Μαρία Μήτσορα: Ἄννα νά ἕνα ἄλλο, (διηγήματα, νέα ἀναθεωρημένη ἔκδοση, Πατάκης, Ἀθήνα, 2006).

Ὡς δεύτερη ἔκδοση τό βιβλίο αὐτό δέν θά χρειαζόταν κριτική παρουσίαση. Ὅμως, ὅταν πρωτοεκδόθηκε, τό 1978, πέρασε ἀπαρατήρητο -κάτι πού ἔγινε και μέ τά ἑπόμενα βιβλία τῆς Μήτσορα, ἄν ἐξαιρέσουμε τό τελευταῖο της Καλός καιρός/μετακίνηση καί ἐν μέρει τό ἀμέσως προηγούμενο, Ὁ Ἥλιος δύω. Κι ἴσως θά πρέπει νά περιμένουμε ἐπανέκδοση καί τῶν ἄλλων τριῶν πεζογραφημάτων πού ἀκολούθησαν τό Ἄννα νά ἕνα ἄλλο (Σκόρπια δύναμη, 1982, Ἡ περίληψη τοῦ κόσμου, 1985, Ὁ Ἥλιος δύω, 1996). Ἡ ἀντιμετώπιση τῆς Μήτσορα δέν εἶναι ἄσχετη μέ τόν τρόπο πού ἀντιμετωπίζονται τά λογοτεχνικά ἔργα στόν τόπο μας. Ἡ πεζογραφική της δουλειά ἄρχισε κάπως νά προσέχεται μέ πολλή καθυστέρηση. Καί δέν θά ᾿ταν ὑπερβολή νά ἔλεγε κανείς ὅτι καί σήμερα ἀκόμα βρίσκεται στό περιθώριο. Κοιτάζοντας ὡστόσο πρός τά πίσω δέν βλέπω ἄλλο γυναικεῖο ἔργο πού νά παίρνει τή σκυτάλη ἀπό τό ἔργο τῆς Μέλπως Ἀξιώτη καί νά τό πηγαίνει ἕνα βῆμα πάρα πέρα. Ὑπάρχουν δύο τουλάχιστο λόγοι γιά τούς ὁποίους δέν δόθηκε ἔγκαιρα σημασία στά γραφτά τῆς Μήτσορα. Ὁ ἕνας εἶναι ὅτι τά γραφτά αὐτά δέν ἀνταποκρίνοντανται στούς κοινούς πεζογραφικούς τόπους τῆς ἐποχῆς -καλύτερα, θά ᾿λεγα, στίς πεζογραφικές κοινοτοπίες τοῦ συρμοῦ. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ἡ συγγραφέας δέν ἐνέδωσε στήν εὐτέλεια τῶν δημόσιων σχέσεων. Ἀντίθετα, ὅσον ἀφορᾶ τήν προβολή τοῦ ἔργου της, ἔμεινε ἀδιάφορη. Τηρώντας μάλιστα περιφρονητική στάση ἀπέναντι στά ὁποιαδήποτε σχετικά δελεαστικά νεύματα τῆς ἔγιναν.

Νά ἔρθουμε ὅμως στό προκείμενο. Στήν τωρινή του ἔκδοση τό Ἄννα νά ἕνα ἄλλο ἀπαρτίζεται ἀπό ἕξι διηγήματα. Στήν πρώτη ἔκδοση ὑπῆρχαν ἐπιπλέον ἄλλα δύο, τό «Δώδεκα μάσκες ἔχει ὁ χρόνος» καί «Ἡ πρώτη μέρα ἔξω». Ἡ παράλειψη αὐτῶν τῶν δύο στή νέα ἔκδοση μπορεῖ νά θεωρηθεῖ δικαιολογημένη, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι τό πρῶτο εἶναι κάπως φλύαρο, ἑνώ τό δεύτερο μόλις τριῶν σελίδων, δέν φαίνεται νά βρίσκει τό στόχο του. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἡ παράλειψη αὐτή δείχνει μιά πεζογράφο πού σταθμίζει τήν κλεψύδρα τῆς γραφῆς της μέ πολύ ἀπαιτητικό τρόπο. Δέν βλέπουμε συχνά νά παραλείπουν οἱ πεζογράφοι μας, σε νεότερες ἐκδόσεις βιβλίων τους, κείμενα πού ὑπῆρχαν σέ προηγούμενες.

