Γιάννης Καισαρίδης: Μισάντρα (Διηγήματα, Κέδρος, Ἀθήνα, 2005).

Εἶναι τό τρίτο βιβλίο μέ διηγήματα τοῦ Καισαρίδη, μετά τό Χρονικό μιᾶς πρεμιέρας (Ἐξάντας, 1997) καί τό Συναντήσεις καί ἐνοχές (Κέδρος,  2000). Καί τό ὀγκοδέστερο. Ἀπαρτίζεται ἀπό 15 πεζά, ἀπό τά ὁποῖα τό πιό μικρό («Θηλαία ἅλως») ἔχει ἔκταση μιᾶς σελίδας καί τό πιό μεγάλο («Μισάντρα») ἑκατόν δύο σελίδων. Εἶναι μιά πρακτική τοῦ πεζογράφου νά βάζει σέ κάθε συλλογή του ἕνα κείμενο κατά πολύ ἐκτενέστερο ἀπό τἀ ὑπόλοιπα. Στό Χρονικό μιᾶς πρεμιέρας ἦταν ὁ «Δρόμος μέ τά κεραμίδια», στό Συναντήσεις καί ἐνοχές ἦταν «Τά γενέθλια» καί τώρα, στό τελευταῖο βιβλίο του, τό ὁμώνυμο «Μισάντρα». Ἀπό τά περιεχόμενα  τοῦ τόμου, ἄν ἐξαιρέσουμε τρία («Ὑπό τά ὅπλα», «Εἴμαστ᾿ ἰδῶ ἀπ᾿ τό Νησί, μέ τά ροῦχα, ἔτσ᾿, οὐδιετσ᾿!», «Τό ἐνυδρεῖο») πού εἶναι συνταγμένα σέ πρῶτο πρόσωπο καί δίνονται ἀπό ἐνδοκειμενικό ἀφηγητή, τά ὑπόλοιπα εἶναι συνταγμένα σέ τρίτο πρόσσωπο καί δίνονται ἀπό ἐξωκειμενικό ἀφηγητή. Ὡς πρός τή σύνθεση προέχει ἡ χρονολογική διάρθρωση τοῦ ὐλικοῦ, μέ συχνές ὅμως συνειρμικές παρεμβολές καί χρονικά μπρός πίσω ἅλματα.

Ἀπό ἄποψη σχολῆς ὁ Καισαρίδης κινεῖται ἐλεύθερα ἀνάμεσα στό ρεαλισμό, στό συμβολισμό καί κυρίως στό μοντερνισμό. Μέ τό μοντερνισμό σχετίζεται καί ὁ εἰδικότερος προσανατολισμός του πρός τίς ὑπερφυσικές ἐκδοχές τῶν παραμυθιῶν καί τούς ἐνορατικούς διαλογισμούς τοῦ Πεντζίκη. Γι᾿ αὐτή τήν ἰδιαίτερη τάση του θά μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νά μιλήσω παρακάτω μέσα ἀπό τά ἴδια τά κείμενα. Ἄς πῶ ὅμως ἀπό τώρα πώς ἡ ὀργανική σχέση τοῦ πεζογράφου  μέ τόν ὑπερβατικό τρόπο τῶν παραμυθιῶν καί τοῦ Πεντζίκη συνθέτει σέ μεγάλο βαθμό τήν ἰδιοτυπία τῆς γραφῆς του.

