Ανθολογία01

Συμπληρωματικά στοιχεῖα ἤ «Ἐπίμετρο» στή δεύτερη ἔκδοση τῆς ἀνθολογίας τοῦ Ἀνέστη Εὐαγγέλου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1050-1970). Εἰσαγωγή, Γιῶργος Ἀράγης.

Ἡ ἐργασία πού ἀκολουθεῖ παραδόθηκε τόν Ὀκτώβρη τοῦ 2009 στίς ἐκδόσεις Gutenberg –μετά ἀπό προηγούμενη συμφωνία τῶν κληρονόμων τοῦ Α. Εὐαγγέλου μέ τόν ἐκδότη Γ. Δαρδανό, γιά τήν ἐπανέκδοση τῆς ἀνθολογίας, μέ νέα συπληρωματικά στοιχεῖα (μετά δηλαδή ἀπό τό 1994 πού ἐκδόθηκε ἡ ἀνθολογία). Ἠ ἀνάθεση τοῦ «ἐπίμετρου» σέ μένα ἔγινε δυό χρόνια πρίν ἀπό τό 2009. Τόν Μάη τοῦ 2011 ἐπανῆλθα μέ νεότερα στοιχεῖα τά ὁποῖα εἶχαν προκύψει ἤδη, ἐνῶ στό μεταξύ ἡ δεύτερη ἔκδοση δέν εἶχε πραγματοποιηθεῖ.

 Προλεγόμενα

Ι

Ἡ Ἀνθολογία τοῦ Ἀνέστη Εὐαγγέλου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-1970), μέ «Πρόλογο» τοῦ ἀνθολόγου καί «Εἰσαγωγή» δική μου, ἐκδόθηκε τό 1994, λίγο πρίν ἀπό τό θάνατο τοῦ ποιητῆ. Οἱ κληρονόμοι τοῦ Εὐαγγέλου ἀποφάσισαν νά ἐπανεκδώσουν τήν ἀνθολογία -ἡ ὁποία δέν ὑπάρχει πιά στήν ἀγορά- συμπληρωμένη μέ νεότερα στοιχεῖα τά ὁποῖα προέκυψαν στό μεταξύ.

Ὁμολογημένο κίνητρο τοῦ Εὐαγγέλου, νά ἐκδώσει τήν ἀνθολογία του, ἦταν νά βοηθήσει στή γραμματολογική ἀποκατάσταση τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς ποιητικῆς γενιᾶς.[1] Μιᾶς γενιᾶς, πού ἐνῶ εἶχε πλούσιο καί ἔξοχο  ἔργο, ἡ ραθυμία καί ἡ ἀμέλεια τῆς λογοτεχνικῆς μας κοινότητας τήν εἶχε ἀφήσει σιωπηλά στό περιθώριο. Μέχρι τήν ἀνθολογία τοῦ Εὐαγγέλου, ἄν ἐξαιρέσουμε ἕναν κατάλογο τοῦ Ἀλέξανδρου Ἀργυρίου τριάντα δύο δευτερομεταπολεμικῶν ποιητῶν στό περιοδικό Διαβάζω[2] καί τό ἀφιέρωμα τοῦ περιοδικοῦ Νέες Τομές,[3] ἡ δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά παρέμενε γραμματολογικά ἀνύπαρκτη. Μιά ντροπή βέβαια γιά τά πνευματικά μας ἤθη. Σήμερα, ὕστερα ἀπό δεκαπέντε χρόνια ἀπό τήν πρώτη ἔκδοση, μποροῦμε νά ἀναρωτηθοῦμε ἄν ἡ ἀνθολογία τοῦ ποιητῆ ἐκπλήρωσε τήν ἀποστολή της. Εἶναι ἀλήθεια πώς κάποιοι δυσφόρησαν ἀπό τήν παρουσία τῆς ἀνθολογίας Εὐαγγέλλου, γενικά ὅμως ἀναγνωρίστηκε ἡ σημασία της. Ὅ,τι δηλαδή ἐπισήμανε ἕνα ἀπαράδεκτο γραμματολογικό κενό καί ὅ,τι ἔβαζε τά πράγματα στή θέση τους. Ἔκτοτε ἡ δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά, ἤ οἱ ποιητές τοῦ ᾿60, τόσο ὡς ὅρος, ὅσο καί ὡς σημαντικός κρίκος στήν ἐξέλιξη τῆς ποίησής μας, θεωρεῖται ἀδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Ἄς σημειωθεῖ πώς ἡ ἀνθολογία αὐτή προκάλεσε (ἔχω ἰδία γνώση) τήν ἔκδοση μιᾶς δεύτερης ὁμόθεμης ἀνθολογίας ἀπό τίς ἐκδόσεις Σοκόλη.[4] Μολαταῦτα κάποια γεγονότα δέν παύουν νά μᾶς θυμίζουν τή σοβοῦσα μιζέρια μας. Στό Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας τοῦ Πατάκη λ.χ., ἐξαφανίζονται, τόσο ἡ ἀνθολογία τοῦ Εὐαγγέλου, ὅσο καί τό λῆμμα τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς ποιητικῆς γενιᾶς. Κάτι πού δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τοῦ ν᾿ ἀποτελεῖ βαρύ σύμπτωμα πνευματικῆς ἀήθειας. Σέ κανένα λεξικό τοῦ δυτικοῦ κόσμου δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρχει μιά παρόμοια παράλειψη -εἶναι ζήτημα τιμῆς γιά ἕνα λεξικό τό νά εἶναι ἀμερόληπτο καί ἄρτιο. Τέλος πάντων ἔλεγα πώς ἡ συγκεκριμένη ἀνθολογία σέ γενικές γραμμές ἐκπλήρωσε τήν ἀποστολή της. Κι αὐτό εἶναι τό θετικό πού μετράει, ἔστω κι ἄν ἄλλοι κι ὄχι ἕνας ποιητής θά ἔπρεπε νά εἶχαν μεριμνήσει γιά τήν ἐκπλήρωση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ.

ΙΙ

Προτοῦ νά προχωρήσω, μερικά στατιστικά στοιχεῖα.

Τό 1994, ὅταν ἐκδόθηκε ἡ ἀνθολογία, εἶχαν ἤδη ἀποδημήσει τέσσερεις ποιητές ἀπό τούς ἀνθολογημένους (Ἀνδρέας Ἀγγελάκης, Γιῶργος Δανιήλ, Άλέξης Ζακυθινός, Γιάννης Νεγρεπόντης). Σήμερα, ἀρχές τοῦ 2009, σ᾿ αὐτούς τούς τέσσερις ἔχουν προστεθεῖ ἀκόμη ἕντεκα (Νίκος-Ἀλέξης Ἀσλάνογλου, Θωμᾶς Γκόρπας, Τάσος Δενέγρης, Ἀνέστης Εὐαγγέλου, Νανά Ἠσαΐα, Τάσος Κόρφης, Χρίστος Λάσκαρης, Γιώργης Μανουσάκης, Μάριος Μαρκίδης, Ματθαῖος Μουντές, Σπύρος Τσακνιᾶς). Ἔτσι ὁ συνολικός ἀριθμός τῶν ἐκλιπόντων ἀνέρχεται στούς δεκαπέντε, στό ἕνα τρίτο ἀκριβῶς τῶν ἀνθολογημένων. Ἀπό τούς τέσσερις, πού ἀποδήμησαν πρίν ἀπό τήν πρώτη ἔκδοση τῆς ἀνθολογίας, εἴχαμε δύο μεταθανάτιες ἐκδόσεις ἀνέκδοτων ποιημάτων τους (Ἀλέξης Ζακυθινός, Γιάννης Νεγρεπόντης). Ἀπό τούς ἕντεκα, πού ἔφυγαν στό διάστημα 1994-2009, οἱ ὀχτώ (Τάσος Δενέγρης, Ἀνέστης Εὐαγγέλου, Τάσος Κόρφης, Χρίστος Λάσκαρης, Γιώργης Μανουσάκης, Μάριος Μαρκίδης, Ματθαῖος Μουντές, Σπύρος Τσακνιᾶς) εἶχαν ἐκδόσει ποιητικές συλλογές, ὅσο ἦταν ἀκόμη στή ζωή. Ἐνῶ τρεῖς (Νίκος-Ἀλέξης Ἀσλάνογλου, Θωμᾶς Γκόρπας, Νανά Ἠσαΐα) δέν εἶχαν κυκλοφορήσει βιβλία ἐνέκδοτης ποίησης -ὁ Γκόρπας δημοσίευσε νεότερα ποιήματά του σέ περιοδικά. Ἀπό τούς τριάντα ζῶντες ἀνθολογημένους, τρεῖς (Λεωνίας Ζενάκος, Νίκος Καρανικόλας, Βαγγέλης Ροζακέας) δέν ἔβγαλαν ποιητικό βιβλίο μετά τό 1994. Δύο (Μαρία Καραγιάνη, Κώστας Πασβάντης) δημοσίευσαν ποιήματα καί ἔχουν ὑπό ἔκδοση ποιητική συλλογή. Οἱ Υπόλοιποι εἴκοσι πέντε πού βρίσκονταις τή ζωή, ἔβγαλαν ὁ καθένας ἀπό μία ὥς ἕξι ποιητικές συλλογές. Συνολικά, ἄν ἐξαιρέσουμε ὁρισμένα νέα ποιήματα τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου τά ὁποῖα ἔχει ἐνσωματώσει σέ προηγούμενα βιβλία του, ὁ ἀριθμός τῶν ἀνέκδοτων ποιητικῶν συλλογῶν πού κυκλοφόρησαν ἀπό τούς ἀνθολογημένους ποιητές (ἤ ἀπό ἄλλα πρόσωπα στίς περιπτώσεις τῶν μεταθανάτιων ἐκδόσεων), ἀπό τό 1994 καί μετά[5] ἀνέρχονται στίς ἐνενήντα ἕξι (96). Παραγωγικότεροι ἀνάμεσά τους (ἐξαιρώντας τίς δύο ματαθανάτιες τῶν Ζακυθινοῦ καί Νεγρεπόντη),  ἀναδείχτηκαν, μέ ἕξι νέες συλλογές, ἡ Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ, ἡ Ζέφη Δαράκη καί ὁ Τόλης Νικηφόρου. Ἕπονται, μέ πέντε συλλογές, ὁ Ὀρέστης Ἀλεξάκης, ὁ Νίκος Γρηγοριάδης καί ἡ Κική Δημουλᾶ. Μέ τέσσερεις συλλογές, ἡ Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, ὁ Λουκᾶς Κούσουλας, ὁ Μάριος Μαρκίδης καί ὁ Κυριάκος Χαραλαμπίδης. Μέ τρεῖς, ὁ Βασίλης Καραβίτης, ὁ Γιώργης Μανουσάκης, ὁ Μάρκος Μέσκος, ὁ Τάσος Πορφύρης, ὁ Τάσος Ροῦσσος καί ὁ Ντίνος Χριστιανόπουλος. Μέ δύο, ὁ Τάσος Γαλάτης, ὁ Τάσος Δενέγρης, ὁ Μάνος Ἐλευθερίου, ὁ Τάσος Κόρφης, ὁ Χρίστος Λάσκαρης, ὁ Βύρων Λεοντάρης, ὁ Πρόδρομος Μάρκογλου, ἡ Γιολάντα Πέγκλη, ὁ Κώστας Ροδαράκης καί ὁ Χρίστος Ρουμελιωτάκης. Μέ μία τέλος, ὁ Ἀνέστης Εὐαγγέλου, ὁ Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ὁ Ματθαῖος Μουντές, ὁ Π. Σωτηρίου, ὁ Θανάσης Τζούλης, ὁ Σπύρος Τσακνιᾶς καί ἡ Λεία Χατζοπούλου.[6]

Ὅλες αὐτές οἱ συλλογές καί τά ὅποια ἀνέκδοτα ποιήματα, πού δημοσιεύτηκαν στό διάστημα τῶν τελευταίων δεκαπέντε-δεκαέξι χρόνων, ἔχουν τή σημασία τους. Ἀποτελοῦν συμπληρωματικές ψηφίδες στό ἤδη δοσμένο ἔργο τῶν ἀνθολογημένων ποιητῶν καί πολύτιμο ὑλικό γιά τούς μελετητές τους. Βεβαίως ἡ γενική εἰκόνα τῶν ποιητῶν αὐτῶν δέν ἀνατρέπεται ἀπό τή νεότερη παραγωγή τους. Μολαταῦτα ἔχουμε νά κάνουμε μέ μιά παραγωγή πού κορυφώνει τήν ποιητική σταδιοδρομία τοῦ καθενός. Γιά ὁρισμένους μάλιστα ἔχει ἰδιαίτερη σημασία ἡ τελευταία τους παραγωγή. Πολύ συνοπτικά θά ἔλεγα, σχετικά μ᾿ αὐτό τό θέμα, τά ἀκόλουθα,[7]            ἀκολουθώντας τή σειρά μέ τήν ὁποία ἀνθολογοῦνται οἱ ποιητές, χωρίς νά ἐξαιρεῖται ὁ Εὐαγγέλου, πού στήν πρώτη ἔκδοση ἀνθολογήθηκε, ἐκτός σειρᾶς, τελευταῖος.

Ντίνος Χριστιανόπουλος. Εἶναι ἀλήθεια πώς στό ἔργο τοῦ Χριστιανόπουλου κυριαρχεῖ τό ἐρωτικό στοιχεῖο. Εἶναι ὅμως ἐξίσου ἀλήθεια πώς τό ἔργο αὐτό δέν εἶναι μονοκόμματα ἐρωτικό. Σέ ὑπολογίσιμο βαθμό, μέ τή συλλογή ἰδίως Ὁ ἀλλοίθωρος, ἔχουμε ἐποχιακές ἀναφορές στά δύσκολα κατοχικά καί νεότερα χρόνια. Ἡ ἐκφραστική του ἰδιατερότητα, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, χαρακτηρίζεται ἀπό τήν, μετά τό πρῶτο βιβλίο του, ἀπερίφραστη, ἄμεση, λιτή καί ὀνομαστική ἀναφορά στό ἑκάστοτε ἀντικείμενό του. Αὐτή ἡ λιτότητα φτάνει κάποτε σέ ἐξαιρετικά λιγόστιχες ποιητικές μορφές,  ἀκόμα καί σέ τρίστιχες καί δίστιχες. Π.χ.:

ὅσο κι ἄν μπαινοβγαίνουν οἱ χαφιέδες
τό τάβλι συνεχίζεται ἀμείωτο

Στά νεότερα ποιήματά του, ἄν καί δέν παρατηροῦμε σημαντικές διαφοροποιήσεις ἀπό τήν προηγούμενη παραγωγή του, ἔχουμε ὡστόσο μερικές διακριτές ἀποκλίσεις. Ὁ λόγος του, ἐξαιρουμένης τῆς πρώτης συλλογῆς του, γίνεται κατά τι μεταφορικότερος καί στοχαστικότερος. Ὁ κοινωνικός προβληματισμός ἐπίσης κερδίζει ἔδαφος. Ἐπιπλέον ἔχουμε ἤδη κείμενα μέ ἐθνικό περιεχόμενο.

Ὁ Βασίλης Καραβίτης, μέ τίς τρεῖς τελευταῖες συλλογές του κινεῖται στήν εὐθεία προέκταση τῶν ἀμέσως προηγούμενων. Ὀξύτερα ὅμως κριτικός ἀπέναντι στό περιβάλλον, στήν ἐποχή καί στίς ἰδέες. Μένοντας ἔξω ἀπό τά ἱστορικά τεκταινόμενα, ὅπως ὅλη ἡ γενιά του, ἀπελεθερωμένος ἀπό ὁποιεσδήποτε βλέψεις καί δεσμεύσεις, ἀσκεῖ τόν ποιητικό λόγο χωρίς κρατούμενα. Ἔντονα εἰρωνικός, συχνά σαρκαστικός, ἄλλοτε δηκτικός,  ἀνυποχώρητα κατήγορος, καί φυσικά ὀργισμένος. Γιά νά πεῖς τά σύκα σύκα καί τή σκάφη σκάφη, χρειάζεται ἀσκητική ἀντίληψη γιά τή δουλειά σου, πού θά πεῖ νά μείνεις μακριά ἀπό τήν κοσμική πλευρά τοῦ λογοτεχνικοῦ γίγνεσθαι. Ὁ Καραβίτης ἀποτελεῖ μιά ἀπό τίς πιό παραδειγματικές περιπτώσεις ἐλεύθερου ποιητικοῦ λόγου καί προσωπικῆς στάσης. Στόν τομέα τῆς ἔκφρασης διακρίνεται γιά τήν εὐθύτητα, τή σαφήνεια καί τό ἀπερίφραστο τῆς γραφῆς του, μέ προεκτάσεις ὡστόσο πέρα ἀπό τό ρητό ἐπίπεδο.

Σπύρος Τσακνιᾶς. Στήν περίπτωσή του τό ποιητικό ὑποκείμενο μιλάει σάν κάποιος πού γύρισε ἀπό τήν κόλαση ἤ πού γλίτωσε ἀπό θανατηφόρο λοιμό καί θέλει νά ξεχάσει. Κι ἐνῶ εἶναι βαθύτερα ταραγμένος μιλάει συγκρατημένα, χαμηλόφωνα καί ἤρεμα. Μιλάει ἔντονα μεταφορικά, σάν νά μήν συμβαίνει καί τίποτε ἐξαιρετικό, σάν νά πρόκειται γιά καταστάσεις καί γεγονότα συνηθισμένα. Χωρίς ὀρθόδοξο εἰρμό, συχνά μέ σωρευτικό τρόπο. Ὅμως παρ᾿ ὅλα αὐτά, δέν κρύβεται κανείς ἀπό τἡ μνήμη του. Ἔτσι, μέσα στήν τάχα ἄσχετη ἀναφορικότητα τοῦ λόγου, βγαίνουν στήν ἐπιφάνεια θραύσματα τοῦ παρελθόντος. Σπασμένες εἰκόνες, μισά λόγια, μισές σκέψεις. Ἄν τά συνδέσεις ὅλα αὐτά σχηματίζεις μιά σύνθεση ἀλληγορική τῶν δύσκολων μεταπολεμικῶν χρόνων. Κι εἶναι, καθώς πιστεύω, ἐπίτευγμα τό νά καταφέρεις νά μιλήσεις μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο γιά τίς πληγές πού ἄφησε πίσω της ἐκείνη ἡ ἐποχή. Μέ τό τελευταῖο του βιβλίο, Ὁρατότης μηδέν, συνεχίζει πάνω στήν χαραγμένη πορεία ἀπό τό προηγούμενο ἔργο του.