Τά ἕξι διηγήματα πού ἀπαρτίζουν τόν τωρινό τόμο εἶναι, μέ τή σειρά πού ἔχουν στό βιβλίο, τά ἀκόλουθα: «Ὁ πυράκανθος καί τό σκοτάδι», «Ὁ μαγευτικός φακός», «Σέ πῆρε κάποιος Ἀντώνης», «Ποσοστό συμμετοχῆς», «Τό ξαφνικό δωμάτιο», «Στό ξενοδοχεῖο τῶν δυτῶν». Τό πρῶτο, τό δεύτερο, τό τρίτο καί τό πέμπτο εἶναι δοσμένα ἀπό ἐξωκειμενικό ἀφηγητή, σέ τρίτο πρόσωπο. Μερικές ὅμως φορές ὁ ἀφηγητής αὐτός μιλάει σε πρῶτο πρόσωπο, ὡς ἐνδοκειμενικός. Τό τέταρτο καί τό ἕκτο δίνονται ἀπό ἐνδοκειμενικό ἀφηγητή, σέ πρῶτο πρόσωπο. Τά κείμενα ὑφαίνονται κυρίως συνειρμικά, μέ χρονικά καί χωρικά ἅλματα. Μολαταῦτα ὅλα ἀνταποκρίνονται σ᾿ ἕνα κάποιο ἰσχνό θεματικό σχέδιο. Μέσα σ᾿ αὐτό τό θεματικό σχέδιο πλέκεται τό ὑλικό πού χρησιμοποιεῖ ἡ συγγραφέας. Ἕνα ὑλικό πού, ὥς ἕνα βαθμό, θά πρέπει νά προέρχεται από αὐτοβιογραφικά στοιχεῖα τῆς Μήτσορα. Ἡ συχνή π.χ. ἀναφορά στή σχέση τῆς ἑκάστοτε ἀφηγήτριας με ἕναν πατέρα πού περνάει  ἀπό διήγημα σέ διήγημα ἴδια οἰκεῖος, ἀφήνει τήν ἐντύπωση μιᾶς αὐτοβιογραφικῆς ἀναφορᾶς. Ἡ δομική βέβαια σημασία αυτῶν τῶν κειμένων βρίσκεται στό γεγονός ὅτι ὑπακοῦν στήν ἐλεύθερη διάθεση τῆς στιγμῆς. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀκολουθοῦν αὐθόρμητες ἐμπνεύσεις τῆς ἑκάστοτε ἀφηγήτριας, χωρίς προγραμματική θεματική κατεύθυνση. Ἔτσι πού ἕνα ὁποιοδήποτε καθημερινό στιγμιότυπο νά ἀποτελεῖ ἀφετηρία γιά νά ξετυλιχτεῖ ἕνας γαλαξίας εἰκόνων, λόγων, ὑποθέσων καί πράξεων. Αὐτός ὁ ἐλεύθερος τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὑφαίνονται τά κείμενα ἀντανακλᾶ καί στούς τίτλους τῶν διηγημάτων, πού οἱ περισσότεροι προέρχονται ἀπό ἐνδοκειμενικές φράσεις. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τά διηγήματα θά μποροῦσαν τιτλοφορηθοῦν  ἐξίσου καλά καί μέ ἀριθμούς. Ἤ, ἀκόμα, θά μποροῦσαν νά πάρουν θέση κεφαλαίων σέ μιά μυθιστορηματική σύνθεση, καθώς ἀνταποκρίνονται σέ στάδια ἡλικιακῆς ἐξέλιξης. Σέ μιά τέτοια σειρά πρῶτο θά ἔμπαινε τό «Ὁ μαγευτικός φακός», δεύτερο τό «Στό ξενοδοχεῖο τῶν δυτῶν», τρίτο τό «Ποσοστό συμμετοχῆς», τέταρτο «Τό ξαφνικό δωμάτιο», πέμπτο τό «Σέ πῆρε κάποιος ἀντώνης» καί ἔκτο τό «Ὁ πυράκανθος καί τό σκοτάδι».

