Ζέτα Κουντούρη: Ὄμορφη ζωή (διηγήματα, Κέδρος, Ἀθήνα, 2006).

Ὄμορφη ζωή ἀποτελεῖ τό πέμπτο πεζογραφικό ἔργο τῆς Ζέτας Κουντούρη. Πρόκειται γιά μιά συλλογή 12 διηγημάτων πού καλύπτουν συνολικά 205 σελίδες. Μέ τή σειρά πού ἔχουν στόν τόμο εἶναι τά ἀκόλουθα: «Ὄμορφη ζωή», «Σᾶς εἶδα», «Θά ᾿θελα νά μέ λένε Δαλιδά», «Ἕνας φίλος», «Ὅποια κι ἄν εἶστε», «Μοιραῖες ἕλξεις», «Ἕνα εὐτυχισμένο ζευγάρι», «Ἡ ζήλεια», «Οἰκογενειακές σχέσεις», «Ὁ κατσαριδοκτόνος», «Νάρκη», «Χειμωνιάτικο ταξίδι». Ὅλα, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες συνειρμικές ἀναδρομές, παρουσιάζουν χρονολογική δομή.

Τά διηγήματα «Σᾶς εἶδα» καί «Ὅποια κι ἄν εἶστε» παρουσιάζουν ὁρισμένη ἀναλογία, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὀργανώνονται μέ βάση ἕνα παρεμφερές εὕρημα.

Στό πρῶτο, συνταγμένο σέ τρίτο πρόσωπο καί δοσμένο ἀπό ἐξωκειμενικό ἀφηγητή, ἕνας ἐπιτυχημένος συνθέτης μουσικῆς, ὁ Κάρολος, ὁδηγώντας πιωμένος τό αὐτοκίνητό του, χτυπάει, σέ μιά σκοτεινή διασταύρωση στούς Ἀμπελόκηπους τῆς Ἀθήνας, ἕνα ἀλλοδαπό παιδάκι. «Σκέφτηκε νά τό πάει στό νοσοκομεῖο, στό Παίδων, στό Κρατικό, στήν Ἀστυνομία, τί νόημα θά εἶχε, δέν ἀνάπνεε κάν, ἀναλογίστηκε τήν καριέρα του, τό θόρυβο, τά δικά του παιδιά, […] Πήδηξε στ᾿ αὐτοκίνητό του κι ἐξαφανίστηκε μές στό βαθύ σκοτάδι τῆς νύχτας πού πύκνωνε.» Τό γεγονός αὐτό, ἄν καί ἦταν σίγουρος ὅτι κανένα μάτι δέν εἶδε τό τροχαῖο, τόν ἀναστάτωσε. Δέν εἶχε περάσει καλά καλά τό πρῶτο στάδιο τῆς ταραχῆς του, ὅταν ἄρχισε νά λαβαίνει ἀνώνυμα σημειώματα μέ τή φράση «Σᾶς εἶδα». Κι ἔπειτα ἀνώνυμα τηλεφωνήματα ἐξίσου αἰνιγματικά. Ἦταν ἡ φωνή μιᾶς γυναίκας, ἡ ὁποία μετά ἀπό κάμποσο διάστημα ζήτησε νά συναντηθοῦν. Στή συνάντηση πού ἔγινε ἀποκαλύφτηκε πώς τά σημειώματα καί τά τηλεφωνήματα ὀφείλονταν σέ μιά νεαρή μουσικό, θαυμάστρια τοῦ συνθέτη, πού ἤθελε νά τόν πλησιάσει γιά ἐρωτικούς λόγους. Καμιά σχέση δηλαδή μέ τό τροχαῖο συμβάν στούς Ἀμπελόκηπους. Ὅμως ὁ συνειδησιακός αὐτοέλεγχος πού μεσολάβησε, μέ τή συμβολή τῶν ἀνώνυμων μηνυμάτων, ὁδήγησαν τό συνθέτη τελικά στήν ἀστυνομία, ὅπου ἀποκάλυψε, χωρίς περιστροφές, τό ἐγκλημά του. Τό διήγημα ἁπλώνεται σέ 16 σελίδες καί ὑφαίνεται μέ λεπτομέρειες τῆς ἐσωτερικῆς καί ἐξωτερικῆς καθημερινότητας τοῦ μουσικοῦ. Μέ τίς λεπτομέρειες αὐτές πλέκεται, μέ ἀρκετά πειστικό τρόπο, ἡ συνειδησιακή κρίση πού ὁδήγησε τόν Κάρολο στήν ὁμολογία τῆς πράξης του.