Ἡ Κική Δημουλᾶ μέ τά πέντε τελευταῖα βιβλία της συνεχίζει τό δρόμο πού ἄνοιξε μέ τό Χαῖρε ποτέ, τήν κορυφαία, καθώς πιστεύω, ποιητική στιγμή της. Δέν πρόκειται γιά ἀλλαγή προσανατολισμοῦ, ἀλλά γιά ἐπιμέρους διαφοροποιήσεις σέ σχέση μέ τό κεκτημένο ποιητικό ἔργο της. Ἔτσι ὁ λόγος της γίνεται τώρα περισσότερο ἀναλυτικός, πιό ἐναργής, καί γι᾿ αὐτό πιό βατός ἀπό τή πλευρά τοῦ ἀναγνώστη. Ταυτόχρονα καί ἡ θεματική ἀνάπτυξη τῶν κειμένων της κάνει ἕνα βῆμα μπροστά. Ἔχουμε ἐπιπλέον μεγαλύτερη ροπή πρός τήν εἰρωνική θέαση τοῦ κόσμου καί συχνά ἕνα μόλις αἰσθητό μειδίαμα πάνω ἀπό τά γραφτά της. Ἕνα μειδίαμα πού, παρ᾿ ὅλη τήν εἰρωνία, στέκει καλοσυνάτο, θυμίζοντας κάπως ἐκεῖνο τοῦ Τσέχωφ. Παρατηροῦμε ἀκόμα ὅτι ἔρχεται πιό κοντά στά πρακτικά συμβάντα τῆς τρέχουσας ζωῆς, γίνεται πιό παροντική, χωρίς νά χάνει πάντως τήν ἐπαφή της μέ τό ἱστορικό παρελθόν. Πάντα βέβαια μέ τόν ἔντονα μεταφορικό λόγο της, τίς λεκτικές ἀνατροπές, τίς σημασιακές ἐμβαθύνσεις, αἰφνιδιάζοντας τόν ἀναγνώστη μέ τούς ἀπροσδόκητους συσχετισμούς πραγμάτων καί ἐννοιῶν.

Τάσος Κόρφης. «Ἡ ποίηση τοῦ Κόρφη», ἔχω γράψει στήν  ‘‘Εἰσαγωγή’’ τῆς πρώτης ἔκδοσης, «κινεῖται ἀνάμεσα στή μοναξιά, στόν πόθο τῆς γυναίκας καί τή θάλασσα». Σ᾿ αὐτά θά μποροῦσε νά προσθέσει κανείς τόν ἐρωτικό αἰσθησιασμό, ὡς ἀναπόληση καί νοσταλγία, ἐνῶ, γιά τη μοναξιά του, ὅτι συχνά παίρνει τή μορφή τῆς στέρησης, λόγω τῆς ἀναγκαστικῆς παραμονῆς του μακριά ἀπό ἀγαπημένα πρόσωπα καί ἀπό τίς δυνατότητες τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Ἡ μαθητεία τοῦ ποιητῆ εἶχε σαφή προσανατολισμό πρός τούς ποιητές τοῦ ᾿20, τούς ὁποίους ἀγάπησε καί μέ τούς ἀσχολήθηκε σέ πολλά μελετήματά του. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς ἡ προηγούμενη ποίησή του ἔχει κάτι ἀπό τό κλίμα τῶν ποιητῶν ἐκείνων. Βαθύτερα ὅμως ἡ σχέση του μαζί τους ἦταν κάπως «φιλολογική», μιά καί τοῦ ἔλλειπε ὁ ζωτικός δεσμός μέ τά ἐποχιακά πεπραγμένα τῶν δευτερομεταπολεμικῶν χρόνων. Στίς δυό τελευταῖες συλλογές του μπορῶ νά πῶ ὅτι πλησιάζεει οὐσιαστικότερα τούς ποιητές τοῦ ᾿20, καθώς γίνεται πιό πραγματιστής, ἀγγίζοντας πτυχές τῆς τρέχουσας σημερινῆς πραγματικότητας.

Ἡ Ζέφη Δαράκη εἶναι, ἀνάμεσα στούς ἀνθολογημένους, ἡ πολυγραφότερη ποιήτρια, μέ εἰκοσιπέντε συλλογές στό ἐνεργητικό της. Μέ τίς τελευταῖες ἕξι συνεχίζει τήν πορεία πού ἀκολουθοῦσε στά ὥριμα χρόνια της. Τώρα πάντως μόλις συναντοῦμε πλάγιες ἀπηχήσεις ἀπό τό ἀπώτερο παρελθόν, ἐνῶ προέχει ὁ προβληματισμός πάνω στά ἀδιέξοδα τῆς ζωῆς. Τῆς ζωῆς ἀπό τήν μεριά τοῦ ἔρωτα, τῆς σχέσης μέ τό ἄλλο φύλο καί τόν ἄλλο γενικά, τῆς ἐπαφῆς μέ τά πράγματα, τῆς καθημερινότητας. Ἡ ἀναζήτηση νοήματος, μέ ὅ,τι προκαλεῖ, ἀπό κάποια ἄποψη, τό ποιητικό ἐγώ, συνιστᾶ τή βασική λεωφόρο τῶν γραφτῶν της. Πρόκειται βέβαια γιά μιά ἀγωνιώδη ἀναζήτηση, πού συνεχίζεται μέ ἀμείωτη ἔνταση ἀπό τήν ἀκάματη ποιήτρια. Κάτι πού ἀντανακλᾶ στό λόγο της, πού ἀσκεῖται στά ὅρια τοῦ ἄρρητου καί τοῦ ρητοῦ, ἔτσι πού νά θυμίζει κάποτε  ὑπερρεαλιστική γραφή, ἄν καί δέν νομίζω πώς ἡ γραφή της θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ποτέ ὑπερρεαλιστική.

Ἀλέξης Ζακυθινός. Γιά τόν Ζακυθινό θά μποροῦσα νά πῶ πέντε λέξεις καί νά τελειώσω: μοναξιά, ἀθυμία, νοσταλγία, μελαγχολία, ἐνάργεια. Ὅμως μ᾿ αὐτές τίς πέντε λέξεις δέν λέω τίποτα γιά κείνη τή διακριτική ψυχή πού δοκιμάζει τή λεπταισθησία της στά πράγματα τοῦ κόσμου. Ἡ ποίηση τοῦ Ζακυθινοῦ θυμίζει κατά κάτι τή λεπτή μελαγχολική διάθεση τοῦ Ὄσκαρ Μιλόζ. Ὅμως δέν μένει στή νοσταλγική ἀναπόληση, ὅπως ὁ Μιλόζ, κάνει ἔνα βῆμα παραπέρα διαλύοντας τελικά τήν ἀχλύ τῆς νοσταγικῆς στιγμῆς, μέ τό τρυπάνι τοῦ στοχασμοῦ του. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, πέρα ἀπό τήν ἔφεση τῆς ἀναπόλησης, ἔχουμε ἀρκετά κείμενα πού ἔχουν νά κάνουν μέ τό παρόν. Γενικότερα θά ἔλεγα πώς ὁ ποιητής αὐτός, μέ τό ἀνικανοποίητο πού τόν κατέχει, μοιάζει μέ μέλισσα πού γυρίζει ἀπό λουλούδι σέ λουλούδι, χωρίς νά βρίσκει τό νέκταρ πού ζητάει. Ὁ λόγος του καθ᾿ ὅλα εὐκρινής, δέν ἀφήνει  σκοτεινά σημεῖα. Μέ τήν τελευταῖα του συλλογή δέν ἀλλάζει βέβαια πορεία, ἁπλῶς φτάνει στό κορυφαῖο σκαλί τῆς δουλειᾶς του.

Βύρων Λεοντάρης. Ἡ ποίησή του διέγραψε μιά καμπύλη ἀπό τό ἰδεολογικό πιστεύω τῆς ἀριστερᾶς ὥς τά ὑπαρξιακά καί ποιητικά μεῖον πού ἀποτελοῦν στόχο τοῦ ὕστερου ἔργο του. Βέβαια δέν πρόκειται γιά αἰφνίδιο ἅλμα ἀπό τό ἕνα ἄκρο στό ἄλλο, ἡ ἀλλαγή ἦρθε μετά ἀπό μακρόχρονη περίοδο ἀναζητήσεων καί προβληματισμοῦ. Κεντρική θέση στό ἔργο του, εἴτε δηλώνεται ἄμεσα εἴτε ὑποδηλώνεται ἔμμεσα, κατέχει τό ἱστορικό τραῦμα τῆς γενιᾶς του. Γενικότερα ὁ χῶρος τῆς ἱστορίας ἀποτελεῖ γιά τό Λεοντάρη βασικό πεδίο τριβῆς καί προβληματισμοῦ. Πάντως οἱ ὅποιες διαφοροποιήσεις συνελέστηκαν στό ἔργο του ὑπῆρξαν προϊόν δοκιμασίας πάνω στήν πρακτική πλευρά τῆς ζωῆ καί τῆς γραφῆς. Μέ τίς τελευταῖες συλλογές του δέν πραγματοποεῖ νέα ἀλλαγή πορείας, ἁπλῶς κινεῖται ἔντονα ἀνωδικά. Ἡ ἀναζήτηση τῶν ὑπαρξιακῶν καί ποιητικῶν ὁρίων, μέσα πάντα στά ἐποχιακό κλίμα, φτάνει νομίζω ἐδῶ στό μή περαιτέρω. Μ᾿ ἕνα λόγο μοντερνιστικό, συχνά ὑπαινικτικό,  αἰχμηρό ὥς καί ὀργισμένο, φορτισμένο μέ πολλή ἀπογοήτεψη καί πίκρα.  Ποιοτικά, ἡ καμπύλη τῆς ποιητικοῦ του λόγου, πού ἀρχικά κινήθηκε σέ χαμηλά ἐπίπεδα καί ἀργότερα ἀκολούθησε ἀνοδική πορεία, ἔχει προσεγγίσει ἤδη τήν κατακόρυφη κατεύθυνση.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Ὁ Μίλτος Σαχτούρης, πέρα ἀπό τό δραματικό στοιχεῖο, ἀνατρέπει τή συμβατική πραγματικότητα μέ εἰκόνες. Ὁ Λυκιαρδόπουλος τό κάνει μέ ἔλλογο τρόπο.

Ζητήσαμε βοήθεια ἀπό τόν Θεό
κι αὐτός μᾶς ἔστειλε στόν θεολόγο

Κεντρικό σημεῖο στήν ποίησή του, ὅπως καί γιά τήν πλειονότητα τῶν συνομηλίκων του, ἡ ἱστορική ἀπραξία. Μέ τή διαφορά ὅτι ἐδῶ δίνεται μέ ἀσυνήθιστη ὀξύτητα. Στόχος του ἔκτοτε εἶναι ὁ ὑποκριτικός συμβιβασμός μ᾿ ἕνα ἀνάξιο, ἠθικά διαβρωμένο, παρόν. Καί τά προσωπικά ζητήματα; Καί σ᾿ αὐτά καί παντοῦ προέχει ἡ ἀσυμβίβαστη στάση, πού μπορεῖ νά ἐκδηλώνεται μέ ποικίλους τρόπους, τόσο θετικά, ὅσο καί ἀρνητικά. Σ᾿ ἕνα χαλασμένο κόσμο, σοῦ μένει αὐτό τό ἐλάχιστο: νά δείχνεις τήν παθολογία του. Πρέπει νά ὑπολογιστεῖ ὅτι ἡ γενική ὀπτική τοῦ ποιητῆ ἔχει ἀριστερή ἀφετηρία, ἔστω κι ἄν δέχεται κι αὐτή τά πικρά βέλη του. Τό ποιητικό ἐγώ ἀπογοητευμένο ὥς ἐκεῖ πού δέν παίρνει, ἐκφράζεται εἰρωνικά, πολύ αἰχμηρά καί ὀργισμένα. Ἡ τελευταία συλλογή τοῦ ποιητῆ συνεχίζει τή γραμμή τῆς προηγούμενης δουλειᾶς του. Μέ τήν παρατήρηση, πώς ἄν καί τά χρόνια περνοῦν, ἡ ἀνατρεπτική ὀξύτητα, ἀντί νά ὑποχωρεῖ, μᾶλλον αὐξαίνει.

Στήν περίπτωση τοῦ Ὀρέστη Ἀλεξάκη δέν ἔχουμε ἀλλαγή πλεύσης, ἔχουμε κάποιους μορφικούς πειραματισμούς καί βέβαια μιά ἐμπειρότερη ματιά στόν ποιητικό του ἀντικείμενο. Ὁ στοχαστικός λυρισμός του παραμένει πάντα σταθερό γνώρισμα τοῦ λόγου του. Κάτι ὡστόσο πού δέν ἔχει ἐπισημανθεῖ εἶναι ἡ μεταφυσική μνήμη, ἄν μπορῶ νά τό πῶ ἔτσι, πού συναντοῦμε στά κείμενά του. Μιά μνήμη πού λές κι ὁ ποιητής ἔχει ζήσει μιά προηγούμενη ζωή, ἀπό τήν ὁποία ἀφυπνίζεται ξαφνικά στίς ἀφιλόξενες  μέρες μας. Θαρρῶ πώς αὐτή ἡ μνήμη ἀπό ἄλλη ἐποχή, ἤ ἄλλη περίοδο, ἀποτελεῖ ἕναν ὀξύ ἐνορατικό τρόπο ποιητικῆς λειτουργίας. Ἐξαιρετικῆς γενικότερα σημασίας γιά τόν ποιητικό λόγο, καθώς ἀνοίγει ἕνα δρόμο γιά πολλές παράπλευρες πραγματώσεις. Τέτοιες πού συναντοῦμε στό ποιητικό σῶμα, εἴτε γιά ἐρωτικά θέματα πρόκειται, εἴτε γιά κοινωνικά, εἴτε γιά ὁτιδήποτε ἄλλο.

Λουκᾶς Κούσουλας. Δέν ἔχουμε διαφοποποιήσεις, οὔτε γενικές, οὔτε εἰδικές. Ὁ Κούσουλας συνεχίζει τήν διπλή τεχνοτροπική πορεία του μέχρι τό τελευταῖο βιβλίο του, Τό φεγγάρι τοῦ Ὑμηττοῦ. Ἀπό τό ἕνα μέρος ποιήματα αὐτοδύναμα καί ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ποιήματα-«σχόλια» σέ ξένους στίχους ἤ φράσεις. Στήν πρώτη περίπτωση ἔχουμε ποιήματα κλασικῆς μορφῆς, συνταγμένα συνήθως σέ πρῶτο πρόσωπο, μᾶλλον μονολογικά, στά ὁποῖα προέχει τό συναίσθημα. Στή δεύτερη περίπτωση ἔχουμε ποιήματα μιᾶς καθ᾿ ὅλα ἰδιότυπης, ὅσο καί εὑρηματικῆς, μεθόδου, τά ὁποῖα συνιστοῦν ἀνταποκρίσεις σέ ξένα κείμενα. Σ᾿ αὐτά, πού κατά κανόνα εἶναι συνταγμένα σέ τρίτο πρόσωπο, προέχει ἡ κριτική, ἡ εἰρωνία καί τό χιοῦμορ. Ἀλλιῶς θά τά λέγαμε σπιρτζόζικα διακειμενικά σχόλια, ἀλλά ποιητικῆς ὁπωσδήποτε στάθμης. Μέχρι σήμερα δέ φαίνεται νά ἔχουν ἐκτιμηθεῖ κατά τήν ἀξία τους.

Τάσος Πορφύρης. Σέ γενικές γραμμές οἱ προσανατολισμοί τοῦ Πορφύρη εἶναι παρόμοιοι μ᾿ ἐκείνους τοῦ Μέσκου. Εἰδικά ὡστόσο, ὡς ἰδιοσυγκρασίες, εἶναι καθ᾿ ὅλα ἀσύμπτωτοι. Ἡ χοϊκότητα τοῦ Πορφύρη συνιστᾶ μιά περιπαθή αἰσθησιακή σχέση μέ τή φύση, εἴτε, συχνότερα, μέσα ἀπό τίς ἀναμνήσεις τοῦ χωριοῦ του, εἴτε σέ παροντικό χρόνο. Μέ τό ἀστικό περιβάλλον τῆς Ἀθήνας οὐδέποτε συμβιβάστηκε καί ἀποτελεῖ ἀφορμή γιά νά θυμᾶται ἀντιθετικά καί νοσταλγικά τόν κόσμο τῆς ὑπαίθρου. Στή νεοελληνική ποίηση, ἄν ἐξαιρέσουμε τόν Κρυστάλλη, δέν ἔχουμε ἄλλη περίπτωση τόσο παθιασμένου νόστου. Συχνά ὁ νόστος αὐτός συνδυάζεται μέ τόν, ἀριστερῆς ἀφετηρίας, κοινωνικό προβληματισμό τοῦ ποιητῆ καί τίς ἀναμνήσεις του ἀπό τήν τή δύσκολη ἐποχή τῶν νεανικῶν του χρόνων. Διάχυτος εἶναι ἐπίσης μέσα στό ἔργο του ὁ ἐρωτικός αἰσθησιασμός του. Μέ τίς τρεῖς τελευταῖες συλλογές του δέν ἀλλάζει ρότα ὡς πρός τό προηγούμενο ἔργο του. Ἁπλῶς δίνεται ἔργο ὡριμότητας, μέ κορυφαία, καθώς πιστεύω, στιγμή τή συλλογή του Τά λαβωμένα.

Γιάννης Νεγρεπόντης. Ἡ ποιητική του πορεία ὑπῆρξε κάπως τεθλασμένη: ἀπό μιά ἀριστερῆς ὀπτικῆς κοινωνική διαμαρτυρία πέρασε ἀργότερα στόν ἰδεολογικό σκεπτικισμό καί τόν ὑπαρξιακό προβληματισμό. Οἱ τρεῖς πρῶτες συλλογές του (Πρόσωπα καί χῶρος, Καθημαγμένοι, Δωρήματα) ἀφοροῦν τήν πρώτη περίοδο, τῆς ἄμεσης ἤ ἔμμεσης κοινωνικῆς διαμαρτυρίας. Μεσολάβησε ἕνα ἐρωτικό βιβλίο (Ἅδιον οὐδέν ἔρωτος) κι ἕνα ἀντιστασιακό (Φυλάττειν Θερμοπύλας), γραμμένο στή Λέρο, ὅπου εἶχε ἐξοριστεῖ ἀπό τή Χούντα τῶν συνταγματαρχῶν. Καί ἀκολούθησαν οἱ δυό τελευταῖες, ὅσο ζοῦσε, συλλογές (Συνάντηση, Περσεφόνη), μέ τίς ὁποῖες διαφοροποιεῖται στρεφόμενος πρός τόν ἔσω ἄνθρωπο. Τά κείμενά του τά διακρίνει ἡ στρωτή γλώσσα καί ἡ σαφήνεια τῆς ἔκφρασης. Ἡ μεταθανάτισα ἔκδοση ποιημάτων του ἀποτελεῖ ἕνα ἀντιπροσωπευτικό δεῖγμα τῆς ὅλης πορείας του. Κατἀ κανένα ὅμως λόγο, ὅπως τό δείχνουν τά ἀνθολογημένα ποιήματα, δέν ἀποτελεῖ μιά περιττή ἔκδοση.