Εἶπα νωρίτερα πώς, παρόλη τήν θεματικά ἀσυνεχή ὕφανση τῶν κειμένων, ὑπάρχει σ᾿ ὅλα ἕνα ἰσχνό θεματικό σχέδιο. Σύμφωνα μ᾿ αὐτό τό σχέδιο ἔχουμε τή δυνατότητα νά ποῦμε, πολύ γενικά, για τί πράγμα μιλάει τό καθένα διήγημα. Λοιπόν. «Ὁ πυράκανθος καί τό σκοτάδι» μιλάει γιά μιά νυχτερινή περιπέτεια ἑνός κάποιου Τάκη. Ὁ Τάκης, παντρεμένος ἤδη, ἀνεβαίνει μέ τό λεωφορεῖο στήν Κιφισιά μέ σκοπό νά συναντήσει τήν ἐρωμένη του Ἑλένη. Ἐκεῖ τοῦ στήνεται παγίδα καί φεύγει κακήν κακῶς. Περιπλανιέται μές στή νύχτα, φτάνει –μέ τό αὐτοκίνητό του τώρα- στήν Πειραϊκή, καί τέλος, ξημερώματα, καταλήγει στό σπίτι του. «Ὁ μαγικός φακός» μιλάει γιά τρία μικρά κοριτσάκια, ἀδερφάκια, πού ἀρχίζουν τίς ζαβολιές μόλις μένουν μόνα, μετά τήν νυχτερινή ἔξοδο τῶν γονιῶν τους. Τό πρωί ἀνακαλύπτουν δίπλα στή θάλασσα τούς γονεῖς τους νεκρούς κοντά στό τρακαρισμένο αὐτοκίνητό τους. Τό «Σε πῆρε κάποιος Ἀντώνης» ἀφορᾶ τόν ἐρωτικό βίο καί τήν πολιτεία τῆς Ἰωάννας, ὅπως τά ἐξιστορεῖ στή φίλη της τή Φλώρα. Ὅλο τό κείμενο πλέκεται γύρω ἀπό τήν παράξενη πλατωνική σχέση τῆς Ἰωάννας μέ τόν φίλο της Ἀντώνη. Τό «Ποσοστό συμμετοχῆς» μιλαέι γιά τό θάνατο τοῦ πατέρα τῆς ἐνδοκειμενικῆς ἀφηγήτριας. Εἶναι τό πιό σύντομο καί τό πιό, ἄς ποῦμε, «παραδοσιακό» τῆς συλλογῆς, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι παρουσιάζει ἀκριβῶς χρονολογική ἐξέλιξη. «Τό ξαφνικό δωμάτιο» διηγεῖται μιά ἀσήμαντη μετακίνηση μέσα στήν πόλη μιᾶς νεαρῆς γυναίκας, πού μένει στό Παγκράτι μόνη της. Πηγαίνει στήν Καλλιθέα νά πάρει ἕνα διορθωμένο παραβάν. Στήν Καλλιθέα πήγαινε μέ τούς γονεῖς της γιά νά δοῦν τόν παπποῦ καί τή γιαγιά της. Ἔτσι ἀρχίζει τό ξετύλιγμα τοῦ ἐσωτερικοῦ κουβαριοῦ… «Στό ξενοδοχεῖο τῶν δυτῶν» ἔχουμε τήν ἐπίσκεψη τῆς ἀφηγήτριας σέ μιά κλινική, ὅπου εἶναι κλεισμένος ὁ καθυστερημένος διανοητικά, σαραντάχρονος, ἀλλάδερφός της. Ἀφορμή κι ἐδῶ γιά νά ξετυλιχτεῖ ἕνα ἄλλο κουβάρι…

Ἵσως νά φάνηκε ἤδη ἀπό τά παραπάνω αὐτό πού συμβαίνει στά διηγήματα τῆς Μήτσορα: ὅτι δηλαδή τόσο τό θεματικό πλαίσιο τῶν κειμένων, ὅσο καί τά ἴδια τά περιστατικά, δέν ἀποτελοῦν παρά ἀφορμές γιά νά ἔρθουν στήν ἐπιφάνεια ἄλλα δεδομένα. Δεδομένα πού ἀφοροῦν τήν ἐσωτερική ζωή τῶν κεντρικῶν ἀφηγηματικῶν προσώπων. Τό πρόβλημα, μ᾿ ἄλλα λόγια, εἶναι τί μᾶς συμβαίνει καί πῶς τό νιώθουμε. Φιλοσοφία δέν κάνει ἡ συγγραφέας, διαθέτει ὅμως ἐξαιρετική εὐαισθησία, ἐνορατική σύλληψη καί παρθενική προσέγγιση τοῦ ὑλικοῦ της. Νά τά δοῦμε καί μέ σύντομα παραδείγματα ἀπό τά ἴδια τά κείμενα. Πρῶτα ἕνα δεῖγμα ἀπό τό πρῶτο διήγημα, «Ὁ πυράκανθος καί τό σκοτάδι», σχετικό μέ τό ζήτημα τῆς εὐαισθησίας.

