιμοποιοῦσε μιά γλώσσα ἁπλή καί σαφή, χωρίς νά καταφεύγει σέ ἀφηρημένες ἤ λόγιες ἀοριστολογίες. Περισσότερο πρόσεξα τό βαθύ, ἀπροσποίητο αἴσθημά της. Τό ὅτι αὐτά πού ἔγραφε εἶχαν ἐμπειρικό ἄλλοθι καί δέν πήγαζαν ἀπό σκέψεις τῆς στιγμῆς. Δέν θεατρίνιζε, δέν πουλοῦσε φτηνό ἐμπόρευμα. Πρόσεξα ἐπίσης τήν προχωρημένη ποιητική παιδεία της. Τί σημαίνει ἀκριβῶς ἡ φράση «ποιητική παιδεία»; Ἀσφαλῶς, μολονότι δέν τήν ἀποκλείει, δέν σημαίνει τή γενική παιδεία: τό νά ξέρει κανείς θεωρία τῆς λογοτεχνίας, ἱστορία, φιλοσοφία, κοινωνιολογία, βιολογία, κ.λπ. Ἤ τό νά ἔχει καλή ἐποπτεία πάνω στίς ἄλλες τέχνες, τή μουσική, τή ζωγραφική, τή γλυπτική, τήν ἀρχιτεκτονική… Οὔτε πάλι μποροῦμε νά ποῦμε πως ποιητική παιδεία, στήν πιό οὐσιαστική μορφή της, εἶναι νά κατέχεις τίς διάφορες τεχνικές πού ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ μέχρι τώρα στόν ποιητικό λόγο, ἤ νά ἔχεις μελετήσει τόν κύριο ὄγκο τῆς ποιητικῆς παραγωγῆς ἀπό τ᾿ ἀρχαῖα χρόνια μέχρι σήμερα. Ὅσο μπορῶ νά κρίνω ποιητική παιδεία, μέ τήν πιό γόνιμη ἐκδοχή της, εἶναι ὁ τρόπος νά ἀναπτύσσει κανείς τόν δυνάμει ποιητικό ἑαυτό του, τό βαθύτερο εἶναι του, μελετώντας, ἐκλεκτικά, ποιητικά ἔργα πού τοῦ ταιριάζουν. Ὄχι ζήτημα γνώσεων, ἀλλά ζήτημα βαθιᾶς βίωσης μιᾶς κάποιας σειρᾶς πρόσφορων ἔργων. Φυσικά ἕνας τέτοιος τρόπος οἰκείωσης ποιητικῶν ἔργων προϋποθέτει ἀπαραίτητα, ἀπό τή μεριά τοῦ μαθητευόμενου, ποιητική φλέβα ἤ, ἀλλιῶς, ἔμφυτη προδιάθεση ποιητικοῦ γίγνεσθαι. Ὅταν λοιπόν ἔλεγα νωρίτερα ὅτι πρόσεξα, στήν πρώτη συλλογή τῆς Κοτίνη, τήν κεκτημένη της ποιητική παιδεία, ἐννοοῦσα τέτοιου εἴδους παιδεία. Ὄχι μέ τό νόημα μιᾶς ὁριζόντιας, ποσοτικῆς ἐνημέρωσης, ἀλλά μέ τό νόημα μιᾶς κάθετης, ποιοτικῆς, ἄσκησης. Γιά νά γίνω σαφέστερος πάνω σ᾿ αὐτό θέμα θά παραθέσω πάλι ἕνα ἀπό κείμενα τῆς Μικρογραφίας. Ὀνομάζεται «Θέλω νά σοῦ μιλήσω γιά τή βαριά καρδιά»:

Θέλω νά σοῦ μιλήσω γιά τή βαριά καρδιά
αὐτή πιά πού δέν σέ πονᾶ
μόνο σ᾿ ἀλλάζει
σ᾿ ἀλλάζει τόσο
πού ὅταν περάσει πιά ὁ καιρός
ἔχεις βρεθεῖ
μέ τά φερσίματα τό βλέμμα καί τήν ἀκοή
ἑνός πού ξενιτεύτηκε γιά χρόνια
κι ἔχει καιρό ν᾿ ἀκούσει τή λαλιά του
μά ὡστόσο τήν κατέχει ἀκέρια
Εἶναι μαζί σου ὅταν τρῶς ψωμί
καί πολλές φορές ξεχνιέται στά δάχτυλα
κι αὐτά συλλογιοῦνται
συλλογιοῦνται γιά ὥρα
σέ ἕνα ψίχουλο
Εἶναι ἐκεῖ πού λιώνει τό κραγιόν
στό ποτήρι
μέ τό χυμένο κρασί στό νεροχύτη
καί μετά ἀπό τή δουλειά τῆς ἑβδομάδας
πάλι τή βρίσκεις
Παρασκευή βραδάκι πού εὐτυχεῖ τό σῶμα
κι ἀναπαύεται
Εἶναι ἡ ζωή πού ἀπέκτησες
πού τρῶς πού πίνεις πού κοιμᾶσαι
ὄχι, δέ σοῦ μιλῶ γιά τήν καταστροφή
γιά τήν κακιά στιγμή πού σέ δυστύχησε
μά γιά ὅλα τοῦτα πού ὑπάρχουν
τέτοια ὅπως ἐσύ τά ἔζησες
καί πές το ψέματα
μπορεῖ ἀκόμα νά τά κέρδισες
μέρες καί μέρες
ὅταν ἐκεῖνα προσπαθοῦσαν νά σέ πείσουν
πώς ἦταν σφάλματα τῆς ἀκοῆς
μελάνωμα τῆς ὅρασης
μά ἐντούτοις ξέρεις
πως μόνο στή βαθιά ρωγμή
μπορεῖ νά λημεριάσει ἡ ἔγνοια
γι αὐτούς πού κανείς δέν ἀγαπᾶ
γι᾿ αὐτά πού ἄν πάψουν νά πονοῦν
θά τά ᾿χεις χάσει

Ὁ λόγος γιά τήν ποιητική παιδεία. Ὅποιος ἔχει μιά  μέτρια ἐποπτεία τῆς ποίησης, ἔστω μόνο τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, γνωρίζει πώς οἱ λεπτομέρειες ἔχουν τήν εὔνοια τῶν ποιητῶν. Οἱ λεπτομέρειες ἔχουν τή σημασία τοῦ ἐμπειρικοῦ τεκμηρίου στήν ἀπαγωγική δομή τοῦ ποιητικοῦ λόγου. Εἶναι θά λέγαμε ὁ τρόπος νά ἀποκτοῦν προσωπικό ἕρμα οἱ γενικές ἤ οἱ γενικότερες ἀναφορές τῶν ποιητῶν στά πράγματα τοῦ κόσμου. Τό νά περνοῦν δηλαδή, κι ἔτσι νά συνδέονται ὀργανικά μεταξύ τους, οἱ γενικότερες ἐκφράσεις μέ τίς προσωπικά εἰδικότερες. Τό νά τό ξέρεις αὐτό θεωρητικά δέν εἶναι τίποτα σπουδαῖο. Εἶναι ἕνα στοιχεῖο πού θά ᾿λεγα μάλιστα πώς ἀπό  γνωστική ἄποψη ἀποτελεῖ κοινό τόπο καί οἱ μαθητευόμενοι ποιητές δέν δυσκολεύονται νά τό ἀντιληφτοῦν. Ἀπό τήν πλευρά αὐτή δέν ἔχει τίποτε τό πρωτότυπο τά νά ἀνάγεις ἐσκεμμένα κάτι γενικό στό εἰδικό, ὅπως καί τό ἀντίθετο ἄλλωστε. Ὡς γνωστικό δεδομένο ἀποτελεῖ, ὅπως εἶπα, μᾶλλον κοινό τόπο. Τό νά καταφέρνεις ὅμως νά δίνεις στά εἰδικά στοιχεῖα χαρακτήρα ἐμπειρικῆς λεπτομέρειας, μέ πειστικό τρόπο, εἶναι ἄλλο πράγμα. Καί πολύ περισσότερο ἀλλάζει τό πράγμα ὅταν ταυτόχρονα διατρέχει τό λόγο ἕνα ὑπόρρητο ρεῦμα ἀνυπόκριτης καί βαθιᾶς συμμετοχῆς στά γραφόμενα.

