Τά δοκίμια τοῦ Πάνου Κ. Θασίτη

Ὁ Πάνος Θασίτης ἀνήκει στήν πρώτη μεταπολεμική γενιά. Ὡς ποιητής συναποτελεῖ, μαζί μέ τόν Ἀναγνωστάκη καί τόν Κλεῖτο Κύρου, τή γνωστή ἀριστερή ποιητική τριάδα τῆς Θεσσαλονίκης. Ἀκριβέστερα: τήν αἱρετική ἀριστερή τριάδα τῆς Θεσσαλονίκης.

Ὡς δοκιμιογράφος ἔχει γράψει 13 δοκίμια, ἀπό τό Γενάρη τοῦ 1957 μέχρι τόν Ἰούνη τοῦ 1982. Ὁ χαρακτηρισμός δοκίμια ἔχει δοθεῖ ἀπό τόν ἴδιο στόν συγκεντρωτικό τόμο Τά δοκίμια.1 Ἅν καί θά ᾿λεγα ὅτι δέν ἀνταποκρίνονται ὄλα τά κείμενα τοῦ τόμου ἀκριβῶς στόν ὅρο αὐτό, θά κρατήσω τόν χαρακτηρισμό δοκίμια, σεβόμενος τή θέληση τοῦ συγγραφέα τους.  Ἀντικείμενο τῶν κειμένων τοῦ τόμου Τά δοκίμια εἶναι, ἐκτός ἀπό ἕνα, ἡ τέχνη καί εἰδικότερα ἡ τέχνη τῆς ποίησης. Ἡ ὀπτική γωνία ἀπό τήν ὁποία ἐξετάζεται τό ποιητικό γεγονός ὁρίζεται ἀπό τρεῖς ἰδεολογικο-αἰσθητικές θέσεις. Εἶναι ἡ ἀρνητική θέση τοῦ δοκιμιογράφου ἀπέναντι στή δυτική ἀστική κοινωνική καί καλλιτεχνική πραγματικότητα, ἡ θετική θέση του ἀπέναντι στό εὐρύτερο σοσιαλιστικό κίνημα, καί ἡ ἀπορριπτική στάση του ἀπέναντι στή δογματική ἀριστερή ἀντίληψη περί τέχνης. Εἰδικότερα: κρίνει ἀρνητικά τόν ποιητικό μοντερνισμό καί ὑπερρεαλισμό, θετικά τήν κοινωνικά προσδιορισμένη ποίηση, ἀλλά διαφωνεῖ μέ τό δόγμα τοῦ «σοσιαλιστικοῦ ρεαλισμοῦ». Μέ δυό λόγια θά ἔλεγα ὅτι ὁ δοκιμιακός προσανατολισμός τοῦ Θασίτη ἀφορᾶ θετικά τή σοσιαλιστική τέχνη, ἡ ὁποία δέν ὑπόκειται σέ δογματικές δεσμεύσεις. Στά ὅρια αὐτῆς τῆς ὀπτικῆς γωνίας ἀσκεῖ, στά 12 ἀπό τά 13 κείμενά του, τόν δοκιμιακό προβληματισμό του. Ἐξαιρεῖται τό κείμενο, «Οἱ φιλόλογοι ἤ τ᾿ ἀλλαγμένο πρόσωπο τῆς κριτικῆς», πού θά τό σχολιάσω ξεχωριστά στό τέλος.

Προτοῦ νά προχωρήσω κρίνω σκόπιμο νά σταθῶ σέ τέσσερις ἔννοιες,  τίς ὁποῖες χρησιμοποιεῖ συχνά ὁ Θασίτης κι ἔχουν βασική σημασία γιά τήν κατανόηση τῶν δοκιμίων του. Ἰδιαίτερα μάλιστα μιά κι ὁ λόγος τοῦ Θασίτη εἶναι ἐξαιρετικά πυκνός καί κάποτε δυσνόητος. Οἱ ἔννοιες αὐτές εἶναι οἱ ἀκόλουθες: Ὑποκειμενικότητα (καί τά συγγενικά της), ἀντικειμενικότητα (καί τά συγγενικά της), συνείδηση, καί βίωμα.

Ὑποκειμενικότητα. Σύμφωνα μέ τή σημασία πού τῆς δίνει ὁ δοκιμιογράφος ἀποτελεῖ μιά ἐκδοχή ἀκραίου ὑποκειμενισμοῦ, κατά τόν ὁποῖο ἕνας ποιητής ἀδιαφορεῖ γιά τά κοινωνικά ζητήματα. Ἐπιπλέον, στό πλαίσιο τῆς ἔντονης ἐσωστρέφειάς του, ὁ ποιητής αὐτός ἐκφράζεται «κρυπτικά» ἤ μέ τρόπο «ἑρμητικό», ἔτσι πού οὐσιαστικά νά καταλαβαίνει μόνο, ἤ σχεδόν μόνο, ὁ ἴδιος τά γραφτά του. Ὑποκειμενική, μ᾿ αὐτή τή σημασία, εἶναι ἡ δυτική ἀστική ποίηση τοῦ ἀκραίου συμβολισμοῦ, τοῦ μοντερνισμοῦ καί τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ. Ἄν καί ἡ ἔννοια τῆς ὑποκειμενικότητας περνάει σέ ὅλα τά δοκίμια τοῦ Θασίτη, στά 12 δηλαδή ἀπό τά 13 του, ἔχουμε δυό πού ἀφοροῦν κατεξοχήν τίς συνέπειές της. Εἶναι τό πρῶτο στόν τόμο Τά δοκίμια, μέ τίτλο «Ποίηση τῆς ὕπαρξης», καί τό τέταρτο στόν ἴδιο τόμο, μέ τίτλο «Ὁ ἑρμητισμός στήν ποίηση». Ὑποστηρίζοντας αὐτή τήν ἄποψή του ὁ Θασίτης  δίνει συναφῆ ποιητικά δείγματα ἑρμητικῆς ἔκφρασης.