Ὁ Τάκης φτάνει μέ τό λεωφορεῖο στό μέρος τῆς Κιφισιᾶς πού θά πρέπει, σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες τῆς Ἑλένης, νά κατέβει. Πρώτη φορά ἔρχεται ἐδῶ καί τό σπίτι πού πηγαίνει νά τή βρεῖ δέν τό ξέρει· δέν βρίσκεται πάνω στό δρόμο άλλά κάπου στά ἐνδότερα τῆς περιοχῆς:

«Μόλις πάτησε στό χῶμα, πῆρε βαθιά ἀναπνοή. Κοίταξε τό λεωφορεῖο νά χάνει τήν ἀκτινοβολία του καί μαζί αἰσθανότανε νά πέφτει καί ἡ δική του θερμοκρασία. Σάν νά τόν εἶχε γεννήσει μία ἀντρογυναίκα ἐδῶ, στήν ἄκρη τοῦ δρόμου, πιασμένη ἀπό ἕνα χοντρό κλαρί. Κι ὕστερα νά ᾿χε φύγει τρέχοντας –τόν εἶχε ἀφήσει μόνο του μέσα στό σκοτάδι καί στό κρύο, στίς λάμιες καί στούς λύκους. […] Τά γόνατά του λυγίσανε, τόν καθίσανε σέ μιά μάντρα. Γαργάλημα στόν σβέρκο. Τά φύλλα τοῦ ἀναρριχητικοῦ πού σκέπαζε τά κάγκελα. Ἄναψε πολύ προσεχτικά ἕνα τσιγάρο. Πλησίασε τήν καύτρα στήν παλάμη του. Γύρω του ψύχρα, σχεδὀν κρύο. Ἡ ζέστη στό χέρι του σχεδόν κάψιμο –κι αὐτό τό κόκκινο φωτάκι της θλιβερό ὑποκατάστατο ἀπό τό φῶς τοῦ λεωφορείου. Τά φῶτα τοῦ δρόμου κρύα. Τ᾿ ἀναρριχητικό ἤτανε κι ἀνατριχιαστικό –μαζεύονταν τά μυτερά του φύλλα γύρω στό σβέρκο του. […] Ἄς εἶχα ἔρθει μέ τ᾿ αὐτοκίνητο καί θά ᾿χαμε τρυπήσει ὅλη τή νύχτα μέ τά μακριά μας φῶτα. Πέταξε τό τσιγάρο. Ἡ ἠρεμία δέν τοῦ ἦρθε ἀπό μέσα, γλίστρησε ἀπ᾿ ἔξω, μέσα ἀπό τά ρουθούνια του. Ὁ ἀέρας μύριζε συγκινητικά –αὐτή ἤτανε ἡ λέξη: γαζία. Τό σπίτι πού μεγάλωσα εἶχε γαζίες καί λεμονιές στόν κῆπο –τό σπίτι καί ὁ κῆπος σκαρφαλώνανε καί κρέμονταν ἀπό τά κλαριά μιᾶς ἄλλης τεράστιας γαζίας. Εἶδε τό δέντρο, σηκώθηκε κι ἔκοψε μία, πού διαλύθηκε καί πέταξε μέσα άπό τά χέρια του. Τοῦ ᾿μεινε τό λεπτό κοτσάνι κι ἕνα μικρό πράσινο μπαλάκι ἐντελῶς γυμνό ἀπό τό κίτρινο χνούδι. Δεύτερος δρόμος δεξιά. Περπάτησε μέ μεγάλα βήματα –βιαζότανε νά ἀγγίξει τήν Ἑλένη…»

Δυό μικρά,τώρα, ἀποσπάσματα ἀναφορικά μέ τό θέμα τῆς ἐνορατικῆς σύλληψης τῶν πραγμάτων. Τό πρῶτο εἶναι ἀπό τό «Σέ πῆρε κάποιος Ἀντώνης» -οἱ δυό πρῶτες περίοδοι μέ τίς ὁποῖες ἀρχίζει τό διήγημα:

«Τό πρωί τῆς τρίτης ἡ Φλώρα ξύπνησε νωρίς ἀπό τό τηλέφωνο. Τό κουδούνισμα ἔκοβε σχήματα πουλιῶν στό ταβάνι κι ἀπό μέσα φαινόταν ὁ ουρανός.»