Στό παραπάνω ποίημα ἡ Κοτίνη καταπιάστηκε νά ἐκφράσει ἕνα αἴσθημα «βαριᾶς καρδιᾶς» -θά ἐπανέλθω σ᾿ αὐτή τή φράση. Ξεκινάει μέ μιά γενική θέση: ἡ «βαριά καρδιά», «αὐτή πού πιά δέν σέ πονᾶ /μόνο σ᾿ ἀλλάζει».  Καί ἐξηγεῖ πῶς ἐννοεῖ τήν ἀλλαγή μ᾿ ἕνα γενικό ἐπίσης παράδειγμα. Πρόκειται γιά τούς δέκα πρώτους στίχους, πού ἀποτελοῦν μία περίοδο. (Ἡ ποιήτρια δέν βάζει τελεῖες, ἡ κάθε περίοδος φαίνεται ἀπό τό ἀρχικό κεφαλαῖο τῆς ἑκάστοτε  ἑπόμενης περιόδου.) Στήν ἑπόμενη περίοδο («Εἶναι… ψίχουλο») τό θέμα τῆς ἀλλαγῆς  εἰδικεύεται: ἡ ἀλλαγή περνάει στίς καθημερινές λεπτομέρειες τῆς ζωῆς. Ὅμως ἔχουμε νά κάνουμε μέ λεπτομέρειες ἔμμεσα ἐμπειρικές. Τό ἐμπειρικό στοιχεῖο προϋποτίθεται, ἀλλά δέν μᾶς δίνεται ὡς ἐμπειρική αὐτοψία, ὡς ἄμεση μαρτυρία προσωπικῆς συμμετοχῆς. Αὐτό γίνεται στήν μεθεπόμενη περίοδο: «Εἶναι ἐκεῖ ὅταν λιώνει τό κραγιόν/στό ποτήρι/μέ τό χυμένο κρασί στό νεροχύτη/καί μετά τή δουλειά τῆς ἑβδομάδας/πάλι τή βρίσκεις». Τό ἴδιο καί στήν ἑπόμενη δίστιχη περίοδο. Ὡς τό σημεῖο τοῦτο, ὅπου ἔχουν καλυφτεῖ οἱ 22 ἀπό τούς 40 στίχους τοῦ ποιήματος, ἔχουμε τρεῖς βαθμίδες πρός τήν ἐμπειρική εἰδίκευση τοῦ λόγου. Ἡ πρώτη περιέχει ὁρισμένη γενική θέση, ἡ δεύτερη συνιστᾶ ἔμμεση ἐμπειρική εἰδίκευση αὐτῆς τῆς θέσης καί ἡ τρίτη ἄμεση ἐμπειρική εἰδίκευση τῆς ἴδιας θέσης. Μέ τίς τρεῖς αὐτές βαθμίδες ὁλοκληρώνεται, μέ ἐσωτερικά κριτήρια, ἡ πρώτη ἑνότητα τοῦ ποιήματος, ἡ ὁποία δέν δηλώνεται, ἐξωτερικά, μέ τυπογραφικό κενό μεσοδιάστημα. Ἡ δεύτερη ἑνότητα πού ἀκολουθεῖ ἀπαρτίζεται ἀπό ἔμμεσα ἐμπειρικά δεδομένα τά ὁποῖα πρός τό τέλος τείνουν πάλι πρός ὁρισμένη σχετική γενίκευση. Ἔτσι στό ποίημα ἔχουμε δυό κινήσεις: μιά, ἐκτενέστερη ἀπό τό γενικό στό εἰδικό, καί μιά συντομότερη ἀπό τό εἰδικό πρός τό σχετικά γενικό.

Ἡ ἐκφραστική ὅμως πληρότητα τοῦ κειμένου δέν περιορίζεται σ᾿ αὐτά πού εἶπα. Καθώς βλέπουμε ἔχουμε, μετά τόν πρῶτο στίχο,  ὁμιλία σέ δεύτερο πρόσωπο. Τό ποιητικό ἐγώ, πού ἐδῶ εἶναι γένους θηλυκοῦ, ἀπευθύνεται σέ κάποιον πού μᾶλλον δέν εἶναι παρών. Μέ στόχο, ὅπως προανάφερα, νά μιλήσει γιά τό αἴσθημα τῆς «βαριᾶς καρδιᾶς». Περί τίνος πρόκειται ἀκριβῶς; Κρίνοντας ἀπό ὅλο τό ποίημα θά ἔλεγα πώς πρόκειται γιά ἕναν ἐνδόμυχο μονόλογο πάνω στίς ἀνεπαίσθητες ἀλλαγές πού προκαλεῖ τό γεγονός τῆς «βαριᾶς καρδιᾶς». Τό γεγονός, μ᾿ ἄλλα λόγια, μιᾶς δυσάρεστης κατάστασης πού ἔχει προκύψει ἀπό κάποια σχέση. Τό ποιητικό ἐγώ θέλει νά μιλήσει γιά πράγματα πού ἴσως, ἤ μᾶλλον, διαφεύγουν ἀπό τό ἀπόντα πρόσωπο. Σάν νά θέλει νά τό ἐνημερώσει, ἀλλά ταυτόχρονα καί να βυθομετρήσει τό ἴδιο τό δικό του ἀδυτο. Γιατί, παρά τό δεύτερο πρόσωπο τῆς σύνταξης, ἔχουμε οὐσιαστικά λόγο εἰς ἑαυτόν. Ἔτσι τό ποιητικό ἐγώ ἀναδιφώντας τό ἐσωτερικό του, φέρνει στήν ἐπιφάνεια τά στοιχεῖα πού προκύπτουν ἀπό τή δεδομένη κατάσταση. Στοιχεῖα πού, μαζί μέ ὅ,τι ἄλλο σημαίνουν,  συνθέτουν ἕνα αἴσθημα ἔντονης μοναξιᾶς.

Ἑλπίζω νά ἔγινε φανερό, ἀπό αὐτά τά λίγα, ἡ γόνιμη ἐσωτερίκευση μιᾶς ὁρισμένης ποιητικῆς παιδείας ἀπό τή μεριά τῆς ποιήτριας. Καί τοῦτο γιατί πέρα ἀπό τήν ἀπαγωγική μέθοδο πού ἐφαρμόζει, καθώς καί τό ἀντίστροφο, (ἀπό τά γενικά στά είδικά κι ἀπό τά εἰδικά στά γενικά), ἔχουμε, κι αὐτό εἶναι τό οὐσιῶδες, ὀργανική συμμετοχή σέ ὄ,τι λέγεται. Ἄν λογαριάσουμε μαζί τό γλωσσικό της αἰσθητήριο, τήν ἐκφραστική της ἐυχέρεια καί τό ἀπροσποίητο τοῦ αἰσθήματός της, μποροῦμε νά ποῦμε πώς ἡ ποιήτρια, μέ τήν πρώτη της ποιητική συλλογή, ἀφήνει πίσω της τό στάδιο τῆς μαθητείας καί πατάει σταθερά στό κατώφλι τῆς δόκιμης ποίησης.

Ἔμενε τώρα νά δοῦμε τήν ἐπιβεβαιωτική συνέχεια. Ἄν καί πότε θά ἐρχόταν. Ἄν, γιατί συμβαίνει κάποτε νά χάνονται γιά τά γράμματα ἄτομα πού ἔχουν δώσει σοβαρά δείγματα λογοτεχνικοῦ τάλαντου. Μοῦ ἔρχεται αἴφνης στό νοῦ ἡ πρόσφατη περίπτωση τῆς Ντίνας Μαρίνη, ἡ ὁποία μετά τήν πολλά ὑποσχόμενη πρώτη ποιητική συλλογή της, τό 1995, δέν ἔδωσε ἄλλο δεῖγμα γραφῆς. Νά ὑπάρχουν στά συρτάρια της οἱ νεότεροι στίχοι της ἤ νά τούς ἔχει ἐκτοπίσει ὁ μινόταυρος τῆς ζωῆς;