         Ἀντικειμενικότητα. Ἀναφέρεται στήν, ἐκτός «σοσιαλιστικοῦ ρεαλισμοῦ», κοινωνική ποίηση. Στήν ποίηση πού ἔχει σαφεῖς κοινωνικούς προσδιορισμούς, ἀλλά ἀσκεῖται χωρίς ἰσοπεδωτικές δογματικές δεσμεύσεις. Στήν περίπτωση αὐτή ἀναγνωρίζεται ἡ ἰδιαίτερη φύση τῆς ποιητικῆς δημιουργίας, μιά φύση πού προσδιορίζεται ἀπό «μιά ὀντολογία τῆς κοινωνικῆς ὕπαρξης» καί ὄχι ἀπευθείας ἀπό τά κοινωνιολογικά ἐξαγόμενα. Πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα ὁ Θασίτης ἔγραψε,  μέ τίτλο «Κοινωνικοί προσδιορισμοί στήν ποίηση»,  ἄν ὄχι τό καλύτερο,  ἕνα ἀπό τά καλύτερα δοκίμιά του. Πέρα ἀπό τά παραπάνω ἡ ἀντικειμενικότητα προϋποθέτει ἀκόμη ἕνα δεδομένο: τόν βατό ποιητικό λόγο. Ἀφοῦ ἡ κοινωνική ποίηση πηγάζει σέ σημαντικό βαθμό ἀπό τό κοινωνικό σῶμα, δέν μπορεῖ παρά νά ἀπευθύνεται στήν ἀνθρώπινη κοινωνία. Γιά νά εἶναι ὅμως ἀναγνώσιμη ἀπό τό κοινωνικό σῶμα, ἤ ἔστω μεγάλου μέρους του, χρειάζεται νά εἶναι ἐκφραστικά ἀνοιχτή. Ἔτσι δηλαδή γραμμένη πού νά τήν καταλαβαίνει πολύς κόσμος καί ὄχι ἐκφραστικά κρυπτική. Κι αὐτό σημαίνει εἰδικότερα: «νά διατυπώνει λογικά κι αὐτό πού διαισθητικά συλλαμβάνει» ὁ ποιητής. Ὅπως εἶναι φανερό ὁ δοκιμιογράφος δέν ἐννοεῖ μιά ποίηση λογοκρατούμενη. Ἡ θέση του γενικότερα εἶναι ὑπέρ μιᾶς κοινωνκῆς ποίησης τῆς καρδιᾶς καί τῆς ἑνόρασης, ἀλλά κατανοητά ἐκφρασμένη. Πάνω στό θέμα αὐτό ὁ Θασίτης διατύπωσε, στό κείμενό του, «Ποίηση: Γιά μιά ρεαλιστική γραφή;», τό ἐρώτημα ἄν ἦταν σωστή ἤ λαθεμένη ἡ ἐκφραστική τακτική τῶν κοινωνικῶν μεταπολεμικῶν ποιητῶν. Οἱ ποιητές αὐτοί, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ ἴδιος, ἀκολούθησαν σέ μεγάλο βαθμό τό ἐκφραστικό μοντερνιστικό παράδειγμα τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30. Ἀναρωτιέται λοιπόν μήπως οἱ μεταπολεμικοί ποιητές, στρεφόμενοι πρός τήν κοινωνική πραγματικότητα, θά ἔπρεπε, ἀνάλογα πρός τό ἀντικείμενό τους, νά χρησιμοποιήσουν μιά πιό ρεαλιστική γλώσσα, σέ ἀντίθεση μ᾿ ἐκείνη τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30.

          Συνείδηση. Πολύ δύσκολη ἔννοια, καί δέν εἶμαι σίγουρος ὅτι ἔχει πάντα μέσα στόν τόμο τήν ἴδια σημασία. Εἶναι ὡστόσο ὁ πιό συχνός ὅρος στά συγκεκριμένα γραφτά. Σέ ὁρισμένες περιπτώσεις μάλιστα, ὅπως στό κείμενο γιά τό Ἄξιον Ἐστί τοῦ Ἐλύτη, ἀποτελεῖ τήν κύρια ἔννοια πάνω στήν ὁποία χτίζεται ἡ συλλογιστική τοῦ κειμένου. Ὁ ἴδιος ὁ δοκιμιογράφος αἰσθάνθηκε τήν ἀνάγκη, στό «Ἐπαληθεύσεις τῆς διαλεκτικῆς ἀρχῆς στό ἔργο τοῦ Ρίτσου», νά δώσει τόν ἀκόλουθο ὁρισμό της. «Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ συνείδηση προσδιορίζεται ἀπό τίς ἀντανακλάσεις τῆς ἀντικειμενικῆς πραγματικότητας, ἀλλά καί ἀπο τήν ὑποκειμενική γνωστική καί ἀμεσότερα συγκινησιακή ἐπέμβαση τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας πάνω σ᾿ αὐτές. Ἀπό τήν αὐτόματη σύγκραση αὐτῶν τῶν δύο λειτουργιῶν γεννιέται καί ἀναπτύσσεται ἡ ἀνθρώπινη συνείδηση». Προφανῶς δέν πρόκειται γιά τήν ἔννοια τῆς ἠθικῆς συνείδησης, ἀλλά οὔτε ἀκριβῶς τῆς ψυχολογικῆς. Ὁ ὁρισμός αὐτός θά χρειαζόταν ἐπιπλέον ἐξηγήσεις. Ἡ φράση π.χ. «συγκινησιακή ἐπέμβαση τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας» περιέχει ὅρους κάπως ἀσύμβατους, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ἡ συγκίνηση καί ἡ διάνοια δέν εἶναι ἔννοιες τῆς ἴδιας τάξης. Στό μεταξύ, σέ ἄλλα κείμενα, μπαίνει στό λογαριασμό καί ἡ λειτουργία τῆς ἐνόρασης. Δύσκολο νά πεῖ κανείς ποιά εἶναι ἡ ἀκριβής σημασία τῆς συνείδησης, ὅπως τήν ἐννοεῖ ὁ συγγραφέας τῶν δοκιμίων. Κλείνοντας ὅμως τή συζήτηση ἐδῶ, πού ἀλλιῶς θά πήγαινε πολύ μακριά, θά ἔλεγα συνοπτικά, ἔχοντας ὑπόψη συνολικά τό βιβλίο,  ὅτι ἡ ἔννοια τῆς συνείδησης ἔχει νά κάνει μέ τή βαθιά σχέση τῆς ἀτομικῆς ζωῆς πρός τήν κοινωνική ζωή, ὅπου ἡ κοινωνική, ὡς ἱστορία καί παράδοση, ἔχει βάθος χρόνου.

          Βίωμα. Ἀμέσως μετά τόν ὁρισμό τῆς συνείδησης ἔχουμε τήν ἀκόλουθη συνέχεια:

          «Τό βίωμα, τμῆμα καί συστατικό τῆς συνείδησης, γεννιέται κι αὐτό ἀπό τίς ἴδιες γενικές αἰτίες πού γεννοῦν τή συνείδηση. Ἔτσι, στό σχηματισμό του παίρνει μέρος καί ἡ γνώση, ἀφοῦ κι αὐτή συμβάλλει στή διαμόρφωση τῆς συνείδησης.