Ἡ ἀνθρωπογεωγραφία τοῦ Μισάντρα, ὅπως καί τῶν προηγούμενων συλλογῶν, συνδέεται μέ τήν πόλη στήν ὀποία ζεῖ ὁ συγγραφέας: τή Βέροια καί ἰδιαίτερα τό ἱστορικό της κέντρο. Ἐκεῖ, μέσα στούς στενούς δρόμους καί ἀνάμεσα ἀπό τίς βυζαντινές ἐκκλησιές, κινοῦνται οἰ βασικοί ἀφηγηματικοί χαρακτῆρες. Ἄνθρωποι κυρίως λαϊκῆς προέλευσης, δεμένοι μέ τό παρελθόν, στόν κόσμο τῶν ὁποίων, ὅπως καί στήν ἴδια τήν πόλη, εἰσβάλουν τά σύχρονα βάρβαρα μέσα καί ἤθη. Ἤδη μέ τά τρία βιβλία του ὁ Καισαρίδης ἔχει δώσει μέ ἀρκετή εὐκρίνεια τή φυσιογνωμία τῆς γενέτειράς του. Ἕνας ἀκόμα πεζογράφος ἐπαρχιακῆς πόλης πού φιλοτεχνεῖ τήν σύνθετη εἰκόνα της. Πρέπει ὡστόσο νά πῶ ὅτι ὁρισμένα κείμενα τοῦ Μισάντρα, ἀλλά καί τῶν προηγούμενων συλλογῶν, τοποθετοῦνται στήν εὐρύτερη περιοχή τοῦ νομοῦ καί ὄχι μέσα στή Βέροια.

***

         Ἀπό τά ρεαλιστικά κείμενα θά ξεχώριζα τό «ντομεθέν», τό «Εἴμαστ᾿ ἰδῶ ἀπ᾿ τό Νησί, μέ τά ροῦχα, ἔτς᾿, οὐδιέτς᾿!» καί «Τ᾿ ἀναγαίου».

Τό πρῶτο, τό «Ντομεθέν», εἶναι ἕνα διήγημα τριῶν σελίδων καί κάτι, ἀπό τά ἀρτιότερα καί εὐστοχότερα τῆς συλλογῆς. Πρόκειται γιά ἕνα κοριτσάκι μιᾶς Ἀλβανίδας μετανάστριας πού ἐργάζεται ὡς κρυφή πόρνη. Τό κοριτσάκι, στήν ἡλικία τοῦ Δημοτικοῦ, ὀργανώνει τόν κόσμο του ἀμυντικά ἀπέναντι στό περιβάλλον του. Ἀποσύρεται στή μοναξιά του καί προσπαθεῖ, ὅσο γίνεται, νά μείνει ἀπαρατήρητη γιά τόν ἄλλο κόσμο. Χαρακτηριστική ἀντίδραση, γιά ὅ,τι ἀόριστα αἰσθάνεται, εἶναι νά τρίβει μέ τό νύχι της ἕνα σπασμένο τζάμι παραθυριοῦ μέχρι ματώματος καί νά τρώει τά ρινίσματα. Στό δρόμο ὅταν κάποτε σηκώνει τό κεφάλι προτιμάει νά γκαβίζει γιά νά μή βλέπει ἴσια κατάματα τόν ἄλλο κόσμο οὔτε νά τή βλέπουν. Ὅλο τό κείμενο δίνεται ἀπό τήν ὀπτική γωνία αὐτοῦ τοῦ κοριτσιοῦ, ἀπό ἐξωκειμενικό ἀφηγητή (παντογνώστη), θυμίζοντας τήν ἀνάλογη περίπτωση τοῦ «Μέ τή φυρονεριά» τοῦ Δημήτρη Χατζῆ. Μέ τή διαφορά πώς ἐκεῖ, στό διήγημα τοῦ Χατζῆ, κεντρικά πρόσωπα εἶναι δυό ἀγοράκια μιᾶς πόρνης -ὄχι μετανάστριας- ἐπίσης.