Με τήν Κοτίνη πάντως εἴχαμε σύντομα συνέχεια. Πρός τό τέλος τοῦ 1993 κυκλοφόρησε ἡ δεύτερη συλλογή της -ἀπό τό Πλανόδιον πάλι. Ἔφτασε στά χέρια μου συνοδευμένη, ὅπως καί ἡ πρώτη, μέ μιά πολύ συγκρατημένη ἀφιέρωση. Αὐτή τή φορά δέν τῆς ἔγραψα ἐνθαρρυντικά λόγια· μοῦ φάνηκε τόσο σίγουρη γιά τή δουλειά της πού περίττευαν. Σύντομα ἄλλωστε ἦρθε ἡ ἐμπεριστατωμένη κριτική τοῦ Νίκου Λάζαρη στή Νέα Ἑστία, πού ἔβαζε τά πράγματα στή θέση τους. [2]

Ἡ δεύτερη συλλογή, Ἀθώα τή νύχτα, χωρίζεται σέ τρεῖς ἑνότητες πού ἐπιγράφονται: «Ἡ στίξη τῆς ἡμέρας», «Ἐνηλικίωση» καί «Τό σῶμα ξέρει». Ἡ Πρώτη ἑνότητα περιέχει ἐννιά ποιήματα καί εἶναι ἕνα ἄνοιγμα τῆς ποιήτριας πρός τή φύση. Ἔτσι ἔχουμε κείμενα μέ ὀνόματα τόπων ὅπως «Μάνη», «Καλαμίτσα, Νάξος», «Δονούσα». Ἀλλά καί τίτλους συναφεῖς μέ τήν ὕπαιθρο: «Θά ᾿χει σηκώσει ἀέρα τώρα στά νησιά», κ.λπ. Ἡ δεύτερη ἑνότητα ἀπαρτίζεται ἀπό δεκατρία ποιήματα, πού ἀποτελοῦν ἕναν ἀπολογισμό σχετικό μέ πῶς καί ποῦ βαδίζει τώρα τό ποιητικό ἐγώ. Ἡ τρίτη ἑνότητα ἀπαρτίζεται ἀπό ὀχτώ ποιήματα, τά ὁποῖα ἀναφέρονται, ὅπως δηλώνει ὁ τίτλος, στήν ἔμφυτη «σοφία» τοῦ σώματος. Συνολικά οἱ τρεῖς ἑνότητες μᾶς δίνουν ἕνα σύνολο, 9+13+8=30, τριάντα ποιημάτων.

Ὅμως τοῦτα τά τυπικά δέν ἔχουν σημασία. Σημασία ἔχει ὅτι μέ τή συλλογή Ἀθώα τή νύχτα γίνεται ἕνα βῆμα μέσα καί πέρα ἀπό τίς κατακτήσεις τῆς πρώτης. Θά συναντήσουμε πάλι τήν ἔξοχη γλώσσα καί τήν ἐκφραστική εὐστοχία τῆς Μικρογραφίας. Ἑπίσης, τήν κίνηση ἀπό τό γενικό στό εἰδικό καί ἀντίστροφα, καθώς καί λεπτομέρειες ἐμπειρικῆς αὐτοψίας τῶν πραγμάτων. Θά συναντήσουμε περισσότερο τώρα ἕνα ἄνοιγμα πρός τό φυσικό περιβάλλον τῆς ὑπαίθρου. Μιά ἀμεσότερη προσέγγιση τοῦ καθημερινοῦ ἐγώ. Καί ἀκόμα μιά  εὐθύτερη καί βαθύτερη συνομιλία μέ τό σῶμα. Ὅλα αὐτά ἔχουν ἀσφαλῶς νά κάνουν μέ τήν τήν ἰδιαιτερότητα πού ἀποπνέουν τά ποιήματα τῆς Κοτίνη, ἔτσι πού νά ἀναγνωρίζονται ἀμέσως, χωρίς νά χρειάζεται νά ξέρεις ποιός τά ἔγραψε. Σκέφομαι ὡστόσο πώς ἡ βαθύτερη ἰδιατερότητα τοῦ κάθε ποιητῆ εἶναι κάτι πού περνάει μέσα ἀπό τό δίχτυ τοῦ ἀναλυτικοῦ λόγου καί χάνεται. Ὁ κριτικός προβάλλει πάνω σ᾿ αὐτό τό δίχτυ ὅ,τι αἰσθάνεται ἀπό ἕνα ποιητικό ἔργο καί ξεγελιέται πώς, γράφοντας γι᾿ αὐτό τό ἔργο, ἐκφράζει τό αἴσθημά του. Ὅμως μέσα στό ἀναλυτικό δίχτυ του βρίσκονται συνήθως μόνο μερικές γενικότητες. Τά ὑπόλοιπα κάνουν φτερά. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ὁ κριτικός δέν ἔχει ἄλλη δυνατότητα ἀπό τό νά προσπαθεῖ συνεχῶς νά μιλήσει μέ τό λόγο πού διαθέτει.

Σέ τί λοιπόν, ἀναρωτιέμαι, ὀφείλεται ἀκριβῶς ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ ποιητικοῦ λόγου τῆς Κοτίνη; Ἄραγε εἶναι μέσα στό παιχνίδι ἡ παρατηρητικότητα πού ἀναδείχνει τά ἀσήμαντα σέ σηματικά; Π.χ.:

Γυρνᾶς στήν πόρτα τό κλειδί
καί μέσα ἡ ἄπνοια τῆς σιωπῆς
ὅπως τήν ἄφησες
καθησυχαστική στήν οἰκειότητα
τό νυχτικό στό κρεβάτι
τά πλυμένα ποτήρια
φωτογραφίες ἐπετείων
νά συντάσσουν νωθρά τό παρελθόν σου
ή
Ἀφουγκράζεσαι γιά λίγο τούς τριγμούς τῶν ἐπίπλων
μέ τό δάχτυλο ἀργοπορώντας στή σκόνη
πού ἁπλώνεται ἄσπρη
ὅπως στό πάνω χείλι τό χνάρι ἀπό ἕνα ποτήρι γάλα
καί μετά χαμόγελο

Ὕστερα ἔπεφτε τό βράδυ
μέ θαλπωρή πουλιοῦ πάνω στά φύλλα
φέρνοντας ἀγαθή πραμάτεια γιά τή νύχτα
σπόρους σουσάμι σέ μιά γωνιά τοῦ ὑπνόσακου
ἀπό τό περασμένο καλοκαίρι

Τό βράδυ λήγοντας ὁ συναγερμός
ἐπιστρέφεις στο σπίτι
ἀκοῦς φωνές τῶν φίλων ἀπ᾿ τό σύρμα
καί ποτίζεις τή γλάστρα στό μπαλκόνι
στά χείλη ἕνα γλυκό ροδάκινο παρηγορεῖ τήν ἀφή

Αὐτός ὁ λόγος δέν ἐμψυχώνεται μονάχα ἀπό τίς λεπτές παρατηρήσεις πού περιέχει. Εἶναι, ἄν μπορῶ νά τό πῶ ἔτσι, ἕνας λόγος σιωπῆς. Μοιάζει μέ σιγανή αὐτοεξομολόγηση ἐκ βαθέων. Ἕνα ὑπερευαίσθητο ὑποκείμενο, ἐρευνάει καί ἀναγνωρίζει τόν ἑαυτό του. Τόν ἀναγνωρίζει ὅπως στό στίχο τοῦ Σολωμοῦ ἀπό τόν Πόρφυρα: «Ἄστραψε φῶς κι ἐγνώρισεν ὁ νιός τόν ἑαυτό του». Ἔτσι τό κάθε μικρό καί ἀσήμαντο ἀποκτάει τή σημασία μιᾶς ἀποκάλυψης πού, ἀνεξάρτητα ἀπό τό μέγεθός της, ἀνήκει στό θαῦμα τῆς ζωῆς. Γι᾿ αὐτό, πιστεύω, ἀποπνέει αὐτή τήν ἔνταση, πού τή νιώθεις, ἀλλά δέν μπορεῖς νά τήν ἐκφράσεις ἀναλυτικά. Τήν ἔνταση τοῦ βιωματικοῦ γίγνεσθαι, πού σοῦ εἶναι γνωστή ἀπό τήν προσωπική σου ζωή καί μπορεῖς νά ταυτίζεις τόν «χημισμό» της. Ἄλλωστε ξέρεις τί σημαίνει ἐκφρασμένο βιωματικό γίγνεσθαι: εἶναι αὐτό πού ἀντανακλαστικά κινητοποεῖ μέσα σου κάτι ὁμόλογο. Δέν σ᾿ ἀφήνει ὀντολογικά ἀδιάφορο, ἀντίθετα θέτει σέ κίνηση ἕναν μηχανισμό ἀνταπόκρισης. Ἀλάνθαστο κριτήριο γιά τή γνησιότητα καί τό ποιόν ἑνός ποιητικοῦ κειμένου. Δέν νομίζω νά ὑπάρχει ἀναγνώστης τῆς ποίησης πού μήν ἄκουσε κάποιες στιγμές αὐτό τό καμπανάκι νά χτυπάει μέσα του. Τό καμπανάκι τοῦ αἰφνίδιου συναγερμοῦ, πού σήμανε στά κατάβαθα τοῦ εἶναι του, ἡ ἀνάγνωση ὁρισμένου ποιήματος. Ἀπό τ᾿ ἅλλο μέρος ὅσες περγαμηνές καί νά συνοδεύουν ἕνα ἔργο, ἄν, γιά ἕναν συγκεκριμένο ἀναγνώστη, δέν προκύπτει μιά τέτοια διεγερτική ἀνταπόκριση, τό ἔργο τοῦτο δέν ἔχει καμιά βαρύτητα γι᾿ αὐτόν.