Στό δεύτερο, τό «Ὅποια κι ἄν εἶστε», συνταγμένο ἐπίσης σέ τρίτο πρόσωπο καί δοσμένο ἀπό ἀξωκειμενικό ἀφηγητή, ὁ ἐπιτυχημένος πλαστικός χειρουργός Πέτρος Κυριαζής, συνηθίζει, πρίν νά πιάσει δουλειά, νά παίρνει σ᾿ ἕνα καφενεδάκι τόν πρωινό καφέ του καί νά διαβάζει τήν ἐφημερίδα του. Ὅλα καλά ὥς τή στιγμή πού ἐμφανίζεται στό ἴδιο καφενεδάκι μιά ἄγνωστη γυναίκα. Κάθεται πάντα σέ θέση ἀπό τήν ὁποία νά μπορεῖ νά βλέπει ἀπέναντι τό γιατρό καί μένει ἐκεῖ ὅση ὥρα μένει κι ἐκεῖνος. Ἔχοντας ἕνα πρόσωπο κουρασμένο καί στεγνό, κοιτάζει αὐστηρά καί σχεδόν ἐπιτιμητικά πρός τόν Κυριαζή. Ἡ στάση της προκαλεῖ δυσφορία στό γιατρό. Ἕνα φιλικό νεῦμα του πρός τή μεριά της ἔμεινε ἀναπάντητο. Ἡ τέτοια στάση αὐτῆς τῆς γυναίκας τόν βάζει σέ σκέψεις, μέ συνέπεια ν᾿ ἀρχίσει νά ψάχνει στή μνήμη του περιπτώσεις στίς ὁποῖες εἶχε τυχόν κάνει κακό, ἀπό ἰατρική ἤ ἐρωτική ἄποψη, σέ κάποια γυναίκα, μιά καί μέ γυναῖκες κυρίως εἶχε πάρε-δῶσε. Αὐτή τήν ἴδια δέν τή θυμόταν, ἀλλά ἴσως συνδεόταν στενά μέ κάποιο ἄλλο πρόσωπο, ἀδικημένο ἀπ᾿ αὐτόν. Ἀνασκαλεύοντας ἔτσι τή μνήμη του, ἄρχισε νά ἀνασέρνει διάφορα ἄπλυτα ἀπό τή ζωή του. Κάτι πού πῆρε τή μορφή μιᾶς αὐτοεξομολόγησης καί παραπέρα ἑνός βασανιστικοῦ συνειδησιακοῦ αὐτοέλεγχου. Μετά ὡστόσο ἀπό ἕνα κάποιο διάστημα ἡ γυναίκα μέ τό σκοτεινό βλέμμα σταμάτησε νά παρουσιάζεται στό καφενεδάκι. Μέ τή διαφορά πώς αὐτό δέν σήμανε καί ταυτόχρονη λύτρωση τοῦ γιατροῦ. Τό διήγημα ἐκτείνεται σέ 22 σελίδες, στίς ὁποῖες δίνονται πολλά στοιχεῖα ἀπό τή ζωή τοῦ Κυριαζῆ. Τό εὕρημα τῆς ἄγνωστης γυναίκας-ἐρινύας δέν εἶναι τόσο φυσικό, ὅσο τό τροχαῖο στό προηγούμενο διήγημα. Εἶναι ὅμως ἕνας νόμιμος, καθώς πιστεύω, πειραματικός τρόπος νά φωτιστεῖ ἡ ἀθέατη πλευρά ἑνός εὐυπόληπτου ἐπιστήμονα πολίτη.