Μάρκος Μέσκος. Παραμένει πάντα, μαζί μέ τόν Τάσο Πορφύρη, ὁ πιό χοϊκός ἀπό τούς συνομηλίκους του ποιητές. Ἄν καί ἔζησε ἀπό μικρός καί μέχρι σήμερα σέ ἀστικά κέντρα (Ἔδεσσα -ὁ ἴδιος ἐπιμένει στήν παλιά ὀνομασία τῶν Βοδενῶν-, Θεσσαλονίκη, Ἀθήνα, Θεσσαλονίκη), εἶναι ζηλωτής τῆς ὑπαίθρου. Καί ὄχι μέ τήν ἔννοια τῆς ἁπλῆς φυσιολατρείας, ἀλλά μέ βαθειά ἐνστικτώδικη ἔφεση. Ἀπό τή φύση ἀντλεῖ μεγάλο μέρος ἀπό τό πραγματολογικό ὑλικό τῶν κειμένων του. Παράλληλα ἀνατρέχει στό καυτό ἱστορικό παρελθόν, ἰδίως σέ στιγμές χαρακτηριστικές τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Συνηθέστερα πάντως κατά τρόπο ὑποδηλωτικό. Μιά ἄλλη πτυχή τοῦ ἔργου ἔχει νά κάνει μέ τόν κοινωνικό προβλησματισμό του, ἐνῶ ἀπό τήν ὅλη σύνθεση δέν ἀπουσιάζει τό ἐρωτικό στοιχεῖο. Σέ ὅλα αὐτά τί ἔχουν νά προσθέσουν οἱ τρεῖς τελευταῖες συλλογές του; Ἐκτός ἀπό τό πρόσθετο ποιητικό σῶμα, μιά μελαγχολική νότα, καθώς τά πράγματα σκιάζονται ἀπό τή φθορά καί τόν ἀνέφικτο θάνατο.

Ὁ Ματθαῖος Μουντές συνιστᾶ «ἀλλουνοῦ παπά βαγγέλιο», μέ τήν ἔννοια ὅτι τό ποιητικό του ἔργο ἔχει θεολογικό ἰδεολογικό βάθρο. Γενικά πρόκειται γιά ἕναν ὀρθόδοξο χριστιανικό ὑπαρξισμό, ἀλλά μέ κοσμικές προεκτάσεις. Δέν παρουσιάζεται, ἀλά Κίργκεγκαρ, ὡς ἄτεγκτος ἀναζητητής τῆς θείας οὐσίας, ἀλλά σάν ἕνας μεσογειακός πιστός, συνομιλητής τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί τῆς ἐγκόσμιας ζωῆς. Ὑπάρχει βέβαια αἴτημα ἐξαγνισμοῦ καί ἀσκητισμοῦ, ἀλλά μᾶλλον στό ἐπίπεδο τοῦ λόγου παρά τοῦ σκληροῦ βιώματος, ἐνῶ λανθάνει μιά ἀρκετά αἰσθησιακή κράση. Μοντερνιστής ἀπό τήν πλευρά τῆς ποιητικῆς του, κάποτε μέ φραστικές ἀκροβασίες. Ἀρκετές φορές ὁ λόγος του προδίνει βουλητική ἀφετηρία, γεγονός πού ἀδυνατίζει τό ποιητικό ἀποτέλεσμα. Ἡ τελευταία του συλλογή συνεχίζει τήν προηγούμενη δουλειά του, ἀλλά μέ μεγαλύτερη ἀπόκλιση πρός τόν πραγματισμό καί μέ περισσότερη αἰσθητική ἐπιτυχία.

Ὁ Νίκος Γρηγοριάδης καί στά νεώτερα ποιήματά του δέν ἀπομακρύνεται ἀπό τίς βασικές του θέσεις: τόν ἔρωτα καί τό ἱστορικό τραῦμα τῆς γενιᾶς του. Πιό ἁδρός ὡστόσο γλωσσικά μέ τό πέρασμα τῶν χρόνων καί πιό στοχαστικός, κάποτε ἀπολογιστικός πάνω στά πεπραγμένα τοῦ βίου, ὅπου τά λίγα καλά ἀξίζουν περισσότερο ἀπό τά πολλά ἐντυπωσιακά ἤ μάταια. Ὑπάρχει ἐπιπλέον ἕνα μεγαλύτερο θεματικό ἄνοιγμα, μέ τό ταξίδι στίς χαμένες πατρίδες (Μαῦρες ἀκτές)  καί μέ τήν κάπως ρητορική συνθεση Ἀνάβαση, πού ἀναφέρεται στή φύση καί στήν ἱστορία τοῦ τόπου. Καλύτερη στιγμή του ἀπό τά νεότερα βιβλία του, καθώς πιστεύω, τό τελευταῖο του βιβλίο Καί στρεβλές ρίμες, ὅπου, μεταξύ ἄλλων, στοχάζεται πάνω στίς μικρές ἀπολαύσεις καί στίς ματαιοδοξίες τῆς σύγχρονης ἀστικῆς ζωῆς.

Ἡ Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ, μέ ἕξι νεότερες συλλογές, ἔχοντας ἤδη πίσω της κάπου ἄλλα ἑφτά βιβλία, συνεχίζει ἀνοδικά τήν ποιητική της πορεία. Ἀνοδικά, γιατί δέν σταμάτησε νά βυθομετράει, ὁλοένα ἐντελέστερα, τό πολύπτυχο ἀντικείμενό της. Τό σῶμα, τόν ἔρωτα, τή μοναξιά, τό θάνατο, τό ὑπαρξιακό πρόβλημα τῆς ζωῆς. Νά βυθομετράει τό ἀναξάντλητο μέσα της καί νά φέρνει στήν ἐπιφάνεια πολύτιμα εὑρήματα. Κάνει ἐντύπωση αὐτή ἡ ἀκάματη προσπάθεια χαρτογράφησης τῆς μύχιας ἐνδοχώρας της, ἐνῶ ἀπό τή μεριά τοῦ ἀναγνώστη θαρρεῖ κάθε φορά κανείς πώς ἐξάντλησε τό μεταλλεῖο της. Μέ μιά ἀφοπλιστική εἰλικρίνεια, ἔχοντας κατακτήσει τό ἐκφραστικό της ὄργανο ἀπό νωρίς καί διαγράψει μέ σαφήνεια τά ὅρια τῶν στόχων της, ἀνεβαίνει σκαλί σκαλί τήν κλίμακα τῆς ποιητικῆς ὡριμότητάς της. Δέν μπορῶ νά πῶ ὅτι μέ τά νεότερα βιβλία της ἀλλάζει πορεία, μπορῶ ὅμως νά πῶ ὅτι, μέσα στό γενικότερο πλαίσιο τοῦ προβληματισμοῦ της, μᾶς δίνει τίς ὡριμότερες στιγμές τοῦ ἔργου της.

Λεία Χατζοπούλου-Καραβία. Ὅ,τι προέχει στά κείμενά της εἶναι ἡ ἐρωτική διάθεση. Σ᾿ ἕνα πρῶτο πλάνο, ὡς γήινη ἔφεση πρός τό ἐρωτικό ἄλλου. Σ᾿ ἕνα δεύτερο πλάνο, ὡς ἐπιθυμία δυνητικῶν ἐρωτικῶν πραγματώσεων μέ γήινες προϋποθέσεις, σάν κάτι πού θά ἦταν δυνατό νά συμβεῖ. Καί σ᾿ ἕνα τρίτο, ὑποθετικά, ὡς ἰδανική ἐκδοχή τοῦ ἔρωτα, πέρα ἀπό τά ἀνθρώπινα ὅρια. Πάντα μέ ἀρκετή δόση παθητικῆς τρυφερότητας. Χωρίς νά ἀγνοεῖ βέβαια τήν πεζή πραγματικότητα, πρός τήν ὁποία στρέφονται, ἀποκαρδιωτικά, πολλές φορές τά κείμενά της. Πρέπει νά πῶ ὅτι ἡ Χατζοπούλου, ἄν καί κατεξοχήν ἐρωτική ποιήτρια, δέν ζεῖ ἐρήμην τῶν κοινωνικῶν δεδομένων τοῦ καιροῦ της. Κι αὐτό σημαίνει πώς σ᾿ ἕνα ποσοστό τοῦ ἔργου της ἔχουμε εὐδιάκριτες κοινωνικές αἰχμές. Ἡ γραφή της εἶναι στρωτή, καθαρή καί ἐναργής. Μέ τήν τελευταία συλλογή της δέν ἀλλάζει πορεία, ἁπλῶς εἶναι περισσότερο πραγματιστική καί αἰσθητά ὡριμότερη.

Θωμάς Γκόρπας. Εἶναι ὁλόκληρος μέσα στό ἱστορικό πλέγμα τῆς γενιᾶς του, ἀλλά μέ τό δικό του ἰδιότυπο τρόπο. Στό ἔργο του ἔχουμε ἕνα ποιητικό ἐγώ αἱρετικοῦ ἀριστεροῦ, στερημένου ἀπό πολλά, τιμητῆ τῶν κοινωνικῶν πραγμάτων, ἐπιθετικοῦ, σχεδόν ἀναρχικοῦ, εἰρωνικοῦ, σαρκαστικοῦ καί ὀργισμένου. Ταυτόχρονα τόν χαρακτηρίζει ἕνας ντόμπρος αὐθορμητισμός, ἀπελευθερωμένος ἀπό τίς κοινωνικές συμβάσεις κι ἐπίσης μιά ἀρκετά λαϊκή αἴσθηση τῆς ζωῆς κι ἕνας κάπως ἁδρός αἰσθησιασμός. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, μέσα σ᾿ αὐτή τήν σκληρή ποιητική στάση, λανθάνει ἀρκετή τρυφερότητα γιά ἄψυχα καί ἔμψυχα καί ἄλλο τόσο προσωπικό παράπονο γιά τίς διακρίσεις τῆς τύχης. Ὅλα αὐτά δοσμένα μ᾿ ἔνα λόγο ἀπερίφραστο, πληθωρικό, προκλητικό, κάποτε πλατυαστικό καί κάποτε σχεδόν χύμα. Ὁ ποιητής, θά λέγαμε, ἁπλώνει τό χέρι του νά πιάσει χρυσάφι, ἀλλά πιάνει ταυτόχρονα καί χῶμα. Τά ἀνέκδοτα ποιήματα, πού δημοσιεύτηκαν σέ περιοδικά, μετά τό 2000, δέν ἀλλάζουν πορεία, προσθέτουν ἁπλῶς ποιητική ὕλη στό προηγούμενο ἔργο τοῦ ποιητῆ.

Κώστας Πασβάντης. Εἶναι ὁ πιό σεφερικός ἀπό τούς συνομηλίκους του. Ὁ Σεφέρης τόν παίδευσε, ἀλλά καί τόν παίδεψε ὥσπου νά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τή σκιά του. Ὅμως καί πέρα ἀπό τό Σεφέρη ἔχει ἀνοίξει διάλογο μέ πολλούς λογοτέχνες, τῆς νεοελληνικῆς γραμματείας κυρίως. Στίς πρῶτες συλλογές του περιπλανιέται στό μακρινό, συχνά μυθολογικό, παρελθόν. Μέ τήν τέταρτη, καί τελευταία μέχρι σήμερα, συλλογή του, Ἡ πόλη φεύγει, προσγειώνεται στά νεότερα χρόνια, βρίσκει καλύτερα τόν ἑαυτό του καί μαζί τά προβλήματα τῶν συνομηλίκων του. Γυρίζει στά δύσκολα, κι ὡστόσο νοσταλγικά, παιδικά του χρόνια στήν Καβάλα, ἐνῶ ἀπομακρύνεται ψυχικά ἀπό τή ζωή τῆς Ἀθήνας, ὅπου διαμένει μόνιμα. Σέ ὅλη τό ἔργο του ὑπάρχει ἔντονο τό ἐρωτικό στοιχεῖο, καθώς καί, ἀρκετά, τό φυσιολατρικό. Ἡ φωνή τοῦ Πασβάντη εἶναι σιγανή, φιλική, κάπως κουρασμένη, μοιάζει μέ μονόλογο καθ᾿ ἑαυτόν, -κάτι πού ἡ ἐναργής γραφή του τό ὑποβάλλει εὐδιάκριτα. Στά ἀνέκδοτα ποιήματα πού δημοσιεύτηκαν πρόσφατα, ἄν ἐξαιρέσουμε τήν κάποια, γνωστή ἀπό πρίν, θλίψη, δέν ὑπάρχει ἴχνος ἀπό τό Σεφέρη. Τό κλίμα ἔχει μᾶλλον καρυωτακική ἀπόκλιση. Ὅμως ὁ κύριος στόχος τώρα φαίνεται νά εἶναι, καθώς στό μεταξύ τά χρόνια περνοῦν, ἕνας ἀπολογισμός πεπραγμένων. Τί ἀξίζει πιά καί τί δέν ἀξίζει, τί μένει καί τί δέν μένει, τί πραγματοποιεῖται καί τί ὄχι…

Χρίστος Ρουμελιωτάκης. Σ᾿ ἕνα πρῶτο ἐπίπεδο ἔζησε τόν κλῆρο τῆς γενιᾶς του ὡς ἀριστερό θήραμα -ὁ ἴδιος, ἐκτός ἀπό τίς ἐξορίες τοῦ πατέρα του, ἐκτοπίστηκε ἀπό τή Χούντα στή Γυάρο καί στή Λέρο. Σ᾿ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο τήν ἔζησε ὡς παντοειδῆ στέρηση, καί σ᾿ ἕνα τρίτο ὡς ἰδεολογικό μεταπολιτευτικό σκεπτικισμό. Τά ποιήματά του, εἴτε ἀφοροῦν προσωπικά δεδομένα εἴτε ἱστορικά εἴτε καθημερινά, δίνονται ἀπό τή σκοπιά τοῦ θύματος, πάντα ὡστόσο συγκρατημένα καί κάπως θυμοσοφικά. Κάτω ἀπό τέτοιες συνθῆκες εἶναι δυνατός ὁ ἔρωτας; Μά ναί, ὁ ἔρωτας χωράει παντοῦ. Μέ τή διαφορά ὅτι ἐδῶ χρωματίζεται ἀρκετά ἀπό τίς συγκεκριμένες συνθῆκες. Ἰδαίτερη προτίμηση τοῦ ποιητῆ ἀποτελοῦν ἱστορικά πρόσωπα πού, ὅπως κι ὁ ἴδιος, δέν σήκωσαν «λευκή σημαία». Πρόσωπα δηλαδή πού ἀντιμετώπησαν τό ἠθικό δίλημμα, ὑποταγή μέ ἀνταλλάγματα ἤ ὄχι μέ βαρύ τίμημα, καί ἀποφάσισαν τό δεύτερο. Τό λόγο τοῦ ποιητῆ τόν συνθέτουν μετρημένα λόγια, ὅσα κάθε φορά εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν ἐκφραστική ἐπάρκεια τῶν κειμένων. Γιά τοῦτο ὁ λόγος του εἶναι ἐξαιρετικά πυκνός κι ὠστόσο ἀσυνήθιστα ἐναργής. Τά παραπάνω ἀφοροῦν ὅλο τό ἔργο τοῦ Ρουμελιωτάκη: τίς τέσσερεις ποιητικές συλλογές του. Δέν ξεχώρισα τίς δυό τελευταῖες, ἐπειδή αὐτές ἀποτελοῦν, ποσοτικά καί ποιοτικά, τό σημαντικότερο μέρος τῆς μέχρι τώρα δουλειᾶς του.

Θανάσης Τζούλης. Κρίνοντας κανείς ἐπιφανειακά θά ἔλεγε πώς ὁ Τζούλης δέν ἀνήκει στό κλίμα τῶν συνομηλίκων του ποιητῶν. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς δέν ἔχουμε ἀπερίφραστες, ξεκάθαρες, ἀναφορές σ᾿ αὐτό τό κλίμα. Εἶναι ὅμως ζήτημα γραφῆς. Ἡ γραφή του δέν μᾶς δίνει μέ εὐθύ τρόπο τό ἀντικείμενό της. Πρόκειται γιά τήν πιό ὑπερρεαλιστική γραφή μεταξύ τῶν ἀνθολογημένων ποιητῶν. Χωρίς νά εἶναι καθαρά ὑπερρεαλιστική, ἔχει ὡστόσο ὑπερρεαλιστική ἀπόκλιση. Ἄν θέλουμε λοιπόν νά δοῦμε τό ἀντικείμενο, τό «τί», αὐτῆς τῆς γραφῆς, θά πρέπει νά τό ἀναζητήσουμε στό ἐπίπεδο τῶν ὑποδηλώσεων. Ἐκεῖ ὁ κερματισμένος λόγος τοῦ ποιητῆ ἀφήνει νά διαφανεῖ, σάν μέσα σέ ἡμιονειρική κατάσταση, ἡ σχέση του μέ τήν ἐποχή του, ἡ σχέση του μέ τήν ποιητική παράδοση, ὁ διάλογός του μέ τό θάνατο καί ὁ λανθάνων αἰσθησιασμός του. Μέ τό τελευταῖο βιβλίο του δέν ἔχουμε ἀλλαγή στήν ἐκφραστική τακτική. Ἔχουμε ὅμως μιά σαφή παρουσία νόστου. Τό βλέμμα τοῦ ποιητῆ γυρίζει στά πατρικά ἐδάφη, στό χωριό του καί στήν εὐρύτερη περιοχή, κοντά σέ οἰκεῖα πρόσωπα, καταστάσεις καί γεγονότα.

Γιώργης Μανουσάκης. Στήν «Εἰσαγωγή» τῆς πρώτης ἔκδοσης εἶχα τοποθετήσει τό Μανουσάκη στήν Τρίτη κατηγορία, στήν κατηγορία δηλαδή τῶν ποιητῶν μέ τίς λιγότερες ἐποχιακές μαρτυρίες. «Στό Μανουσάκη», ἔλεγα «ἔχουμε ὁρισμένες ἀναφορές στό παρελθόν. Γενικότερα ὅμως δέν ἔρχεται σέ ἀποφασιστική ρήξη μέ τό περιβάλλον, ὅπως οἱ ποιητές τῆς πρώτης καί τῆς δεύτερης κατηγορίας.» Τώρα, ἔχοντας ὑπόψη τίς τρεῖς τελευταῖες συλλογές του, δέν ἔχω τήν ἴδια γνώμη. Γιατί ὁ Μανουσάκης, χωρίς ν᾿ ἀπαρνηθεῖ τήν ἐσωστρέφειά του, διαχωρίζει πιά τή θέση του ἀπό τό περιβάλλον (ὄχι τό φυσικό βέβαια), ἐνῶ τόσο ὁ κοινωνικός προβληματισμός του, ὅσο καί ἡ σχέση του μέ τήν ἱστορική τύχη τῆς γενιᾶς του ἐκφράζεται ἀρκετά δηλωτικά. Ἀλλά καί  ὑποδηλωτικά, ὅπως στούς παρακάτω στίχους ἀπό δύο διαφορετικά ποιήματα.