Νά ἔπανέλθω ὅμως στήν Κοτίνη. Ἀπαριθμῶ ἀπό τά παραπάνω: παρατηρητικότητα, λόγος πού μοιάζει μέ λόγο αὐτοεξομολόγησης, ἀναγνωριστική ἀνίχνευση τοῦ ἐγὠ, ὑποβλητική ἔνταση, βιωματικό γίγνεσθαι. Μ᾿ αὐτές τίς προϋποθέσεις δέν ἔχει πολύ σημασία, ἤ μᾶλλον δέν ἔχει καμιά σημασία, γιά τί πράγμα μιλάει κάθε φορά τό ποίημα. Εἴτε γιά μιά ἐκδρομή στή Μάνη πρόκειται, εἴτε γιά τό γυρισμό στό σπίτι, εἴτε γιά ἕναν ἐρωτικό χωρισμό, κ.λπ. Γιατί αὐτό πού μετράει εἶναι τό πάνω σέ τί ψυχικό βάθρο πραγματώνεται κάθε φορά ἡ ποιητική πράξη. Καιρός ὅμως νά δοῦμε ἕνα ποίημα, ἀναφορικά μ᾿ αὐτά πού εἶπα, ἀπό τά πολλά πού θά διάλεγα τῆς συλλογῆς. Ὀνομάζεται «Διάλειμμα»:

Πέφτει τό βράδυ ἀβίαστα
χωρίς κόπο ἀπόψε
ὑπήνεμη ὥρα
ὅταν ἀκόμα κι οἱ σκληρές σου σκέψεις
λυγίζουν στή βραδύτητα
σάν νοσταλγία
Ξέρεις πώς ἡ ζωή σου βιάζεται
καί τό λαχάνιασμα τῆς μέρας
ἴσως δέν φτάνει γιά νά προλάβεις τόν καιρό
ὅσο κι ἄν σοῦ ᾿χει γίναι πιά δεύτερο στῆθος
Μά τώρα ἡ νύχτα εἶναι γλυκιά
καί ἀδιαφορεῖς γιά ὅσα ὀφείλεις μεταμέλεια
βλέπεις τό φεγγάρι στόν ὦμο σου
χωρίς ἀπάντηση
μόνο πλῆρες στιγμῆς
κι αὐτό εἶναι ἕνα πλῆρες νόημα
κι ἄς μήν τό κατέχεις
Αὔριο θά ᾿ναι ὅλα πάλι ἐκεῖ
ἐκκρεμῆ καί ἐπείγοντα
μά καί τοῦτο τό βράδυ
πού ἀργεῖ ἡ καρδιά
καί δειλιάζει
εἶναι κι αὐτό δικό σου
ὅπως καί τά ἄλλα μικρά παραλειπόμενα
αὐτοῦ πού ἔχρισες ζωή σου
ἡ δροσιά τοῦ Ἰούλη
τό ἐρωτευμένο σῶμα
τό λιθάρι κι ὁ δρόμος
φιλιά στό μάγουλο γιά καληνύχτα
ὅλα ὅσα κάνουν τήν ἀγάπη
γιά ὅ,τι ἀγγίζεις καί ἀπ᾿ ὅ,τι ἀγγίζεις

Ἔχω μιλήσει πολύ γιά τήν ὑπαρξιακή βάση αὐτῶν τῶν ποιημάτων. Καί βέβαια ποίηση δέν γίνεται χωρίς αὐτή τή βάση. Πάνω της ὡστόσο μποροῦν νά συνδυάζονται διάφορα ἄλλα ἐνδιαφέροντα. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτά, ἐκτός ἀπό τή φύση πού προανάφερα, ἕνα μεγάλο μέρος ἔχει νά κάνει μέ τόν ἔρωτα. Κι ἕνα μικρότερο, ἀλλά καθόλου ἀμελητέο, καλύπτει ὁ κοινωνικός προβληματισμός. Γι᾿ αὐτόν τόν προβληματισμό, πού ἴσως ἔχω δώσει τήν ἐντύπωση πώς δέν ὑπάρχει στό συγκεκριμένο ἔργο, παραθέτω ἐνδεικτικά, μεταξύ ἄλλων, τό ποίημα «Ἐνηλικίωση»:

Ἔμαθες πιά τά ἀγαθά τῆς ἀποταμίευσης
γι᾿ αὐτό κρατᾶς πάντα δυνάμεις γιά κάποιο συνετό σκοπό
ξέρεις νά δίνεις πλέον τόσα ὅσα παίρνεις
ἀπ᾿ τίς συναλλαγές τούς φίλους καί τόν ἔρωτα
εἶναι καί τοῦτο μιά μορφή δικαιοσύνης
– ἤ ἡ ἀδήρητη φορά τοῦ κόσμου, ὅπως λένε –
Τώρα μπορεῖς νά διαιρεῖς τή μέρα σέ ὀχτάωρα
κι ἐκεῖνο τό παλιό τό ρωμαλέο ἄγγιγμα τοῦ χρόνου
τά ἀπογεύματα
δέν τό γνωρίζεις πιά
Ἀπέκτησες σάν ἄνθρωπος κι ἐσύ τίς πεποιθήσεις σου
δέν ὠφελεῖ νά περπατᾶς κόντρα στό ρεῦμα
τό πᾶν εἶναι νά μείνεις μέ τούς κερδισμένους
ἄλλωστε δέν τά κατάφερες καί ἄσχημα ὥς τώρα
βέβαια εἶναι ἀλήθεια, ἔσκυψες λίγο περισσότερο
μά τώρα πιά ἔχεις τόν τρόπο σου
ἕτοιμος νά εἰσπράξεις τό μέλλον σου
Γι᾿ αὐτό κλεῖσε τά μάτια καί κοιμήσου
ὅπως καί χτές καί ἀντιπροχτές καί κάθε βράδυ
μέσα στό γαλανό βυθό τῆς τηλεόρασης
κλεῖσε τά μάτια καί πορέψου
καί μή ζητᾶς νά σ᾿ ἀπαλλάξει ἡ νύχτα
ἡ νύχτα δέν ἀθώωσε ποτέ κανένα
δέν ὠφελεῖ νά μετανιώνεις
ἡ ἀμφιβολία εἶναι ἡ ἀρρώστια τῶν δειλῶν
αὔριο ὅλα θά ᾿ναι πάλι λογικά
γιατί ἡ λογική, καθώς καλά γνωρίζεις, εἶναι ἡ συνετή
στιγμή στό χάος
θεάρεστη ἐφεύρεση γιά κάθε εἴδους ματαιώσεις

Ὅπως βλέπουμε τό κείμενο τό διατρέχει ἕνα ρεῦμα μιᾶς λεπτῆς, ἀλλά ἀρκετά διαβρωτικῆς, εἰρωνείας, σχετικά μέ τά «κέρδη» τῆς συμβιβασμένης ζωῆς.