Μιά κάποια ἀναλογία πρός τά παραπάνω εὑρήματα συναντοῦμε καί στό κείμενο «Ἡ ζήλεια». Σ᾿ αὐτό  ἕνα ζευγάρι βρίσκεται στό στάδιο πού ἡ συζυγική σχέση ἔχει ἀποκτήσει συμβατικό χαρακτήρα. Ἐκεῖνος εἶναι γιατρός καί ἐργάζεται στό ΚΑΤ, ἐκείνη εἶναι μορφωμένη νοικοκυρά, μαγυρεύει καί διαβάζει τίς δύο κόρες τους. Στρωμένη καθημερινότητα μέ.., ὅλα τά καλά της. Ξαφνικά ἡ γυναίκα δείχνει σημάδια εὐδιαθεσίας καί εὐθυμίας: παίζει πιάνο, τραγουδάει, μιλάει καλοδιάθετα στίς γειτόνισες, φέρνεται πιό θερμά στόν ἄντρα της… Ἐκεῖνος ἀρχίζει νά ὑποψιάζεται πώς ἡ ἀλλαγή αὐτή ὀφείλεται σέ κάποια ἐξωσυζυγική ἐρωτική σχέση της. Κι ὅταν ἡ περίοδος τῆς εὐφορίας της ὑποχωρεῖ καί στό σπίτι ἐπανέρχεται ἡ προηγούμενη ἀκύμαντη καθημερινότητα, ὁ σύζυγος ἀποφασίζει νά τῆς ἐξομολογηθεῖ τίς ὑπόνοιές του. Ταυτόχρονα τή βεβαιώσει πώς χαίρεται πού τώρα εἶναι πάλι ὅλα καλά καί μάλιστα πώς τή συγχωρεῖ. Ἡ γυναίκα μέ σχεδόν σκαιό τρόπο ἀρνεῖται τίς ὑποψίες του. Ἔκτοτε ἡ ζωή τους μπαίνει στήν πιό ψυχρή, συμβατική, τροχιά της. Τό διήγημα, συνταγμένο σέ τρίτο πρόσωπο καί δοσμένο ἀπό ἐξωκειμενικό ἀφηγητή, καλύπτει 18 σελίδες. Τό εὕρημα τῆς ξαφνικῆς εὐφορίας τῆς συζύγου εἶναι κάπως ψυχολογικά τραβηγμένο καί ἡ πειραματική χρήση του ἀνάλογα ὑπολειπόμενη, πράγμα πού ἀντανακλᾶ σέ ὅλο κείμενο.

Τά διηγήματα, «Μοιραῖες ἕλξεις», «Ἕνα εὐτυχισμένο ζευγάρι» καί «Οἰκογενειακές σχέσεις», ἔχουν στόχο τά προβλήματα τῶν συζυγικῶν σχέσεων, (κάτι πού, ὅπως εἴδαμε, δέν εἶναι ἄσχετο καί μέ τό ἀμέσως προηγούμενο διήγημα). Εἶναι ὅλα συνταγμένα σέ πρῶτο πρόσωπο καί δίνονται ἀπό ἐνδοκειμενικούς ἀφηγητές. Τό βασικό πρόβλημα εἶναι ἡ ἐρωτική φθορά στό πλαίσιο τῆς συμβίωσης. Καθώς ὁ ἔρωτας, μετά ἀπό ἕνα διάστημα νόμιμης συμβίωσης, ξεθυμαίνει, οἱ σύζυγοι αἰσθάνονται κατά ἕνα τρόπο προδομένοι ἀπό τή ζωή. Καί τότε ἀναζητοῦν φανταστικούς ἤ πραγματικούς τρόπους διεξόδου. Ὁ συνηθέστερος βέβαια πραγματικός τρόπος εἶναι οἱ ἐξωσυζυγικές σχέσεις καί οἱ χωρισμοί. Ἔτσι ἔχουμε κάποτε ἀπρόοπτες ἀποκαλύψεις, ὅπως στό πολύ καλό διήγημα «Μοιραῖες ἕλξεις». Ὅπου ὁ σύζυγος, στή ξεξίωση ἑνός νιόπαντρου, ἀρκετά προχωρημένης ἡλικίας καί ἀρκετά πλούσιου, λόγω προίκας, ζευγαριοῦ, μαθαίνει κατά σύμπτωση, ἀπό μιά ἠθοποιό, πώς ἡ γυναίκα του ἔχει μακρόχρονο ἀμοιβαῖο ἐρωτικό αἴσθημα μέ τόν νῦν γαμπρό… Ἐνῶ στό «Ἕνα εὐτυχισμένο ζευγάρι», ἡ γυναίκα τοῦ ζευγαριοῦ, πού εἶναι ἄκληρο, ζητάει νά υἱοθετήσουν ἕνα παιδάκι, ἀλλά ὁ ἄντρας τό ἀρνεῖται. Κι ἐκεῖ πού, κατά τά ἄλλα, ὁ οὐρανός φαίνεται ἀνέφελος, ξαφνικά, καί παρά τή σεβαστή ἡλικία της, ἡ γυναίκα ζητάει διαζύγιο… Τό «Οἰκογενειακές σχέσεις» ξεκινάει μέ τήν αὐτοκτονία μιᾶς γυναίκας. Εἶναι Γαλλίδα ἀπό τό Παρίσι, σύζυγος Ἕλληνα ἐπιτυχημένου ἀρχιτέκτονα. Ἔχουν μία κόρη πολύ ἐλεύθερη καί ἀτίθαση, πρός τήν ὁποία ὁ ἀρχιτέκτονας φέρνεται μέ αὐστηρότητα πού φτάνει στά ὅρια τῆς σκληρότητας. Ὁ ἴδιος δημιουργεῖ σχέσεις μέ μικρά κορίτσια φίλων γειτόνων του. Ἡ γυναίκα του ἡ Παριζιάνα ἔχει πιό ἐλεύθερες ἀντιλήψεις, καί πιό ἐλαστική συμπεριφορά ἀπέναντι στήν κόρη. Ὡς ἀντρόγυνο βρίσκονται σέ πλῆρες ἀδιέξοδο, μέ κύρια εὐθύνη τοῦ ἄντρα. Γιά ἕνα φεγγάρι ἡ αὐτοκτόνος εἶχε ἐρωτικές σχέσεις μέ τό ἄντρα ἑνός γειτονικοῦ ζευγαριοῦ. Ἐνῶ ἡ κόρη αὐτοῦ τοῦ γειτονικοῦ ζευγαριοῦ, πού ἦταν συνομήλικη καί φίλη μέ τήν κόρη τοῦ ἀρχιτέκτονα, μπαινόβγαινε στό σπίτι τῆς φίλης της… Ὅλο τό διήγημα, πού πιάνει 20 σελίδες, δίνεται μέ εὑρηματική πλοκή καί ἀντίστοιχη ἀληθοφάνεια.