Τό δεύτερο ἀφορᾶ τά ὅσα λέει, σέ δικό της πρόσωπο, μιά χωριάτισα γιά τό φονικό τοῦ ἄντρα της. Πῶς τόν ἔπιασαν αὐτόν καί ἄλλους τέσερις καί πῶς σέ τρεῖς μέρες τούς ἐκτέλεσαν σ᾿ ἕνα ἄλλο χωριό. Φονιάδες μιά ὁμάδα ἀκροδεξιῶν τόν Αὔγουστο τοῦ 1944. Τό διήγημα ἔχει τήν ἴδια ἔκταση καί τήν ἴδια ἀρτιότητα μέ τό προηγούμενο. Εἶναι ἐπίσης ἐξίσου λιτά δοσμένο, ἀλλά σέ ἰδιωματική ντοπιολαλιά. Σπουδαία ἀρετή του, πέρα ἀπό αὐτά, ἀποτελεῖ ἡ χωρίς αἰσθηματολογικό τόνο καί πολιτική θέση, ἀπόδοση τοῦ περιστατικοῦ. Ἡ γυναίκα πού μιλάει ἐκθέτει μέ σπάνια ἁπλότητα καί ἀκρίβεια αὐτά πού ξέρει, σέ πρῶτο γραμματικό πρόσωπο. «Τούν παππούς  τούν βρῆκαν ἔκαμνιν κουρείου, τούν μισό τούν ἄφσεν ἀκούρηυτον, ἀξούρστον, τούν πῆραν, ἄκουγα, δέν τούν εἶδα. Τούν εἶδα μόνον ἰκεῖ πού τς σκότωσαν καί πήγαμι νά τς πάρουμι, τς σήκωσάμι ὅλους καί μᾶς εἶπαν αὐτός εἶνι κουρές, ἰδῶ εἶν᾿ ἡ Τρικαλινός, ἀπού κεῖ εἶν᾿ ἡ Καραγιάννς, τ ἀγνουρίσαμι, Σαλιάρας ἡ Βασίλς, ἡ δικός μ᾿, εἶν᾿ ἰδῶ, κι ἀπού κεῖ ἡ Θόδωρους ἡ Χαλάτσης…»

Τό τρίτο, «Τ᾿ ἀναγκαίου», μᾶλλον ὑστερεῖ ποιοτικά ἔναντι τῶν δύο προηγούμενων. Δέν παύει ὅμως νά στέκει κι αὐτό σέ ἱκανοποιητικό ἐπίπεδο. Στά θετικά του εἶναι ὅτι θέτει ἕνα σοβαρό ζήτημα τῶν ἡμερῶν μας: Τή βάναυση συμπεριφορά τῶν σύγχρονων μορφωμένων καί «πολιτισμένων» γόνων ἀπέναντι στούς ὑπέργηρους γονεῖς τους. Τό ἴδιο ζήτημα τό θέτει ὁ συγγραφέας καί στό κείμενο «Θηλαία ἅλως».
Στά ρεαλιστικά διηγήματα τοῦ τόμου ἀνήκουν ἐπίσης τό «’Εγνατία ὁδός» καί τό «Τά ρουχαλάκια τῆς Χαρᾶς». Τό τελευταῖο κάπως ἀταίριαστο ἀνάμεσα στά ἄλλα, γιά τόν παρωχημένο ἠθογραφικό προασανατολισμό του καί τόν ἀνεκδοτολογικό χαρακτήρα  του.