Τό δεύτερο εἶναι ἀπό «Τό ξαφνικό δωμάτιο». Ἡ Ἀδριανή, τό κεντρικό ἀφηγηματικό πρόσωπο, βρίσκεται στό διαμέρισμά της στό Παγκράτι. Ἔχει πάει στήν Καλλιθέα γιά νά φέρει τό παραβάν πού ἤθελε, ἔχει περπατήσει στήν ὁδό Ἰφιγενείας, ἡ ὁποία ξύπνησε μέσα της οἰκεῖες παιδικές μνῆμες, κι ἔχει δεῖ τίς τωρινές ἀλλαγές. Ὅπου, μεταξύ ἄλλων, ἡ ὁδός Ἰφιγενείας ἔχει ἀσφαλτοστρωθεῖ καί «οἱ σοφοί εύκάλυπτοι» δέν ὑπάρχουν πιά:

«Ἐπάνω στό μεγάλο γδαρμένο τραπέζι ἤτανε ἕνα ντοσιέ μέ μισοτελειωμένες ἱστορίες. Κάτι καινούργιο ἔλιωνε κι ἔπηζε στόν ἀέρα. Ἡ ὁδός Ἰφιγενείας διαπέρασε τό πράσινο ντοσιέ, σίγουρα τώρα ἀμέσως, ἄν τό ἄνοιγε, θά ξεδιπλώνονταν ἀπό μέσα οἱ εὐκάλυπτοι σ᾿ ὅλο τό τρομερό μέγεθός τους, τινάζοντας  κομμάτια ἀπό τό πάτωμα καί τό ταβάνι, ὅπως τότε σπάγανε τίς πλάκες καί κοντεύανε νά σπάσουνε τόν οὐρανό –κάνοντάς τη νά πιστεύει ὅτι θηρία θεόρατα κατοικούσανε πίσω τους μέσα στόν περιφραγμένο κῆπο…»

Ἕνα ἄλλο γώρισμα τῆς Μήτσορα εἶναι ἡ αἴσθηση τῶν πραγμάτων μέ μιά σχεδόν παιδική παρθενικότητα. Π.χ.:

«Χτυποῦσε τό τηλέφωνο. Δέν ἤθελα ὅμως νά κουνηθῶ -θά ἤθελα νά ἀπαντήσω μακραίνοντας τό χέρι μου.[…] Τό τηλέφωνο σταμάτησε νά χτυπάει. Ὁ Γιῶργος θά ἦταν στό τηλέφωνο […] Θά μποροῦσα νά κοιτάζω τόν οὐρανό μέχρι νά γίνω μπλέ. Θά μποροῦσα νά πολλαπλασιάσω καί νά διαιρέσω τόν Γιῶργο σ᾿ ὅλα τά γύρω σπίτια, νά σέρνει τά πόδια του στό πάτωμα πάνω ἀπό τό κεφάλι μου, νά κάθεται σ᾿ ὅλες τίς βεράντες, σ᾿ ὅλα τά τραπεζάκια τῆς πλατείας, νά τρώει ὅλα τά παγωτά καϊμάκι καί νά ἐπιθυμεῖ μόνο ἐμένα, αὐτούς, αὐτές κι αὐτά πού θά ἤθελα ἐγώ νά ἐπιθυμεῖ.» Τό ἀπόσπασμα ἀπό τό «Στό ξενοδοχεῖο τῶν δυτῶν».