Μέσα ἀπό τά παραπάνω διηγήματα φαίνεται ὁ προβληματισμός τῆς συγγραφέας ἀναφορικά μέ τήν κρίση τῶν συζυγικῶν σχέσεων καί τοῦ γάμου γενικότερα. Ὁ ἴδιος προβληματισμός γίνεται αἰσθητός ὡς ἕνα βαθμό καί σέ ἄλλα κείμενα τοῦ τόμου. Ἄν διακρίνω σωστά στίς διηγήσεις αὐτές λανθάνει, χωρίς νά προκύπτει θέμα μονομέρειας, μιά κάποια ἰδέα φεμινισμοῦ. Τό πρόβλημα πάντως τῶν συζυγικῶν σχέσεων εἶναι ὑπαρκτό. Καί πρέπει νά πῶ πώς, στό ζήτημα αὐτό, ἡ ἐρευνητική ματιά τῆς Κουντούρη δέν μένει στήν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων.

Τό κείμενο «Ὁ κατσαριδοκτόνος», δίνεται ἀπό τήν ὀπτική γωνία ἑνός ἔφηβου. Γόνου μιᾶς διαλυμένης οἰκογένειας, ὁ ὁποῖος ἀντιμετωπίζει ἔντονα ψυχολογικά προβλήματα. Πίσω ἀπό τήν ἀφελή ἀντίληψή του, σχετικά μέ τήν οἰκογένειά του, τίς παρέες του καί τό μέλλον του, κρύβεται τό δράμα τῆς οἰκογένειάς του καί τοῦ ἑαυτοῦ του. Εὔστοχη ἀφήγηση, δοσμένη μέ τό γλωσσικό ἰδίωνα τῶν σημερινῶν νέων.