Ἀπό τά ἐνορατικά-υπερβατικά περιεχόμενα θά ξεχώριζα τά «’Ιλύς τοῦ χρόνου», «Πέντι κεφαλάθ, τέθθεριθ ἀναπνοάθ» καί «Τό ἐνυδρεῖο».
Στό πρῶτο, ἕνα ὀρφανό ἀγόρι τοῦ δρόμου, ὁ Χρίστος, τή μέρα τῶν Φώτων παίρνει μέρος στόν κολυμβητικό ἀγώνα γιά τήν εὕρεση τοῦ σταυροῦ, πού ρίχνεται ἀπό τό Δεσπότη στό γειτονικό ποτάμι τῆς πόλης. Προτοῦ ὅμως πέσει στά παγωμένα νερά, ὄντας «μεσάζων στό ἀόρατο», βλέπει αὐτά πού δέν βλέπουν οἱ ἄλλοι. Βλέπει τό σιδερένιο σταυρό πού ρίχνει ὁ Δεσπότης νά γίνεται σταυροπούλι καί νά κάνει προσκλητήριο νεκρῶν καί ἀγέννητων. Ἀνάμεσα σέ ἄλλους νεκρούς καί τριῶν ἀκήδευτων ἀνταρτῶν, στενῶν συγγενῶν τοῦ Χρίστου. Ἔπειτα τό σταυροπούλι βουτάει στά νερά σάν ἁπλός σταυρός καί ὁδηγεῖ τό παιδί στά σημάδια τῆς διαλυμένης οἰκογένειάς του. Στό τέλος τό παιδί πιάνει τό σταυρό καί τόν βγάζει ἔξω μέ τήν κρυφή ἐπίδα νά τύχει, ἀνάμεσα στίς γυναῖκες πού θά τόν φιλήσουν, νά ᾿ναι κι ἡ χαμένη πιά μάνα του… Ὅλα αὐτά τά θυμᾶται ὁ Χρίστος, πολλά χρόνια ἀργότερα, σέ ἄλλα Φῶτα πολύ διαφορετικά. Τό κείμενο, μέ κορυφαία στιγμή τήν εἰκόνα τῶν ἀκήδευτων ἀνταρτῶν, ἔχει σαφῶς ποιητική ὑφή καί ὡς ἕνα βαθμό δοξαστικό τόνο.

Τό δεύτερο, «Πέντι κεφαλάθ, τέθθεριθ ἀναπνοάθ», ἀναφέρεται σέ μια «μυλήφατη» γυναίκα. «.., κόρη μυλοθροῦ, σύζυγος φούρναρη, μιά ζωή στ᾿ ἀλεύρια, ἄτεκνος…» Αὐτή λοιπόν ἡ «μυλήφατη» γυναίκα παθαίνει ἐγκεφαλικό πάνω ἀπό τή σκάφη της μέ ἀποτέλεσμα νά ἀποτυπωθεῖ τό πρόσωπό της στό ζυμάρι. Ὁ ἄντρας της κάνει τό ἀποτύπωμα μήτρα καί βγάζει ψωμιά μέ τή μορφή της… Ὅταν ἡ φουρνάρισα γύρισε ἀπό τό νοσοκομεῖο ζωντανή, «ἔγινε ἀφιλοσκόπος τοῦ περίγελου. Μιλώντας γλώσσα ἀκατάληπτη, φτιαγμένη ἀπό λόγια τῆς ἀλεστικῆς καί τοῦ καμινιοῦ, ξομπλιάζουσα μέ τό στόμα της ὅλους καί ὅλα, υἱοθετώντας βασική ἰδιότητα τοῦ ψωμιοῦ της, ἔβγαζε τ᾿ ἄπλυτα στή φόρα, τῆς ψυχῆς, τῆς ὑποκρισίας· κριτής τῆς πόλης.» Μέ τά τσεβδά λόγια της, αὐτή πού ἦταν ἕνα μέ τή σκάφη της, τώρα τά ᾿λεγε ἔξω ἀπό τά δόντια. Τό τέλος ἀπροσδόκητο: ὅταν ἡ φουρνάρισα, σέ μιά νέα κρίση, πεθαίνει καί ἐνταφιάζεται, ὁ ἄντρας της τήν ξεθάβει μπαίνει μαζί της στό φοῦρνο καί ἀπανθρακώνεται… Τό διήγημα, παρόλο τόν ὑπερβατικό χαρακτήρα του, δέν εἶναι ὁλωσδιόλου ἀπαλλαγμένο ἀπό παπαδιαμαντικά καί γενικότερα ἠθογραφικά στοιχεῖα.

