Ἡ ποίηση τοῦ Π. Σωτηρίου

Ὁ Π. Σωτηρίου ἀνήκει, ληξιαρχικά καί ποιητικά, στή δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά ἤ γενιά τοῦ ἑξῆντα. Παρουσιάστηκε ὡστόσο ἀρκετά καθυστερημένα, μόλις τό 1982 δημοσίσεψε τά πρῶτα ποιήματά στό περιοδικό Διαγώνιος. Μέχρι σήμερα ἡ ποιητική του παραγωγή ἀπαρτίζεται ἀπό τέσσερις μικρές συλλογές. Τίς συλλογές: Ἡ καινούργια σιωπή (1980-1981), ἀνάτυπο ἀπό τό περιοδικό Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1982.  Ὡσάν ποιήματα (1982-1985) καί Εὐφαμεῖτε (1985-1087), Θεσαλονίκη 1989, συλλογική ἔκδοση πού περιλαμβάνει καί τήν Καινούργια σιωπή. Ὡσάν ποιήματα (ἡ συνέχεια) (1990-1996), Θεσσαλονίκη 2008. Συνολικά ἔχουμε 65, συχνά λιγόστιχα, ποιήματα. Μικρή σχετικά ποσότητα.

Σ᾿ αὐτό τό ἔργο τοῦ Σωτηρίου συναντοῦμε τά γενικά γνωρίσματα τῶν ποιητῶν τῆς γενιᾶς του: τό ἱστορικό μεῖον, τή στέρηση, τό σκεπτικισμό, τήν αἴσθηση τῆς χαμένης ζωῆς, τή διαμαρτυρία, τήν ὀργή, τόν ἠθικισμό, κ.λπ.  Εἶναι τό γενικό πλαίσιο μέσα στό ὁποῖο διαμορφώνεται ἡ εἰδικότερη προσωπική θέση τοῦ ποιητῆ. Ἤδη στό πρῶτο ποίημα τῆς πρώτης συλλογῆς ἔχουμε αἰχμές γιά τό ἱστορικό μεῖον, τή στέρηση, τή χαμένη ζωή, τή στάση τῆς γενιᾶς, ἀλλά καί γιά τή διαφορά της ἀπό τήν προηγούμενη καί τήν ἑπόμενη γενιά. Τό ποίημα ἐπιγράφεται «28η Ὀκτωβρίου 1980» καί ἔχει ὡς ἑξῆς:

Θεέ μου, πόσους ἀκόμη θά χάσουμε φέτος

Δέ ὑπηρετήσαμε τήν πατρίδα τῶν δύο ἠπείρων καί
τῶν πέντε θαλασσῶν
δέν πήγαμε κανέναν ὥς τήν κόκκινη μηλιά
δἐν γνωρἰσαμε οὔτε ἐμφύλιους, οὔτε θαύματα, οὔτε
καταστροφές
μοναχά μιά ἐπιστράτευση, κι αὐτή τόσο ἄδοξη

Σωπάσαμε στίς θεομηνίες, λουφάξαμε στούς κατα-
κλυσμούς
ἀλλά τά ἱερἀ μας δέν τά παραδώσαμε

Γιατί ὅμως ἔτσι ξαφνικά ἦρθαν ὅλα μαζί
αὐτοκτονίες, δυστυχήματα, κι ἀρρώστιες ἀνίατες

Στά μισά τῆς θητείας
Θεέ μου, βόηθα κι ἐμᾶς
δέν προελάσαμε ποτέ νικηφόρα
κι ὅμως ἔχουμε κιόλας ἀρχίσει
ἄτακτα νά ὑποχωροῦμε

Γιά τό ἱστορικό μεῖον δέν χρειάζεται νά πῶ τίποτε, οὔτε γιά τή στέρηση καί τήν αἴσθηση τῆς χαμένης ζωῆς, μιά καί τό ποίημα, στό μεγαλύτερο μέρος του, μιλάει ἀνοιχτά γι᾿ αὐτά: «Δέν ὑπηρετήσαμε… Δέν πήγαμε κανέναν… Δέν γνωρίσαμε… Δέν προελάσαμε… Γιατί ὅμως ἔτσι ξαφνικά… Στά μισά τῆς θητείας…». Γιά τή στάση τῆς γενιᾶς, εἶναι χαρακτηριστικοί, μεταξύ ἄλλων, οἱ στίχοι:

Σωπάσαμε στίς θεομηνίες, λουφάξαμε στούς κατα-
κλυσμούς
ἀλλά τά ἱερά μας δέν τά παραδώσαμε

Περισσότερο ἴσως ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ὁ διαχωρισμός τῶν γενιῶν. Τό «Δέν γνωρίσαμε οὔτε ἐμφύλιους, οὖτε θαύματα», δέν νομίζω πώς θά τό ἔλεγε ἕνας ποιητής τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς γενιᾶς, ἔστω καί μεταφορικά. Γιατί καί σέ ἐμφύλιο πῆρε ἐνεργά μέρος ἡ γενιά αὐτή καί «θαύματα» γνώρισε τόν καιρό τῆς ἀντιστασιακῆς της ἀνάτασης. Στόν ἐμφύλιο δέν πῆραν μέρος οἱ δευτερομεταπολεμικοί, ἀφοῦ ἦταν τότε μικρά παιδιά. Ὁ ὑπαινιγμός συνεπῶς τοῦ Σωτηρίου εἶναι σαφής: ἀνάμεσα στήν πρώτη καί στή δεύτερη μεταπολεμική γενιά ὑπάρχει ἱστορικό καί ψυχολογικό χάσμα. Μέ τόν ἀμέσως ἑπόμενο στίχο, «μοναχά μιά ἐπιστράτευση, κι αὐτή τόσο ἄδοξη», γίνεται, πέρα ἀπό ἄλλα, σχετικός διαχωρισμός ἀπό τήν ἑπόμενη γενιά τοῦ ᾿70: στήν «ἄδοξη» ἐπιστράτευση τοῦ 1974 ἡ πλειονότητα τουλάχιστο ἀπό τή γενιά τοῦ ᾿70 δέν πῆρε μέρος λόγω ἡλικίας.

Ἀναφορικά μέ τό γενικό πλαίσιο, παραθέτω ἀκόμα ἔνα ποίημα χωρίς σχόλια. Εἶναι ἀπό τήν τελευταῖα συλλογή τοῦ ποιητῆ κι ἐπιγράφεται «Παλαιοί καί Νέοι Στίχοι».

Ἀπόμειναν λοιπόν μόνο ποιήματα κι ἀσπρόμαυρες φωτογραφίες

Κι οἱ ἄνθρωποι πού πηγαίναν κάποτε
στίς πρωινές παραστάσεις μέ ἐλαττωμένες τιμές
καί στό γήπεδο ἔκοβαν εἰσιτήριο ὀρθίων

Χαμένη γενιά κι αὐτοί, χαμένη, σκορπισμένη τάξη
Τά ὄμορφα μελετηρά κορίτσια πού μέ τό χρῶμα τῶν γονάτων τους
μοιραζόμασταν τό φῶς τῶν παραθυριῶν
ἐκεῖνα τά παλιά ἀπογεύματα

Δέν πιστεύουμε λοιπόν πιά, μόνο ἀγαπᾶμε
κι αὐτοί πού παραμένουν πιστοί στούς ποιητές
ἤ ὅ,τι ἄλλο πρωτοαγάπησαν
νοσταλγώντας τίμιες κι εὐτυχισμένες χρονιές
πού δέν εἶχαν δίκαιη συνέχεια
γράφοντας στίχους πού μένουν ἀμετουσίωτοι
καί συνεχῶς ἐπαναλαμβάνονται