Τό διήγημα «Ὄμορφη ζωή», πού δίνει τόν τίτλο στή συλλογή, μόλις ὀχτασέλιδο –τρίτο πρόσωπο, ἐξωκειμενικός ἀφηγητής-, ἔχει ὑφή μᾶλλον περιληπτική, ὑφή τοῦ «λέω» καί ὄχι τοῦ «δείχνω». Γεγονός ὄχι τόσο θετικό γιά τήν ἀγηγηματική του ἀποτελεσματικότητα. Ἄν ἔχει κάτι τό σωστικό  εἶναι τό εἰρωνικό πνεῦμα πού τό διέπει. Ἰδιαίτερα ὁ λόγος τοῦ κηπουροῦ, μετά τόν ἀνώδυνο, ξαφνικό, θάνατο τοῦ χήρου στρατηγοῦ στήν πολυθρόνα πάνω στή βεράντα του: ««Τί ὄμορφος θάνατος», ἀκούστηκε νά λέει ὁ κηπουρός στή γυναίκα του, τήν ὥρα πού ᾿ρθαν νά τόν πάρουν [τόν νεκρό]. «Ὄμορφη ζωή κι ὄμορφος θάνατος, χωρίς νά καταλάβει τίποτα πῆγε ὁ στρατηγός»». Ὁ κηπουρός μ᾿ αὐτά τά λόγια θέλει νά μακαρίσει τό στρατηγό. Ὅμως, εἰρωνικά, τά ἴδια λόγια φανερώνουν πόσο ρηχή  στάθηκε ἡ ζωή τοῦ στρατηγοῦ.

Τά δυό τελευταῖα διηγήματα, «Νάρκη» καί «Χειμωνιάτικο ταξίδι», εἶναι τά πιό σύντομα καί θά ᾿λεγα τά πιό ἀσήμαντα τοῦ τόμου. Δέν νομίζω πώς προσθέτουν τίποτα στό ὅλο ἔργο καί μᾶλλον μοιάζουν περιττά.

Ἄφησα ἀσχολίαστα ὥς τώρα τά διηγήματα «Ἕνας φίλος» καί «Θά ᾿θελα νά μέ λένε Δαλιδά». Καί στά δυό ἔχουμε πρῶτο πρόσωπο κι ἐνδοκειμενικό ἀφηγητή.