          »Τό βίωμα ὅμως ἔχει ἕναν ξεχωριστό χαρακτήρα: ἐνσωματώνει καί ἀφομοιώνει, θετικά ἤ ἀπωθητικά, ὅ,τι ἀπό τήν καθημερινή προσωπική ἐμπειρία κινητοποιεῖ τόν μηχανισμό τῶν ἐνστίκτων καί τῆς συγκίνησης (αἰσθήματος). Συνακόλουθα καί ἡ γνώση, γιά νά περάσει στήν περιοχή τοῦ βιώματος, πρέπει πρῶτα νά χάσει τόν γενικευμένο θεωρητικό χαρακτήρα της καί ν᾿ ἀποχτήσει ἐμπειρικό χαρακτήρα, προσωπική κι ἀδιαίρετα συγκινησιακή διάσταση. Ἀπό τή στιγμή αὐτή, εἶναι δυνητικά καί ἀντικειμενικά διαθέσιμη γιά αἰσθητική μετατροπή, ἄν συμφωνοῦμε πώς τό φυσικό καί πρωταρχικό ἔδαφος τῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργίας εἶναι τό βίωμα».

          Ἐδῶ ἡ ἔννοια τοῦ βιώματος, ἄν καί δέν ἀποφεύγονται ἐντελῶς πάλι κάποιες ἐννοιολογικές κακοτοπιές, ὁρίζεται σχετικά εὐθύτερα. Ὁλο τό βάρος πέφτει στή φράση ὅτι τό βίωμα: «ἐνσωματώνει καί ἀφομοιώνει, θετικά ἤ ἀπωθητικά, ὅ,τι ἀπό τήν καθημερινή προσωπική ἐμπειρία κινητοποιεῖ τόν μηχανισμό τῶν ἐνστίκτων καί τῆς συγκίνησης (αἰσθήματος)». Ἄς σημειωθεῖ ὅτι αὐτή ἡ θέση, ἄν συνυπολογίσουμε καί τήν ἐνόραση πού δέν ἀναφέρεται ρητά ἀλλά μᾶλλον ὑπονοεῖται, δέν βρίσκεται πολύ μακριά ἀπό τήν ἔννοια τοῦ βιώματος, ὅπως τήν καθόρισε ὁ Γερμανός φιλόσοφος Γουλιέλμος Ντιλτάι καί χρησιμοποιήθηκε ἀργότερα ἀπό ἄλλους. Ἀπό τήν πλευρά αὐτή ὁ Θασίτης βάζει τά γυαλιά σέ πολλούς σημερινούς δικούς μας, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο βίωμα ἀνιστόρητα καί ἐπιπόλαια ὡς συνώνυμο τῆς καθημερινῆς ἐμπειρίας τοῦ καθενός.

          Ἀπό τά 12 κείμενα τοῦ συγκεντρωτικοῦ τόμου Τά δοκίμια, πού ἀναφέρονται στήν ποίηση, τά 8 πρῶτα γράφτηκαν ἀπό τό 1957 μέχρι τό 1966, μέσα σέ ἐννιά χρόνια. Ἔκτοτε μέχρι τό 1982, σέ διάστημα 16 χρόνων, εἴχαμε ἄλλα τέσσερα. Τά νούμερα αὐτά μᾶς δείχνουν πώς τά χρόνια 1957-1966 ὑπῆρξαν τά πιό γόνιμα γιά τόν θεωρητικό προβληματισμό τοῦ δοκιμιογράφου. Αὐτή τήν περίοδο παρουσίασε τίς βασικές κατευθύνσεις τῆς σκέψεις του ἤ, ἀλλιῶς, τίς βασικές ἰδελογικο-αἰσθητικές θέσεις του.

          Ἰδεολογικά, ἔχουμε νά κάνουμε μ᾿ ἕναν μαρξιστή. Σύμφωνα μέ τις φράσεις πού χρησιμοποιεῖ, εἶναι σαφῶς μέ τό μέρος τοῦ «ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ» ἤ τῆς «ὑλιστικῆς διαλεχτικῆς ἀρχῆς» ἤ τῆς «ἀρχῆς τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ» ἤ τῆς «θεωρίας τοῦ ὑλισμοῦ». Ἀνήκει συνεπῶς στό ἀριστερό ἰδεολογικό στρατόπεδο. Τήν ἀριστερή ἰδεολογία τήν ἀντιλαμβάνεται ὡς «νέα ἀντικειμενικότητα», ὡς «Νέο Μύθο», ὡς «ἄνοδο» σέ ἀντίθεση μέ τήν ἀστική «πτώση». Αὐτά σ᾿ ἕνα γενικό πλαίσιο, γιατί εἰδικότερα διαχωρίζει τή θέση του ἀπό τό σοβιετικό δογματισμό. Ἔτσι ὁ μαρξισμός του ὁριοθετεῖται ἀπό τήν ἀντίθεσή του, ἀπέναντι στό δυτικό σύστημα καί ταυτόχρονα ἀπέναντι στό σοβιετικό σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