Τό Τρίτο, «Τό ἐνυδρεῖο», ἀφορᾶ τήν περίπτωση ἐνός ἐγκεφαλικοῦ ἐπεισοδίου πάλι, μέ μοιραία κατάληξη (ὁ θάνατος, ὅπως καί στά προηγούμενα βιβλία τοῦ Καισαρίδη, ἔχει καί στό Μισάντρα τήν τιμητική του). Μανία τοῦ μεταστάντος τό ἐνυδρεῖο πού διατηρεῖ. Ἤδη τό συντηροῦν ἡ γυναίκα του μέ τή μάνα της, ἄν καί μένουν πιά σέ γειτονικό σπίτι. Ἴσως μιλοῦν μάλιστα μέ τά ψάρια. Ἄλλωστε ὁ μακαρίτης «καταλήγει – μετά τά σαράντα του -, χωρίς νά τό ἀντιληφθεῖ κανείς, ἀγγελόψαρο μέσα στό ἐνυδρεῖο. Ὁ κύριος ἀφηγητής τοῦ κειμένου μένει στό διπλανό διαμέρισμα, συμμετέχει ὡς ἕνα σημεῖο, παρακολουθεῖ καί ὑποθέτει τά γεγονότα. Τό διήγημα αὐτό, πού μᾶλλον πεντζικίζει, δέν νομίζω ὅτι εὐστοχεῖ ἐξίσου μέ τά δύο προηγούμενα.

Στήν ἴδια κατηγορία ἀφηγημάτων ἀνήκει τό «Φυτολόγιον», πού ἐπίσης πεντζικίζει, τό «᾿Αντύμα» καί σχετικά τό «Ὑπό τά ὅπλα».

Ὅπως ἔχω ἤδη πεῖ τό ἐκτενέστερο γραφτό τῆς συλλογῆς εἶναι τό «Μισάντρα». Μέ τό «Μισάντρα» προκύπτει ἕνα εἰδολογικό ζήτημα. Εἶναι βέβαια ἕνα κείμενο, πεζό. Ὅμως ἔχει δομή μᾶλλον κινηματογραφικοῦ σεναρίου. Λέω μᾶλλον γιατί ἕνα σενάριο περιέχει ὅ,τι μπορεῖ νά παρουσιαστεῖ ὡς εἰκόνα, ἦχο καί λόγο. Στό «Μισάντρα» ὡστόσο ἔχουμε καί στοιχεῖα πού δέν ἀνήκουν στά παραπάνω (συναισθήματα, σκέψεις, διαθέσεις, κ.λπ., παρουσιασμένες ἀπό παντογνώστη ἀφηγητή καί ἄρα ὄχι κινηματογραφήσιμες). Τί εἶναι τὀ «Μισάντρα»; Ἄς ποῦμε εἶδος μικτό· δέν ἔχει πολλή σημασία.

Ἡ ὅλη σύνθεση ἀπαρτίζεται ἀπό ὀχτώ μέρη, ἐπιγραφόμενα μέ τή χρονολογία στήν ὁποία ἀναφέρονται τά ἀνιστορούμενα. Εἶναι τά ἀκόλουθα: (α) «Στά μέσα τῆς δεκαείας τοῦ 1980», (β) «Τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1940», (γ) «Καλοκαίρι τοῦ 1940», (δ) «Καλοκαίρι το 1943». (ε) «Φθινόπωρο τοῦ 1943», (στ) «Στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1910», (ζ) «Στά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1980», (η) «Παραμονή Πρωτοχρονιᾶς τοῦ 1999».