Στό πρῶτο ὁ σπουδαγμένος κι εὐκατάστατος ἀφηγητής ἐπιστρέφει στή γενέτειρά του, μιά ἐπαρχιακή πόλη. Ἐκεῖ συναντάει τόν φίλο του, γείτονα καί συμμαθητή του στά νεανικά χρόνια, Ὀρέστη Π. «Θά πρέπει νά πῶ», διηγεῖται, «ὅτι ὁ Ὀρέστης Π. ἦταν ἀπό μικρός ἕνας ἰδιόρρυθμος ἀλλά πολλά ὑποσχόμενος χαρισματικός τύπος.» Κράση φανατικά καλλιτεχνική, ἔβγαλε νωρίς ποιητικές συλλογές, ἄκουγε μουσική, διάβαζε ἐξωσχολικά βιβλία κι ἔτρεχε νά δεῖ θεατρικές παραστάσεις, πού τόν ἐνδιέφεραν, ὅπου κι ἄν γίνονταν. Μπῆκε στή Φιλοσοφική Σχολή χωρίς φροντιστήρια, τελείωσε, δέν διορίστηκε στό δημόσιο καί ζοῦσε σάν τά πετεινά τ᾿ οὐρανοῦ… Ὁ ἀφηγητής, καθώς τόν βλέπει τώρα ἀπροσδόκητα κουρασμένο καί γερασμένο, τόν ρωτάει ἄν εἶναι καλά. Ἐκεῖνος ἀπαντάει: «Ἀπό ὑγεία ναί». Στήν ἐρώτηση πάλι τοῦ ἀφηγητῆ: «Τί ἀπόγινε λοιπόν ἡ Φοίβη;» -ὁ τελευταῖος ἐρωτικός δεσμός τοῦ Ὀρέστη. Ἀπαντάει πώς δέν τά πήγαιναν καλά καί τά χάλασαν. Κι ὅταν ὁ ἀφηγητής ἀποφαίνεται: «Γλίτωσες, φίλε μου». Ἐκεῖνος διαφωνεῖ: «Δέν γλίτωσα ἐγώ, αὐτή γλίτωσε. […] Ἦταν ἀκριβῶς ὅ,τι γύρευα , μόνο δέν εἶχα τήν ὡριμότητα νά τό καταλάβω. […] κι ὅταν κάποια στιγμή μοῦ ζήτησε νά δεχτῶ μιά δουλειά πού μοῦ πρότειναν, γιά νά μπορέσουμε νά ζήσουμε πιό ἀνθρώπινα, τήν ἔδιωξα λέγοντάς της πώς ἐγώ ζῶ μόνο γιά τό γράψιμο καί πώς μόνο τό γράψιμο εἶναι ἡ ζωή μου.» Ὁ Ὀρέστης Π. ζεῖ σχεδόν ἄφραγκος καί παραγνωρισμένος στήν ἐπαρχιακή του γενέτειρα. Ἡ ἀπόπειρα τοῦ φίλου του ἀφηγητῆ νά τοῦ κόψει ὡς δῶρο μιά ἐπιταγή, δέν γίνεται δεκτή. Ἁπλῶς φεύγοντας τόν διορθώνει γιά τό ὄνομα τῆς ἐρωμένης του. «Σόνια. […] Δέν τήν ἔλεγαν Φοίβη. Σόνια τή λέγανε.» Αὐτό τό τό ἐννεασέλιδο ἀφήγημα εἶναι ἀπό τά καλύτερα τοῦ βιβλίου. Ἡ ἰδέα δέν εἶναι ἐντελῶς πρωτότυπη, μιά καί τό θέμα τοῦ ἀσυμβίβαστου καί δοσμένου, χωρίς ὅρους, στήν κλίση του ἀνθρώπου, ἔχει ἀπασχολήσει μέχρι σήμερα πολλούς λογοτέχνες. Δέν λείπουν ἄλλωστε τά παραδείγματα κι ἀπό ἀνθρώπους τοῦ συναφιοῦ. Πρωτότυπη εἶναι στήν περίπτωση τῆς Κουντούρη ἡ πραγμάτευση τοῦ θέματος. Ἀπό τήν πλευρά ἰδίως πού, μεταξύ ἄλλων, βάζει στήν ὑπόθεση τήν πλάνη τοῦ Ὀρέστη Π. ὡς πρός τήν ἰδιαιτερότητα καί τήν ἀξία τῆς Σόνιας. «Μιά ζωή» λέει «ἀναζητοῦσα τήν εὐτυχία στίς ἀπέναντι πόρτες». Ὅπως βέβαια καί πολλοί ἄλλοι στόν κόσμο μας. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ὁ Ὀρέστης ἔχει ἐπίγνωση ὅτι ζεῖ σύμφωνα μέ τόν τρόπο πού τοῦ ταιριάζει καί δέν διαμαρτύρεται. «Μήν ἔχεις ἔννοια, μιά χαρά τά περνάω», λέει στό φίλο του.