          Αἰσθητικά, ἀναζητάει μιά ποίηση πού νά ἀνταποκρίνεται στήν ἰδεολογική του θέση. Μιά ποίηση «ἀντικειμενική ὁραματική», πού νά ἔχει «ἡρωική ἀντίληψη τῆς ζωῆς» καί νά ἐναρμονίζεται μέ τήν «ἐπαναστατική στάση» τῆς ἐποχῆς. Ταυτόχρονα ὅμως νά ἀνταποκρίνεται στήν «ἰδιαίτερη φύση τοῦ καλλιτεχνικοῦ φαινομένου, τή σχετική αὐτονομία κι ἰδιορρυθμία του».  Πράγμα πού προϋποθέτει «τήν ἐλευθερία τοῦ καλλιτέχνη στήν ἐπιλογή ἤ ἐπινόηση τῆς τεχνικής του καί τοῦ ἀντικειμένου του, τήν ἀνοιχτή δυνατότητά του γιά κάθε διείσδυση πρός κάθε κατεύθυνση». Ἀπό αὐτή τή δειγματοληπτική παρουσίαση τῶν ἀπόψεών του γίνεται ἀντιληπτό ὅτι ὁ Θασίτης ἀναζητάει μιά ποίηση προαιρετικά μαρξιστική, ἡ ὁποία νά ἀσκεῖται δηλαδή μέ ἐλεύθερη βούληση. Ἐδῶ ὅμως λανθάνει ἕνα δέον. Γιατί ὁ ποιητής καί γενικότερα ὁ καλλιτέχνης θά εἶναι ἐλεύθερα μαρξιστής καί ὄχι ἄλλης ἰδεολογίας; Διότι, ἐννοεῖται, δέον νά συμβαδίζει μέ τήν κοινωνικότερη καί προοδευτικότερη ἰδεολογία τῆς ἐποχῆς. Ἕνα τέτοιο δέον ὡστόσο δέν ἀπέχει πολύ ἀπό μιά κανονιστική ἀντίληψη γιά τήν τέχνη. Ἄν ὁ Θασίτης δεχόταν ἀνοιχτά αὐτό τό δέον, ἡ δοκιμιακή έπιχειρηματολογία του θά ἦταν εὔκολη. Καταλαβαίνει ὅμως πολύ καλά ὅτι ἔτσι θά ἔβαζε τόν δογματισμό ἀπό τήν πίσω πόρτα. Ἔτσι ὅλη ἡ ἔγνοια  καί ἡ ἀγωνία του εἶναι νά στηρίξει τή θέση του μέ καθαρή ἐπιχειρηματολογία, χωρίς ὑπονούμενα ἄλλοθι. Κι ἐδῶ βγαίνουν μπροστά οἱ δυσκολίες τῆς θέσης πού ὑποστηρίζει, τό νά συναντιέται δηλαδή ὀργανικά ἡ ἐλεύθερη ἄσκηση τῆς τέχνης μέ τήν ἰδεολογία τήν ὁποία προκρίνει. Οἱ δυσκολίες φαίνονται, μεταξύ ἄλλων, ὅταν ἐλέγχει τήν ἀστική ποίηση κι ἐπίσης ὅταν ἐλέγχει τή δογματική ἀριστερή. Στίς περιπτώσεις αὐτές ἔχουμε μικρές ματατοπίσεις τῆς ἐπιχειρηματολογίας του πρός τή μιά ἤ τήν ἄλλη ἀντίθετη κατεύθυνση. Ἔτσι, ὅταν ἐλέγχει τήν μοντερνιστική τέχνη κάνει ἕνα βῆμα ἀριστερότερα. Κι ὅταν ἐλέγχει τό σοβιετικό δογματισμό κάνει ἕνα βῆμα δεξιότερα. Ἔτσι, στήν πρώτη περίπτωση, ἐπικρίνοντας τό βιβλίο τοῦ Ἀντρέα Καραντώνη Εἰσαγωγή στή νεώτερη ποίηση, ψέγει τήν μοντερνιστική ποίηση γιά ἔλλειψη «ἀντικειμενικότητας», γιά «κορυφωμένο ὑποκειμενισμό» καί γιά «ἰρασιοναλισμό». Ἐνῶ ἀντιθετικά προβάλλει τήν ἀξία τοῦ λογικοῦ, τήν ἀντικειμενικότητα καί τήν «ἐπαναστατική στάση» τῆς ἐποχῆς. Ἀντίθετα, στή δεύτερη περίπτωση, στό δοκίμιό του «Κοινωνικοί προσδιορισμοί στήν ποίηση», ἐλέγχοντας τό σοσιαλιστικό ρεαλισμό, παρατηρεῖ τά ἀκόλουθα:

          «Οἱ κοινωνιολόγοι μποροῦν νά ἐπισημαίνουν τά κοινωνικά αἴτια. Ὅμως ἀπ᾿ αὐτά ὥς τίς ἀδιάκοπα μετακινούμενες, ἀδιόρατα καί ἐπίπονες συνέπειές τους μέσα στή συνείδηση παρεμβάλλεται ἕνα σύστημα ἀλλεπάλληλων καί λεπτῶν μεταμορφώσεων, ἕνας ἀνεξέλεγκτος στό μεγαλύτερο μέρος του μηχανισμός, τελικά ὁ ἴδιος ὁ σκοτεινός μηχανισμός τῆς συνείδησης, πού καταργεῖ τήν ὁρατότητα τῶν συνδέσεων ἀνάμεσα στό αἴτιο καί στό αἰτιατό (κοινωνία-συνείδηση). Ἡ προσπάθεια νά τίς παρακολουθήσουμε, μοιάζει μέ παιχνίδι τοῦ λαβύρινθου. Εὔκολα βρίσκουμε τήν ἀρχή καί τό τέλος τῆς περιπλανόμενης γραμμῆς. Ὅμως μόλις ἀρχίσουν οἱ παλινδρομήσεις, οἱ ἀπροσδόκητες συνδέσεις μ᾿ ἄλλες παρένθετες γραμμές, τ᾿ ἀτέλειωτα κλωθογυρίσματα, ἐκεῖ χάνουμε τό κύριο τμῆμα της. Μέ τή μεσολάβηση αὐτῶν τῶν διάμεσων, ἡ ἐξειδικευμένη ἐπίδραση τοῦ κοινωνικοῦ παράγοντα καταντᾶ ἕνα φάσμα πού γιά τήν ἀνάλυσή του δέν ἔχουμε κανένα ἕτοιμο πρίσμα. Ἀρχίζει τό σκοτεινό βασίλειο τῆς ψυχολογίας…»

Νομίζει κανείς πώς τό ἀπόσπασμα αὐτό, ὅπως καί ἄλλα σχετικά, ἔχει γραφτεῖ ἀπό κάποιον ἀπολογητή τῆς μοντερνιστικῆς ποίησης. Αὐτῆς πού τόσο ἔψεξε, σέ ἄλλα κείμενα ὁ Θασίτης, τήν ὑποκειμενικότητα, τή σκοτεινότητα καί τόν ἑρμητισμό της. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος προκύπτει  τό ἐρώτημα, πῶς εἶναι δυνατόν μιά ποίηση πού βγαίνει ἀπό ἕνα τέτοιο λαβύρινθο νά εἶναι τόσο ἐκφραστικά εὐκρινής, ὥστε νά ἀπευθύνεται στό πλατύ κοινό;

Ἔχω πεῖ νωρίτερα ὅτι, ἄν ὁ Θασίτης δεχόταν ἀνοιχτά τό ὑποκείμενο δέον, ἡ ἐπιχειρηματολογία του θά ἦταν εὔκολη. Γιατί τότε θά ἔβαζε τόν ποιητή στήν ὑπηρεσία τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου καί ἡ δουλειά του θά καθοριζόταν ὑποχρεωτικά μέ κοινωνικά δεδομένα. Ἔτσι τό πρόβλημα θά λυνόταν μέ τό μαχαίρι. Ὅμως ὁ συγγραφέας τῶν συγκεκριμένων δοκιμίων δέν θέλει τέτοια λύση. Κι ἐπειδή εἶναι ἔντιμος μέ τόν ἑαυτό του καί μέ τόν ἀναγνώστη, ἀναζητεῖ μιά λύση ἐκτός δεοντολογικοῦ ἄλλοθι. Ὅλη ἡ ἀγωνιώδης προσπάθειά του εἶναι νά ξεπεράσει τήν ἀντίφαση πού προκύπτει ἀνάμεσα στήν ἀπόλυτη ἐλευθερία τοῦ καλλιτέχνη, ἀπό τό ἕνα μέρος, καί στήν κοινωνική του στράτευση, ἀπό τό ἄλλο. Μιά ἀντίφαση μᾶλλον ἀξεπέραστη.