Ἡ ποίηση, καθώς ξέρουμε, ἔχει πάρε-δώσε μέ τό στοχασμό. Εἶναι ἀδύνατο νά γραφτεῖ ποιητικό κείμενο χωρίς καθόλου στοχαστική συμμετοχή. Ὁ στοχασμός ἀφότου ἐμφανίστηκε ὁ ποιητικός λόγος ἀποτέλεσε ἀναπόσπαστο συστατικό του. Ὑπάρχει ὡστόσο ἕνα ζήτημα ὁρίων, τό πόσο δηλαδή στοχατικό μέγεθος μπορεῖ νά σηκώνει μιά ποιητική πράξη. Γιατί, ἄν ἡ στοχαστική συμμετοχή ξεπεράσει κάποια ὅρια, ὁ ποιητικός λόγος τείνει νά γίνει, τόσο ἀφηρημένος, ὅσο καί ἀναποτελεσματικός. Τό βλέπουμε αὐτό πολύ συχνά σέ γραφτά πού ξεκινοῦν μέ μοναδικό ἐφόδιο τήν ἀφηρημένη σκέψη. Εἶναι γραφτά πού πάσχουν ἀπό ἀφόρητο διανοητισμό καί ἀδυνατοῦν νά λειτουργήσουν ποιητικά. Ἡ Κοτίνη, ὅπως φάνηκε, ἀπό τά κείμενά της πού ἔχω ἤδη παραθέσει, στοχάζεται καί μάλιστα σέ ἀρκετό βαθμό. Τό κάνει ὅμως μέ γνώμονα τό ὀντολογικό βάρος τῶν κειμένων της. Αὐτός εἶναι ὁ κανόνας της. Ἕνας κανόνας πού σέ σπάνιες ὡστόσο περιπτώσεις τείνει νά χάσει τήν ἰσχύ του. Παράδειγμα τό ποίημα «Χρόνια πολλά σκυμμένος μέσα σου…», πού εῖχε ὑποδειχτεῖ, γιά τόν ἴδιο λόγο, καί ἀπό τό Λάζαρη στήν κριτική του στή Νέα ἑστία:

Χρόνια πολλά συμμένος μέσα σου
ἔκανες λάσπη τό νερό καί τό σκοτάδι πόσιμο
Αδιάφορος πάνω ὁ οὐρανός
διαλέγει ἀπόσταση
κ ἐσύ ὅπως ἐγώ μές στόν πηλό
ψάχνεις τό σχῆμα σου σέ δυό σταγόνες ὕπνου
Ψάχνεις μές στόν καθρέφτη γιά πνιγμένους φίλους
ἤ ἔστω πρωινή δροσιά
νά στάξει στρογγυλό νερό στά χέρια
νά νίψεις τό πρόσωπο
ἀπό τό ἱδρωμένο ράγισμα τῆς φέβας στούς κροτάφους
νά ἁπαλύνεις τό φῶς
πρίν φτάσει στά μάτια
ὀξύ
τεθλασμένο
ν᾿ ἀκονίσει τό φόβο σου

Τρία χρόνια μετά τήν Ἀθώα τή νύχτα, τό 2006, ἐκδόθηκε, από τό Πλανόδιον ξανά, ἡ τρίτη καί τελευταία γιά τήν ὥρα ποιητική συλλογή τῆς Κοτίνη, ἡ συλλογή Ἀνίδεοι πάλι. Ἀπαρτίζεται, ὅπως κι ἡ δεύτερη ἀπό τρεῖς ἐπιμέρους ἑνότητες καί ὀνομάζονται «Χειρονομία τοπίου», «Ἀσύμπωτα» καί «Ἀμοιβαία σάρκα». Ἡ πρώτη ἑνότητα περιέχει δώδεκα ποιήματα τά ὁποῖα ἀναφέρονται στό φυσικό περιβάλλον. Η δεύτερη περιέχει δεκαοχτώ, τά ὁποῖα, ὅπως ὑποδηλώνει ὁ τίτλος, ἀναφέρονται σ᾿ ἕνα εὐρύτερο φάσμα δεδομένων. Ἡ τρίτη ἔξι, μέ ἀντικείμενό τους τό σῶμα. Σύνολο, 12+18+6=40, σαράντα ποιήματα. Ἡ συλλογή Μικρογραφία ἀριθμοῦσε τριαντα ἑφτά ποιήματα, ἡ συλλογή Ἀθώα τή νύχτα τριάντα. Μαζί μέ τά σαράντα τῆς Ἀνίδεοι πάλι ἔχουμε ἕνα συνολικό ἀριθμό ἀπό ἑκατόν ἑφτά. Ὄχι σπουδαῖο νούμερο, ἀλλά φυσικά δέν εἶναι τό νούμερο πού μετράει. Καί μιά «τονική» λεπτομέρεια: τά δύο πρῶτα βιβλία εἶχαν τυπωθεῖ σέ πολυτονικό σύστημα, ἐνῶ τώρα τό Ἀνίδεοι πάλι εἶναι τυπωμένο σέ μονοτονικό.

Προτοῦ προχωρήσω θά ἤθελλα νά δώσω ὁρισμένους στίχους ἀπό τό ποίημα τῆς πρώτης ἑνότητας, «Ἡλιοβασίλεμα στό λαιμό» («Λαιμός»=τοπίο), πού ἔχουν σχέση μέ τόν τίτλο Ἀνίδεοι πάλι:

Προχωρημένο σούροπο
κι ἐμεῖς ἔχουμε ρίξει ἄγκυρα ψηλά
πάνω στά βράχια
[…]
Ὅλα ἐκεῖ τά σύνεργα τῆς ὁμορφιᾶς
τόσο παλιά
ὅσο κι ἡ ἀνάγκη πού σέ φέρνει ἐδῶ
ν᾿ ἁπλώσεις μάτια ξανά σ᾿ αὐτή τή θάλασσα
[…]
Ὅλα ἐκεῖ
ἀπόρρητα
κι ἐμεῖς ἀνίδεοι πάλι
φεύγουμε γιά τήν ἀνθρώπινη ἐκκρεμότητα

Ἀπό πρώτη ἄποψη θά ἔλεγε κανείς πώς ἡ ποιήτρια στό τελευταῖο της ἔργο ἐπαναλαμβάνεται. Θά δοῦμε παρακάτω πώς αὐτό δέν συμβαίνει. Ἡ ἀρχική ἐντύπωση τῆς ἐπανάληψης ἴσως ὀφείλεται σέ ὁρισμένα σταθερά γνωρίσματα αὐτοῦ τοῦ ἔργου. Καί πρῶτα στή γλώσσα. Ἀσφαλῶς ἡ Κοτίνη δέν ἀλλάζει τήν, τόσο ἀποδοτική καί σύμφυτη μέ τό ἀντικείμενό της, γλώσσα. Οὔτε βέβαια ἐγκαταλείπει τή σχέση της μέ τό φυσικό περιβάλλον, καθώς ἐπίσης τό διάλογο μέ τό σῶμα. Οὔτε τήν τάση της νά βυθομετράει τά μέσα της. Ἀκόμα ἀκόμα καί οἱ ἐκφραστικοί της τρόποι κινοῦνται μέσα σ᾿ ἕνα εὐρύτερο πλαίσιο δυνατοτήτων. Τέλος ἡ ἰδιοτυπία της, ἡ ποιητική ταυτότητά της, ἡ ὁποία ὄχι μόνο δέν ἀλλάζει, ἀλλά καί εἶναι τό θεμέλιο τοῦ δημιουργικοῦ της τάλαντου. Ἕνας ἀναγνώστης ὡστόσο, πού ἔχει ὑπόψη του τά προηγούμενα βιβλία της, ἐνδέχεται νά δεῖ αὐτές τίς πτυχές τοῦ ἔργου της σάν στοιχεῖα πού συνιστοῦν μανιέρα. Ἔτσι μπορεῖ νά ἔχει τήν ψευδαίσθηση τῆς ἐπανάληψης, ἐνῶ πρόκειται γιά σταθερές προϋποθέσεις τοῦ ποιητικοῦ γίγνεσθαι κι ὅχι γιά καθαυτό τό ποιητικό γίγνεσθαι.