Τό δεύτερο ἀπό τά δυό, τό «Θά ᾿θελα νά μέ λένε Δαλιδά», ἐκτυλίσσεται πάλι σέ μιά ἐπαρχιακή πόλη. Ἕνας φτασμένος, ἀπό τήν ἄποψη τῆς ἀναγνώρισης, πεζογράφος φτάνει στήν παραθαλάσια γενέτειρά του, στό Βόλο ἄς ποῦμε, γιά νά παρουσιάσει τό τελευταῖο του βιβλίο. Ἡ παρουσίαση, ἀντίθετα ἀπό τίς προβλέψεις του, δέν πῆγε καθόλου καλά. Κουρασμένος ἀπό τήν πολύωρη ὁδήγηση, τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου, ἀπό ὅ,τι ἀκολούθησε καί ἀπογοητευμένος, πῆγε τά μεσάνυχτα στό παραθαλάσσιο ξενοδοχεῖο του νά κοιμηθεῖ. Τό πρωί θά εἶχε πάλι ὁδήγηση πρός τήν πρωτεύουσα. Μιά στιγμή προτοῦ ξαπλώσει χτύπησε ἡ πόρτα τοῦ δωματίου του καί εἰσέβαλε μέσα «μιά μικροσκοπική νεαρή κοπέλα μέ ἀγορίστικα κοντοκομμένα μαλλιά καί ἀσουλούπωτα φαρδιά ροῦχα.» Κάθισε ἀμέσως στή μοναδική πολυθρόνα τοῦ δωματίου, ζήτησε ἕνα διπλό οὐίσκι, καί πιωμένη, ὅπως ἦταν ἤδη, ἄρχισε νἀ μιλάει μέ διακοπές καί συνέχειες, σάν νά μεσολαβοῦσαν κενά σκέψης, καί χωρίς νά δίνει πολύ σημασία στήν κατάστη τοῦ συγγραφέα, πού ἦταν κουρασμένος καί νύσταζε. «Ἔχω διαβάσει ὅλα τά βιβλία σας.» Ἄρχισε νά λέει. «Δέν ἀνταποκρίνεστε στήν εἰκόνα πού εἶχα σχηματίσει μέσα μου γιά σᾶς. Καί οὔτε μέ ἔπεισαν οἱ ἀπαντήσεις πού δώσατε στά ἐρωτήματα πού σᾶς ἔθεσαν [κατά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου]. Δέν ἔμοιαζαν εἰλικρινεῖς. […] Σέ κάποια ἀπ᾿ τά πρῶτα διηγήματά σας μοῦ ᾿χατε δώσει τήν ἐντύπωση ὅτι εἶστε παιδεραστής. […] Σέ κάποια ἄλλα πάλι μοῦ φανήκατε ὁμοφυλόφιλος. […] Ἄς πάρουμε συγκεκριμένα τή Δαλιδά σας, γράφετε γιά λογαριασμό της σέ πρῶτο πρόσωπο, ὅμως εἶναι ὁλοφάνερο, φίλε μου, πώς δέν τήν ξέρετε, δέ σᾶς πέρασε οὔτε στιγμή ἀπ᾿ τό μυαλό νά βγεῖτε στούς δρόμους καί στά καταγώγια πού λέτε πώς συχνάζει γιά νά τή βρεῖτε, νά τῆς μιλήσετε. Ἀκόμη καί τήν ὥρα πού διαβάζατε, ἄν βλέπατε τήν ἔκφρασή σας… […] ὄχι, ὄχι, δέν εἶστε καθόλου πειστικός σάν Δαλιδά. Καμιά αὐθεντικότητα. Καμιά σχέση μέ τίς παλιές σας διηγήσεις. […] Θαρρεῖτε λοιπόν πώς εἶστε γνώστης τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ἔτσι δέν εἶναι; […] Θαρρεῖτε πώς γνωρίζετε σέ βάθος τούς ἥρωές σας, πώς ἐλέγχετε τίς ἀντιδράσεις τους, τίς λειτουργίες τῆς ψυχῆς τους… Ἔχετε ἕτοιμες λύσεις καί ἀπαντήσεις γιά ὅλα. [… ] Τούς ἥρωές σου δέ θά πρέπει νά τούς μεταχειρίζεσαι, ὅπως θέλεις ἐσύ. […] Πρέπει νά τούς ἀφουγκράζεσαι, ν᾿ ἀφήνεσαι νά σέ ὁδηγοῦν αὐτοί. Κι ἄν θές, στ᾿ ἀλήθεια, νά ξέρεις, θά μ᾿ ἄρεσε πάρα πολύ μιά ἱστορία χωρίς τέλος. […] Ἀναρωτιέμαι τί σ᾿ ἔκανε νά μιλήσεις σέ πρῶτο πρόσωπο γιά μιά γυναίκα. […] Ἱστορίες γυναικείας κακοποίσης, ἀκαδημαϊκά δοσμένες, μέ τό γάντι, μέ τό σᾶς καί μέ τό σεῖς… μέσ᾿ ἀπό σελοφάν, πίσω ἀπό μιά σταθερή ἀπόσταση ἀσφαλείας. Ἀπ᾿ τήν ἀναπαυτική πολυθρόνα τοῦ γραφείου σου. Ἔχεις ἀλήθεια  ἰδέα τί σημαίνει γυναικεία κακοποίηση; Ἔτη φωτός ἀπέχεις… «Θά σέ γαμήσουμε, παλιοκλέφτρα. Μᾶς τρῶτε τό βιό μας», φώναζαν οἱ τύποι στή γυναίκα τοῦ Ἀλβανοῦ, ποῦ ᾿χε πέσει πάνω του κι ἔκλεγε. […] Τά ἀπέγινε στ᾿ ἀλήθεια ἡ παλιά μαγκιά σου; […] Τήν ἄφησες στήν ἄκρη, τήν ξεπούλησες κι αὐτή γιά νά σοῦ δώσουν τήν πανεπιστημιακή ἕδρα;.. Εἶχαν αἷμα τά πρῶτα σου βιβλία…» Ἡ νεαρή κοπέλα γιά ὅ,τι ὑποστηρίζει ἀποσπασματικά, χρησιμοποιεῖ στοιχεῖα, τόσο ἀπό τό ἔργο τοῦ συγγραφέα, ὅσο καί ἀπευθείας ἀπό τή ζωή. Στό τέλος ἀπό τό πολύ πιοτό κάνει ἐμετό. Ἔπειτα ζαλισμένη καί μισοκοιμισμένη ξαπλώνει στό κρεβάτι καί τοῦ ζητάει νά τῆς τό παραχωρήσει. Ἐκεῖνος τῆς τό παραχωρεῖ, παίρνει τό αὐτοκίνητό του καί ξεκινάει μέσα στή νύχτα γιά τήν ἐπιστροφή στήν ἕδρα του.