Ἐγώ, ἕνα παιδί πού δέν ἔζησε
τή φωτιά καί τό σίδερο,
τῆς εἶμαι ἄγνωστος [τῆς πολιτείας].
Ὅμως ποῦθε ἔρχεται τοῦτο τό αἷμα
πού γλιστρᾶ κάτω ἀπό τήν πόρτα μου;

Λοιπόν, στήν περίπτωση τοῦ Μανουσάκη, ἔχουμε νέα στοιχεῖα, σύμφωνα με τά ὁποῖα παίρνει, μέ κάποια καθυστέρηση,  θέση ἀνάμεσα στούς ποιητές τῆς Δεύτερης κατηγορίας τῆς «Εἰσαγωγῆς».

Τάσος Ροῦσσος. Μολονότι πασίγνωστος ἀπό τίς θεατρικές μεταφράσεις του ἀπό τά ἀρχαῖα ἑλληνικά, τά λατινικά καί τά ἀγγλικά, ὡς ποιητής δέν προσέχτηκε ἰδιαίτερα. Στοχαστικός, ἀλλά συγκινημένος, ὁ ποιητικός λόγος τοῦ Ρούσσου ὑφαίνεται ἀπό ὑπαρξιακά ἐρωτήματα, ἐρωτικές ἀνιχνεύσεις, κοινωνικές αἰχμές, προβλήματα ποιητικῆς -δείγματα ἐξαιρετικῆς παιδείας. Ἄν καί ξεκινάει συνήθως ἀπό κάτι πού ἔχει ἐμπειρική ἀφετηρία, ἡ τάση του εἶναι νά τό ἀνάγει στίς μεταφορικές ἐκδοχές του. Γνωστός ποιητικός τρόπος, πού στό Ροῦσσο φτάνει σέ ἐπίπεδο δεξιοτεχνίας. Στά νεότερα βιβλία του θά τά βροῦμε ὅλα αὐτά. Ὅμως, ἄν ἐξαιρέσουμε τή συλλογή Τό πλοῖο-φάντασμα, ἔχουμε τώρα μεγαλύτερη ἀπόκλιση πρός ἕνα λόγο εἰς ἑαυτόν. Ταυτόχρονα ἡ πολύχρονη ποιητική ἄσκησή του τοῦ ἐπιτρέπει ἤδη νά δίνει πιό κατασταλαγμένα αἰσθήματα, ζυγισμένα στήν πλάστιγκα του ἔσω εἶναι του. Ἔτσι φτάνουμε σέ συνθέσεις ὁλοκληρωμένες, στρογγυλές θά ἔλεγα, πού θυμίζουν τήν πληρότητα τῶν καβαφικῶν ποιημάτων.

Πρόδρομος Μάρκογλου. Τό ἔργο του ἔχει σαφή κοινωνικό προσανατολισμό, μέ ἀριστερή ἰδεολογική ἀπόκλιση. Πάντα ὡστόσο ξεκινάει ἀπό ἐμπειρικά δεδομένα. Ἡ μέχρι τώρα πορεία του, ἀπό συλλογή σέ συλλογή, χαρτογραφεῖ τίς φάσεις πού πέρασε ὁ τόπος μας ἀπό τόν ἐμφύλιο ὥς καί τή μεταπολίτευση. Φυσικά μέσα ἀπό τίς ταυτόχρονες δικές του φάσεις, ἀπό τά παιδικά καί νεανικά του χρόνια στήν Καβάλα τῶν καπνομάγαζων μέχρι τή σημερινή μας ἀστική καταλωτική περίοδο. Ὁ λόγος τοῦ Μάρκογλου εἶναι ἰδιότυπος, ἄν καί κοινωνικῆς κατεύθυνσης, ὀργανώνεται μέ σπαστό ἤ ἀποσπασματικό τρόπο, ἔτσι πού νά μήν ἀναπτύσσεται θεματικά. Ἄλλο γνώρισμά του εἶναι ἡ ἀκραία αἰχμηρότητά του: ἕνας λόγος πού ἀποπνέει  ἀπογοήτευση, ὀδύνη[8], ἀγανάκτηση καί ὀργή. Μέ τίς τελευταῖες δυό συλλογές του δέν ἀθετεῖ τόν κοινωνικό του προσανατολισμό, οὔτε τήν ἰδιότυπη γραφή του. Ὅμως κάτι ἀλλάζει. Προχωράει, πέρα ἀπό τίς προηγούμενες πραγματεύσεις του, σ᾿ ἕναν ἰσολογισμό πεπραγμένων ἀνάμεσα στό παρελθόν καί στό παρόν, ἀναφορικά μέ τά ἱστορικά δεδομένα, τή ζωή του καί τήν τέχνη του.

Ἀνέστης Εὐαγγέλου. Ἀνήκει στούς κοινωνικά προσανατολισμένους ποιητές τῆς γενιᾶς του, μέ ἔκτυπα τά βασικά γνωρίσματα τῆς στέρησης, τῆς φενακισμένης ζωῆς,  τοῦ ἱστορικά ἀπόβλητου, τῆς ἀρνητικῆς στάσης ἀπέναντι στό ἄξενο παρόν, κ.λπ. Ἀντιδρώντας στό κλίμα πού συνθέτουν τά γνωρίσματα αὐτά, στρέφεται πρός ὅ,τι θά περίμενε κανείς νά ἦταν μιά φυσιολογική ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων. Πρός ὅ,τι θά ἦταν ἕνας ἐπιθυμητός κόσμος. Αὐτά σέ πρῶτο πλάνο, γιατί σέ δεύτερο καί τρίτο, ὅπως σέ κάθε ποίηση ἄλλωστε, παίρνουν σειρά τά ὑπαρξιακά καί τά ἐρωτικά ζητήματα. Στάθηκε ἔντονα ἀλληλέγγυος πρός τούς συνομηλίκους του συνοδοιπόρους. Μέ τή γραφή του ἄρθρωσε ἕνα λόγο στρωτό, καθαρό, ἀπέριττο κι ἀστόλιστο, ἀλλά ἐκφραστικά καθ᾿ ὅλα ἐπαρκή. Στήν τελευταία του συλλογή ἔχουμε σαφή θεματική ἀλλαγή, καθώς σ᾿ αὐτή προβάλλει, μέ τήν πιό ἄμεση μορφή του, τό θέμα τοῦ θανάτου. Στήν προτελευταία συλλογή, Ἡ ἐπίσκεψη καί ἄλλα ποιήματα, εἶχε περάσει ἤδη ἡ ἰδέα τοῦ θανάτου. Ὄχι ὅμως ὡς προσωπικό, σωματικό καί ψυχικό μαρτύριο πάνω στό κρεβάτι.

Γιολάντα Πέγκλη. Τό ποιητικό της σύμπαν εἶναι σύμπαν πού βλέπεται μέσα ἀπό θρυμματισμένο καθρέφτη. Θέλω νά πῶ ὅτι ἀπαρτίζεται ἀπό μιά πληθώρα ποικιλόμορφων ψηφίδων. Ἔτσι δίνεται τό ἔσω ἑνός, ἀνικανοποίητου καί ἀγχώδους, ποιητικοῦ ἐγώ πού συνέχεται ἀπό τό ἐρώτημα ποιός εἶμαι, ποιός εἶναι ὁ κόσμος. Οὐσιαστικά πρόκειται γιά παρορμητικούς μονόλογους μιᾶς μοναχικῆς ὕπαρξης. Μονόλογοι πάνω στή βράση τῆς ἔμπνευσης, μέ μεγάλη λεκτική ἐλευθερία καί κάποτε μέ δυσνόητους συνδυασμούς ψηφίδων. Καθόλου ὡστόσο ἠχηρούς ἤ ρητορικούς. Ὁ ἀναγνώστης παρακολουθεῖ νά τοῦ μιλάει κάποιος ἀπό δίπλα του, ἰδιότυπα μέν, ἀλλά χαμηλόφωνα καί ἐμπιστευτικά. Ἀπό τίς δυό ὕστερες συλλογές τῆς ποιήτριας, ξεχωρίζω τήν τελευταία ὡς πιό προχωρημένη καί κατασταλαγμένη ἀπό κάθε ἄποψη. Μᾶς δίνει, ἀπό τήν ὀπτική γωνία μιᾶς γυναίκας, τήν πραγματογνωσία τοῦ σπιτιοῦ της, τῆς κάπως προχωρημένης ἡλικίας της καί φυσικά τῶν πεπραγμένων τοῦ βίου της.

Π. Σωτηρίου. Ἡ ὀπτική του γωνία καθορίζεται ἀπό τήν τύχη τῆς γενιᾶς του. Μέσα σ᾿ αὐτό τό πλαίσιο μᾶς δίνει τή δική του ἐκδοχή πάνω σέ ὅσα ἔγιναν καί γίνονται. Ἔτσι, πέρα ἀπό τίς ἱστορικές διαπιστώσεις, ἀσκεῖ ὀξύ ἔλεγχο στό παρόν. Ἱδίως πρός τήν πλευρά τῆς ἐλεγχόμενης συμπεριφορᾶς τῶν ὁποιωνδήποτε δῆθεν ἰδεολόγων, ἀριστερῶν (στόν εὐρύτερο χῶρο τῶν ὁποίαων ἀνήκει καί ὁ ἴδιος) καί μή. Τήν ποίησή του τή διατρέχει ἕνα κοινωνικό δέον ἠθικῆς τάξης, πού συχνά παρουσιάζεται ὡς αἴτημα προσωπικῆς ἀκεραιότητας. Ἔχοντας μαθητέψει ἰδιαίτερα στόν Καρυωτάκη καί στόν Ἀναγνωστάκη, ἐκφράζεται μέ πολλή πίκρα, ἀρκετή εἰρωνία, σαρκασμό καί κάποτε ὀργή. Πάντα μέ γλώσσα ἁπλή, στρωτή καί ἐναργῆ. Ἡ τελευταία του συλλογή συνεχίζει, θά ἔλεγα, εὐθύγραμμα τίς τρεῖς προηγούμενές του. Ὁ Σωτηρίου ἀνήκει στούς ὀλιγογράφους ποιητές τοῦ ᾿60, ἀλλά μέ ὑπολογίσιμο δραστικό ἐκτόπισμα.

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου. Ὅπως σωστά παρατήρησε ὁ Κώστας Γ. Παπαγεωργίου στήν ἀνθολογία του, τό ἔργο τῆς Μαρίας Κέντρου-Ἀγαθοπούλου χαρακτηρίζεται ἀπό αὐτό πού θά ᾿λεγε κανείς ἐπιγραμματικά: μεταφυσική τῆς καθημερινότητας. Χωρίς νά ἀγνοεῖ τή σχέση της μέ τό παρελθόν καί τά κοινωνικά προβλήματα τοῦ καιροῦ της, ὁ κύριος στόχος της εἶναι ἡ σημασία, τό βάρος καί οἱ φυγές, τῆς πεζῆς καθημερινῆς ζωῆς. Καί τοῦτο χωρίς νά γίνεται διανοητική ἤ δυσνόητη ἡ γραφή της. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, οἱ τέσσερεις τελευταῖες συλλογές τῆς ποιήτριας, κινοῦνται στήν προέκταση τοῦ προηγούμενου ἔργου της. Μέ μιά οὐσιώδη ὡστόσο διαφορά: ὅτι μέ τίς τελευταῖες συλλογές της μᾶς δίνει τήν ποιοτική κορύφωση τῆς δουλειᾶς της. Ἄργησε κάπως νά ἔρθει αὐτή ἡ κορύφωση, ἀλλά σημασία ἔχει ὅτι τελικά ἦρθε.

Κυριάκος Χαραλαμπίδης. Στό μετά τό 1994 ἔργο του δέν παρατηρεῖται κάποια ριζική ἀλλαγή, ἔχουμε ὡστόσο μιά ἐξελικτική συνέχεια. Μέ κύρια στοιχεῖα αὐτῆς τῆς ἐξελικτικῆς συνέχειας τήν περισσότερη νηφαλιότητα, τήν ἐναργέστερη γραφή, τήν διεύρυνση τοῦ θεματικοῦ πεδίου, τόν εἰρωνικότερο  λόγο. Τό ἱστορικό τραῦμα τοῦ ποιητῆ ὑπῆρξε τό δράμα τῆς Κύπρου μετά τήν τουρκική εἰσβολή τοῦ 1974. Στά νεότερα ποιήματά του τό τραῦμα αὐτό δέν ἀπουσιάζει, ἁπλῶς ἐκφράζεται στοχαστικότερα, πιό κατασταλαγμένα, μέ περισσότερη συναισθηματική ψυχραιμία. Ὁ λόγος, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, παρουσιάζεται ἀνάλογα κατασταλαγμένος, ἀποδίνοντας ἐναργέστερα τόν ἑκάστοτε στόχο του. Ἐπιπλέον ὁ κύκλος τῶν ποιητικῶν ἀναφορῶν διευρύνεται, καθώς αὐξαίνει ἡ τάση νά ἐκτείνεται πέρα ἀπόν τόν κυπριακό χῶρο, στόν ἑλλαδικό καί τόν παγκόσμιο. Τέλος, τή συναισθηματική ἔνταση τοῦ προηγούμενου ἔργου τήν καλύπτει, ὥς ἕνα βαθμό τώρα, ἡ εἰρωνικότερη στάση τοῦ ποιητῆ ἀπέναντι στά ἱστορικά καί μή συμβάντα.

Μάνος Ἐλευθερίου. Ἡ ποίησή του βρίσκεται, στό σύνολό της, μέσα στόν κεντρικό κορμό τῆς γενιᾶς του. Τόσο ἀπό τή μεριά τῆς ἱστορικῆς μνήμης, ὅσο καί ἀπό τή μεριά τοῦ παρόντος. Ἡ μνήμη φέρνει πίσω χαρακτηριστικές στιγμές ἀπό τά δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, στιγμές φορτισμένες ἀπό φονικά, ἀπό φόβο, ἀπό ἀνέχεια, ἀπό χαμένους φίλους. Στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς μνήμης τό ποιητικό ἐγώ συντάσεται πάντα μέ τό μέρος τοῦ θύματος. Τό παρόν, τίποτε περισσότερο ἀπό μιά χαμένη ὑπόθεση, «γιά ποιούς ὑπῆρξαμε;» θά πεῖ ὁ ποιητής, διαχωρίζοντας τή θέση του ἀπό τήν παροντική ἀναλγησία. Ὅλα αὐτά δοσμένα μέ λόγο μοντερνιστικό, ἐξαιρετικά ἐλλειπτικό, μέ πολλά ὑπερλογικά ἅλματα, συχνά αἰχμηρό καί κάποτε ὀργισμένο. Οἱ δυό τελευταῖες συλλογές τοῦ ποιητῆ δέν ἀνατρέπουν τά βασικά δεδομένα τοῦ προηγούμενου ἔργου του. Τό ἐπιπλέον στήν προκείμενη περίπτωση ἔχει νά κάνει μέ τήν ἐπιπλέον ὡριμότητα, πού θά πεῖ μέ τήν ποιοτική ἐξέλιξη τῆς ποίησής του.

Ὁ Τάσος Γαλάτης, μέχρι τό 1986, εἶχε βγάλει τρεῖς ποιητικές συλλογές. Καί ξαφνικά τό 2005 ἔβγαλε δυό μαζί τήν ἴδια χρονιά. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιά καρπό πολύχρονης δουλειᾶς.Τά χαράγματα τοῦ 1986 κάπως προϊδεάζουν γιά τά νεότερα ποιήματά του. Ἡ ποσότητα καί ἡ ποιότητα ὅμως τῆς ποιητικῆς ὕλης ἀπό τά δυό τελευταῖα βιβλία του συνιστοῦν, συγκριτικά μέ τά προγενέστερα, ποιητικό ἅλμα. Βέβαια δέν λείπει καί τώρα ἡ σχέση μέ τά δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, μάλιστα ἐντείνεται. Δέν λείπει ὁ γενικότερος κοινωνικός προβληματισμός. Δέν λείπουν οἱ «ἀνιπτόποδες καί σφενδονῆτες» τῆς Καλογραίζας. Οὔτε ἡ ἀγάπη του γιά τήν πελοπονησιακή ὕπαιθρο. Οὔτε ἡ στερημένη ζωή τῆς γενιᾶς του. Ὅ,τι βαραίνει πιά στήν ποιητική ζυγαριά, μέ τίς δυό τελευταῖες συλλογές του, εἶναι ἡ ὡριμότητα πού τίς χαρακτηρίζει. Ὁ σκεπτικισμός πάνω στήν πραγματογνωσία τῆς σύγχρονης ἐποχῆς. Ἡ ἔμμεση κριτική ἐκ τῶν ἔσω τῆς ἀριστερᾶς. Μιά ὑφέρπουσα μελαγχολία γιά τήν γενική παρακμή τοῦ τόπου. Ἡ ἐκφραστική ἐπάρκεια μέ μιά ἐκ βαθέων κουβεντιστή ἀφηγηματική γραφή. Ὁ διακριτός χαρακτήρας μιᾶς ἰδιαίτερης κειμενικῆς φωνῆς ἤ, ἀλλιῶς, ἡ ταυτότητα ἑνός  ξεχωριστοῦ λόγου.

Μάριος Μαρκίδης. Γιά τά τέσσερα τελευταῖα βιβλία του μποροῦμε νά μιλοῦμε γιά μιά σχετική διαφοροποίηση ἀπό τά προηγούμενα. Ἐννοῶ ὅτι τά διακρίνει πολύ περισσότερο, καί θά ᾿λεγα καθοριστικά, ἡ εἰρωνική, σαρκαστική καί σατιρική διάθεση πού τά διέπει. Οὐσιαστικά πρόκειται γιά μιά ἔντονα κριτική στάση ἀπέναντι στά ἱστορικοϊδεολογικά πεπραγμένα τῆς ἐποχῆς. Μιά κριτική, ὅπου, οἱ ὅποιες θεματικές καί μή ἀναφορές του, ἀφήνουν νά διαφανεῖ ἡ ἀπογοήτεψη, ὁ κλαυσίγελος καί ἡ συγκαλυμμένη ὀργή του. Δέν ἔχει νά ὑπερασπιστεῖ τίποτε τό κοσμικό, δέν αἰσθάνεται ὑποχρεωμένος νά συνηγορήσει γιά κάποια συλλογική ἀλήθεια, νιώθει ἔξω ἀπό τό κοινωνικό καί σιναφικό παιχνίδι καί γι᾿ αὐτό ἐλεύθερος νά μιλήσει δηκτικά καί χωρίς ἐπιφυλάξεις. Μ᾿ ἕνα λόγο φυσικά ἀρκετά ἐναργῆ, πού νά ὑπηρετεῖ τό πνεῦμα τῆς κριτικῆς στάσης του.