Χαμένη γενιά κι αὐτοί, σάν μιά χαμένη, σκορπισμένη τάξη

Πάνω στό γενικό πλαίσιο ἤ τά γενικά γνωρίσματα τῶν δευτερομεταπολεμικῶν ποιητῶν δέν θά ἐπιμείνω. Ὑπάρχουν ἤδη δύο εἰσαγωγές στίς ἰσάριθμες ἀνθολογίες (Ἀνέστη Εὐαγγέλου καί Κώστα Παπαγεωργίου), ἔχουν γραφτεῖ καί ἀρκετά σέ ἐπιμέρους κείμενα, ὥστε νά θεωροῦνται λίγο πολύ γνωστά. Ἄλλωστε τά παραδείγματα, πού θά ἀκολουθήσουν, πάνω στήν εἰδικότερη θέση τοῦ Σωτηρίου, δέν θά ᾿ναι λιγότερο ἐνδεικτικά γιά τό γενικό πλαίσιο τῆς γενιᾶς αὐτῆς.

Λοιπόν ἡ ποίηση τοῦ Σωτηρίου ἔχει σαφή ἰδεολογικό, κοινωνικό καί πολιτικό προσανατολισμό. Ὅ,τι ὅμως τήν εἰδικεύει μέσα στόν προσανατολισμό αὐτό εἶναι ὁ ἔντονος ἠθικισμός τοῦ ποιητικοῦ ἐγώ ἤ, ἀλλιῶς, τό πάθος μέ τό ὁποῖο ὑπερασπίζεται τήν ἀκεραιότητα καί τή συνέπεια στά πιστεύω τῶν ἀτόμων. Ἐνῶ, ἀντίθετα, δακτυλοδείχνει μέ ἀρνητικό πνεῦμα τή συμβιβαστική στάση, τόν καιροσκοπισμό, τό ὑποκριτικό βόλεμα, κ.λπ. Μιά συνείδηση δηλαδή πού παρακολουθεῖ τά τεκταινόμενα καί ἐλέγχει κατά τίς πεποιθήσεις της τά πεπραγμένα. Λέγεται καί περισσότερο ὑπονοεῖται πώς ἡ βάση τοῦ κακοῦ, μαζί μέ ὅ,τι ἄλλο ἡ ἱστορία μᾶς φορτώνει, ἔχει νά κάνει μέ τήν ἰδιοτελή διαχείρηση, ἀπό ὁμάδες καί πρόσωπα, τῶν διάφορων καταστάσεων. Τό πρόβλημα βέβαια εἶναι, τόσο παμπάλαιο, ὅσο καί τόσο σύγχρονο πάντα. Ὡσόσο στά μεταπολεμικά χρόνια στήν Ἑλλάδα, μέ τίς ἀλλαγές, τίς ἀντιθέσεις, τίς συγκρούσεις, τίς ἀνώμαλες λύσεις καί τίς παλλαπλές συνέπειές τους, εἶχαμε ἕνα μεγάλο φάσμα κοινωνικῶν, ἰδεολογικῶν καί πολιτικῶν ζυμώσεων. Πλούσιο ἔδαφος γιά ἔρευνα, στοχασμό, κρίσεις καί ἀντιδράσεις γιά ποικίλες πνευματικές εἰδικότητες, χωρίς νά ἐξαιρεῖται βέβαια καί ἡ ἰδιόμορφη εἰδικότητα τῆς ποίησης. Ὁ Σωτηρίου φυσικά δέν ἀσχολεῖται τόσο μέ τά γενικά φαινόμενα, δέν προσεγγίζει ἱστορικά ἤ κοινωνιολογικά τό ἀντικείμενό του, ἀλλά κυρίως ὡς συνειδησιακό πρόβλημα σέ ἀτομικό ἐπίπεδο. Εἶναι εὐνόητο πώς ἡ πραγμάτωση ἑνός τέτοιου στόχου προϋποθέτει ὁρισμένη ὀπτική γωνία ἤ θέση ἀπό τήν ὀποία ἐποπτεύονται τά πράγματα. Ἡ θέση αὐτή συνάγεται κάθε φορά μᾶλλον εὔκολα μέσα ἀπό τό ἔργο τῶν ποιητῶν, χωρίς νά χρειάζεται νά δηλώνεται. Κι ἡ ὀπτική γωνία ἀπό τήν ὁποία ἐτάζει τά διαδραματιζόμενα ὁ Σωτηρίου συνάγεται ἐπίσης μέσα ἀπό τό σῶμα τῆς ποίησής του. Μᾶς δίνεται ὡστόσο καί ἡ ἀκριβής ἑστία της ἀπό τόν ἴδιο τόν ποιητή στό ποίημα «Φανατικοί μέ προσπερνοῦν» τῆς συλλογῆς Ἐυφαμεῖτε. Ποίημα χαρακτηριστικό ἐπιπλέον γιά τήν ἐμπλοκή τοῦ ποιητικοῦ ἐγώ στό γενικότερο παιχνίδι τοῦ ἰδεολογικοῦ καί πολιτικοῦ γίγνεσθαι. Ἔτσι δέν ἔχουμε μιά ἔμμεση, ἀπό ἔξω, ἀναφορά στά γεγονότα, ἀλλά μιά ἄμεση, ἀπό μέσα, μαρτυρία. Παραθέτω τό ποίημα:

Κινώντας ἀπό τήν ἄκρη δεξιά
φανατικοί μέ προσπερνοῦν
αὐτοί πού βιάζονται νά πᾶν πρός τήν ἀντίθετη
πλευρά

Ἄλλοι μέ βήματα ἀργά
γυρίζοντας ἀπό κεῖ
μέ πλησιάζουν σκεφτικοί ἤ πικραμένοι

Κι ἐγώ
μετατοπίζομαι ἐλαφρά
μέσα στό ἀμετακίνητο ἀπό παλιά
ἀριστερό μου κέντρο

Γνωρίζοντας τήν ὀπτική γωνία τοῦ ποιητῆ, μποροῦμε νά δοῦμε τούς κυριότερους ἐπιμέρους τομεῖς πού ἀποτελοῦν στόχο του.

α) Κεντρική θέση κατέχει ἐδῶ τό πρόβλημα τῆς ἰδεολογικῆς φθορᾶς, πρόβλημα στό ὁποῖο προέχει ἡ παρακμή τῆς ἀριστερῆς ἰδεολογίας. Ἔλλειψη ἀντιστάσεων στά δελεαστικά «κελεύσματα» τῆς ἐποχῆς, ἀσυνέπεια λόγων καί πράξεων, κ.λπ. Τό εἴδαμε ἤδη στό παραπάνω ποίημα. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς στίς μέρες μας οἱ ἰδεολογικές μετατοπίσσεις εἶχαν πολλές φορές ἐπικαιρικά κίνητρα. Ζήτημα ἀβαθοῦς ἰδεολογικοῦ προβληματισμοῦ, ἰδεολογικῆς κόπωσης, ἀλλά καί ζήτημα ἠθικῆς εὐκαμψίας. Ἕνα ἀκόμα ποίημα πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα ἀπό τή συλλογή Ὡσάν ποιήματα. Ἐπιγράφεται «Βάστα καί τώρα Μάρκο». (Προφανῶς ἀναφέρεται στό Μάρκο Βαφειάδη, τόν ἀρχηγό τοῦ Δημοκρατικοῦ Στρατοῦ στόν Ἐμφύλιο, μετά τόν ἐπαναπατρισμό του ἀπό τή Σοβιετική Ἕνωση.)

