Ἀγγελική Σιδηρᾶ, Ἀμείλικτα γαλάζιο, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007.

Ἔνατη ποιητική συλλογή τῆς Ἀγγελικῆς Σιδηρᾶ, ἀφιερωμένη στό Νίκο Φωκᾶ πού περνάει ἐδῶ καί καιρό δύσκολες μέρες. Ὅλοι οἱ τίτλοι τῶν ποιημάτων προέρχονται ἀπό φράσεις παρμένες ἀπό ἔργα τῆς Μαργαρίτας Γιουρσενάρ. Κατά τή γνώμη μου πρόκειται γιά τήν ὡριμότερη δουλειά τῆς ποιήτριας. Ἡ προηγούμενἠ της συλλογή ἦταν ἔντονα φορτισμένη συναισθηματικά ἀπό τό ὀδυνηρό συμβάν τοῦ ἄντρα της. Ἀπόηχοι αὐτοῦ τοῦ συμβάνος ὑπάρχουν καί στήν τωρινή συλλογή, ἀλλά σαφῶς πιό ποιητικά ἐσωτερικευμένοι.

Τό βιβλίο ἀπαρτίζεται ἀπό τέσσερις ἑνότητες. Ἡ πρώτη ἐπιγράφεται: «Ὅπου καί νά ᾿σκαβες θά ᾿φτανες στό Θεό». Ἡ δεύτερη: «Μιά αἰωνιότητα δέν εἶναι ἄλλο ἀπό μιά ὑπέρτατη στιγμή». Ἡ τρίτη: «Καί ἐάν ὑπάρχει μιά ἡλικία, ἴσως εἶναι ἡ παιδική». Καί ἡ τέταρτη: «Νά ξαναπιάσω μέ τήν ἡσυχία μου τό διάλογο μ᾿ ἕνα φάντασμα πού εἶχα διακόψει». Κι αὐτές οἱ φράσεις παρμένες ἀπό ἔργα τῆς Γιουρσενάρ. Ἄς σημειωθεῖ πώς οἱ φράσεις ἀπό τά ἔργα τῆς Γιουρσενάρ παίζουν ἀντιστικτικό ρόλο. Θετικό μέν, ἀλλά ὄχι καθοριστικό γιά τό ποιητικό ἀποτέλεσμα.

Ἡ δεύτερη ἀπό τίς παραπάνω ἑνότητες ἀναφέρεται σέ γεγονότα, πρόσωπα καί καταστάσεις πού ἀπό κάποια ἄποψη ἄγγιξαν τήν εὐαισθησία καί τήν ἀνθρωπιά τῆς ποιήτριας. Σημειώνω ἰδιαίτερα τό ποίημα γιά τή Νανά Ἠσαΐα καί τό: «Ἡ φρικιαστική πραγματικότητα πού ρίχνει τόν ἕναν ἄνθρωπο στό ἔλεος τοῦ ἄλλου. [Ὁ Κουασιμόδος τοῦ Ἁγίου Νικολάου]». Ἡ τρίτη ἑνότητα, ξεχειλίζει ἀπό τρυφερότητα, ἀνάμικτη μέ τό μητρικό αἴσθημα, γιά τήν παιδική ἡλικία. «Ὅλοι γελοῦν/ὅταν γελάει ἕνα μωρό, ἀκόμα καί οἱ ἀπόντες μές᾿ ἀπό/τίς κορνίζες τους χαμογελοῦν..» Γενικότερα ἡ ποίηση τῆς Σιδηρᾶ διακρίνεται γιά τούς τρυφερούς τόνους της. Ἡ τέταρτη ἑνότητα ἔχει νά κάνει μέ τό συμβάν τοῦ ἄντρα της, πού ἤδη μετέχει στό παρόν τῆς ποιήτριας, μέ διακριτικό μέν ἀλλά βαθύ ὑποστασιακό τρόπο. Παράδειγμα τό θαυμάσιο ποίημα «Καμιά φορά… (Στό σινεμά).»

Μόνη μου στό Σινέ Παλλάς
μ᾿ ἐσένα πάντα πλάι μου νά λείπεις
νά καπνίζεις χαμογελώντας περιπαικτικά
στήν κάθε ἀπαγόρευση.
Ὁ θάνατος μοιάζει νά μή σέ ἀφορᾶ
καθώς γλιστρᾶς μέ ἀμφιβολία
τά ἄυλα δάχτυλά σου
στό ἄδειο, παγωμένο χέρι μου.