Κώστας Ροδαράκης. Στό προηγούμενο ἔργο του ἔχουμε διακριτές  κοινωνικές ἀναφορές, καθώς ἐπίσης ἀναφορἐς στό θέμα τῆς γενιᾶς του. Ἔτσι πού, ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, νά προκύπτουν κείμενα μέ ἐποχιακές αἰχμές. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος δέν λείπει τό ἐρωτικό καί τά ὑπαρξιακό στοιχεῖο. Ὁ λόγος τοῦ ποιητῆ, αἰχμηρός ἤ ὄχι, ἔχει χαρακτήρα διαμαρτυρίας καί κάποτε καταγγελίας. Γι᾿ αὐτό καί ἀρκετά συχνά εἶναι μεγάλης ἔντασης. Στά τελευταῖα βιβλία του ἔχουμε ὁρισμένες μικρές μετατοπίσεις, ὄχι  ὅμως μικρῆς αἰσθητικῆς σημασίας. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτές προέχει τό γεγονός ὅτι κερδίζει ἔδαφος ἡ ἐσωστρέφεια. Τό ποιητικό ἐγώ κι ὅταν μιλάει σέ τρίτο πρόσωπο ἔχει πυξίδα τό ἔσω εἶναι του. Ἔπειτα, χωρίς νά λείπουν μνεῖες στό καυτό παρελθόν, προέχει τώρα ἡ ἐρωτική ἀναπόληση. Κι ὁ λόγος γίνεται πιό χαμηλόφωνος, ὑποδηλωτικός καί ὑποβλητικός. Αὐτά τά νεότερα στοιχεῖα, ὅπως ἀντιλαμβάνεται κανείς, ἔχουν νά κάνουν μέ τήν ὡριμότητα τοῦ ποιητῆ.

Τάσος Δενέγρης. Αὐτό πού βγαίνει πρός τά ἔξω ἀπό τίς δυό τελευταῖες συλλογές του δέν εἶναι ἄγνωστο ἀπό τό προηγούμενο ἔργο του. Εἶναι μιά παγωμένη κλοουνίστικη μάσκα ἑνός ὑπερευαίσθητου ἐγώ. Ὑπάρχει σ᾿ αὐτή τή μάσκα ἕνα μόλις διακριτό μειδίαμα, ἐναρμονισμένο μέ τήν ὅλη παράσταση πού δίνεται πάνω στή σκηνή. Μιά παράσταση πού, μέ παιγνιώδη τρόπο, δείχνονται τά μικρά καί τά μεγάλα, κυρίως ὅμως τά μικρά, παράταιρα τῆς καθημερινῆς  ζωῆς. Τό πράγμα μοιάζει ἀρκετά διασκεδαστικό, μά ἄν καλοπροσέξουμε θά καταλάβουμε πώς πρόκειται γιά ἀντεστραμμένο δράμα. Ὁ διακριτικά περιπαικτικός λόγος κρύβει στό βάθος ἄπειρη πίκρα, ἄσφαλτη ἔνδειξη τῆς ὁποίας ἀποτελοῦν οἱ συχνές εἰρωνικές, σχετλιαστικές καί σαρκαστικές αἰχμές τῶν κειμένων. Δεῖγμα ὀξείας κριτικῆς στάσης ἀπέναντι στόν κατεστημένο κόσμο μας. Ἀπό ἄλλη ἄποψη θά ἔλεγα πώς ἡ ποίηση τοῦ Δενέγρη ἔχει κάτι ἀπό τό πνεῦμα πού χαρακτηρίζει τό θεατρικό ἔργο τοῦ Σάμουελ Μπέκετ Περιμένοντας τόν Γκοντό. Μέ μιά γραφή πάντα, στό ρητό ἐπίπεδο, ἐξαιρετικά λιτή καί διαυγή.

Γιά τόν Τόλη Νικηφόρο οἱ ἕξι τελευταῖες συλλογές του ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία. Γιατί μ᾿ αὐτές συντελεῖται κατεξοχήν ἡ ἀλλαγή τῆς πορείας τήν ὁποία πραγματοποίησε τήν τελευταία εἰκοσαετεία: ἀπό τή μαγιακοφσκική καί ριτσική κοινωνική ἀντίληψη, στόν τρυφερό ρομαντισμό τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Χωρίς νά ἐξαφανίζεται παντελῶς ἡ παρελθοντική ἰδεολογική μαθητεία του, στρέφεται σαφῶς πρός καταστάσεις θελκτικά οἰκεῖες ἤ νοσταλγικά ἐπιθυμητές. Μέ δυό λόγια, βρισκόμαστε πιά μπροστά σ᾿ ἕνα ποιητή πού ἕλκεται ἀπό, ἔστω καί δυνητικά ἤ ὑποθετικά, εὐφρόσυνες στιγμές. Μιά τάση πού φτάνει κάποτε νά ἀγγίζει καταστάσεις εἰδυλλιακές:

«…, ἕνα κορίτσι τρυφερό,
ξανθό μέ ἄσπρα χέρια, σέ μακρινό παράθυρο γιά
λίγο, σάν παραστρατημένο ὄνειρο.»

Στό πλαίσιο βέβαια αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Νικηφόρου, ὁ ἔρωτας, ὅπως εἶναι φυσικό, ἔχει τήν τιμητική του.

Χρίστος Λάσκαρης. Ἡ ποίησή του ἔχει κάτι ἀπό τήν ταπεινωσύνη, τήν τρυφερότητα, καί τή μελαγχολία τοῦ Λάμπρου Πορφύρα. Ὁ Λάσκαρης ὡστόσο ἀρέσκεται σέ λιγόστιχα, ἐπιγραμματικά, κείμενα, σέ μικρά κομψοτεχνήματα θά ἔλεγε κανείς. Ἀσκεῖ τήν εὐαισθησία του θηρεύοντας στιγμιότυπα ἀπό τίς ἐρωτικές ἤ τίς κοινωνικές του ἐμπειρίες, χωρίς νά ἐξαιροῦνται ὑποθετικές ἀναφορές στά θέματά του. Γενικά πρόκειται γιά ἕναν λεπταίσθητο ποιητή, πού ἀκινητοποιεῖ φευγαλέες στιγμές καί πού ἀλλιῶς θά ἔμεναν ἀπαρατήρητες.  Μ᾿ ἕνα λόγο λιτό ὥς ἐκεῖ πού δέν παίρνει ἄλλο. Μέ τίς δυό τελευταῖες συλλογές του, ἀναφορικά μέ τόν βασικό προσανατολισμό του, δέν ἀλλάζει ρότα. Ὅμως μέσα στή μελαγχολική καρτερικότητα, πού δέν τοῦ ἔλειπε στό προηγούμενο ἔργο του, περνάει τώρα μιά δυσοίωνη σκιά. Ἡ σκιά τοῦ ἐπερχόμενου θανάτου του.

Μαρία Καραγιάννη. Ἡ ποίησή της ἀντικατοπτρίζει ἕνα ρημαγμένο κόσμο. Ὅπου τίποτε δέν εἶναι κανονικό καί τίποτε δέν εἶναι πλῆρες, -ὅλα ἔχουν χάσει τήν ἀκεραιότητά τους καί τόν προορισμό τους. Ὡς περιβάλλον τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου ὁ κόσμος αὐτός εἶναι ἀπόλυτα ἀνοίκειος: ἄνυδρος, ἄγονος καί ναρκοθετημένος. Πρόκειται φυσικά γιά τό μεταφορικό ἰσοδύναμο μιᾶς προσωπικῆς αἴσθησης, προϊόν γενικότερων συνθηκῶν ἀλλά καί ἰδιοσυγκρασιακῆς ἰδιαιτερότητας. Δέν λείπει τό ἱστορικό παρελθόν ἀπό τά κείμενα τῆς Καραγιάννη, οὔτε λείπουν τά νεότερα χρόνια, ὅμως, καί στή μιά καί στήν ἄλλη περίπτωση, ἡ ἰσορροπία τῶν πραγμάτων ἔχει χαθεῖ. Κάτι περισσότερο, ἡ ἴδια ἡ ζωή ἔχει χάσει τό νόημά της, καθώς πορεύεται χωρίς προορισμό μέσα σ᾿ ἕνα ἄξενο περιβάλλον. Καθόλου παράξενο ἔτσι πού ἡ παρουσία τοῦ θανάτου, μέ τήν ἔννοια τοῦ καθημερινοῦ ἀδιεξόδου καί τῆς φθορᾶς, δέν σπανίζει. Ὁ λόγος τῆς ποιήτριας, κατά τό ἀντικείμενό του, εἶναι ἀποσπασματικός, μέ εἰκόνες σχηματισμένες ἀπό αἰχμηρές ψηφίδες. Τά δημοσιευμένα ἀνέκδοτα ποιήματά της φαίνεται νά ἀκολουθοῦν τόν ἴδιο δρόμο μέ τό προηγούμενο ἔργο της, μέ ἀνάλογη βέβαια ὡριμότητα.

Μερικές παρατηρήσεις πάνω στά προηγούμενα.

Στίς σύντομες σκιαγραφήσεις τῶν ποιητικῶν ἔργων πού προηγήθηκαν ἔχουμε τό περιθώριο νά κάνουμε μερικές γενικές παρατηρήσεις. Ἄν θεωρήσουμε ὅτι τό, μετά τήν πρώτη ἔκδοση τῆς ἀνθολογίας, νεότερο ἔργο τῶν ποιητῶν ἀποτελεῖ δείκτη ἐξέλιξης ἤ δείχνει κατεύθυνση πορείας, τότε  βλέπουμε τά ἑξῆς.

α) Ἡ γενική τάση, τῶν 38 ποιητῶν πού ἔδωσαν νεότερα κείμενα στή δημοσιότητα, ἔχει κατεύθυνση ἀπό τόν ἱστορικοκοινωνικό προβληματισμό πρός τόν καθημερινό-ὑπαρξιακό. Μιλῶ ἁπλῶς γιά μιά κάποια τάση, πού δέν σημαίνει ὅτι οἱ ποιητές κόβουν τούς δεσμούς μέ τό ἱστορικοκοινωνικό παρελθόν τους. Ἄλλωστε ἔχουμε ἀρκετούς πού μένουν ἀμετακίνητοι στίς ἀρχικές θέσεις τους. Σέ μία μάλιστα περίπτωση, αὐτήν τοῦ Γιώργη Μανουσάκη, ἔχουμε στοιχεῖα καί ἀντίθετης κατεύθυνσης: χωρίς νά πάψει νά εἶναι ἐσωστρεφής ποιητής, στράφηκε καί πρός τά δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Τό ἀκριβῶς ἀντίθετο δηλαδή ἀπό τόν Τόλη Νικηφόρου, ὅπου ἔχουμε σαφή ἀναπροσανατολισμό: ἀπό τήν κοινωνική πρός τήν ὑπαρξιακή κατεύθυνση. Πάντως νομίζω πώς ὑπάρχει αὐτή ἡ σχετική τάση πρός μιά πιό παροντική-ὑπαρξιακή ἀντίληψη τοῦ ποιητικοῦ ἀντικειμένου. Ἐννοεῖται πώς οὐδέποτε ἔλειψε στό παρελθόν, ἀπό κανένα ποιητικό γραφτό, τό ὑπαρξιακό ὑπόβαθρο, ἀφοῦ εἶναι πάντα στήν ποίηση καί γενικότερα στή λογοτεχνία «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ». Ἴσως ὅμως, στή συγκεκριμένη περίπτωση, ἡ σωρευμένη πείρα τῆς ζωῆς νά συνέβαλε μέ τά χρόνια πρός μιά περισσότερο καθημερινή θεώρηση τοῦ ποιητικοῦ ἀντικειμένου. Πρός ἕνα ἰδιωτικότερο κοίταγμα τῶν πραγμάτων. Γεγονός πού συνεπάγεται καί κατά μιά βαθμίδα ὑπαρξιακότερη ἀντίληψη τοῦ παροντικοῦ γίγνεσθαι.

β) Μιά δεύτερη παρατήρηση εἶναι ὅτι, παρά τά χρόνια πού βαραίνουν στίς πλάτες τῶν ποιητῶν, ἡ παραγωγικότητα καλά κρατεῖ. Καί ὄχι ἁπλά καί τυπικά, ἀλλά μέ ποιοτικά γνωρίσματα μιᾶς συνεχοῦς ἀνοδικῆς τροχιᾶς. Σέ ὡρισμένες περιπτώσεις μάλιστα (Ἀγγελάκη-Ρούκ, Ἀλεξάκης, Γαλάτης, Δημουλᾶ, Ἐλευθερίου, Καραγιάννη, Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, Λεοντάρης, Μανουσάκης, Μαρκίδης, Πέγκλη, Πορφύρης, Ροδαράκης, Ρουμελιωτάκης, Ροῦσσος, Χατζοπούλου) μποροῦμε νά μιλοῦμε γιά τήν ὡριμότερη δουλειά τους. Ἔτσι δέν εἶναι ἀβάσιμο νά ὑποθέσουμε πώς, ἄν ὁ θάνατος δέν εἶχε μεσολαβήσει, οἱ πεθαμένοι ποιητές θά συνέχιζαν μέ ἀξιώσεις τό πρόωρα σταματημένο ἔργο τους.

γ) Μιά τρίτη παρατήρηση εἶναι ὅτι σημαντικό ποσοστό τῶν ποιητῶν κατέχεται ἀπό πνεῦμα ὀργῆς ἔναντι τῶν ἱστορικῶν πεπραγμένων. Γι᾿ αὐτό τό θέμα ὅμως θά γίνει ξεχωριστά λόγος σέ ἑπόμενες σελίδες.

δ) Μιά τέταρτη παρατήρηση εἶναι ὅτι στά νεότερα γραφτά τῶν ποιητῶν μπαίνει ἀπό τήν πόρτα τῆς καθημερινότητας τό ζήτημα τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας. Ὄχι βέβαια ὥς εὐπρόσδεκτη κατάσταση, ἀλλά ὥς μιά ἐξέλιξη πού ὁδηγεῖ στήν ἀνθρώπινη ἀλλοτρίωση. Ἔτσι, στό βαθμό πού περνάει τό ζήτημα στά νεότερα κείμενα, προκαλεῖ ἀρνητικές ἀντιδράσεις, κυρίως εἰρωνικές ἤ ἀποστροφῆς.

ΙΙΙ

Οἱ ποιητές τοῦ ᾿60 δέν συνασπίστηκαν γύρω ἀπό περιοδικά, ἐφημερίδες, ἐκδόσεις, σωματεία, κύκλους κ.λπ. Οὔτε ἀνάπτυξαν στενές σχέσεις μεταξύ τους. Μολαταῦτα εἶχαν συνείδηση πώς ἀποτελοῦν μέλη μιᾶς ξεχωριστής γενιᾶς ποιητῶν. Μέσα στό ἔργο τους ὑπάρχουν πολλές συναφεῖς ἀναφορές πού τεκμηριώνουν αὐτή τήν ἄποψη. Τό ζήτημα χρήζει συστηματικῆς μελέτης, κάτι πού δέν πρόκειται νά γίνει τώρα ἐδῶ. Θά δώσω ὅμως μερικά πρῶτα στοιχεῖα γιά τό θέμα αὐτό.

Ἕνα πρῶτο εἶναι ὁ πληθυντικός ἀριθμός τόν ὁποῖο χρησιμοποιοῦν πολλές φορές οἱ ποιητές μέσα στά ποιήματά τους. Δέν μιλῶ γιά τόν γαλλικό πληθυντικό τῆς εὐγένειας, οὔτε γιά τίς ποικίλες ἄλλες χρήσεις τοῦ πληθυντικοῦ,  ἀλλά γιά τόν πληθυντικό πού ἀναφέρεται σέ συνομήλικους. Ὁ Πορφύρης π.χ., στό ποίημά του «Χρόνοι», γράφει:

Διότι κακά τά ψέματα κανένας
Χρόνος δέν δουλεύει γιά μᾶς.

Αὐτό τό «μᾶς» ἔχει συγκεκριμένη ἀναφορικότητα καί δέν χρειάζεται, νομίζω, νά ἐξηγήσω ὅτι ἀφορᾶ τούς δευτερομεταπολεμικούς συνομήλικούς του. Ὁ Καρανικόλας, στό ποίημα πού ἐπιγράφεται «Διασπορά ὁμηλίκων», γράφει στόν πρῶτο στίχο: «Τότε ξεκινήσαμε σωστά ἤ μοιραῖα μαζί». Ἐδῶ, καθώς εἶναι φανερό, ὁ πληθυντικός τοῦ ρήματος «ξεκινήσαμε» ἔχει σχέση μ᾿ αὐτούς πού δηλώνει ὁ τίτλος τοῦ ποιήματος: τούς ὁμήλικους. Ὁ Λυκιαρδόπουλος ἀρχίζει τό ποίημά του «Ὑπό ξένην σημαία, Ι» μέ τούς στίχους:

Συναντήσαμε τούς δρόμους αὐτούς πρός δυσμάς τῆς ἐφηβείας

ὅταν ἡ μάχη εἶχε κριθεῖ χωρίς νά χάσουμε σταγόνα αἷμα.

Τό δίστιχο εἶναι ἀποκαλυπτικό σχετικά μέ τό ποιούς ἀφορᾶ ὁ πληθυντικός τῶν ρημάτων «συναντήσαμε» καί «χάσουμε».  Ὁ Μάρκογλου στό ποίημά του, «Θά ζήσουμε ὅπως ἐμεῖς ξέρουμε», ἔχει τό στίχο: «αὐτή ἡ ζωή δέν εῖναι γιά μᾶς». Κοιτάζοντας κανείς ὁλόκληρο τό  ποίημα, ἀλλά καί τό ἔργο του γενικότερα, καταλαβαίνει πώς τό «ἐμεῖς» καί τό «μᾶς» δέν ἀφοροῦν κάποιους ἄλλους πέρα ἀπό τούς συνομήλικους τοῦ ποιητῆ. Ὁ Εὐαγγέλου, βάζει τίτλο σέ ποίημά του τή φράση: «Μέ παραχαραγμένη τή ζωή μας». Κι ἐδῶ πάλι τό «μᾶς» ἔχει νά κάνει μέ ὁρισμένο ἡλικιακό φάσμα. Στό συνολικό ἔργο τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿60, θά συναντήσουμε πάμπολες φορές παρόμοιους πληθυντικούς.