Βάστα καί τώρα, Μάρκο

Αὐτόν τόν ἄτιμο καιρό
ὅταν ἀρχίσουν οἱ τιμές
ἀρχίζουν κι οἱ ξεφτίλες

Κ ἄν δέν εἶναι ἔτσι
ὅπως τά λαλῶ
φίλα καί πάλι τό χαρτί
καί πάλι σχίσ᾿ το

β) Ἄλλος, συναφής πρός τόν προηγούμενο, στόχος εἶναι ἡ μεταχουντική καθίζηση τῶν ἀρχικῶν αἰσιόδοξων προσδοκιῶν. Ὅπως στά χρόνια τῆς κατοχικῆς ἀντίστασης εἶχαν φουντώσει οἱ ἐλπίδες γιά ἕνα καλύτερο αὔριο, παρόμοια περίπου, μετά τήν πτώση τῆς χουντικῆς δικτατορίας, εἶχαν ἀναθερμανθεῖ οἱ ἐλπίδες γιά ἕνα καλύτερο μέλλον. Στόν τομέα πού προβληματίζεται ὁ ποιητής οἱ ἐλπίδες αὐτές δέν ἐπαληθεύτηκαν. Ἀντίθετα διαψεύτηκαν κατά τόν πιό ἀποκαρδιωτικό τρόπο. Ἐντεῦθεν ἡ ὀξεία εἰρωνική ἀντίδραση του  στό «A LA MEMORIA DE LUIS BUNUEL» ποίημα:

Τόν τελευταῖο καιρό στούς δρόμους τῶν Ἀθηνῶν καί
τῶν ἄλλων ἑλληνικῶν πόλεων παρατηρεῖται ὁλοένα
καί πιό συχνά τό περίεργο φαινόμενο διαδηλωταί τοῦ
κέντρου καί τῆς ἀριστερᾶς νά περιφέρουν σιωπηλοί
πλακάτ στά ὁποῖα ἀναγράφεται τό ἀκατανόητο μέχρι
στιγμῆς σύνθημα: «Ἐναντίον τοῦ Φράνκο ἤμασταν
καλύτερα».

Πράγματι ἐναντίον τῆς χούντας εἴμασταν καλύτερα, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι δέν εἴχαμε τή σημερινή, ἰδεολογική καί μή, σύγχυση καί φθορά. Ἐναντίον τῶν συνταγματαρχῶν εἴμασταν, μέσα στίς διαφορές μας, ἑνωμένοι, ἐκτός ἐξουσίας θεληματικά καί γι᾿ αὐτό χωρίς συναφεῖς πειρασμούς.

γ) Στίς προηγούμενες περιπτώσεις ἡ ποιητική διάθεση εἶναι ἐξομολογητική ἤ εἰρωνική καί κάποτε δηκτική, ἀλλά ὄχι εὐθέως ἐπιθετική. Ἀλλιῶς, θά ἔλεγα, ὅτι ἡ στάση τοῦ ποιητικοῦ ἐγώ κυμαίνεται ἀνάμεσα στήν διαμαρτυρία, τήν ἐπώδυνη γνώση καί τήν πικρή κατανόηση. Ὅταν ὅμως ὁ στόχος εἶναι ἄνθρωποι τῆς δημόσιας διαφθορᾶς ὁ λόγος σκληραίνει καί γίνεται καταγγελτικός. Παράδειγμα τό ἑπόμενο ποίημα ἀπό τή συλλογή Ἐυφαμεῖτε. Ἐπιγράφεται «Καβάλα στό ἄφθαρτο ἄτι σου».

Καβάλα στό ἄφθαρτο ἄτι σου, ἔλα
καί μπάλωσε τά τρύπια τείχη μας
Καθάρισε τή ζωή μας ἀπό τόσους
Χάσλους, Λεγοίους, Φτύγλες καί Διοτελεῖς
Καί μέ τό σεπτό μύρο σου ἤ μέ τό αἰχμηρό σου δόρυ
βόηθα νά ἀντέξουμε γιά πολύ ἀκόμα

Οἱ λέξεις τοῦ τρίτου στίχου μέ ἀρχικό κεφαλαῖο ὑπάρχουν, ἐκτός ἀπό τήν πρώτη, καί  σέ ἄλλο ποίημα χωρίς ἀναγραμματισμό. Μέ κανονική τή σειρά τῶν γραμμάτων σημαίνουν: «Σαχλούς, Γελοίους, Γλύφτες καί Ἰδιοτελεῖς».