          Ἀπό τά 12 δοκίμια τοῦ δοκιμιογράφου, πού ἀφοροῦν τήν ποίηση, τά 4 ἀναφέρονται σέ συγκεκριμένα ἔργα. Στήν Εἰσαγωγή στή νεώτερη ποίηση τοῦ Ἀντρέα Καντώνη, στό Ἄξιον Ἐστί τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, καί στό ποιητικό ἔργο τοῦ Γιάννη Ρίτσου, γιά τό ὁποῖο ἔχουμε 2 δοκίμια.

          Στό πρῶτο ἀπό αὐτά τά τέσσερα, ἀναφορικά μέ τό γενικό μέρος τῆς δουλειᾶς τοῦ Καραντώνη, γίνεται ἀπό τό Θασίτη ἀρνητική κριτική στόν ἀκραῖο συμβολισμό, στόν ὑπερρεαλισμό καί στόν μοντερνισμό. Τό βασικό ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι τά κινήματα αὐτά ἀγνοοῦν τήν πραγματικότητα τοῦ καιροῦ τους, ὅτι δέν ἔχουν λογικό ἕρμα, ὅτι εὐνοοῦν τόν ἀκρατο ὑποκειμενισμό καί τόν ἰρασιοναλισμό τοῦ ποιητικοῦ λόγου. Κατά τρόπο πού ἐκφραστικά νά καταλήγουν σέ κρυπτική καί συνεπῶς ἑρμητική γραφή. Πρόκειται γιά γενικές θέσεις πού συναντοῦμε καί σέ ἄλλα δοκίμια τοῦ τόμου Τά δοκίμια. Σχετικά μέ τό δεύτερο μέρος τῆς Εἰσαγωγῆς στή νεώτερη ποίηση, ὅπου ἐξετάζονται ὁρισμένα ποιητικά ἔργα, ὁ ἔλεγχος ἀπό τή μεριά τοῦ δοκιμιογράφου εἶναι πάλι γενικός, χωρίς νά συζητάει τά ἐξεταζόμενα ποιητικά ἔργα, συζητάει τή γενική στάση τοῦ Καραντώνη. Ὅ,τι ἐλέγχεται περισσότερο ἐδῶ εἶναι ἡ ἐπιμονή τοῦ Καραντώνη νά περιορίζει τή νεώτερη ποίηση στό ποιητικό ἔργο μιᾶς παρέας. Οὐσιαστικά στήν παρέα πού πλαισιώνει τό περιοδικό Τά Νέα Γράμματα, πού διευθύνει ὁ ἴδιος ὁ Καραντώνης. Ἔτσι μένουν ἔξω ἀπό τό βιβλίο ἄλλοι ποιητές τῆς γενιᾶς τοῦ 1930, οἱ ὁποῖοι δέν ἀνήκουν στό κλίμα Τῶν Νέων Γραμμάτων. Κυρίως ὅμως ἐλέγχεται ἡ ἀποσιώπιση τῆς πρώτης ματαπολεμικῆς ποιητικῆς γενιᾶς. Τῆς γενιᾶς ἡ ὁποία, συγκριτικά μέ ἐκείνη τοῦ 1930, εἶναι περισσότερο ἀντιπροσωπευτική τῆς σύγχρονης ἐποχῆς, ἐνῶ παρουσιάζει ἐπιμέρους μορφικές διαφοροποιήσεις. Τέτοιες εἶναι ἡ σχετικά «ἀντιποιητική» γλώσσα της, καθώς μεταχειρίζεται τή γλώσσα τῆς καθημερινότητας καί ὄχι τήν ἐπιτηδευμένα «ποιητική» τῆς προηγούμενης γενιᾶς. Τό λεκτικό ἐπίσης τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς εἶναι περισσότερο φορτισμένο νοηματικά καί λιγότερο συγκινησιακά. Καί τέλος ἡ μεταπολεμική ποίηση εἶναι σέ μεγάλο βαθμό σκεπτόμενη καί ἀντιλυρική. Συνολικά, καταλογίζεται στόν Καραντώνη, ἀπό ἕνα μέρος, μεροληπτική παρουσίαση τῆς γενιᾶς τοῦ 1930, καί ἀπό τό ἄλλο μέρος, κριτική ἀνεπάρκεια, γιά τό λόγο ὅτι δέν ἀντιλήφτηκε τήν ποιητική ἀξία τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς γενιᾶς.