Ἔπειτα ἔχουμε ποιητές πού ἀναφέρονται ρητά στό θέμα τῆς γενιᾶς ἤ στή δεκαετία τοῦ ᾿60, ὡς δεκαετία προσδιοριστική τῆς σειρᾶς τους. Ὁ Λυκιαρδόπουλος π.χ. ἀναφερόμενος σ᾿ ἕνα ποίημά του στό φίλο του Μάριο Μαρκίδη, ἀρχίζει μέ τό ἀκόλουθο δίστιχο:

Προκαταβάλλοντας εἰρωνικά τά χρέη τῆς γενιᾶς σου
μᾶς ἀπαγόρευσες διά παντός τά δάκρυα

Ὁ Ρουμελιωτάκης κλείνει τό ποίημά του «Ἐπέτειος ᾿61», μέ τούς στίχους:

τό πῆρα πιά ἀπόφαση ἐκεῖνος [ὁ πατέρας του]
δεκαπέντε χρόνια πολιτικός ἐξόριστος
δέν ἄφησε τίποτε
νά κατακτήσω ἐγώ γιά τή γενιά μου.

Ὁ Μάρκογλου ἐπίσης κλείνει τό ποίημά του «Ἡ ἀνάγνωση, β΄», μέ τούς στίχους:

κι ἐγώ σώπαινα νιώθοντας νά βουλιάζουν μέσα μου τά λόγια,
νά σωρεύονται ὀγκόλιθοι
στό χάσμα τό μεγάλο τῆς γενιᾶς μου πού πίστεψε,
τῆς δικῆς σου [νεότερης] πού χλεύασε.

Ὁ Λεοντάρης στό ποίημά του «Ηωσήφ, βουλευτής Ἀριμαθαίας, ΙΥ», ἔχει τό δίστιχο:

Κρυφά θά φύγει δίχως νά ᾿χει
ἀφήσει οὔτε ἕνα ἴχνος ἡ γενιά μας.

Ὁ Θωμάς Γκόρπας ἐπιγράφει ἕνα ποίημά του ἀπό τή συλλογή, Τά θεάματα, «Δεύτερη μεταπολεμική γενιά». Ὁ Εὐαγγέλου στή συλλογή, Τό χιόνι καί ἡ ἐρήμωση, ἐπιγράφει ἕνα ποίημά του «Γενιά τοῦ ᾿60». Ἀξίζει νά παραθέσω τήν πρώτη στροφή του:

Ἀνάμεσα στό φαρμάκι τῆς ὀχιᾶς
καί τοῦ λύκου τό δόντι
μές στήν ὁμίχλη καί τό φόβο
μές στόν πανικό
καί ὑπό τό βλεμμα πάντα τῶν χαφιέδων
γνωρίσαμε τόν κόσμο ἐμεῖς.

Ἕνα τρίτο στοιχεῖο προκύπτει ἀπό ποιητές πού ξεχωρίζουν τό δικό τους ἡλικιακό φάσμα ἀπό τό προηγούμενο ἤ τό ἑπόμενο. Ὁ Γιώργης Μανουσάκης στό ποίημα, ἀπό τή συλλογή Ἄνθρωποι καί σκιές, πού ἐπιγράφεται «1945», μιλάει γιά τά Χανιά ὡς:

πολιτεία [πού] θυμᾶται
τόν κεραυνό πού τήν ἔκαψε,

ἀλλά δέν θυμᾶται τόν ποιητή μέσα σ᾿ ἐκείνη τήν καταστροφή. Γιατί δέν τό θυμᾶται; Διότι:

Ἐγώ, ἕνα παιδί πού δέν ἔζησε

τή φωτιά καί τό σίδερο

τῆς εἶμαι [τῆς πολιτείας] ἄγνωστος.

Ἡ πολιτεία στήν περίπτωση αὐτή ἀφορᾶ ἡλικίες, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἐκείνη τῆς  πρώτης μεταπολεμικῆς γενιάς, στίς ὁποῖες δέν ἀνήκει ἡ μικρότερη δική του ἡλικία. Ὁ Τάσος Γαλάτης, στό ποίημα «Ἀνιπτόποδες καί σφενδονῆτες» τῆς ὁμώνυμης συλλογῆς, θυμᾶται μεταξύ ἄλλων:

Ἀνιπτόποδες καί σφενδονῆτες

στήν Καλογραίζα τοῦ ᾿47, ᾿48 καί 49

μέ τή δική του σφραγίδα ὁ καθένας

ἀπ᾿ τό μεγάλο μακελειό

Τότε, τόν καιρό τοῦ «μεγάλου μακελειοῦ», ὁ ποιητής κι οἱ συνομήλικοί του κυνηγοῦσαν μέ τίς σφεντόνες τους πουλιά -ὄχι ὅμως καί χωρίς καμιά σχέση μ᾿ αὐτό τό «μεγάλο μακελειό».  Ὁ Π. Σωτηρίου στό ποίημά του «28η Ὀκτωβρίου 1980» κάνει διπλή διάκριση, ξεχωρίζει τή δική του ἀπό τήν προηγούμενη καί τήν ἑπόμενη γενιά. Τό ποίημα εἶναι ἀνθολογημένο στό λῆμμα τοῦ ποιητῆ πού βρίσκεται στά παρόντα «Συμπληρωματικά στοιχεῖα στή δεύτερη ἔκδοση» καί θεωρῶ περιττό νά τό ἀντιγράψω πάλι ἐδῶ. Θά ἀντιγράψω ὅμως, ἀπό ὅσα ἔγραψα ἀλλοῦ γιά τό ποίημα[9], τά σχετικά μέ τό θέμα πού συζητῶ: «Περισσότερο ἴσως ἐνδιαφέρον», ἔγραφα,  «παρουσιάζει ὁ διαχωρισμός τῶν γενιῶν. Τό ’’Δέν γνωρίσαμε οὔτε ἐμφύλιους, οὔτε θαύματα’’, δέν νομίζω πώς θά τό ἔλεγε ἕνας ποιητής τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς γενιᾶς, ἔστω καί μεταφορικά. Γιατί καί σέ ἐμφύλιο πῆρε ἐνεργά μέρος ἡ γενιά αὐτή καί ‘‘θαύματα’’ γνώρισε τόν καιρό τῆς ἀντιστασιακῆς της ἀνάτασης. Στόν ἐμφύλιο δέν πῆραν μέρος οἱ δευτερομεταπολεμικοί, ἀφοῦ ἦταν τότε μικρά παιδιά. Ὁ ὑπαινιγμός συνεπῶς τοῦ Σωτηρίου εἶναι σαφής: ἀνάμεσα στήν πρώτη καί στή δεύτερη μεταπολεμική γενιά ὑπάρχει ἱστορικό καί ψυχολογικό χάσμα. Μέ τόν ἀμέσως ἑπόμενο στίχο ‘‘μοναχά μιά ἐπιστάτευση [γνωρίσαμε], κι αύτή τόσο ἄδοξη’’ γίνεται, πέρα ἀπό ἄλλα, σχετικός διαχωρισμός ἀπό τήν ἑπόμενη γενιά τοῦ ᾿70: στήν ‘‘ἄδοξη’’ ἐπιστράτευση τοῦ 1974 ἡ πλειονότητα τουλάχιστο ἀπό τή γενιά τοῦ ᾿70 δέν πῆρε μέρος λόγω ἡλικίας». Ὁ Μαρκίδης στό ποίημά του «Πρός τί ἡ πίκρα;», πού μολονότι βρίσκεται ἐπίσης ἀνθολογημένο στά παρόντα «Συμπληρωματικά στοιχεῖα στή δεύτερη ἔκδοση», θά χρειαστεῖ νά παραθέσω ἕνα μέρος, γιά τό λόγο ὅτι εἶναι ἐξαιρετικά εὔγλωττες ἡ αἰχμές του. Πρῶτα ὁλόκληρη ἡ πρώτη στροφή:

Νά καρφώνετε, μᾶς εἶπε, τίς λέξεις σας σάν πρόκες.

Γερή συμβουλή, ὅμως ποῦ νά τίς καρφώσουμε;

Νά πάρετε μαζί σας νερό, σᾶς περιμένει μεγάλη ξηρασία –

δέν εἴχαμε ἐντούτοις ὄρεξη νά διασχίσουμε πάλι τήν ἔρημο. Ξεχερσώσαμε τό μέλλον μας

δέν μᾶς κάνει πιά οὔτε κρύο οὔτε ζέστη.

Ὁ πρῶτος στίχος τῆς στροφῆς παραπέμπει σέ στίχο τοῦ Ἀναγνωστάκη, ἀπό τό ποίημά του «Ποιητική», τῆς συλλογῆς Ὁ στόχος. Ὁ τρίτος στίχος τῆς στροφῆς παραπέμπει σέ δυό στίχους τοῦ Κατσαροῦ, ἀπό τό ποίημά του «Θά σᾶς περιμένω», τῆς συλλογῆς Κατά Σαδδουκαίων. Πρέπει νά πῶ ὅτι ὁ Ἀναγνωστάκης καί ὁ Κατσαρός, στά ποιήματά τους, δέν ἀπευθύνονται στή δευτερομεταπολεμική γενιά. Ὁ Μαρκίδης ὡστόσο χρησιμοποιεῖ τά λόγια τους σάν νά ἐπευθύνονταν στούς δευτερομεταπολεμικούς. Καί τό κάνει, μέ ἀντιθετικό πνεῦμα, γιά νά δείξει τή μεγάλη ἀπόσταση πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στίς δυό γενιές. Κάτι πού φαίνεται σαφέστερα σέ τρεῖς στίχους ἀπό τήν ἑπόμενη στροφή τοῦ ποιήματός του. Σ᾿ αὐτούς τούς στίχους, ἀπευθυνόμενος πρός τούς πρώτους μεταπολεμικούς, μέ κάποια δόση συγκαλυμμένης δηκτικότητας, παρατηρεῖ:

Μήν πικρένεστε λοιπόν πού δέν ὁμοιοκαταληκτήσαμε

μέ τά ποιήματά σας.

Εἴμαστε ἡ ἀσυνέχεια τῶν συλλαβῶν σας.

Διάκριση, ἀλλά ἀπό τούς νεότερους, κάνει κι ὁ Μάρκογλου στό ποίημά του «Ἡ ἀνάγνωση, β΄» στό ὁποῖο ἀναφέρθηκα παραπάνω.

Ὅπως ἔχω πεῖ νωρίτερα οἱ δευτερομεταπολεμικοί ποιητές, ἄν καί δέν συνασπίστηκαν μεταξύ τους, εἶχαν ὡστόσο συνείδηση πώς ἀποτελοῦσαν μιά ξεχωριστή γενιά, διαφορετική ἀπό τήν προηγούμενη καί τήν ἑπόμενη. Αὐτή ἡ συνείδηση τῶν δευτερομεταπολεμικῶν ποιητῶν ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά δυό δεδομένα πού χαρακτηρίζουν τήν ἰδιαίτερότητά της. Τό ἄλλο προέρχεται ἀπό τά γενικά γνωρίσματα τοῦ συνολικοῦ τους ἔργου. Γι᾿ αὐτά ἔχω μιλήσει στήν «Εἰσαγωγή» τῆς πρώτης ἔκδοσης. Εἶχα πεῖ ἐκεῖ ὅτι, πέρα ἀπό τούς ἰσχυρούς ἱστορικοκοινωνικούς προσδιορισμούς, ἔχουμε ἐπιπλέον τρία γενικά διακριτικά γνωρίσματα στό λόγο τῶν δευτερομεταπολεμικῶν ποιητῶν. Εἶναι ἡ ἀντιλυρική ὑφή τοῦ λόγου τους. Ἡ ἀπουσία τοῦ ὑπερρεαλιστικοῦ τρόπου ἀντίληψης καί γραφῆς. Καί ἡ αἰχμηρή ἔκφρασή τους.

Μά, θά ρωτοῦσε ἴσως κανείς, χρειάζεται νά μιλοῦμε γιά τήν ἰδιαιτερότητα μιᾶς ποιητικῆς γενιᾶς, δέν πρόκειται γιά κάτι αὐτονόητο; Ὄχι δέν εἶναι αὐτονόητη ἡ ἰδιαιτερότητα καμιᾶς λογοτεχνικῆς γενιᾶς. Ἄν δέν ἔχουν μελετηθεῖ καί δέν ἔχουν ἀναλυθεῖ μέ εὐκρίνεια τά χαρακτηριστικά τῆς ἰδιαιτερότητάς της, δέν μποροῦμε νά μιλοῦμε γιά ξεχωριστές λογοτεχνικές γενιές. Πρέπει πάντως νά παρατηρήσω σχετικά, κάτι πού τό ἔκανα καί στήν «Ἐσαγωγή» τῆς πρώτης ἔκδοσης. Τό γεγονός δηλαδή ὅτι οἱ ποιητές, καί οἱ λογοτέχνες γενικότερα, εἶναι ἰδιόμορφες προσωπικότητες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Σέ ὅλη τή νεοελληνική λογοτεχνία δέν ὑπάρχουν δυό πανομοιότυποι λογοτέχνες, οὔτε θά ὑπάρξουν ποτέ. Οἱ λογοτεχνικές γενιές, ἤ οἱ ὁμήλικες περίπου σειρές λογοτεχνῶν, διακρίνονται ἀπό τί ἄλλες ἀπό τό διαφορετικό τους ἡλικιακό φάσμα, ἀπό γενικά ἐποχιακά γνωρίσματα καί ἀπό κοινά χαρακτηριστικά τοῦ ποιητικοῦ τους λόγου. Ἐποχιακά γνωρίσματα μέ τή διπλή ἔννοια: ὅτι (οἱ γενιές) εἶναι σημαδεμένες ἱστορικά ἀπό τήν ἐποχή τους καί ὅτι παίρνουν ὁρισμένη στάση ἀπέναντι στήν ἐποχή τους. Συνεπῶς ἡ διάκριση σέ λογοτεχνικές γενιές σέ καμιά περίπτωση δέν βασίζεται στήν ὁμοιότητα τῆς προσωπικότητας καί τοῦ ἔργου τῶν λογοτεχνῶν. Οἱ δευτερομεταπολεμικοί ποιητές γιά παράδειγμα εἶναι ἐξαιρετικά διαφορετικοί μεταξύ τους, πράγμα πού συμβαίνει πάντα μέ τούς ποιητές καί γενικότερα μέ τούς λογοτέχνες πού συνιστοῦν ξεχωριστές σειρές, ταυτόχρονα ὅμως παρουσιάζουν ὁρισμένα γενικά γνωρίσματα ποιητικῆς γενιᾶς. Παρουσιάζουν δηλαδή γενικούς, ἀλλά διακριτούς, ἐποχιακούς καί γλωσσικούς προσδιορισμούς.

Σύμφωνα μέ τά γενικά γνωρίσματα τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿60 ἔχουμε νά κάνουμε μ᾿ ἕνα ἡλικιακό φάσμα ποιητῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἕνα εὐδιάκριτο κρίκο στήν ἐξέλιξη τῆς νεοελληνικῆς ποίησης. Πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα ἔχω κάνει στό παρελθόν τρεῖς ὁμιλίες, τό 1997, τόν Ἀπρίλη του 2004 καί τό Νοέμβρη τοῦ ἴδιου ἔτους. Μιά νέα ἀναφορά στό θέμα θά ἦταν ἐπανάληψη τῶν ὅσων ἔχω πεῖ σ᾿ αὐτές τίς ὁμιλίες, γι᾿ αὐτό, θά μοῦ ἐπιτραπεῖ νά χρησιμοποιήσω ἐν μέρει παρακάτω τό κείμενο τῆς τελευταίας ὁμιλίας. Ὄχι δηλαδή αὐτούσιο, ἀλλά μέ περικοπές καί ἀλλαγές.

(Ἡ δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά ὡς βαθμίδα τῆς νεοελληνικῆς ποίησης στόν 20ο αἰώνα -ἰδιαίτερα γνωρίσματα)[10]

 

Ἀπό ὁρισμένη ἄποψη ἡ νεοελληνική ποίηση εἶναι ἡ ἐξελικτική πορεία διαδοχικῶν ποιητικῶν σειρῶν ἤ κλάσεων ἤ γενιῶν. Τοῦτο σημαίνει πώς ἡ κάθε ποιητική σειρά εἶναι παιδί τῆς προηγούμενης. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ξεκινάει ἀπό τά κεκτημένα τῆς προηγούμενης (καί γενικότερα τῶν προηγούμενων), ἀλλά ὥς ἕνα βαθμό καί ἀπό κάποια ἄποψη τά προεκτείνει. Παίρνει, θά λέγαμε τή σκυτάλη ἀπό τήν προηγούμενή της σειρά καί τήν πηγαίνει ἕνα βῆμα πάρα πέρα. Ἔτσι κάθε νέα ποιητική σειρά φέρνει πάντα κάτι καινούργιο. Ἕνας κρίκος στήν ἁλυσίδα τῶν ποιητικῶν γενιῶν εἶναι καί ἡ δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά. Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τή θέση της σ᾿ αὐτή τήν ἁλυσίδα, θά χρειαστεῖ νά δοῦμε συνοπτικά τά κύρια γνωρίσματα τῶν προγενέστερων ποιητικῶν γενιῶν. Κανονικά, ἡ ἀναφορά στίς προγενέστερες γενιές, θά ἔπρεπε ν᾿ ἀρχίσει ἀπό τούς Φαναριῶτες. Ἐδῶ ὡστόσο ἡ ἀρχή θά γίνει ἀπό τήν πρώτη σειρά τοῦ 20ου αἰώνα, ἀπό τή σειρά δηλαδή τῶν μεταπαλαμικῶν ποιητῶν.