δ) Ὅπως εἶναι φανερό, ἀπέναντι σέ ὅλα αὐτά, ὑπάρχει μιά ἔντονα ἄρνητική στάση. Στάση ἡ ὁποία προϋποθέτει, ἀντιθετικά, ἕνα θετικό δέον, μέ βάση τό ὁποῖο τό ποιητικό ἐγώ (ἤ κι ὁ καθένας θά πρέπει νά) διαχωρίζει τή θέση του. Διαχωρίζει τή θέση του, ἀλλά χωρίς νά καταλήγει στόν ἀναχωρητισμό. Ἀντίθετα ἐσωτερικεύει τό πρόβλημα καί μένει ἀγωνιστής μέ μοναδικό ὡστόσο ὅπλο τήν ἀντίδρασή του. Κι ἔπειτα; Ἔπειτα ἔρχεται ἡ μοναξιά. Κι ἡ μοναξιά χρειάζεται συνέπεια, γιατί μόνο ἄν μείνεις συνεπής ἀπό τήν ἀρχή ὡς τό τέλος ἀξίζει ἡ ὅποια προσπάθεια. Ἡ ἐπίγνωση αὐτή τῆς μοναξιᾶς εἶναι ἔντονη στό ἔργο τοῦ Σωτηρίου. Εἶναι τό τίμημα πού συνεπάγεται ἡ ὄρθια στάση ἀπέναντι στίς δεδομένες καταστάσεις. Ἤδη στό δεύτερο ποίημα, «Ὅταν», τῆς πρώτης συλλογῆς ὁ ποιητής ξεκαθαρίζει τή θέση του πάνω σ᾿ αὐτό τό ζήτημα. Ἰδού τό ποίημα:

Ὅταν οἱ ἄλλοι δειλιάζουν ἤ ἀδιαφοροῦν
ὅταν ὅλα ἤ κάποια τέλος πάντων κινδυνεύουν νά
χαθοῦν
βγές ἀπό τή γραμμή ὅ,τι κι ἄν αὐτό σοῦ κοστίσει
καί χωρίς οὔτε στιγμή νά σέ ξεγελοῦν τά ἀξιώματα
πάρε, πού λένε, τήν κατάσταση στά χέρια σου
ἐπιδεικτικά γι᾿ αὐτούς πού πονηρά φυγομαχοῦν
τυφερά γι᾿ αὐτούς πού σέ χρειάζονται
καί πού μπορεῖ αὔριο νά σέ ξεχάσουν

Κι ὅταν ὅλα διορθωθοῦν κι ὅταν ὅλα περάσουν
κι ἀρχίσουν οἱ ἄλλοι νά ξεμυτίζουν ἀπό τά καταφύγια
καί νά ἐπφελοῦνται ἀπό τή δική σου δοκιμασία
ἥσυχος καί φαινομενικά ἀδιάφορος
γύρνα πίσω στό χωριό σου

Στό θέμα τῆς μοναξιᾶς, ὅταν διαχωρίζεις τή θέση σου, θά ἐπανέλθει ἐπανειλημμένα ὁ ποιητής. «Μέ ἄγρυπνα μάτια/μεῖνε στήν μπάντα», θά πεῖ στό ποίημα «Ψεύτικα χρόνια», καί «Ὁ ἄνθρωπος πού ξέρει/τά μυστικά τῆς τέχης του/ Κάθεται στή γωνία/Κάθεται στή γωνία/καί γελᾶ», θά πεῖ πάλι στό ποίημα «Ὁ ἄνθρωπος πού ξέρει».

Ἡ κριτική πού ἀσκεῖ ὁ Σωτηρίου μέ τό ποιητικό του ἔργου, ἔχει, ὅπως ἔχω πεῖ, στόχο τά ἰδεολογικά, κοινωνικά καί πολιτικά φαινόμενα. Αὐτό συμβαίνει σέ πρῶτο πλάνο, γιατί ὁ μεταφορικός λόγος τῆς ποίησης ἔχει πάντα  τίς προεκτάσεις του. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ κριτική τοῦ ποιητῆ ἀφορᾶ ἀναλογικά τίς ὁποιεσδήποτε ἐλεγχόμενες στάσεις.