Ἡ φύση, καθώς ξέρουμε, ἀποτελεῖ ἀνεξάντλητο μεταλλεῖο γιά τούς ποιητές, γι᾿ αὐτό ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια μέχρι σήμερα δέν σκέφτηκε κανείς νά τό θεωρήσει ἐξαντλημένο. Οὔτε φυσικά συμβαίνει κάτι διαφορετικό μέ τήν Κοτίνη. Ὅπως εἴδαμε στά δυό τελευταῖα βιβλία της ὑπάρχουν δύο ἑνότητες, οἱ ὁποῖες σχετίζονται στενά μέ τό φυσικό περιβάλλον. Εἶναι ἡ ἑνότητα «Στίξη τῆς  ἠμέρας», μέ ἐννιά ποιήματα στό Ἀθώα τή νύχτα. Καί ἡ «Χειρονομία τοπίου», μέ δώδεκα στό Ἀνίδεοι πάλι. Ἡ φύση ὅμως βρίσκεται, λιγότερο ἔκδηλα, καί σέ πολλά ἄλλα ποιήματα. Εἶναι φανερό πώς τό ὑπαίθριο περιβάλλον ἀποτελεῖ πόλο ἕλξης γιά τό πρόσωπο πού μᾶς μιλάει μέσα ἀπό τά κείμενα. Κι αὐτό φαίνεται καί ἀντιθετικά ἀπό τίς ἀντιδράσεις του στό στενάχωρο ἀστικό περιβάλλον. Εἶναι γνωστό πώς ἡ ἕλξη τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος συνδέεται, ὅπως πιστεύω καί στή συγκεκριμένη περίπτωση, μέ ἐνστιγματικές χοϊκές τάσεις τοῦ ἀνθρώπου. Ἄλλωστε τό περιβάλλον αὐτό, πέρα ἀπό τήν ἀνεξάντλητη πολυμορφία καί πρωτοτυπία του, χρωματίζεται συχνά ἀπό δεσμούς ἐρωτικῶν καί ἄλλων σχέσεων. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς στά ποιήματα τῆς Κοτίνη αὐτό συμβαίνει πολλές φορές. Ὅμως καί καθαυτό τό φυσικό περιβάλλον παρέχει ἄπειρες δυνατότητες ἐπαφῆς μαζί του. Κάποτε μάλιστα μέ τρόπο ἀπροδόκητο ἀκόμα καί μέσα στήν ἴδια τήν πόλη, ὅπως στό χαριτωμένο ποίημα, «Τό μανταρίνι», τῆς συλλογῆς Ἀνίδεοι πάλι, ὅπου βλέπουμε πόσο λοξή μπορεῖ νά εἶναι μερικές φορές ἡ προσωπική σχέση μέ τό φυσικό περιβάλλον:

Πάνω στούς πάγκους τῆς λαϊκῆς
ἕνας σωρός αἴθρια σάρκα
μέ ἀπόκρημνες σταλαγματιές
σέ φλέβες φύλλων
εὔοσμο σκέρτσο λιακάδας
ἀδέξια στρογγυλό στό χέρι
καί μικροσκοπικά ὁλόκληρο
σῶμα πυκνοῦ καρποῦ
σ᾿ ἕνα τίποτα βάρους
καί στό ξεφλούδισμα εὔχυμη γύμνια
ὅπως τά δάχτυλα παιδιοῦ
ὅταν τούς ἀφαιρεῖς τό ροῦχο
κι αὐτά ροδίζουν ἄμωμα
θράσος δροσιᾶς ἐξακοντίζεται
καί μένει στόν ἀέρα
γλυκιά δριμύτητα μιᾶς ἄνοιξης Δεκέμβρη

Ἀνάλογο, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, μεταλλεῖο μ᾿ ἐκεῖνο τῆς φύσης συνιστᾶ ἐπίσης τό σῶμα. Ὅπως ἡ φύση ἔτσι καί τό σῶμα παρουσιάζει ἀνεξάτλητες δυνατότητες ἀναφορᾶς σ᾿ αὐτό. Στό ἔργο τῆς Κοτίνη τό σῶμα ἀποτελεῖ βασικό ἐρευνητικό στόχο. Στό δεύτερο βιβλίο της ἔχουμε, ἀναφορικά μέ τό σῶμα, τήν ἑνότητα «Τό σῶμα ξέρει» μέ ὀχτώ ποιήματα. Καί τώρα στό τρίτο βιβλίο της τήν ἑνότητα «Ἀμοιβαῖα σάρκα» μέ ἕξι ποιήματα. Δέν εἶναι ὅμως μόνο αὐτά τά δεκατέσσερα πού σχετίζονται μέ τό σῶμα. Ὑπάρχουν κι ἄλλα ποιήματα, μέσα στίς τρεῖς συλλογές, πού ἀναφέρονται περιστασιακά σ᾿ αὐτό. Βέβαια τό σῶμα, ἡ σάρκα, συνδέεται πρωταρχικά μέ τόν ἔρωτα, ὄχι ὅμως ἀπόλυτα. Τό εἴδαμε καί σ᾿ ἄλλους ποιητές, στήν τελευταία π.χ. συλλογή, Τό χιόνι καί ἡ ἐρήμωση, τοῦ Ἀνέστη Εὐαγγέλου. Ἄλλωστε ὑπονοεῖται σέ μεγάλο βαθμό σέ σεβαστό μέρος τοῦ ποιητικοῦ λόγου γενικά. Ὅμως στήν περίπτωση τῆς Κοτίνη παρουσιάζεται περισσότερο μετωπικά ὡς πρόλημα τῆς ὕπαρξης, ἐρωτικό κυρίως, ἀλλά καί μή ἐρωτικό. Κάνει ἐντύπωση π.χ. ὅτι σέ ὀρισμένη περίπτωση τό σῶμα φτάνει νά ἀντιμετωπίζεται ὡς δοκιμαστήριο τῆς ἀλήθειας. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀντιστέκεται στήν προσχηματική συμπεριφορά τοῦ νοῦ, ἀποκαλύπτοντας τά δικά του μέτρα τῶν πραγμάτων. Δέν μοῦ ἔτυχε νά διαβάσω ἄλλη φορά μιά τόσο καθαρή ὁμολογία γι᾿ αὐτή τήν πλευρά τοῦ σώματος. Πρόκειται γιά τό τελευταῖο ποίημα ἀπό τήν προηγούμενη συλλογή, Ἀθώα τή νύχτα. (Ἐκεῖ δέν σχολίασα τήν ἑνότητα πού ἀφοροῦσε τή φύση καί σῶμα, γιά τά σχολιάσω ἐδῶ μαζί μέ τίς ἀντίστοιχες ἑνότητες  τῆς συλλογῆς Ἀνίδεοι πάλι.) Τό παραθέτω τώρα ἐδῶ ὁλόκληρο:

Τό σῶμα ξέρει πότε ἡ ἀντοχή σου ψεύδεται
πότε πρέπει ἐπιτέλους νά ἀκυρώσεις ὅλα τά προσχήματα
τῆς ὑγείας
Τό σῶμα ξέρει
καί εἶναι φορές πού σοῦ φωνάζει δυνατά τήν ἀνάγκη του
ὅσο ἐσύ κατασκευάζεις τήν εἰκόνα σου
αὐτό ἐρήμην σου χειρονομεῖ σκληρά τή λαχτάρα σου
Τό σῶμα εἶναι σοφό
Δέν ντρέπεται νά ᾿ναι γυμνό, λυπημένο, ἀργό
γι᾿ αὐτό πάντα σημαίνει
δηλώνει ὅ,τι ἀρνεῖσαι νά πεῖς
ἤ ὅ,τι ξέχασες πώς θέλεις στ᾿ ἀλήθεια
τήν ἀγκαλιά
τήν ὑποταγή τοῦ τράχηλου στό χάδι
τό μοιρασμένο ὕπνο, τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ βήματος πλάι
σου
Τό σῶμα δέν καμώνεται
ἀνυπεράσπιστο σέ ὑπερασπίζεται
γι᾿ αὐτό ἐμπιστέψου το
ἄκου πότε διψᾶ πότε πεινᾶ
πότε τά κύτταρα ἐξεγείρονται στό φόβο
πότε ἀκουμπᾶ σέ δροσερή ἀφή καί ζωντανεύει
Μάθε νά ζεῖς μέσα ἀπ᾿ αὐτή τά σάρκα
πού ζητᾶ μέ πεῖσμα τήν ἀγάπη
μάθε το πιά
ὁ μόνος τρόπος, ὁ μόνος δρόμος νά ὑπάρξεις
εἶναι αὐτός

Στίς δυό ἑνότητες πού ἔχουν νά κάνουν μέ τό σῶμα συναντᾶ κανείς μερικές ἀπό τίς καλύτερες στιγμές τῆς ποιήτριας.