Εἶναι μέσα στόν κανόνα τῶν λογοτεχνικῶν κειμένων νά παρουσιάζουν κάπου, μέ κάποιον τρόπο, ὁρισμένη κρίσιμη καμπή. Ἐκεῖ πού ὑπάρχει μιά Α κατάσταση καί προκύπτει ἀπροσδόκητα μιά Β. Στό διήγημα «Θά ᾿θελα νά μέ λένε Δαλιδά» ἡ ἀνατρεπτική καμπή πραγματοποιεῖται μέ τήν ἀπρόοπτη εἰσβολή τῆς νεαρῆς κοπέλας στό δωμάτιο τοῦ ξενοδοχείου, ὅπου ἑτοιμαζόταν νά κοιμηθεῖ ὁ συγγραφέας. Μέ τά λεγόμενά της ἡ κοπέλα αὐτή θέτει τό ζήτημα τῆς συγγραφικῆς συμμετοχῆς στά ἔργα τοῦ συμπολίτη της πεζογράφου. Κατά τρόπο πού μέ τά λόγια καί τήν ὅλη στάση της νά προκαλεῖ ἀμηχανία στόν ἀκροατή της. Ἡ παρουσία της σήμαινε οὐσιαστικά τό ξεγύμνωμα τοῦ πεζογράφου ἀπό τόν προσχηματικό του λόγο. Ἧταν σάν νά μπῆκε μέσα στό σωμάτιο ἡ ἴδια ἡ πραγματικότητα τοῦ δρομου καί τῆς ἀγορᾶς μέ τό ἀφτιασίδωτο πρόσωπό της. Ἔτσι πού ἡ ὅποια εὐγενική ἤ καί ἁπλῶς ἀνεκτική συμπεριφορά τοῦ συγγραφέα νά μοιάζει ἐκτός κλίματος καί κάλπικη. Ἡ ἰδέα τῆς συγγραφικῆς ἀναντιστοιχίας πρός τήν πραγματικότητα εἶναι θέμα πολυσυζητημένο. Ἡ ἐπιτυχία τῆς Κουντούρη στό συγκεκριμένο διήγημα εἶναι ὅτι δέν ἀγγίζει καθόλου τό ζήτημα θεωρητικά, ἔχοντας μοναδικό στόχο τό νά δώσει ἁπλῶς ἕνα ἐπεισόδιο. Ἕνα ἐπεισόδιο ἀπό τό ὁποῖο μπορεῖ νά ὁδηγηθεῖ κανείς στίς παραπάνω σκέψεις. Κατά τή γνώμη μου αὐτό τό δεκαοχτασέλιδο διήγημα, πού εἶναι σάν γροθιά στήν συγγραφική ὑποκρισία, εἶναι τό καλύτερο τῆς συλλογῆς. Πολύ κοντά του ὅμως στέκονται μέ ἀξιώσεις καί ἀρκετά ἄλλα τοῦ τόμου. Ὅπως τά «Ἕνας φίλος», «Μοιραῖες ἕλξεις», «Σᾶς εἶδα», «Ὅποια κι ἄν εἶστε», «Οἰκογενειακές σχέσεις», «Ὁ κατσαριδοκτόνος».

Συνολικά τό Ὄμορφη ζωή ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς καλύτερες στιγμές στή συγγραφική σταδιοδρομία τῆς πεζογράφου.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 44, Ἰούνης 2008.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας. Bookmark the permalink.