Ὁ Χόμφρεϋ Μπόγκαρτ χαμένος
μέσα στή ρεπούμπλικα
καί τή μακριά του καμπαρντίνα
τινάζει τίς στάχτες τοῦ τσιγάρου του
δίχως διόλου νά νοιάζεται κι ἐκεῖνος
πού δέν εἶναι ζωντανός.

Βρέχει στό ἔργο καί σύ βήχεις ἀσταμάτητα.
Ὁ ἠθοποιός παράφορα τήν Μπέργκμαν ἀγκαλιάζει
κι ἕνα ρίγος ἀνάμικτο
τρόμου καί πόθου μέ διαπερνᾶ.

Σκύβεις, κάτι μοῦ ψιθυρίζεις
ὅμως δέν μπορῶ ν᾿ ἀκούσω
τόσο πού δυναμώσανε τόν ἦχο
καί θυμώνω πού διακρίνω
ξένες φωνές κι ἐκμυστηρεύσεις ἄλλων
ἀκόμα καί τῆς θάλασσας τόν παφλασμό.

Τῆς θάλασσας πού εἰσβάλλει ὁρμητική
νά σέ διεκδικήσει πάλι.

Πῶς νά τή συγχωρήσω
πού δέν εἶναι κάν γαλάζια.

Ἀσπρόμαυρη ταινία καί ἡ ζωή
κάποιες φορές ἀπ᾿ τό λευκό
στό μαῦρο ὀλισθαίνει
ὁριστικά.

Τά κείμενα τῶν τριῶν ἑνοτήτων, ὅπως καί ὅλου του βιβλίου, ἔχουν ἐμπειρική βάση, ξεκινοῦν δηλαδή ἀπό συγκεκριμένα δεδομένα. Μολαταῦτα ὡς ἐκφραστικά σύνολα ἀποτελοῦν συνθέσεις ἐμπειρίας, συγκίνησης καί στοχασμοῦ. Γι᾿ αὐτό καί ἡ εὐστοχία τους κρίνεται ἀπό τήν εὐστοχία μέ τήν ὁποία συνδυάζονται κάθε φορά αὐτά τά τρία στοιχεῖα. Κάθε φορά, ἀφοῦ καί τό κάθε ποίημα, συνιστᾶ πάντα μιά νέα, ἀπρόβλεπτη, σύνθεση. Βέβαια, ὅπως συμβαίνει γενικά στίς ποιητικές συλλογές, ὅλα τά κείμενα τῶν τριῶν ἑνοτήτων δέν βρίσκονται στό ἴδιο ἐπίπεδο. Ἔτσι μπορῶ νά πῶ ὅτι ἔχουμε ποιήματα  πολύ καλά, καλά, ἀλλά καί κάποια λιγότερο καλά. Γεγονός εἶναι πάντως πώς ἡ Σιδηρᾶ, μέ τήν ποιητική καλλιέργεια πού ἔχει ἀποκτήσει, δέν χάνει ποτέ τόν προσανατολισμό της ἀπέναντι στό ἑκάστοτε ἀντικείμενό της. Ἀπό ἄλλη ἄποψη τά κείμενα αὐτά τά χαρακτηρίζει ἡ εὐθύτητα τοῦ λόγου. Δέν συναντοῦμε εδῶ τίς περιστροφές, τήν ὑποκριτική εὐσυγκινησία ἤ τά διάφορα ἐγκεφαλικά τσαλίμια, πού συναντοῦμε σέ πολλές ποιητικές συλλογές. Ἡ Σιδηρᾶ δέν κρύβεται, μιλάει καθαρά, ἀνταποκρινόμενη σέ ἐρεθίσματα πού πιάνουν τόπο μέσα της.