Πέρα ἀπό τή φύση καί τό σῶμα ὁ κεντρικός στόχος τοῦ συγκεκριμένου ἔργου, ὅπως τό εἴδαμε ἤδη στίς δυό πρῶτες συλλογές, ἀφορᾶ τό ὀντολογικό πρόβλημα. Ἀπό αὐτό ἄλλωστε κυρώνεται ἡ σχέση μέ τή φύση καί τό σῶμα. Στίς δυό πρῶτες συλλογές τό πρόβλημα αὐτό παρουσιάζεται ὡς ἀνίχνευση καί ἀναγνώριση ἑνός μοναχικοῦ ἀτόμου. Ἑνός ἀτόμου πού σχηματίζεται παίρνοντας συνείδηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Δέν ζεῖ βέβαια μέσα σέ γυάλινο πύργο, ἀλλά προέχει ἡ ἀνάγκη νά ἔχει τόν προβολέα στραμμένο πρός τό ἐσωτερικό του. Γιατί ἐκεῖ οἱ ζυμώσεις εἶναι κρίσιμες καί ἐπιβάλλουν τήν προτεραιότητά τους. Ἄν καί τό ἀνθρώπινο περιβάλλον ὑπάρχει γύρω του, ἄλλοτε θετικά καί ἄλλοτε ἀντιθετικά, προέχει ἡ κεντρομόλος στάση τοῦ ἐγώ. Ἡ στάση πού ἀποβλέπει στήν ἀνίχνεση τοῦ ἐγώ καθαυτοῦ. Ἐννοεῖται πώς ἀπόλυτα στεγανά σέ τέτοιες διεργασίες δέν ὑπάρχουν. Ἀντίθετα ὑπάρχει πάντα μιά κάποια σχετικότητα. Ἔτσι μπορῶ νά πῶ ὅτι στίς δυό πρῶτες συλλογές τῆς Κοτίνη ἔχουμε ἀνίχνευση καί ἀναγνώριση ἑνός κατεξοχήν, ἤ προπάντων, μοναχικοῦ ἀτόμου. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ἡ ἑστία ἀπό τήν ὁποία γίνεται ἡ ἐπισκόπιση τῶν ἐσωτερικῶν ζυμώσεων χρειάζεται νά βρίσκεται σέ κάποια ἀπόσταση ἀπό τό ἔδαφός τους. Νά διαθέτει ὁρισμένη προοπτική χώρου ἀπέναντί τους. Κάτι πού στό ἐπίπεδο τοῦ λόγου δηλώνεται μέ τό δεύτερο πρόσωπο τῆς σύνταξης. Τό ἀνιχνευτικό «βλέμμα» στήνει ἀπέναντί του τά γιγνόμενα καί τά παρακολουθεῖ σάν δεύτερος ἑαυτός. Ὅλα αὐτά στίς δυό πρῶτες συλλογές, ὅπου καί ὁ κοινωνικός προβληματισμός δίνεται ἀντιθετικά πρός τό ποιητικό ἐγώ.

Στήν ἑπόμενη ὡστόσο συλλογή, τήν Ἀνίδεοι πάλι, κάτι ἀλλάζει -πάντα στό χῶρο τοῦ ὀντολογικοῦ γίγνεσθαι καί πάντα στά μέτρα τοῦ σχετικοῦ. Ἔχουμε λοιπόν ἐδῶ μιά μικρή μετατόπιση· μικρή, ἀλλά ὄχι μικρῆς σημασίας. Πρόκειται γιά τήν ἀνίχνευση καί ἀναγνώριση τοῦ μοναχικοῦ ἀτόμου σέ σχέση μέ τήν παραδοχή τοῦ ἄλλου. Μέ συνέπεια νά ἀνοίγεται ἕνα νέο στάδιο ἀναζητήσεων. Ἡ παραδοχή τοῦ ἄλλου, μέ τήν ὁποία συνυπάρχει θέμα κατανόησης, ἀφήνει τήν πόρτα ἀνοιχτή γιά τόν ἀναπροσδιορισμό τοῦ ἐγώ πάνω στό κεκτημένο σχῆμα του. Ἀπλῶς τώρα ἀναγνωρίζεται μέ τήν ἐπιπλέον σχέση μέ τόν ἄλλον. Εἶναι μιά δυνατότητα νά κοιταχτοῦν τά ἴδια πράγματα μέ τό πλεονέκτημα μιᾶς μικρῆς μετατόπισης, μιᾶς συγκριτικῆς ἐκδοχῆς ἤ συναντίληψης. Ἡ ἐνδοσκόπιση συνεπῶς τῆς ἔνδον χώρας  συνεχίζεται μέ μία ἐπιπλέον ἀναγνωριστική δυνατότητα. Ὁ ἄλλος στά κείμενα τοῦ βιβλίου παρουσιάζεται κυρίως μέ τέσσερες μορφές. Μέ τή μορφή τῶν γονιῶν, μέ τή μορφή τοῦ ἐρωτικοῦ συντρόφου, μέ τή μορφή τῆς παρέας καί μέ τή μορφή τοῦ καθημερινοῦ ἀστικοῦ πλήθους. Θά ἤθελα τώρα νά παραθέσω τέσσερα τουλάχιστο ἀντιπροσωπευτικά ποιήματα. Ἐπειδή αὐτό θά ἀπαιτοῦσε πολύ χῶρο, θά περιοριστῶ γιά τήν ὥρα σέ ἕνα πού ἀφορᾶ τά τῆς παρέας:

Ἀποτύχαμε καί πάλι ἀπόψε
ὅλη ἡ παλιά παρέα μαζεμένη
ἐπαναλάβαμε τήν τρέχουσα κοινοτοπία
τῆς ἐπιβίωσης
σχέδια ἀποπερατώσεως τοῦ μέλλοντος
συμβάντα τοῦ βίου
Μά σάν νά μήν ἤμαστε ἀκριβῶς ἐμεῖς
σάν νά μήν ἤμαστε ἀκριβῶς μαζί
παρ᾿ ὅλη τήν κατακτημένη οἰκειότητα
πού γίνεται κι αὐτή μέ τόν καιρό
ἕνας ἀκόμα τρόπος νά μήν βλέπεις τόν ἄλλο
Βαζεις μπροστά τά τεχνάσματα τῆς συνεννόησης
γιά νά μήν καταλαβαίνουν
τόν ἐντελῶς καινούργιο τρόπο πού πονᾶς
Γύρω μας ἐκκρεμοῦσε μιά μεγάλη ἐκμυστήρευση
πού δέν κάναμε
ὄχι ἀπό ντροπή μά ἀπό ἁπλή συγκατάβαση
σέ ὅλα ὅσα ποτέ δέν συμβαίνουν
Μείναμε ὡστόσο ἐπίκαιροι
εὐφραδεῖς
ἀποφεύγοντας νά μποῦμε στό θέμα
ἄλλωστε τό θέμα εἶχε διαρρεύσει ἐκτός μας
διαπαντός
Φύγαμε στό τέλος μόνοι ὁ καθένας
κάπως σάν θυμωμένοι ἤ μνησίκακοι
κι ἄς εἶναι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί
οἱ πιό καλοί μας φίλοι
δέν θά τούς συγχωρέσουμε εὔκολα
πού δέν μᾶς περιέχει ἡ ἀλλαγή τους
δέν θά παραδεχτοῦμε πρῶτοι ἐμεῖς
ὅτι γυρίζουμε στό σπίτι
μέ ἀνακούφιση
πού διαικπεραιώσαμε κι ἀπόψε
τήν ἀγάπη