          Τό δεύτερο κείμενο, πού ἀφορᾶ τό Ἄξιον Ἐστί τοῦ Ἐλύτη, ἀποτελεῖ μιά ἐνθουσιώδη ἐπιδοκιμασία αὐτοῦ τοῦ ἔργου. Ὁ τίτλος τοῦ κειμένου εἶναι  «Ὀδυσσέας Ἐλύτης, ἡ συνείδηση τοῦ ἑλληνικοῦ μύθου». Κατά τόν δοκιμιογράφο ὁ Ἐλύτης φτάνει ἐδῶ σέ μιά κορυφαία σύνθεση τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης καί τῆς ἑλληνικῆς φύσης. Ἡ ἑλληνική παράδοση παρουσιάζει δύο σκέλη. Τό ἕνα εἶναι τό ἱστορικό, ὅπως ἔχει ὑποστηριχτεῖ ἀπό τόν Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο: εἰδωλολατρική ἀρχαία Ἑλλάδα, χριστιανική βυζαντινή Ἑλλάδα καί νεότερη. Σχετικά μέ τή νεότερη, γίνεται ἀπό τό Θασίτη ἰδιαίτερος λόγος γιά τήν κοινωνική καί ἀντιστασιακή πτυχή τοῦ Ἄξιον Ἐστί.  Τό ἄλλο σκέλος ἀφορᾶ τή γλώσσα τοῦ ἔργου, ἡ ὁποία συγκροτεῖται ἀπό τήν ἀρχαία ἑλληνική, τή βυζαντινή, καί ή νέα ἑλληνική. Ἐδῶ σημειώνεται ἰδιαίτερα ἡ γλωσσική νοηματική διαύγεια τοῦ Ἄξιον Ἐστί. Ἔτσι, αὐτά τά δύο σκέλη μᾶς δίνουν  τόν ἱστορικό καί γλωσσικό «μύθο» τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης. Ἔχουμε δηλαδή ἀναφορά στίς τρεῖς παπαρρηγοπουλικές φάσεις τοῦ ἑλληνισμοῦ, μέ γλωσσικό ὄργανο πού πηγάζει ἀπό αὐτές τίς τρεῖς ἱστορικές φάσεις. Τοῦτο τό ὑλικό συντίθεται, μέσα στό Ἄξιον Ἐστί, μέ τή συνείδηση τῆς ἑλληνικῆς φύσης, ἰδίως τῆς αἰγαιοπελαγίτικης. Γιά τή συνείδηση τῆς ἑλληνικῆς φύσης ὁ ποιητής ἦταν «ἕτοιμος ἀπό καιρό». Ἀπό τά πρῶτα του ποιητικά ἔργα εἶχε προχωρήσει σέ μιά βαθιά, «μυστική», ἐπαφή μέ τό φυσικό περιβάλλον. Καί τώρα, στό Ἄξιον Ἐστί, τήν ἀξιοποιεῖ οὐσιαστικότερα συνθέτοντάς τήν ἑνιαία «συνείδηση τοῦ ἑλληνικοῦ μύθου», τῆς «συνείδησης ὡς παράδοση καί φύση». Μέ αὐτά τά δεδομένα, καί ἄλλα ὑποδεέστερα πού παράλειψα, τό ἔργο αὐτό ἔχει «τή λάμψη τῆς ὑψηλῆς ἰδιοφυίας» καί μᾶς δίνει «τήν αἴσθηση ὅτι ἐπικοινωνοῦμε μ᾿ ἕναν μεγάλο ποιητή». Τέλος κατά φυσική συνέπεια ὁ Ἐλύτης χρίζεται «ἐθνικός ποιητής».

          Πρέπει νά παρατηρήσω πώς στό δοκίμιο αὐτό ὁ Θασίτης συμφωνεῖ, ὥς ἕνα βαθμό, μέ θέσεις τοῦ Καραντώνη πού βρίσκονται στήν «Εἰσαγωγή στή νεώτερη ποίηση. Συμφωνεῖ, τόσο ὡς πρός τόν «καρυωτακισμό», σέ ἀντίθεση μέ τήν αἰσιοδοξία τοῦ Ἐλύτη, ὅσο καί ὡς πρός τή σχέση τοῦ Ἐλύτη μέ τή φύση, ὅπου γίνεται λόγος γιά «τήν ἄμωμη καθαρότητα τοῦ νεροῦ» τή «νεόφυτη χλόη καί πιό πολύ» τήν «ἀσύλληπτη ἀλλά ἀτόφια ὕλη τοῦ φωτός».   Μιά δεύτερη παρατήρηση εἶναι ὅτι στήν περίπτωση τούτη δέν ἀποφεύγονται οἱ φραστικές ὑπερβολές τοῦ δοκιμιογράφου.

          Ἀπό τά δυό κείμενα πού ἀφοροῦν τό ἔργο τοῦ Ρίτσου, τό ἕνα, γραμμένο τό 1973, ἐπιγράφεται «Ἡ μεγάλη δύναμη». Κατά τή γνώμη τοῦ συγγραφέα του, ὑπάρχουν δύο βασικά εἴδη ποίησης: ἡ ποίηση τῆς «ἔκτασης» καί ἡ ποίηση τῆς «ἔντασης». Ἡ πρώτη τείνει νά δώσει πλατιά, ὁλοκληρωμένη, εἰκόνα τοῦ κόσμου, ἐνῶ ἡ δεύτερη δίνει στενή, ἀποσπασματική, σέ βάθος ὅμως εἰκόνα τῶν πραγμάτων. Σήμερα ἐπικρατεῖ ἡ δεύτερη τάση, τῆς ἔντασης, χωρίς ὡστόσο νά λείπει ἡ ἀνάγκη γιά μιά πιό ὁλοκληρωμένη ἀντίληψη τῆς ζωῆς. Ὁ Ρίτσος ἀνήκει στούς, ἀσυνήθιστους στίς μέρες μας, ἐκτατικούς ποιητές. Καί δέν μπορεῖς νά τόν προσεγγίσεις οὐσιαστικά, ἄν δέν ἔχεις διαβάσει ὁλόκληρο τό ἔργο του. Ὅταν τό ἔχεις διαβάσει ὁλόκληρο βλέπεις, πρῶτα, πώς εἶναι ποιητής ἐπικαιρικός μέ τήν εὐρύτερη ἔννοια, ποιητής δηλαδή τῆς ἐποχῆς του. Ἔπειτα ὅτι εἶναι κατεξοχήν  δημιουργός μεγάλων σέ ἔκταση ποιημάτων, καθώς τά μικρά του δέν εἶναι ἀντιπροσωπευτικά τῆς κράσης του. Τά ἐκτεταμένα ἔργα τοῦ ποιητῆ παρουσιάζουν μέρη λίγο πολύ ποιητικῶς ἀνενεργά, κάτι πού ἔχει ἐπισημάνει πολλές φορές ἡ κριτική. Τοῦτο ὅμως, τό νά μεσολαβοῦν στίς μεγάλες συνθέσεις ἀνενεργά μέρη, εἶναι στή φύση τῶν συνθέσεων αὐτῶν. «Ἄν ὁ Ρίτσος σταματοῦσε ἐκεῖ πού ἀρχίζουν οἱ νεκρές ζῶνες μέσα στό ποίημα, δέν θά μποροῦσε ἴσως νά τό συνεχίσει. Ἔτσι, οἱ ζῶνες αὐτές μοιάζουν μέ ἀνάπαυλες προετοιμασίας γιά τό ἑπόμενο δημιουργικό βῆμα, πού θά τό διαδεχθεῖ νέα ἀνάπαυλα κι ἔτσι ὥς τό τέλος τοῦ κάθε βιβλίου του».