Ἄφησα τελευταία τήν πρώτη ἑνότητα τοῦ βιβλίου της, «Ὅπου καί νά ᾿ σκαβες θά ᾿σκαβες θά ᾿φτανες στό Θεό», ἐπειδή πιστεύω πώς ἀξίζει ξεχωριστής μνείας. Κατά τή γνώμη μου ἀποτελεῖ κορυφαία στιγμή στήν πορεία τῆς ποιήτριας. Σέ μιά πρώτη ματιά ἔχουμε νά κάνουμε μέ θρησκευτικά ποιήματα, ὅλα μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο ἀναφέρονται στό Χριστό ἤ τήν Παναγία. Στήν πραγματικότητα ὡστόσο πρόκειται γιά κείμενα στά ὁποῖα προέχει τό αἴσθημα τῆς μοναξιᾶς καί τῆς ὑπαρξιακῆς ἀπογύμνωσης. Τό ποιητικό ὑποκείμενο, φτάνοντας σ᾿ ἕνα στάδιο ἀπολογισμοῦ τῶν πεπραγμένων του καί μέ τό φάσμα τοῦ τέλους νά δίνει τό μέτρο τῶν πραγμάτων, ἐνδοσκοπεῖ χωρίς φόβο καί πάθος τά τοῦ ἑαυτοῦ του.

Τό τζάμι τῆς εἰκόνας
ἐπιστρέφει τό πρόσωπό μου ἀλλοιωμένο
σχεδόν ξένο
κάθε φορά πιό μακρινό.

Ἀντίθετα ὁ χρόνος
πίσω ἀπό τό γυαλί σταματημένος
συγκρατεῖ τῆς Παναγίας τή μορφή
πάντοτε νέα
καί ἀκυρώνει τή φθορά.

Τά ἀσημένια κοριτσάκια
βρέφη, γριές, ἀγέννητα
καί χθές, αἰῶνες πεθαμένα
συνομήλικα ὅλα
συνεχίζουν τόν ἀσάλευτο χορό τους ἐσαεί.

Ταμένη ὅλο καί πιό πολύ στό θάνατό μου
ταμένη ἐκεῖ μπροστά μου στή ζωή
ἄβουλη κλυδωνίζομαι
ἀνάμεσα στό Τέλος μου καί στήν Ἀρχή μου.

Ἕνα ἀπό τά στοιχεῖα πού χαρακτηρίζουν τήν ἑνότητα αὐτή εἶναι ἡ παντελής ἔλλειψη χιμαιρικῶν ὑπεκφυγῶν. Καθώς ἐπίσης ἡ εἰλικρίνεια τῆς ὁμολογίας. Τίποτε νά μή σκεπάζεται, οὔτε βέβαια ἡ στρεψόδικη τάση πού κρύβεται στα βάθη τοῦ ἑαυτοῦ μας. Λόγος λοιπόν ἐκ βαθέων, σέ μιά στιγμή πού ἡ πείρα τῆς ζωῆς καί ἡ περιστάσεις φέρνουν τό ἐγώ ἐνώπιον ἐνωπίω. Κατά τρόπο ὥστε ὁ λόγος του νά φτάνει νά γίνεται ἐσώψυχη κατάθεση. Κι ἐδῶ ἡ γραφή τῆς Σιδηρᾶ φτάνει σ᾿ αὐτό τό ὅριο. Εἶναι φανερό πώς ἡ ποιήτρια πέταξε πολλά ἀπό πάνω της: ὅλο τό κοσμικό φορτίο τῶν γλυκῶν καταστάσεων, τῶν ψευδαισθήσεων καί τῶν μάταιων προσδοκιῶν. Κρατώντας τά ἐλάχιστα, ὅ,τι δηλαδή ἀντέχει στήν κρησάρα τοῦ χρόνου, ἔδωσε στούς στίχους της τήν αὐθεντικότητα μιᾶς ἀπονενοημένης χειρονομίας.

Τέτοια στοιχεῖα συναντοῦμε καί στίς ἄλλες ἑνότητες τοῦ βιβλίου, ὄχι ὅμως στόν ἴδιο βαθμό. Ὅλες ὡστόσο οἱ ἑνότητες διακρίνονται γιά τήν ἀρτιότητα τῆς γραφῆς: τή γλωσσική καλλιέργεια καί τήν εὐλυγισία τῆς ἔκφρασης.

Περιοδικό Ἀντί, τεῦχος 904, 28/9/2007.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Ποίησης and tagged . Bookmark the permalink.