Ποιά εἶναι ἡ ποιητική παρέα τοῦ Σωτηρίου ἤ, ἀλλιῶς, σέ ποιόν κλῶνο τῆς ποίησής μας ἐντάσσεται τό ἔργο του; Ἀπό ὅσα προηγήθηκαν δέν εἶναι δύσκολο νά τό συμπεράνει κανείς. Ἔχουμε ἄλλωστε εὐθεία μαρτυρία τοῦ ποιητῆ γιά τόν ποιόν θεωρεῖ ἐξέχοντα πρόγονό του:

Ὅταν οἱ ἄλλοι λένε
Σεφέρης, Ἐλύτης
ἐγώ λέω
Καβαφης
Κι ὅταν οἱ ἄλλοι λένε
Καβάφης, Σεφέρης, Ἐλύτης
ἐγώ λέω
Καρυωτάκης

Σέ ἄλλο κείμενο προσδιορίζει τό χαρακτήρα τῶν ποιημάτων του: «Ὡσάν ἐλεγεῖα καί σάτιρες».

Ὁ κλῶνος πού ξεκινάει ἀπό τόν Καρυωτάκη, περνώντας μέσα ἀπό τό Σεφέρη, φτάνει στήν πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά: Ἀλεξάνδρου, Κατσαρός,  Ἀναγνωστάκης κ.ἄ. Ἔπειτα συνεχίζεται στή δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά: Καρανικόλας, Εὐαγγέλου, Γκόρπας, Ρουμελιωτάκης, Λυκιαρδόπουλος, Σωτηρίου κ.ἄ. Ἡ ἔνταξη σ᾿ αὐτόν τόν κλῶνο καθορίζει, σέ σημαντικό βαθμό, ἐκτός ἀπό τόν ποιητικό προσανατολισμό, τή διάθεση καί τήν ὑφή τοῦ λόγου.

Ἡ διάθεση εἶναι κριτική, εἰρωνική, σατιρική, δηκτική, ὥς ὀργισμένη.

Ἡ ὑφή τοῦ λόγου εἶναι λιτή, χωρίς περιφραστικές περιπλοκές, περιορισμένη στά ἀπαραίτητα. Λόγος πραγμάτων, χωρίς ἀφηρημένες ἀναφορές, χωρίς ρητορικές κορόνες, διαβρωτικός ἐντούτοις στήν χαμηλόφωνη ἐκφορά του. Τέτοιος περίπου εἶναι καί ὁ λόγος τοῦ Σωτηρίου: εὐθύς, λιτός, χαμηλόφωνος, ἐμπράγματος.

Γιά τό θέμα τῆς διάθεσης καί τοῦ λόγου, ἔχουμε τό περιθώριο δοῦμε τήν ὁμολογία τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ, στό ὁμώνυμο τῆς Ὡσάν ποιήματα συλλογῆς του ποίημα:

Ὠσάν ποιήματα ἐλάσσονος στιχουργοῦ
ἐνῶ ἡ περιπέτεια τῶν νεωτερισμῶν τελειώνει
καί ἡ ἐποχή τῆς παράδοσης ξαναγυρνᾶ
Ὡσάν κείμενα μοναχικοῦ ἀρθρογράφου
ἐνῶ τό καινούριο ἔχει ἀρχίσει νά σαπίζει
προτοῦ ἀκόμη πεθάνει τό παλιό

Ὡσάν ἐλεγεῖα καί σάτιρες
ἐνῶ μέσα σου ὅλα ἀναποδογυρίζουν, καί ἔξω
τἰποτα δέν μοιάζει νά μπορεῖ νά ἀλλάξει

Ὡσάν μικρή προσωπική
φωνή.

Τελειώνοντας θέλω νά πῶ ὅτι ἡ ποιητική ποσότητα τοῦ Σωτηρίου εἶναι, ὅπως προανάφερα, σχετικά μικρή. Μικρό ὡστόσο δέν εἶναι τό ἐκτόπισμά της. Ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἐκτοπίσματος ἡ ποίηση αὐτή βαραίνει περισσότερο ἀπό διάφορα ἄλλα ποιητικά ἔργα κατά πολύ ὀγκωδέστερα.

Περιοδικό Παρέμβαση, τεῦχος 145, Κοζάνη 2008

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Ποίησης and tagged . Bookmark the permalink.