          Τό ἄλλο κείμενο τοῦ Θασίτη γιά τό Ρίτσο, γραμμένο τό 1979, ἐπιγράφεται «Ἐπαληθεύσεις τῆς διαλεκτικῆς ἀρχῆς στό ἔργο τοῦ Ρίτσου». Προκαταρκτικά δηλώνεται ὅτι «οἱ ἀρχές» καί «οἱ ἰδέες» γιά ν᾿ ἀποκτήσουν ποιητική ὀντότητα θά πρέπει νά ἀποκτήσουν πρῶτα βιωματικό χαρακτήρα. Γιατί μόνο τότε μιλοῦμε γιά ποιητικές πραγματώσεις, ἀλλιῶς ἔχουμε ἀμετουσίωτες γενικές γνώσεις σέ στίχους. Μέ τήν προϋπόθεση αὐτή «ἐπιχειρεῖται» μιά «ἐνδεικτική ἀνίχνευση μερικῶν ἐπαληθεύσεων τῆς ὑλιστικῆς ἀρχῆς στό ἔργο τοῦ Ρίτσου».

          Ἡ πρώτη ἐπαλήθευση ἀφορᾶ τήν ἀρχή ὅτι «Ἡ ἱστορία τῆς ἐξέλιξης τῆς ἐργασίας,» εἶναι «κλειδί γιά τήν κατανόηση ὁλόκληρης τῆς ἱστορίας τῆς κοινωνίας.

»Ὁρατή ἔκφραση», συνεχίζει ὁ Θασίτης, «αὐτῆς τῆς πασίγνωστης ἀρχῆς τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ εἶναι τά ἐργαλεῖα.

»Μ᾿ αὐτά ὁ ἄνθρωπος ἐπιδρᾶ στή φύση καί παράγει τά ὑλικά ἀγαθά καί ξεχωρίζει ἀπ᾿ τό ζωικό βασίλειο…» Ἐρχόμενος, ἔπειτα, στό Ρίτσο παραθέτει δύο ἀποσπάσματα ἀπό τό ἐκτενές ποίημα Ὅταν ἔρχεται ὁ ξένος, ὅπου ὁ ποιητής μιλάει γιά ἀγροτικά ἐργαλεῖα.

Ἡ δεύτερη ἐπαλήθευση ἀφορᾶ τή «φιλοσοφική ἀρχή τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ», σύμφωνα μέ τήν ὁποία «ἡ πράξη ταυτίζεται μέ τή θεωρία, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ ἱστορική κίνηση πραγματοποιεῖτα καί ἐπιταχύνεται ἀποτελεσματικότερα μέ μιά καθορισμένη πρακτική, ἐνισχυμένη ἀπό μιά θεωρία ὅπου ἐπαληθεύονται τά κύρια στιχεῖα αὐτῆς τῆς πρακτικῆς». Ὡς ἐπαληθευτικά τεκμήρια, ἀπό τό ἔργο τοῦ Ρίτσου, δίνονται τέσσερα μικρά ἀποσπάσματα ἀπό τό ποίημα Τό παράθυρο.

Ἡ τρίτη ἐπαλήθευση σχετίζεται μέ τήν ἀνατροπή «τῆς ἰδεαλιστικῆς ἀντίληψης» ὅτι ἡ «ἱστορία εἶναι ἔργο κι ἀποτέλεσμα τῆς ἐξαιρετικῆς δράσης» «’’μεγάλων ἀνδρῶν’’». Στό ἔργο τοῦ Ρίτσου ὑπάρχουν ἀνατροπές αὐτῆς τῆς ἀντίληψης, καθώς ἔχουμε ἀναφορές σέ κατώτερα, ταπεινά, ἄτομα καί ὁμάδες ἀτόμων, τά ὀποῖα μέ τήν παρουσία τους στοιχειωθετοῦν ἔναν κόσμο διαφορετικό. Ὡς τεκμηρίωση παραθέτονται ἀρκετά μικρά ἀποσπάσματα ἀπό Τό νεκρό σπίτι τοῦ ποιητῆ.

Θά παρατηροῦσε κανείς ὅτι ἡ προκαταρκτική δήλωση τοῦ Θασίτη περί τοῦ ἀπαραίτητου βιωματικοῦ βάθρου τῶν «ἀρχῶν» καί τῶν «ἰδεῶν, πού ἀποκτοῦν ποιητική ὀντότητα, πολύ λίγο τηρεῖται μέσα στό κείμενο πού ἀκολουθεῖ. Στήν περίπτωση τῆς πρώτης ἐπαλήθευσης π.χ. γίνεται πολύς λόγος γιά τή χρήση καί τή σημασία τῶν ἐργαλείων. Ἑνῶ δέν ἐξετάζεται τό κατά πόσο εἶναι βιωματικῆς κατηγορίας τά ἀποσπάσματα ἀπό τό Ὅταν ἔρχεται ὁ ξένος τοῦ Ρίτσου. Καί μπορῶ νά πῶ γενικότερα ὅτι τά παραδείγματα πού παραθέτει στίς τρεῖς «ἐπαληθεύσεις» ὡς τεκμήρια δέν εἶναι ἰδιαίτερα πειστικά. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, σ᾿ αὐτό ὅπως καί στό προηγούμενο κείμενο, εἶναι αἰσθητή ἡ πρόθεση καί ἠ ἐπιθυμία τοῦ δοκιμιογράφου νά βγάλει τό Ρίτσο ἀσπροπρόσωπο. Γεγονός πού καθιστᾶ αὐτά τά δοκίμια ἀπό τά πιό ἀδύνατα τοῦ τόμου.

Δυό λόγια τώρα γιά τό, ἐκτός ποιητικοῦ ἐνδιαφέροντος, κείμενο πού ἐπιγράφεται, «Οἱ φιλόλογοι ἤ τ᾿ ἀλλαγμένο πρόσωπο τῆς κριτικῆς». Σύμφωνα μ᾿ αὐτό, «Ἀπ᾿ τά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿60 σημειώνεται μιά προοδευτική ὑποχώρηση τῆς παραδοσιακῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς· τή θέση της παίρνει ἡ φιλολογική κριτική-ἔρευνα». Πρόκειται γιά τούς πανεπιστημιακούς κυρίως φιλόλογους. Ἀνάμεσα στήν πανεπιστημιακή φιλολογική κριτική καί στήν παραδοσιακή ὑπάρχουν σημαντικές διαφορές. Ἔτσι: 1) Ἡ φιλολογική ὑπερέχει σέ θεωρητική γνώση, σέ βιβλιογραφική καί γραμματολογική τεκμηρίωση, στήν «ἀντικειμενική προσέγγιση καί ἑρμηνεία τῶν λογοτεχνικῶν κειμένων».  Ἐνῶ ἡ παραδοσιακή ὑπερέχει στόν τομέα τῆς εὐαισθησίας, στήν «ἱκανότητα γιά ἀνίχνευση καί διάκριση τοῦ αὐθεντικοῦ λογοτεχνικοῦ ρήματος», καί στή «γνώση τῶν μυστικῶν τῆς λογοεχνικῆς κουζίνας». 2) «Στή θέση τῆς παλιᾶς ’’φιλολογικῆς συντροφιᾶς’’ –κάποτε καί κλίκας- (κράμα ὡς γνωστό ἀπό λογοτέχνες καί κριτικούς) ἐγκαταστάθηκε ἡ πανεπιστημιακή ὁμάδα –κάποτε καί κλίκα. Οἱ διαφορές εἶναι σημαντικές.» Κυρίως γιατί οἱ πανεπιστημιακοί διαθέτουν θεσμικά πλεονεκτήματα.