Τό (α), πού εἶναι τό ἐκτενέστερο (34 σελίδες), ἀφορᾶ κυρίως δύο ἐπεισόδια. Τό «φονικό» καί τή διαδρομή μέσα στήν πόλη τῆς Μαντζίκαινας μέ τήν μικρή Ἑλενίτσα καί τήν κόρη τοῦ Ζαχαροπλάστη. Τό «φονικό» γίνεται ἀπό δυό ἔφηβους πού μαχαίρωσαν ἕναν λίγο μεγαλύτερό τους, ὁ ὁποιος δέχτηκε νά τούς ἐξυπηρετήσει μέ τό  αὐτοκίνητό του. Ἡ πορεία τῆς Ματζίκαινας μέ τά δυό κορίτσια γίνεται ἀπό τήν παλιά πόλη πρός τή νέα -μιά πορεία μέ πεντζικικό ἄρωμα. Πρέπει νά σημειωθεῖ ἐδῶ πώς αὐτά τά δυό ἐπεισόδια ἀποτελοῦν κατά  τά ἐννιά δέκατα ἀντιγραφή, σχεδόν κατά λέξη, τοῦ κειμένου «Ο δρόμος μέ τά κεραμίδια» πού εἶχε δημοσιευτεῖ στό πρῶτο βιβλίο τοῦ Καισαρίδη [1]. Τά πρόσωπα ἔτσι, τά μέρη καί τά γεγονότα εἶναι τά ἴδια. Μέ τή διαφορά πώς τίς μάνες τῶν φονιάδων καί τοῦ θύματος τίς ὑποδυόταν στό «Δρόμο μέ τά κεραμίδια» ἡ Εὐμορφούλα, ἐνῶ στό «Μισάντρα» τίς ὐποδύεται ἡ κοπέλα πού κυνηγιέται, παίζοντας, μέ τά  τρία ἀγόρια. Ἐπίσης τώρα τόν ἀρχηγό τῆς ἀστυνομίας τόν ὑποδύεται ἕνα ἀπό τά τρία ἀγόρια. [2] Κι ἡ Ἑλενίτσα, πού στό «Δρόμο μέ τά κεραμίδια» ἦταν Ἀλβανάκι, τώρα εἶναι κόρη τῆς γριᾶς Μαντζίκαινας. Τό (α) μέρος τοῦ Μισάντα, συγκριτικά μέ τά ὑπόλοιπα ἑφτά, εἶναι, νομίζω, τό αἰσθητικά εὐστοχότερο.

Στό (β) μέρος μᾶς δίνεται μιά σύντομη εἰκόνα ἀπό τό πῶς ἦταν ἡ γειτονιά μπροστά στό ἀρχοντικό τῆς Εὐμορφούλας  «Στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1940».

Στό (γ) μᾶς δίνεται πάλι μιά σύντομη εἰκόνα τῆς ἴδιας γειτονιᾶς μέ τά Ἐβραίικα καταστήματα καί τόν κόσμο τους.

Στό (δ), ἡ ἴδια γειτονιἀ δυό χρόνια ἀργότερα, μέ τά μαγαζιά τῶν Ἐβραίων κλειστά καί τό «χαρακτηριστικό ἄστρο» στήν πόρτα τους. Τά παιδιά παίζουν ἀκόμα ἀμέριμνα.

Στό (ε), «Φθινόπωρο του 1943», ἐπιβίβαση τῶν Ἐβραίων ἀπό τούς Γερμανούς στό σιδηρόδρομο καί ἀναχώρηση… Τούς ξεπροβοδοῦν πολύ φιλικά ὁ Ζαχαροπλάστης καί ὁ μικρός ἀδερφός του.