Οἱ μεταπαλαμικοί ποιητές –Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ἰωάννης Γρυπάρης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Λάμπρος Πορφύρας κ.ἄ.- κάνουν μερικά βήματα πέρα ἀπό τήν ποιητική γενιά τοῦ 1880, πού εἶναι ἡ γενιά τοῦ Παλαμᾶ. Ἕνα τέτοιο βῆμα εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τῆς ποίησης ἀπό τήν ἐθνικιστική ἰδεολογία τοῦ προγονισμοῦ καί τῆς Μεγάλης Ἰδέας. Παραμένουν ὅμως δημοτικιστές , ὅπως οἱ ποιητές τοῦ ᾿80, ἀντλώντας τό πραγματολογικό ὑλικό τῶν κειμένων τους κυρίως ἀπό τήν ἑλληνική ὕπαιθρο. Ἕνα ἄλλο βῆμα εἶναι ὅτι ἀφήνουν πίσω τους τόν ἐξωστρεφῆ ρητορισμό τῶν ἀμέσως προηγούμενων σειρῶν. Δέν εἶναι πιά ποιητές ἐξώστη, ἀλλά ποιητές ἐσωτερικοῦ χώρου. Δέν φωνάζουν, ἀλλά μιλοῦν σχετικά χαμηλόφωνα. Πράγμα πού σημαίνει κατά ἕνα τρόπο ὅτι στρέφονται περισσότερο πρός τόν ἔσω ἄνθρωπο. Τέλος μέ πρωτεργάτη τό Χατζόπουλο, εἰσάγουν μέ συνέπεια τό γαλλικό συμβολιστικό κίνημα στήν Ἑλλάδα. Μέ συνέπεια: κυρίως ὅσον ἀφορᾶ τό γράμμα τοῦ συμβολισμοῦ, ἐνῶ ὡς πρός τό ἀποτέλεσμα, γιά λόγους κατανοητούς, μᾶλλον ὑστέρησαν.

Ἀκολουθοῦν οἱ ποιητές τοῦ 1920 –Ρῶμος Φιλύρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Οὐράνης, Κώστας Καρυωτάκης, Τέλλος Ἄγρας, Μῆτσος παπανικολάου κ.ἄ.- πού ἀποτελοῦν μιά ρηξικέλευθη γενιά. Προσυπογράφουν τή χειραφέτηση τῆς ποίησης ἀπό τήν ἐθνικιστική ἰδεολογία, τό χαμηλόφωνο λόγο, κι ὥς ἕνα βαθμό τό συμβολισμό τῶν μεταπαλαμικῶν ποιητῶν. Ταυτόχρονα ὅμως παίρνουν ἐξαιρετικές πρωτοβουλίες. Περνοῦν στήν ποίηση τό ἀστικό περιβάλλον τῆς Ἀθήνας ὅπου ζοῦσαν. Μέ τήν ἐνέργεια αὐτή αἵρεται ὁ διχασμός τῶν δημοτικιστῶν ποιητῶν, ἀνάμεσα στόν τόπο καί στό χρόνο τῆς προσωπικῆς τους ζωῆς τους, καί στόν τόπο καί στό χρόνο τῆς ποίησής τους. Ἐνῶ ζοῦσαν (οἱ δημοτικιστές) στή δυτικότροπη ἀστική Ἀθήνα, ἡ ποίησή τους ἦταν προσανατολισμένη πρός τήν παραδοσιακή ὕπαιθρο. Ἔπειτα, οἱ ποιητές τοῦ ᾿20, ἔδωσαν προτεραιότητα στά προσωπικά τους ἐμπειρικά δεδομένα, προσγειώνοντας τήν ποίηση στήν κοινωνική καθημερινότητα. Ἐπιπλέον υἱοθέτησαν τήν ἀστική γλώσσα ὡς ἐκφραστικό ὄργανο τῆς ποίησης καί γενικότερα τῆς ζωῆς. Χρησιμοποίησαν δηλαδή τή γλώσσα μέ τήν ὁποία εἶχαν μαζί της ἄμεση ἐμπειρική σχέση -ὄχι ἔμμεση, ὄχι νοητή, ὄχι βιβλιακή. Ἡ καθαρεύουσα δέν ἦταν γλώσσα κοινωνικά φορτισμένη. Ἡ δημοτική τῆς ὑπαίθρου ἦταν, ἀλλά ὡς γλώσσα τῆς ὑπαίθριας ζωῆς, ὄχι ὅμως κι ὡς γλώσσα τῶν ἀστῶν δημοτικιστῶν. Ὁ Δροσίνης π.χ., γέννημα καί θρέμμα τῆς Ἀθήνας, ἔγραφε μιά γλώσσα μέ τήν ὁποία δέν εἶχε ἄμεση, ἐμπειρική, σχέση μαζί της, ἀλλά ἔμμεση, βιβλιακή. Οἱ δημοτικιστές δέν εἶχαν ὀργανικό δεσμό μέ τή γλώσσα πού χρησιμοποιοῦσαν, γιατί δέν ταυτίζονταν κοινωνικά μαζί της. Ἀστοί γραφιάδες αὐτοί, γλωσσικά ὑποδύονταν περίπου τούς ἀγρότες καί τούς βοσκούς. Σημαντική λεπτομέρεια ἐδῶ εἶναι ὅτι οἱ δημοτικιστές δέν εἶχαν ἀκριβῶς προφορική γλώσσα τή δημοτική τῆς ὑπαίθρου. Αὐτή τή δυσαρμονία, ἀνάμεσα στήν προσωπική ζωή τῶν ποιητῶν καί στό ἄμεσο κοινωνικό περιβάλλον, ἀπό τή μιά μεριά, καί στήν ἀναντίστοιχη γλώσσα πού ἔγραφαν, ἀπό τήν ἄλλη, ἦρθαν νά διορθώσουν οἱ ποιητές τοῦ ᾿20. Ἔτσι γιά πρώτη φορά ἡ νεοελληνική ποίηση γράφεται μέ γλώσσα κοινωνικά φορτισμένη ἀπό τό κοινωνικό περιβάλλον τῶν ποιητῶν. Καί τήν πρωτοβουλία τους αὐτή τήν προσυπέγραψαν ἔκτοτε οἰ μεταγενέστερες ποιητικές γενιές.

Μετά τούς ποιητές τοῦ ᾿20 ἦρθε ἡ γενιά τοῦ ᾿30 –Τάκης Παπατσώνης, Γιῶργος  Σεφέρης, Ὀδυσσέας Ἐύτης, Γιάννης Ρίτσος, Νικόλαος Κάλλας, Γιῶργος Σαραντάρης, Νίκος Ἐγγονόπουλος κ.ἄ. Ἡ γενιά αὐτή μπορεῖ νά πεῖ κανείς υἱοθέτησε ὅλες τίς κατακτήσεις τῆς προηγούμενης γενιᾶς: ἀστικός χῶρος καί χρόνος, ἐμπειρική σχέση μέ τό πραγματολογικό ὑλικό, ἐμπράγματος ἀστικός λόγος, κοινωνική εὐαισθησία, πραγματισμός… Ὑῆρξε ὅμως, καί πρέπει νά τό ποῦμε ἐδῶ, μιά κάποια ἐρωτοτροπία της μέ τήν ἐθνικιστική ἰδεολογία. Ὄχι εὐθέως, ἀλλά πλαγίως ἀπό τήν πλευρά τῆς ἑλληνικότητας. Τί εἶναι ἡ ἑλληνικότητα; Ἔγινε λόγος γιά τό ἑλληνικό φῶς, τήν ἑλληνική γλώσσα, τίς λαϊκές μορφές τέχνης… Ἀκριβῶς ὄμως τί συνιστᾶ τήν ἑλληνικότητα ἔμεινε ἀδιευκρίνιστο. Ἀπό τήν πλευρά τῆς ἑλληνικότητας εἴχαμε, θά ἔλεγε κανείς, ἕνα πλάγιο πισωγύρισμα πρός τήν ἐθνικιστική ἰδεολογία, χωρίς τεκμηρίωση ὑπολογίσιμη καί χωρίς συνέχεια. Οἱ ἑπόμενες γενιές ἔμειναν ἀδιάφορες καί δέν ἔδωσαν συνέχεια σ᾿ αὐτό τό θέμα. Ἄσκησαν μάλιστα καί ἀρνητική κριτική. Ἡ προσφορά ὡστόσο τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30 βρίσκεται ἀλλοῦ. Πρῶτα πρῶτα στό γεγονός ὅτι εἰσηγήθηκε ἔγκαιρα τό μοντερνισμό (Παπατσώνης, Σεφέρης, Σαραντάρης, Ἀντωνίου) καί τόν ὑπερρεαλισμό (Κάλλας, Ἐλύτης, Ἐμπειρίκος, Ἐγγονόπουλος) στήν ποίησή μας. Τό κυριότερο ὡστόσο δέν εἶναι ὅτι εἰσηγήθηκε αὐτά τά πρωτοποριακά ρεύματα στά καθ᾿ ἡμᾶς, ἀλλά ὁ τρόπος πού τά ἀφομοίωσε καί τά ἔκανε ποιητική πράξη. Δέν τά μιμήθηκε δηλαδή ἐξωτερικά, ὅπως οἱ Φαναριῶτες π.χ. τό ρομαντισμό, ἀλλά τά πέρασε στήν ποίηση ὀργανικά, μέσα ἀπό τήν ἐντοπιότητά της. Ἔτσι μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο ἡ γενιά τοῦ ᾿30, ἀπό τό ἕνα μέρος, συγχρόνισε τήν ἑλληνική ποίηση μέ τήν εὐρωπαϊκή καί, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, πραγμάτωσε ἀξιόλογο ποιητικό λόγο. Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο πού συνδέεται μέ τή γενιά τοῦ ᾿30 εἶναι ἡ καθιέρωση τοῦ ἐλεύθερου στίχου. Ἐλεύθερο στίχο εἶχαν χρησιμοποιήσει περιστασιακά καί ποιητές τῶν προηγούμνων γενιῶν (Παλαμᾶς, Δροσίνης, Χατζόπουλος, φιλύρας κ.ἄ.) ὅμως τώρα, μέ πρωτοπόρο τόν Παπατσώνη, ὁ ἐλεύθερος στίχος δέν ἀποτελεῖ πιά μιά σπάνια ἐξαίρεση, ἀλλά ἕνα γενικό κανόνα. Καί, ὅπως ξέρουμε, ὁ ἐλεύθερος στίχος ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερα νά ἔχει τήν εὔνοια τῶν ποιητῶν.

Ἀμέσως ἔπειτα ἀκολουθεῖ ἡ πρώτη μεταπολεμική γενιά -Ἄρης Ἀλεξάνδρου, Μιχάλης Κατσαρός, Δημήτρης Παπαδίτσας, Τάκης Σινόπουλος, Μίλτος Σαχτούρης, Μανόλης Ἀναγνωστάκης, Γιώργης Παυλόπουλος, Νίκος Καροῦζος, Τάσος Λειβαδίτης κ.ἄ. Ἡ σειρά αὐτῶν τῶν ποιητῶν βασίστηκε στίς κατακτήσεις τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿20 καί τοῦ ᾿30. Ἀναφορικά μέ τή γενιά τοῦ ᾿30, ἀκολούθησε τήν αἰσθητική τοῦ μοντερνισμοῦ της καί, σέ μικρότερο ποσοστό, τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ της. Ἐπίσης καί τήν τεχνική τοῦ ἐλεύθερου στίχου. Τί ἀλλάζει ὅμως μέ τόν ἐρχομό τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς γενιᾶς; Πρῶρα πρῶτα ἔχουμε νά κάνουμε μέ ποιητές, στήν πλειονότητά τους, ἀριστερούς. Γιά τήν ἀκρίβεια ἀριστερούς αἱρετικούς. Μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν εἶναι κομματικά ἐνταγμένοι -ἐκτός ἀπό τό Λειβαδίτη πού καθυστερημένα ἀπομακρύνθηκε κι αὐτός ἀπό τήν κομματική ὀρθοδοξία-, ἀλλά ἀριστερούς ὑπό τήν προσωπική αἵρεση τοῦ καθενός. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι τηροῦν κριτική στάση στά γεγονότα. Γεννημένοι οἱ περισσότεροι στή δεκαετία τοῦ ᾿20, ἦταν ἔφηβοι στήν κατοχή. Καθώς ἡ ἐποχή τότε τό εὐνοοῦσε, πίστεψαν σ᾿ ἕνα καλύτερο μέλλον καί πολλοί, μέ τήν ὁρμή τῆς νιότης τους, πῆραν μέρος στήν Ἀντίσταση. ἀγωνίστηκαν γιά τά πιστεύω τους, ἀλλά τελικά διαψεύστηκαν κι ἔμειναν μέ κομμένα τά φτερά τῶν ἐλπίδων τους. Αὐτό σφράγισε τόν ψυχισμό τους, ἀλλά καί τήν ποίησή τους. Ἔχοντας ὑπόψη αὐτά μπορῶ νά πῶ ὅτι εἶναι ἡ πρώτη φορά πού μιά ποιητική γενιά συνδυάζει τά λόγια μέ τή δράση. Μέ τούς ποιητές αὐτούς κατεβαίνει, θά ἔλεγε κανείς, ἡ ποίηση στό πεζοδρόμιο. Κατεβαίνει ὅμως χωρίς νά προδόσει τήν τέχνη, κρατώντας ψηλά τή σημαία τῆς ποιότητας. Μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿20 περνάει, ὅπως εἶπα, στήν ποίηση ὁ ἐμπράγματος λόγος, μέ τήν πρώτη μεταπολεμική γενιά περνάει ὁ λόγος τῆς δράσης. Μιᾶς δράσης ὅμως σταματημένης πρόωρα κάπου ἐκεῖ στό τέλος τῆς Ἀντίστασης καί τό πρῶτο διάστημα τῆς ἀπελευθέρωσης. Φυσικά οἱ ποιητές ἐξακολουθοῦσαν νά γράφουν σέ ὥριμη καί ὑπερώριμη ἡλικία, ἀλλά ὁ τροχός τῆς ἱστορίας σταμάτησε γι᾿ αὐτούς σέ κεῖνα τά χρόνια.

Ἐρχόμαστε τώρα στό καθαυτό θέμα τοῦ κειμένου, τή δεύτερη μεταπολεμική σειρά ποιητῶν ἤ ποιητῶν τοῦ ᾿60. Τήν ἀπαρτίζουν ποιητές πού γεννήθηκαν ἀπό τό 1929 μέχρι τό 1940, οἱ ὁποῖοι, στήν πλειονότητά τους, ἐμφανίστηκαν στά γράμματα τή δεκαετία τοῦ 1960. Σημειώνω ἐνδεικτικά: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Κική Δημουλᾶ, Βύρων Λεοντάρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ἀνέστης Εὐαγγέλου, Τάσος Πορφύρης, Γιάννης Νεγρεπόντης, Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ, Θωμάς Γκόρπας, Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Πρόδρομος Μάρκογλου κ.ἄ. Στό σημεῖο τοῦτο θά χρειαστεῖ νά παραθέσω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν «Εἰσαγωγή» τῆς πρώτης ἔκδοσης.        Ἔλεγα λοιπόν, γιά τίς ἱστορικές συνθῆκες κάτω ἀπό τίς ὁποῖες ἔζησαν οἱ ποιητές αὐτοί τά ἀκόλουθα: «Τά παιδιά πού γεννήθηκαν στή δεκαετία τοῦ 1930 ἄρχισαν νά παίρνουν συνείδηση τοῦ κόσμου μέσα στόν πόλεμο, στήν Κατοχή καί στήν Ἀντίσταση. Μπῆκαν στήν ἐφηβεία τους στά χρόνια τοῦ Ἐμφύλιου καί ἀνδρώθηκαν στή διάρκεια τῆς μετεμφύλιας ψυχροπολεμικῆς περιόδου. Γνώρισαν τήν ἀναλαμπή τοῦ 1-1-4 καί ἀμέσως μετά ἔζησαν τό κλίμα τῆς ἑφτάχρονης δικτατορίας καί τῆς μεταπολίτευσης. Ἡ μεταπολίτευση τά βρῆκε στό μεσοστράτι τῆς ζωῆς τους. Γιά κάθε γενιά, φυσιολογικά, ἔρχεται κάποτε ἡ ὥρα νά πάρει τή σκυτάλη ἀπό τήν προηγούμενη, νά τήν προωθήσει στό μέτρο τῶν δυνάμεών της καί νά τήν παραδόσει ἀργότερα στήν ἑπόμενη. Ἐννοῶ τή σκυτάλη τοῦ ρόλου της μέσα στό ἱστορικό γίγνεσθαι τοῦ τόπου της. Ἔρχεται δηλαδή ἡ ὥρα πού παίρνει στά χέρια της τήν τύχη καί τήν εὐθύνη τοῦ ἑαυτοῦ της καί τοῦ τόπου της. Φυσιολογικά ἔτσι συμβαίνει. Ἡ γενιά ὅμως γιά τήν ὁποία μιλῶ, ὅπως θά φάνηκε ἀπό τήν παραπάνω ἀπαρίθμηση τῶν συνθηκῶν, ἔζησε μέσα σέ καταστάσεις ἀνώμαλες. Καταστάσεις πού, ἄν ἐξαιρέσουμε τό πολύ σύντομο διάστημα τοῦ 1-1-4, τῆς στέρησαν οὐσιαστικά κάθε ἐνεργό ρόλο στό ἱστορικό γίγνεσθαι τῆς χώρας. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὡς γενιά δέν πῆρε ποτέ θέση στό προσκήνιο τῆς ἱστορικῆς συνέχειας. Ἡ ποιοτική πλευρά τῆς πραγματικότητας αὐτῆς, πέρα ἀπό τίς ἐξωτερικές συνθῆκες, εἶναι ὅτι οἱ ὅροι γιά μιά ὁποιαδήποτε  θετική δράση, ὑπῆρξαν, γενικά καί εἰδικά, ἀρνητικοί. Γιατί τό ζήτημα δέν εἶναι ὅτι ἁπλῶς ἡ δεύτερη μεταπολεμική γενιά δέν ἀνέβηκε στό προσκήνιο τῆς ἱστορίας. Εἶναι ὅτι ἔζησε σ᾿ ἕνα περιβάλλον πού τῆς στέρησε τή δυνατότητα νά δραστηριοποιηθεῖ δημιουργικά. Πορεύτηκε λοιπόν σάν παρίας τῆς ἱστορίας. Καί εἶναι σάν νά παίχτηκε πάνω στό σῶμα της μιά παρτίδα ἀλλότριων σκοπῶν. Ἡ κριτική ἔχει ἐπισημάνει τήν ἱστορική ἰδιαιτερότητα τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς γενιᾶς. Γιά τόν παραμερισμό της ἀπό τά συντελούμενα στόν καιρό της χαρακτηρίστηκε ‘‘χαμένη γενιά’’[11], ἐνῶ ἡ κατάσταση μέσα στήν ὁποιά πορεύτηκε θεωρήθηκε ‘‘παθολογική’’[12]».

Μιλώντας κανείς, σέ περιορισμένα χρονικά ὅρια, γιά τό ποιητικό ἔργο μιᾶς σειρᾶς σχετικά ὁμηλίκων ποιητῶν, εἶναι ὑποχρεωμένος νά σχηματοποιήσει. Εἶναι ἕνας ἀναγκαῖος ὅρος. Ἀλλιῶς θά χρειαζόταν ἕνα κατά πολύ ἐκτενέστερο κείμενο γιά νά παρουσιαστεῖ τό ἴδιο θέμα διεξοδικά. Λοιπόν. Ἡ σχέση τῆς ποιητικῆς γενιᾶς τοῦ ᾿60 μέ τίς τρεῖς προγενέστερές της –τήν πρώτη μεταπολεμική, τοῦ ᾿30 καί τοῦ ᾿20- ἔχει μέ λίγα λόγια ὡς ἑξῆς.