Κάποτε, καί οχι σπάνια, ὁ συνδυασμός τῶν παραπάνω λειτουργιῶν, σύν τῆς συνειρμικῆς, φτάνει σέ ἀκραῖες ἐκφραστικές πραγματώσεις. Παραθέτω, ἀπό «Τό ξαφνικό δωμάτιο», ἕνα ἐκτενέστερο δεῖγμα:

«Ἔξω ἡ νύχτα κάπνιζε στά πεζούλια, φοβότανε στίς γωνιές τῶν δρόμων, ξάπλωνε στά πεζοδρόμια. Ἡ Ἀδριανή ἄρχισε νά αἰσθάνεται τή μακρινή ὁδό Ἁγίας Ζώνης νά ξετυλίγεται ἀπό τή μέση της. Ἐννιά καί εἴκοσι, δίσταζε ν᾿ ἀνάψει τό ἠλεκτρικό. Τό ἀπόγευμα εἶχε περάσει ἔξω ἀπό τό παράθυρό της τρίβοντας πορτοκαλιά προβοσκίδα στά πόδια της. Εἶχε ξαπλώσει μόλις ἔφερε τό παραβάν ἀπό τήν Καλλιθέα, τοῦ βρῆκε τή θέση του ἀνάμεσα στήν τουαλέτα καί στό παράθυρο, κι ἕνα σφίξιμο στό στομάχι της ἔγινε διάθεση γιά ἐμετό. Μέ κλειστά μάτια εἶχε ἀφήσει τό σῶμα της νά χύνει τό βάρος του, ἔβλεπε πέτρες νά σπάνε τήν ἤρεμη ἐπιφάνεια μιᾶς στρογγυλῆς λίμνης κι ἔνιωθε τόν πόνο στό ἡλιακό της πλέγμα [αὐτόνομο νευρικό πλέγμα τῆς κοιλιᾶς] ἀπλωμένο στό βυθό. Ὕστερα μία τίγρης πήδαγε μέσα ἀπό ἕνα στεφάνι λουλούδια πού καιγότανε πάλι καί πάλι, ὥσπου ὅλα τά μέλη μιᾶς φυλῆς φτιάξανε κύκλο γύρω ἀπό τό κρεβάτι της, νά παρακολουθήσουν αὐτό πού γινότανε δική τους τελετή. Ἀπό τήν κατάσταση τοῦ δικοῦ της στομαχιοῦ ἐξαρτιότανε  τώρα ἡ ἀφθονία τῶν κήπων τους, ἡ κυκλικότης τοῦ χρόνου τους, ἡ συνέπεια τῶν μύθων τους. Ὁ πόνος της, ἄν ἐπέμενε, θά ᾿ταν τό πρῶτο ἱστορικό γεγονός. Οἱ μεγαλύτεροι σαμάν ἦρθαν καί τύλιγαν τό σῶμα της μέ τό δικό τους κι ἔβγαζαν ὕστερα ἀπό τό στόμα τους ὄχι ματωμένα φτερά ἤ σκουλίκια ἀλλά τούς τίτλους ἀπό τίς ἱστορίες πού ἤθελε νά γράψει, συνδυασμένους μέ ἀχαρακτήριστες ἰδέες-ἀντικείμενα: Κόκκινα λύλινα λάζα –πεθαμένους ἀπανθρώπους- ἔρημες παραλίες π᾿ ἀντί  γιά βότσαλα εἶχαν κουτιά πούδρας Τοκαλόν. «χορευτής πανηγυρίζει» μουρμούριζε ὁ ἕνας, πρίν νά χαθεῖ χοροπηδώντας στούς βάτους στά βάθη τοῦ παραβάν. [Τό παραβάν ἦταν ζωγραφισμένο.] Ἕνας ἄλλος φύλαγε ἑκατό ζευγάρια μαρμάρινα κέρατα κι ἕνα ἀνάγλυφο ἀεράκι πού ἔπαιρνε κι ἔριχνε καί μούσκευε ἕνα λεπτότατο μόβ ὕφασμα μέσα σέ μελανά νερά. «Ποντικός Πανί γυρίζει» χαμογέλασε αὐτός τρωκτικά. Κάτω ἀπό τή συμπυκνωμένη ἐξωτερική πίεση κατάφερε ἐπιτέλους νά πάρει βαθιά ἀναπνοή. Εἶχε πάνω ἀπό δυό ὧρες ξαπλωμένη ἀνάσκελα στό κρεβάτι. Τά στόρ ἀνέμισαν σάν τούς μανδύες φαντασμάτων πού τά μοῦτρα τους ἦταν  μιά χούφτα φύκια καί τό σπαθί τους στολισμένο μέ ρουμπίνια.»