Στό (στ) μέρος, πού ἔχει ἀρκετή ἔκταση, πηγαίνουμε πίσω «Στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1910». Χειμώνας. Στό σαλόνι τοῦ ἀρχοντικοῦ τῆς Εὐμορφούλας, ἡ ἴδια ἡ Εὐμορφούλα νεαρή, ἡ μεγαλύτερη ἀδερφή της Μάχη καί πίσω ἀπό ἕνα καφασωτό παράθυρο «τό ὁποῖο βλέπει στό ἐσωτερικό τῆς σάλας» ὁ βαριά ἄρρωστος ἀπό φυματίωση ἀδερφός τους Μερκούριος. Τό σπίτι ἔχει ἐπιταχθεῖ ἀπό τά στρατεύματα τῆς Ἀντάντ καί οἱ ἀξιωματικοί πού μένουν σ᾿ αὐτό βρίσκονται στό σαλόνι. Ἀρκετά φιλική ἀτμόσφαιρα καί προβολή τῆς ταινιούλας τῶν ἀδελφῶν Λιμιέρ («Ἡ ἄφιξη τῆς ἁμαξοστοιχίας στό σταθμό Λά Σιοτά»)». Ἀκολουθεῖ μιά δεύτερη προβολή ἀπό τήν ἄφιξη τῶν στρατευμάτων στήν πόλη. Κι ὕστερα, μέ ὑστερόβουλη πρωτοβουλία τοῦ Γάλλου στρατηγοῦ Κορντονιέ, κινηματογραφοῦνται τό περίτεχνα διακοσμημένο ταβάνι, τά βιτρώ, οἱ τοιχογραφίες, τά σεντούκια τοῦ σαλονιοῦ καί ὅ,τι ἄλλο καλλιτεχνικά ἀξιόλογο ἔχει τό σπίτι… Ἡ Εὐμορφούλα εἶναι ἐρωτευμένη μέ τόν  χειριστή τῆς κινηματογραφικῆς μηχανῆς, Γάλλο ὑπολοχαγό Ντιτρώ… Τό κεφάλαιο αὐτό παραπέμπει, τόσο μέ ὁρισμένες ἀναλογίες (ἐπαρχία, τρία ἀδέρφια, ἡ ἕλξη τῆς Θεσσαλονίκης, ἔλευση στρατοῦ, εὐγενικοί διαξιφισμοί, ἐρωτικά μπλεξίματα), ὅσο καί μερικά φραστικά μέρη, στό ἔργο τοῦ Τέχωφ Οἱ τρεῖς ἀδερφές. Τελικά, ἐνῶ ἡ κατάσταση τοῦ Μερκούριου γίνεται ἀπελπιστική, ὁ στρατός τῆς πόλης ἀναχωρεῖ τήν ἴδια ὥρα ἐσπευσμένα γιά ἄλλη περιοχή. Ἡ Εὐμορφούλα κάνει ἀπόπειρα αὐτοκτονίας, πέφτοντας ἀπό τά λιακωτό, καί σπάει τό πόδι της…

Θά ἔλεγε κανείς πώς ἔχουμε νά κάνουμε περισσότερο μέ ἕνα θεατρικό μονόπρακτο, παρά μέ καθαυτῆς ἀφηγηματικῆς ὑφῆς κεφάλαιο.

Στό (ζ) μέρος ἡ Εὐμορφούλα στό δωμάτιό της, γριά ἄκληρη, σακάτικη. Θυμᾶται τό Γάλλο ὑπολοχαγό πού εἶχε ἐρωτευτεῖ, κρατάει ἀκόμα τό μπουκαλάκι πού τῆς χάρισε τήν τελευταία στιγμή. Ἕνα μπουκαλάκι μέ ἄρωμα. Θυμᾶται τά πεθαμένα πιά ἀδέρφια της. Τούς Γάλλους πού μέ τήν πρόφαση τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν ξεγύμνωσαν τό σπίτι ἀπό τούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς του. Ἔχει παρέα τήν Ἀγγελάκη Ἀγγελική πού στό τέλος τή βοηθάει νά σαβανωθεῖ μέ τά μεταξωτά της πού ἔχει φυλαγμένα στά μισάντρα (ἐντοιχισμένες ντουλάπες)…