Δέν μπαίνω σέ λεπτομέρεις. Θέλω πάντως νά πῶ ὅτι ἡ διάκριση αὐτή, ὅσο κι ἄν δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀπόλυτη, εἶναι κατά βάση σωστή.

Τελειώνοντας, θυμίζω ὅτι τά 8 ἀπό τά 12 δοκίμια τοῦ τόμου Τά δοκίμια, πού ἀφοροῦν τήν ποίηση, γράφτηκαν ἀπό 1957 μέχρι τό 1966. Τά χρόνια αὐτά, ἀναφορικά μέ τό αἰσθητικό ζήτημα, ἀνήκουν σέ μιά κρίσιμη περίοδο γιά τήν ἀριστερή σκέψη στήν Ἑλλάδα. Εἶναι ἡ στιγμή πού ἀρχίζουν νά ἀκούγονται, ἔκ τῶν ἔσω, οἱ πρῶτες φωνές διαφωνίας μέ τά θέσφατα τοῦ σοσιαλιστικοῦ ρεαλισμοῦ. Γιά τό ΚΚΕ βέβαια καί γιά ὅσους ἀκολουθοῦσαν τήν κομματική γραμμή μία ἦταν ἡ ἀλήθεια: τό δόγμα Ζντάνοφ. Καί χρειαζόταν πολύ κουράγιο, ὅταν ἀκόμα συνεχίζονταν οἱ διωγμοί ἀπό τή δεξιά, νά ὑψώσεις ἀντιρρητική φωνή, ὄντας ὁ ἴδιος ἀριστερός. Γιά τό λόγο ὅτι στήν περίπτωση αὐτή δεχόσουν ἰσχυρή πίεση, τόσο παραταξιακή, ὅσο καί συνειδησιακή. Πάντως αὐτή τήν ἐποχή ὁ Μανόλης Λαμπρίδης, ὁ Ἄρης Ἀλεξάνδρου, ὁ Μανόλης Ἀναγνωστάκης καί ὁ Πάνος Θασίτης, δήλωσαν θαρρετά καί καθαρά τή διαφωνία τους μέ τό δόγμα Ζντάνοφ. Σήμερα ἴσως δέν καταλαβαίνουμε τί σήμαινε ἡ πρωτοβουλία τους. Γιά ὅσους ὅμως ζοῦσαν τότε ἀπό κοντά τίς ἐξελίξεις στήν ἀριστερή σκέψη, ἦταν μιά λυτρωτική ἄρνηση τῆς κατεστημένης ζντανοφικῆς ἀντίληψης. Μιᾶς ἀντίληψης πού ἤθελε τό πνεῦμα δέσμιο ἄνωθεν ἐντολῶν, πού θά πεῖ χωρίς αὐτοβουλία καί αὐτενέργεια. Ὁ Θασίτης ἦταν ἀριστερός ἀπό τά νεανικά του χρόνια, συνοδοιπόρος μέ τόν Ἀναγνωστάκη, εἶχε πίσω του σημαντική δράση καί εἶχε ἐκτοπιστεῖ στόν Ἅη Στράτη καί στήν Μακρόνησο. Εἶχε γαλουχηθεῖ μέ τήν ζντανογική ἀντίληψη περί τέχνης κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ δοκιμιακή του ἀντίδραση σ᾿ αὐτή τήν ἀντίληψη ἦταν μιά πράξη προσωπικῆς αὐτοϋπέρβασης. Καί μάλιστα σ᾿ ἕνα κλίμα ἀσφυκτικά ἐξουσιαστικό. Μ᾿ αὐτά θέλω να πῶ ὅτι τά δοκίμιά του ἔχουν ἔντονα ἐποχιακό χαρακτήρα καί πρέπει νά κριθοῦν στά πλαίσια τῆς ἐποχῆς τους. Γιά τήν ἐποχή πού γράφτηκαν ἀποτελοῦσαν ἕνα πρωτοπορειακό ἄνοιγμα τῆς ἀριστερῆς σκέψης στή δημιουργική αὐτονομία τοῦ πνεύματος. Γεγονός πού δέν εἶχε ἀντίκτυπο μόνο στήν ἀριστερή πνευματική παράταξη, ἀλλά καί στό γενικότερο διάλογο τῶν ἰδεῶν. Μιά καί μέχρι τότε δέν ὑπῆρχε γόνιμη διαλογική προσέγγιση ἀνάμεσα στόν ἀριστερό καί στόν ἀστικό πνευματικό χῶρο.

Πρακτικά συνεδρίου: Ἡ κριτική καί οἱ κριτικοί τῆς Θεσσαλονίκης στόν 20ό αἰώνα. Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, 23-24 Ὀκτωβρίου 2008. Ἐπιμέλεια, Περικλής Σφυρίδης-Σωτηρία Σταυρακοπούλου.

 


1 Πάνος Κ. Θασίτης, Τά δοκίμια (1957-1983), Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1990. Πρίν ἀπό τήν ἔκδοση αὐτή προηγήθηκαν δύο ἐπιμέρους ἄλλες. Ἡ ἔκδοση Γύρος στήν ποίηση, Θεσσαλονίκη 1966, πού περιέχει τά ὀχτώ πρῶτα κείμενα τοῦ τόμου Τά δοκίμια, καί ἡ ἔκδοση 7 Δοκίμια γιά τήν ποίηση, Θεσσαλονίκη 1979, ἡ ὁποία περιέχει τά τέσσερα πρῶτα ἀπό Τά δοκίμια καί μαζί τό ἔννατο, τό δέκατο καί τό ἐνδέκατο τοῦ ἴδιου τόμου.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Δοκιμίων. Bookmark the permalink.