Λές καί ἔχουμε ἀναφορά σέ πίνακα τοῦ Ἱερώνυμο Μπός. Πρόκειται βέβαια, ὅπως καταλαβαίνει κανείς, γιά τήν ἀπόδοση τῆς ναυτίας πού ἔνιωσε ἡ Ἀδριανή.

Ἐννοεῖται πώς τά παραπάνω ἀποσπάσματα, χωρίς νά χάνουν τήν ἐνδεικτική τους σημασία, ὁλοκληρώνονται ἐφόσον διαβαστοῦν μέσα στά διηγήματα ἀπό τά ὁποῖα τά πῆρα.

Ἕνα διακριτικό, ἀλλ᾿ ὄχι ἀμελητέο, στοιχεῖο στά γραφτά, γιά τά ὀποῖα μιλῶ, εἶναι ἡ ἔνταση πού τά διατρέχει. Δέν πρόκειται γιά ἔνταση πλοκῆς, ὅπως στά ἀστυνομικά ἤ στά παραδοσιακά μυθιστορήματα. Πρόκειται γιά συστατικό πού δέν ταυτίζεται μέ τήν ἔνταση πού προκύπτει ἀπό τήν ἀπροσδόκητη πορεία τῶν γεγονότων. Τέτοια ἔνταση πλοκῆς δέν λέιπει ἀπό τά συγκεκριμένα διηγήματα, ἀλλά δέν ἀναφέρομαι σ᾿ αὐτήν. Ἀναφέρομαι σ᾿ ἕνα διακριτικό στοιχεῖο τοῦ λόγου. Ὁ ἀφηγηματικός λόγος δηλαδή ὑποδηλώνει κάθε στιγμή ὡρισμένη ψυχική ἔνταση, χωρίς νά συμβαίνει τίποτε τό συνταρακτικό. Ἁπλῶς πλανιέτει στήν ἀτμόσφαιρα κάτι σάν ἀνησυχία ἀπό ἐνδόμυχη προδιάθεση τῶν ἀφηγηματικῶν προσώπων. Ἔτσι πού τό πιό τιποτένιο πράγμα, τό πέταγμα λ.χ. μιᾶς μύγας ἤ τό ἄναμμα τῶν φαναριῶν τοῦ Δήμου, ἡ ἐμφάνιση ἑνός χρωματισμένου τοίχου κ.λπ., νά ἀποκτοῦν ἀσυνήθιστη σημασία. Δέν εἶναι βέβαια ἕνα συστατικό ἠχηρό πού φωνάζει. Ὁ λόγος τό ὑποβάλλει ἔτσι πού θά πρέπει νά τό «πιάνει» κανείς, καθώς διαβάζει, ἀνάμεσα ἀπό τίς σειρές. Αὐτό τό στοιχεῖο τῆς ἔντασης δίνει στά γραφτά τῆς Μήτσορα χαρακτήρα ἐσωτερικῆς περιπέτειας ἔστω κι ἄν πρόκειται γιά τά πιό κοινά συμβάντα. Τό νά ἀκουστεῖ λ.χ. τό τηλέφωνο νά χτυπάει ἤ νά περπατάει κανείς σ᾿ ἕνα δρόμο τῆς πρωτεύουσας. Κι ἀλήθεια δέν ξέρω ἄλλον πεζογράφο μας πού νά ἔχει δώσει μέ τόση ἔνταση αἰσθήματος τό περπάτημα στούς δρόμους τῆς Ἀθήνας. Ὑποθέτω πώς αὐτό συμβαίνει ἐπειδή ἡ ἀφήγηση τοποθετεῖται ἀπό τήν ἀρχή σέ ἱκανό ἐπίπεδο ἐσωτερικῆς ἔντασης.