Τελευταῖο (η) μέρος. Τήν «Παραμονή Πρωτοχρονιᾶς τοῦ 1999» ἔχει προγραμματιστεῖ ἀπό τό Δῆμο τελετή γιά τόν ἐντοιχισμό στό ἀρχοντικό τῆς Εὐμορφούλας ἀναμνηστικῆς πλάκας. Τό ἀρχοντικό, πού πρίν νά πεθάνει ἡ Εὐμορφούλα τό χάρισε στό Δῆμο, προορίζεται γιά μουσεῖο. Ὅταν ἔρχεται ὁ δήμαρχος νά ἐκφωνήσει τό λόγο του βλέπει μπροστά στό ἀρχοντικό χαρτόκουτα μέσα στά ὁποῖα στεγάζονται μετανάστες καί ἐξοργίζεται. Πρίν προλάβει ὅμως νά ἀντιδράσει, μεσολαβεῖ ὁρισμένη παρεξήγηση: ὁ δημοσιογράφος τῆς τηλεόρασης, «ἐκτιμώντας λαθεμένα» τήν παρουσία τους, ἐκθειάζει τά χαρτόκουτα ὡς «ἰδιαίτερα ἐμπνευσμένη εἰκαστική ἐγκατάσταση…» Ἔτσι ὁ δήμαρχος προσαρμόζεται πρός αὐτή τήν ἐκδοχή καί ἐκφωνεῖ τόν δεκάρικό του…  Τό μέρος αὐτό, τό τελευταῖο, εἶναι, νομίζω, τό πιό ἀδύνατο τοῦ «Μισάντρα». Ἴσως ὁ συγγραφέας τό θέλησε ἔτσι, μιά πολιτική σάτιρα. Ὅμως σάν νά ξεπέρασε τά ὅρια τῆς σάτιρας πρός τήν πλευρά τῆς καρικατούρας.

***

Μέ τόν Καισαρίδη συμβαίνει αὐτό πού ἔχει συμβεῖ καί μέ ἄλλους καλούς πεζογράφους μας: παρουσιάστηκε ἀμέσως μέ τό πρῶτο του βιβλίο ὥριμος καί φτασμένος. Ἔτσι νομίζει κανείς πώς τά ἑπόμενα βιβλία του δέν συνιστοῦν ἐξελικτικές βαθμίδες τῆς δουλειᾶς του. Στήν πραγματικότητα ἐξέλιξη ὑπάρχει, ἁπλῶς δέν εἶναι ἐντυπωσιακά ἁλματώδης. Σέ κάθε περίπτωση ὅμως, ὅπως ἔχω ξαναπεῖ (Πλανόδιον, τεῦχος 32, σ. 673) πρόκειται γιά «μιά ἀξιοπρόσεχτη περίπτωση ταλαντούχου νέου πεζογράφου πού ἔχει πάρει στά σοβαρά τή δουλειά». Καί τοῦτο βεβαιώνετα καί μέ τό τελευταῖο βιβλίο του.

                          Περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 4, Δεκέμβρης 2006.

Πίσω στο κείμενο [1]. Συνεπῶς τά σχετικά μέ τό «φονικό» δέ γράφτηκαν ἀπό τόν Καισαρίδη τό 2003 (ὅταν γράφτηκε τό Μισάντρα), ὅπως λέει ἡ Μικέλα Χαρτουλάρη («Τά Νέα 17-18 Ἰουνίου, 2006, σ. 32). Οὔτε ἀληθεύει πώς στό «Μισάντρα» «βασικό μοτίβο εἶναι οἱ φόνοι στούς ὁποίους προβαίνει μιά παρέα παιδιῶν, τρία ἀγόρια καί ἕνα κορίτσι». Οὔτε τόν Συγγραφέα τόν λένε Δημήτρη Καισαρίδη. Αὐτές καί ἄλλες ἀνακρίβειες στό ἴδιο ἄρθρο ἐπιτρέπουν νά ὑποθέσει κανείς πώς ἡ Χαρτουλάρη ἔγραψε γιά τόν Καισαρίδη χωρίς νά ἔχει διαβάσει τά βιβλία του.

Πίσω στο κείμενο [2]. Αὐτή ἡ πρακτική, τό νά ὑποδύεται ἕνα πρόσωπα ἄλλο ἤ ἄλλα, θυμίζει βέβαια Πεντζίκη, ἀλλά καί Χ. Πίντερ, ἰδίως τό μονόπρακτό του Ὁ ἐραστής  καί  γενικότερα νεοτερίζοντες συγγραφεῖς.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας. Bookmark the permalink.