Τό ποίημα μιλάει μόνο του καί δέν χρειάζεται σχολιασμό. Σημειώνω μόνο ὅτι, μαζί μέ τήν ὑφέρπουσα εἰρωνεία ὑπάρχει ταυτόχρονα καί πόνος γιά τή φθορά τῆς παρέας. Καί εἶναι φανερό ὅτι τό πρόσωπο πού μιλάει δέν διαχωρίζει τή θέση του ἀπό τού ἄλλους, ἐνῶ ἀντίθετα δέχεται τό μεράδι τῆς ἀποτυχίας. Ας σημειωθεῖ πώς τό κείμενο εἶναι συνταγμένο σέ πρῶτο πρόσωπο (πληθυντικοῦ ἀριθμοῦ). Θά συνατήσουμε τώρα πολλές φορές σύνταξη σέ πρῶτο πρόσωπο -ἑνικοῦ ἤ πληθυντικοῦ. Ἤδη μέ τή διπλή διάσταση τῆς ὄρασης -κοιτάζοντας τά ἔξω μέ γνώμονα τά ἔσω κεκτημένα-  καθώς ἡ προοπτική ἀλλάζει, τό πρῶτο πρόσωπο παρουσιάζεται προσφορότερο ἀπό τό δεύτερο. Θά πρέπει ὅμως νά παραθέσω ἀκόμα ἕνα ποίημα ἀπό τό ἴδιο βιβλίο. Ἕνα πού ἀναφέρεται σέ γέρους γονεῖς καί δέν εἶναι ἄμοιρο κοινωνικῶν προεκτάσεων. Λέγεται «Χριστούγενα 2003»:

Γυρίζω πάλι σήμερα στό σπίτι τῶν γονιῶν μου
ἕνα τυφλό δυάρι φορτωμένο ἔπιπλα
Βρίσκω ὅπως πάντα τόν πατέρα μου
μέ τήν περήφανη προσήλωση τοῦ βαρυκόου
στίς εἰδήσεις
κι ἡ μάνα μου νά πλένει πιάτα
παραμιλώντας νά ἐπαναφέρει τή ζωή σέ τάξη
Μέ ὑποτάσει ἀμέσως
ἡ πλήξη τοῦ νοικοκυριοῦ στήν κουζίνα
τό πλαστικό τραπεζομάντιλο
τά χάπια τῆς ὑπέρτασης
ενθύμια προσκυνήματος στήν Τῆνο
Βγαίνουνε λίγο τώρα πιά
συνήθως γιά τήν ἐκκλησία
ἤ σέ κηδεῖες συνομήλικων
μένουν στό σπίτι
καταναλώνοντας οἰκεῖα πένθη
καί φωτογραφίες ἐγγονῶν πάνω στήν τηλεόραση
Κοιτάζω τό χρόνο νά συμβαίνει πάνω τους
τόσο ἄγρια
αὐτή τή μαραμένη σάρκα
νά ἀποσιωπᾶται σέ σκοῦρα ροῦχα
καί πεισμώνω
τόση ἐγκαρτέρηση
χωρίς μιά νίκη
σκέπτομαι
ἀποδίδοντας ὕπουλη δικαιοσύνη
σέ τούτη τήν ἀπρόθυμη κατάφαση
μά μετανιώνω πάλι
ὅταν γυρίζουν νά μέ δοῦν
μέ αὐτά τά ἀδέξια μάτια δῆθεν ἄγνοιας
σήμερα ἀνήμερα Χριστούγεννα
πού κάθονται μαζί μου στό τραπέζι
καί τρῶνε
συνετοί
ἀμίλητοι
τή σοῦπα

Τελειώνοντας μέ τή συλλογή Ἀνίδεοι πάλι θά ἤθελα νά πῶ ὅτι ἀποτελεῖ τήν κορυφαία γιά τήν ὥρα πραγμάτωση τῆς ποιήτριας. Ἡ ποιοτική διαφορά ἀνάμεσα στά τρία βιβλία πού σχολίασα εἶναι σχετικά μικρή. Φαίνεται πώς ἡ ποιήτρια ἄρχισε νά δημοσιεύει ἀφοῦ πρῶτα πέρασε ἕνα στάδιο ἐπαρκοῦς προεργασίας. Ἔτσι ὅταν ἐμφανίστηκε στή δημοσιότητα ἦταν ἕτοιμη νά πεῖ τό δικό της λόγο. Ξεκίνησε μέ μιά στρωτή γλώσσα πραγμάτων, κρατώντας ἀπαστάσεις ἀπό τά ἠχηρά τοῦ συρμοῦ καί τίς κενόλογες ρητορεῖες. Ξεκίνησε ἐπίσης μέ ἀνάλογη πρός τήν καλλιέργειά της ποιητική παιδεία. Στράφηκε ἀμέσως πρός τόν ἔσω κόσμο της μέ εἰλικρίνεια καί τόλμη, ἔχοντας ὀξύ αἰσθητήριο, χωρίς νά ἀποφεύγει τίς κακοτοπιές ἤ νά παραπλέει τίς ὀδυνηρές πραγματικότητες. Κι ὅταν αἰσθάνθηκε σίγουρη πώς αὐτό τό ἔργο εἶχε θεμελιωθεῖ, σήκωσε τά μάτια καί πρός τόν ἔξω κόσμο. Ἕτσι φτάνουμε στό τρίτο της βιβλίο. Ὅπως εἶπα ἡ διαφορά ποιότητας ἀνάμεσα στά τρία βιλία εἶναι σχετικά μικρή. Θεωρῶ ὡστόσο πώς τό τρίτο βιβλίο εἶναι γιά τήν ὥρα τό ἐπιστέγασμα τῆς ὅλης δουλειᾶς πού ἔχει γίνει.

Ἀπό ἄποψη μαθητείας σέ προηγούμενους ποιητές ἡ Κοτίνη φαίνεται νά ἀκολουθεῖ τήν παράδοση πού ξεκινάει ἀπό τούς ποιητές τοῦ 1920 καί ἰδιαίτερα ἀπό τόν Καρυωτάκη, καί συνεχίζεται εὐδιάκριτα μέ το Σεφέρη, τόν Ἀναγνωστάκη, τούς ποιητές δεύτερης μεταπολεμικῆς γενιᾶς, τόν Γκανᾶ καί ἄλλους νεότερους. Σημασία πάντως ἔχει ὅτι ἔχει διαμορφώσει ἤδη  ἕνα σαφές δικό της ποιητικό πρόσωπο καί, μέ τίς τρεῖς μικρές ποιητικές συλλογές της, ἀναδείχνεται σέ πρῶτο ποιητικό ἀνάστημα. Ἄς σημειωθεῖ πώς, παρά τά κοινά μας ἤθη, δέν ἐπιδίωξε μέ κανένα τρόπο τήν προβολή της, μένοντας μακριά ἀπό τήν τύρβη τῶν κοσμικῶν διακρίσεων. Δέν ἔκανε παρουσιάσεις τῶν συλλογῶν της, δέν ἔδωσε συνεντεύξεις, δέν παρουσιάστηκε στήν τηλεόραση, δέν ἔβαλε φωτογραφίες στά βιβλία της, δέν ἐνέδωσε στόν πειρασμό τῶν δημόσιων σχέσεων (καί ἴσως ἔχει κάποια σημασία νά πῶ ὅτι στό σύντομο γράμμα πού τῆς ἔστειλα, ὅταν διάβασα τή Μικρογραφία της, δέν ἀπάντησε). Μά, μπορεῖ νά πεῖ κανείς, μέ τέτοια ὑπαρκτικά ἀνοίγματα ποιητικῶν πραγματώσεων, γιατί νά ᾿χει ἀνάγκη κοσμικῶν διακρίσεων; Καί ἴσως νά μήν ἔχει πολύ ἄδικο.

Περιοδικό Παρέμβαση, τεῦχος 152, Κοζάνη 2010.


Πίσω στο κείμενο [1] Θεώνη Κοτίνη, «Κύριε..», «Δέν εἴμαστε ἐμεῖς τά πεινασμένα παιδιά…», «Ὅ,τι ἀγαπῶ…», «Ποιός θυμᾶται…», «Ἡ κουσμένη μου θάλασσα…», «Κάλεσα πάλι τή ρίγανη τό σχίνο…», «Κι ὅμως πρέπει…», «Μιά φορά κι ἕναν καιρό…», «Βοήθα μέ ἀνάσα τοῦ κορμιοῦ…», «Σέριφος», Πλανόδιον, τεῦχος 26, Ἀθήνα, Δεκέμβριος 1997, σ. 227-230.

Πίσω στο κείμενο [2] Νίκος λάζαρης, Θεώνη Κοτίνη, Ἀθώα τή νύχτα, Πλανόδιον, Ἀθήνα 2003. Νέα Ἑστία, τεῦχος 1768, Ἰούνιος 2004, σ. 979-983.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Ποίησης and tagged . Bookmark the permalink.