Δυό λόγια γιά ἕνα ἄλλο γνώρισμα τοῦ λόγου, πού δέν περιορίζεται, ὅπως καί τά προηγούμενα, στόν παρόντα τόμο τῶν διηγημάτων. Ἐννοῶ τήν ἠχητική αίσθηση τῶν λέξεων. Ἄν καί ἡ συγγραφέας γράφει πεζά καί ὄχι ποιητικά κείμενα, ἐντούτοις ἐρωτοτροπεῖ μέ τήν ἠχητική πλευρά τοῦ λόγου. Συχνά μάλιστα μοιάζει νά ἕλκεται ἀπό τό παιχνίδι τῶν παρηχήσεων. Κάτι πού τό εἴδαμε στό τελευταῖο ἀπόσπασμα στή φράση «λύλινα λάζα». Στό ἴδιο ἀπόσπασμα οἱ φράσεις, «χορευτής πανηγυρίζει» καί «Ποντικός Πανί γυρίζει», μέ τόν τρόπο πού παρεμβάλλοντα μέσα στό κείμενο, θυμίζουν λετριστικές δομικές. Στό ἴδιο διήγημα, ὅταν ἡ μικρή Ἀδριανή ἔφτανε στήν Καλλιθέα πήγαινε «στό σπίτι τῆς γιαγιάκας-γιούκας καί τοῦ παππούκα-πούκα». Ἀκόμα ἕνα παράδειγμα ἀπό τό διήγημα «Ὁ μαγευτικός φακός», τό ὁποῖο βρίθει ἀπό παρηχήσεις καί λετριστικές φράσεις. Σέ τοῦτο τό παράδειγμα, ὅπως καί σέ ἄλλες περιπτώσεις, οἱ φράσεις μάλιστα παρουσιάζονται στιχισμένες:

«Ἡ μπανιέρα – τσαγιέρα

Τό μαχαίρι – χέρι

Ἡ παλάμη –σαλάμι

Στό βάθος –λάκος».

Σπάνια συναντάει κανείς πεζογράφο μέ τόσο ἠχητική ἀντίληψη τοῦ λεκτικοῦ ὑλικοῦ.

Τελειώνοντας θέλω νά πῶ ὅτι ὅλα τά διηγήματα τοῦ τόμου ἔχουν κάτι νά ποῦν καί τό λένε μέ ἐξαιρετικό τρόπο. Προσωπικά ὡστόσο ξεχωρίζω «Τό ξαφνικό δωμάτιο», τό «Ὁ πυράκανθος καί τό σκοτάδι» καί τό συγκλονιστικό «Στό ξενοδοχεῖο τῶν δυτῶν». Κάτι ἀκόμα. Γράφοντας ἄλλοτε γιά τό Ἄννα νά ἕνα ἄλλο, καί ἰδιαίτερα γιά τό διήγημα «Τό ξαφνικό δωμάτιο», ἔκλεινα τό κείμενο μέ τά ἀκόλουθα λόγια: «Ἡ Μ. Μήτσορα μέ «Τό ξαφνικό δωμάτιο» καί τ᾿ ἄλλα γραφτά τοῦ βιβλίου της μᾶς ἔδωσε ἕνα δεῖγμα τοῦ λογοτεχνικοῦ της τάλαντου. Ἀναρωτιέμαι ποιά μπορεῖ νά εἶναι ἡ συνέχειά της. Θά γράψει ἕνα-δυό καλά βιβλία, ὅπως γίνεται συνήθως, καί μετά θά παραδοθεῖ στό φαῦλο κύκλο τῆς ἐπικαιρότητας ἤ θά μείνει συνεπής στό τάλαντό της;» [1] Τώρα, μετά ἀπό 25 χρόνια, μπορῶ νά πῶ ὅτι ἡ συγγραφέας, γράφοντας τά ἑπόμενα τρία βιβλία της (Σκόρπια δύναμη, Ἡ περίληψη τοῦ κόσμου, Ὁ Ἥλιος δύω), ἔμεινε, ἀπό τήν ὁρισμένη ἄποψη, «συνεπής στό τάλαντό της». Δυσκολεύομαι ὡστόσο  νά πῶ ἀκριβῶς τό ἴδιο γιά τό ἑπόμενο τέταρτο καί τελευταῖο της βιβλίο γιά τήν ὥρα, Καλός καιρός/μετακίνηση. Καθώς ἐπίσης καί γιά κάποια διηγήματά της πού δημοσεύει σέ ἐφημερίδες.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 43, Δεκέμβρης 2007.


Πίσω στο κείμενο [1] Γιῶργος Ἀράγης, «Ἀναζητώντας τό χαμένο χῶρο», «Φιλολογική Καθημερινή», 11/2/1982. Καί στό βιβλίο μου Ἀσκήσεις κριτικῆς, Σοκόλης, Ἀθήνα 1990, σ. 17.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας. Bookmark the permalink.