Μέ τήν πρώτη μεταπολεμική συνδέεται σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τη μεριά τοῦ ἀριστεροῦ φρονήματος καί τοῦ κοινωνικοῦ προβληματισμοῦ. Μέ τή διαφορά πώς οἱ ποιητές τοῦ ᾿60 εἶναι περισσότερο κριτικοί ἀπέναντι στήν κομματική ὀρθοδοξία καί στήν πολιτεία της. Σύμφωνα μέ τή δική τους πικρή πείρα θέτουν τά πάντα κάτω ἀπό τό κριτήριο τοῦ ἱστορικοῦ περιθωρίου τους. Θυμοῦμε μιά σχετική κουβέντα τοῦ Δημήτρη Χατζῆ – ἑνός ἀνθρώπου τῆς πρώτης ματεπολεμικῆς γενιᾶς. Στίς 3.3.1977, στίς ἐκδηλώσεις τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου «Ὥρα», ὁ Χατζής  -ἡ βραδιά ἦταν ἀφιερωμένη στό ἔργο του- ἀποκάλεσε κάποια στιγμή, μέ ἐπαινετικό πνεῦμα, τή δεύτερη μεταπολεμική γενιά «χαμένη γενιά». Σέ ἐρώτηση, πού ἔγινε κατά τή συζήτηση στό τέλος, γιατί τήν ὀνόμασε ἔτσι, ἀπάντησε περίπου ὡς ἑξῆς. Τήν εἶπα «χαμένη γενιά» γιατί, ἐνῶ μέ τήν κριτική στάση της ἀπέναντι στίς δοτές ἰδέες μᾶς βοήθησε νά ξεπεράσουμε τά ἰδεολογικά κλισέ, ἡ ἴδια δέν καρπώθηκε τό μεράδι τῆς ζωῆς πού τῆς ἀνῆκε. Μιά ἄλλη διαφορά, τῶν δευτερομεταπολεμικῶν ποιητῶν ἀπό τούς πρωτοπολεμικούς, εἶναι ὅτι οἱ δευτερομεταπολεμικοί δέν ἔχουν δεθεῖ συναισθηματικά μέ καμιά ἱστορική στιγμή, ὅπως οἱ πρωτοπολεμικοί μέ τήν περίοδο τῆς Ἀντίστασης. Οἱ δευτερομεταπολεμικοί, ὅπως δέν εἶχαν καμιά συμμετοχή στά ἱστορικά γεγονότα, ἔμειναν ἀνάλογα ἀδέσμευτοι ἀπό τά ἱστορικά συμβάντα. Διαφορές ἔχουμε ἐπίσης, ὅπως θά δοῦμε παρακάτω, στόν τεχνοτροπικό καί στόν ἐκφραστικό τομέα.

Ἀναφορικά μέ τή γενιά τοῦ ᾿30, οἱ ποιητές τοῦ ᾿60 παίρνουν ὡρισμένες ἀποστάσεις. Δέν ἐννοῶ ὡς πρός τή στάση τους ἀπέναντι στόν κόσμο πού εἶναι τελείως διαφορετική καί δέν συζητιέται κάν, ἀλλά ὡς πρός τήν αἰσθητική τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ καί τοῦ μοντερνισμοῦ. Στούς δευτερομεταπολεμικούς ὁ ὑπερρεαλισμός δέν πέρασε σχεδόν καθόλου. Ἀσφαλῶς τό προϋποθέτουν, ἀλλά δέν τόν ἔβαλαν σέ ἐφαρμογή, ὅπως ἔγινε, καί στό βαθμό πού ἔγινε, μέ τούς πρωτομεταπολεμικούς. Διαφοροποίηση ἔχουμε καί στόν τομέα τοῦ μοντερνισμοῦ. Ὁ λόγος τοῦ ποιητικοῦ μοντερνισμοῦ εἶναι συχνά κάπως ἀσαφής καί σκοτεινός. Τοῦτο εἶναι μέσα στίς ἀρχές του, δέν ἀποτελεῖ ἀθέλητη ἀνεπάρκεια. Λοιπόν, οἱ δευτερομεταπολεμικοί ποιητές, σύμφωνα μέ ὅσα εἶχαν νά ποῦν, χρειάζονταν νά εἶναι κατά τό δυνατόν σαφεῖς. Γι᾿ αὐτό κι ὁ λόγος τους, ἄν καί προϋποθέτει τό μοντερνισμό, δέν ἀκολουθεῖ τή συνταγή του παρά μόνο σχετικά. Καί τοῦτο γιατί ὁ προσανατολισμός τους ἀπέναντι στό ποιητικό ἀντικείμενο ἦταν πολύ διαφορετικός ἀπό ἐκεῖνον τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30. Ὅσον ἀφορᾶ τέλος τόν ἐλεύθερο στίχο, οἱ δευτερομεταπολεμικοί ποιητές τόν χρησιμοποίησαν σέ μεγάλη ἔκταση.

Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ σχέση τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿60 μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿20. Ἁνάμεσα στίς δυό ἐποχές ὑπάρχει μιά σημαντική ἀναλογία. Κι οἱ δυό γενιές βρέθηκαν οὐσιασικά στό περιθώριο τῶν ἱστορικῶν ἐξελίξεων. Ἡ προγενέστερη γιά τό γεγονός τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς, πού γιά ἕνα διάστημα σταμάτησε τόν τροχό τῆς ἱστορίας στήν Ἑλλάδα. Ἡ μεταγενέστερη γιά τίς συνθῆκες πού ἐπικράτησαν στά χρόνια της. Τήν ἀναλογία ἀνάμεσα στίς δυο ἐποχές τήν ἔχει τονίσει στήν ἀκόλουθη στροφή ὁ Βύρων Λεοντάρης:

-Εἴμαστε μεσοπόλεμος, σοῦ λέω,

ἀνίατα μεσοπόλεμος… Ἄς πᾶμε

λοιπόν κι ἀπόψε, ἄς πᾶμε πάλι κάπου

νά χορέψουμε καί νά σκοτωθοῦμε…

Μέ ἀνάλογο πνεῦμα θά μιλήσει ὁ Μαρκίδης:

τί μεγάλοι πού φτάσαμε ὥς ἐδῶ

εἴμαστε οἱ βραδυφλεγεῖς ἐπίγονοι τοῦ σπλήν

Τό ἴδιο ὁ Ἐλευθερίου:

Ὅλα θυμίζουν μεσοπόλεμο καί μουσικές μιᾶς αὐταπάτης

Κι ἐπίσης ὁ Λυκιαρδόπουλος καί ἄλλοι ποιητές θά ἀναφερθοῦν στό ἴδιο θέμα. Ὑπάρχει δηλαδή κάποια ἀναλογία κλίματος ἀνάμεσα στίς δυό γενιές. Εἶναι ἐνδεικτικό ὅτι ὁ ποιητής που, μέ μεγάλη διαφορά μάλιστα, συναντοῦμε συχνότερα μέσα στά κείμενα τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿60 εἶναι ὁ Κώστας Καρυωτάκης. Κι ἐδῶ θά πρέπει νά τονίσουμε  τήν εἰλικρίνεια τοῦ αἰσθήματος πού δίδαξαν οἱ ποιητές τοῦ ᾿20 καί πέρασε στίς ἑπόμενες γενιές, ἰδιαίτερα ὅμως στήν πρώτη μεταπολεμική καί συνεπέστερα στή δεύτερη μεταπολεμική.

Στό σημεῖο τοῦτο μιά γενικότερη παρατήρηση πού συνάγεται ἀπό τά προηγούμενα. Οἱ ποιητές τοῦ ᾿60 στηρίχτηκαν στά κεκτημένα τῆς προγενέστερης νεοελληνικῆς ποίησης, χωρίς νά ἀνατρέξουν σέ ξένα αἰσθητικά ρεύματα. Κι εἶναι ἡ μοναδική σειρά ποιητῶν πού στάθηκε τόσο αὐτοδύναμα ἰθαγενής.

Εἶναι ὅμως ὥρα νά περάσουμε σέ  ὁρισμένα εἰδικότερα γνωρίσματα τῶν συγκεκριμένων ποιητῶν. Τό ἔργο λοιπόν τῶν ποιητῶν αὐτῶν, σ᾿ ἕνα ἐποπτικό κοίταγμα, παρουσιάζεται ὡς ἔργο διαμαρτυρίας. Μιᾶς διαμαρτυρίας πού φτάνει κάποτε στά ὅρια τῆς καταγγελίας. Ἡ ὅλη στάση τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿60 κλιμακώνεται χοντρικά σέ τέσσερις βαθμίδες. Τή βαθμίδα τῆς στέρησης, τή βαθμίδα τῆς ἀπογοήτευσης, τή βαθμίδα τῆς φενάκης ἤ ἀπάτης, τή βαθμίδα τῆς ἐξέγερσης καί τῆς ὀργῆς. Ἐδῶ θά ἐπιμείνω στήν τελευταία βαθμίδα πού, ἀντίθετα ἀπό τίς προηγούμενες τρεῖς, δέν εἶχε ἀναπτυχτεῖ ἱκανοποιητικά στήν «Εἰσαγωγή» τῆς πρώτης ἔκδοσης.

Τή δεκαετία τοῦ ᾿60 εἴχαμε, σέ ἄλλες χῶρες (Ἀμερική, Ἀγγλία, Σοβιετική Ἕνωση) τή λεγόμενη «λογοτεχνία τῆς ὀργῆς» ἤ τό κίνημα τῶν «ὀργισμένων νέων». Στήν Ἑλλάδα αὐτό τό ρεῦμα δέν πέρασε. Δέν εἴχαμε κάτι ἀντίστοιχο, οὔτε ὑπῆρχαν ἐδῶ οἱ ἀνάλογες κοινωνικές, πολιτικές καί πολιτισμικές συνθῆκες. Ὅμως ἡ ὀργή δέν εἶναι κάτι ἄγνωστο στήν ποίηση, συχνά λανθάνει μέσα σέ κείμενά της. Ὅταν π.χ. ὁ Σεφέρης ἔλεγε, «ὅπου καί νά ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μέ πληγώνει», λάνθανε καί μιά ἰδέα ἐξέγερσης στό λόγο του. Ἔχουμε ἐπιπλέον κείμενα ποιητικά ἐξαιρετικά ὀργισμένα, ὅπως π.χ. πολλά κείμενα τοῦ Βάρναλη. Τέλος πάντων, αὐτό πού θέλω νά πῶ εἶναι πώς ἡ ὀργή στούς ποιητές τοῦ ᾿60 εἶναι ἀποτέλεσμα πηγαίας ἀντίδρασης καί ὄχι ἀποτέλεσμα κάποιου συρμοῦ τῆς ἐποχῆς. Ἄν πῆρε κάπως ἔντονο χαρακτήρα μέσα στό ἔργο τους αὐτό εἶναι κατανοητό ἀπό τή σχέση τους μέ τήν πραγματικότητα. Ἡ ἀντίδραση σ᾿ αὐτή τήν πραγματικότητα κυμάνθηκε ἀπό τήν ἁπλή δυσφορία ὥς τήν ἐξέγερση, κι ἀπό τήν ἐξέγερση ὥς τήν ἀκραία ἐπιθετική στάση, τήν ἐκδήλωση ὀργῆς. Ἡ τελευταία, ἡ ἐκδήλωση ὀργῆς, πού ἐμφανίζεται γιά πρώτη φορά ἔτσι καθαρά καί σέ τέτοιο βαθμό στή νεοελληνική ποίηση, θ᾿ ἀποτελέσει τό ἀντικείμενο τῶν ἑπόμενων σελίδων.

Θά πρέπει νά θυμόμαστε πάντα πώς ἔχουμε νά κάνουμε μέ ποιητές καί ὄχι μέ ρήτορες. Ἡ δουλειά τους συνεπῶς εἶναι νά κάνουν ποίηση, καί μάλιστα καλή ποίηση, καί ὄχι κηρύγματα. Λοιπόν στήν περίπτωση γιά τήν ὁποία μιλῶ οἱ ποιητές μένουν μακριά ἀπό τό ἔδαφος τῆς ρητορείας ἐκφράζοντας τήν ἀντίδρασή τους μέσα ἀπό ὁρισμένη μετάθεση. Τί κάνουν ἀκριβῶς; Ἁπλά καταφεύγουν σ᾿ ἕνα ριζοσπαστικό τρόπο ἔκφρασης. Πολλοί ποιητές ἔχουν μιλήσει πικρά καί ὀργισμένα γιά τήν ἐποχή καί τό περιβάλλον τους. Ἔχουν μιλήσει ὅμως ὀρθόδοξα. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀναφέρουν κάθε φορά τά στοιχεῖα τῆς ἐποχῆς καί τοῦ περιβάλλοντος πού προκαλοῦν τή δυσαρέσκειά τους. Ἀναφέρουν τό ἴδιο τό ἀντικείμενο τῆς δυσαρέσκειάς τους, τήν αἰτία, θά λέγαμε, τοῦ κακοῦ. Ὁ Σεφέρης, γιά παράδειγμα, στό ποίημα πού ἀρχίζει μέ τό στίχο, «Ὅπου καί νά ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μέ πληγώνει», λέει γιατί καί πῶς τόν πληγώνει ἡ Ἑλλάδα. Τό ἴδιο ὁ Κατσαρός στό ποίημά του, «Ἡ διαθήκη μου», πού εἶναι ἕνα ποίημα πού δέν κρύβει τήν ὀργή του, ὀνομάζει ὅ,τι θεωρεῖ κολάσιμο. Στήν περίπτωση ὅμως πού ἔχουμε μετάθεση, ὅπως συμβαίνει μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿60, τό ἀντικείμενο τῆς πίκρας καί τῆς ἐξέγερσης δέν δηλώνεται, οὔτε ἄμεσα οὔτε ἔμμεσα. Δέν γνωστοποιεῖται καθόλου. Κι αὐτό ἀκριβῶς συνιστᾶ τώρα τήν ἐκφραστική καινοτομία τοῦ συγκεκριμένου ποιητικοῦ λόγου. Ἑνός λόγου ἀκραίας ἀποδοκιμασίας τοῦ ἐποχιακοῦ περιβάλλοντος. Πῶς γίνεται αὐτό; Γίνεται ὡς ἑξῆς: οἱ ποιητές, γιά ὅ,τι πικρό, σκληρό καί αἰχμηρό βίωσαν, ἐκφράζονται μέ ἀνάλογη ἔνταση, ὄχι στηλιτεύοντας τίς αἰτίες τοῦ κακοῦ, ἀλλά ἀντιμετωπίζοντας πικρά, σκληρά, καί αἰχμηρά ἀπευθείας τά σύμβολα τῆς ζωῆς, τῆς ὀμορφιᾶς, τῆς τρυφερότητας καί τῆς τέχνης τους. Πρόκειται γιά μιά μετάθεση πού δείχνει, καθώς πιστεύω, δύο πράγματα γιά τούς ποιητές. Πρῶτα ἕνα βαθύ ψυχικό τραῦμα. Κι ἔπειτα τήν ἀναζήτηση μιᾶς ἀπόλυτα ἰσοδύναμης ἔκφρασης αὐτοῦ τοῦ τραύματος. Κάτι πού σημαίνει ὅτι ἐκφραστικά οἱ ποιητές γύρεψαν νά πᾶνε ἕνα βῆμα πάρα πέρα ἀπό τό ἐκφραστικό ἀποτέλεσμα πού τούς πρόσφερε ἡ ἀναφορά στά βιωματικά τους δεδομένα. Νά πᾶνε, μ᾿ ἄλλα λόγια, ἕνα βῆμα πάρα πέρα ἀπό τό γνωστό παρδοσιακό τρόπο ἔκφρασης τέτοιων καταστάσεων. Ἔτσι φτάνουμε σ᾿ αὐτή τήν ἀκραία ἐκφραστική πραγμάτωση, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό μιά ἐκλεπτισμένη ἐκδήλωση ὀργῆς. Νά δοῦμε πῶς πραγματώνεται στήν πράξη. Τά βέλη στήν περίπτωση αὐτή ἔχουν στόχο εἴπαμε τά σύμβολα τῆς ζωῆς, τῆς ὀμορφιᾶς, τῆς τρυφερότητας καί τῆς ποίησης.

α) Ἄς ἀρχίσουμε ἀπό τό φῶς πού εἶναι πηγή καί σύμβολο ζωῆς.

Γιατί κι ὁ χρόνος γέρων εἶναι

καί κυφός

κι ὅση σοφία θησαύρισες καπνός καί σκόνη

Δέ μένει παρά λίγο σάπιο φῶς

Κι ὁ σκοτεινός ληξίαρχος πού ζηγώνει

Γιά «σάπιο φῶς» κάνει λόγο ἐδῶ ὁ Ὀρέστης Ἀλεξάκης, ἐνῶ ἡ Κική Δημουλᾶ δηλώνει ἀπερίφραστα:

Ἀλλά ἔρχεται τό φῶς,

κι ἔρχεται ἡ εὐκρίνεια σάν προδότης.

β) Τό φῶς βέβαια μᾶς τό δίνει ὁ ἥλιος, ὁ ἥλιος πού γίνεται τώρα στόχος:

ὁ ἥλιος κουρελοῦ στά καπνισμένα τζάμια,

θά πεῖ ἡ Ζέφη Δαράκη, ἐνῶ ἡ Μαρία Καραγιάννη:

Κομματιασμένος ἥλιος καίει τή ζωή μας

καί μ᾿ ἑκατό λεπίδια ἑτοιμάζει τήν ἐπιστροφή

Κι Πρόδρομος Μάρκογλου θά ὑπερθεματίσει:

Κι ὁ ἥλιος μαύρη πλεκάνη στόν οὐρανό.

Κι ὁ Τάσος Ροῦσσος:

Κι ὁ ἥλιος

τροχίζοντας τά μαχαίρια του

Καί πιό ψηλά μισοκαμένο κάρβουνο

θαμπός τρίχινος σάκος ὁ ἥλιος

γιομάτος ψόφιες ἀκρίδες.

γ) Φῶς μᾶς χαρίζει, ἄν καί ὄχι δικό του, καί τό φεγγάρι. Τό φεγγάρι πού στή ζωή καί στήν τέχνη ἔχει πολύ ἀγαπηθεῖ. Ὅμως:

Φεγγάρια κυνηγιοῦνται ἀμείλικτα

θά πεῖ ἡ Μαρία Καραγιάννη, ἐνῶ ἡ Ζέφη Δαράκη:

Ἕνα σαπισμένο φεγγάρι λίμναζε στήν ψυχή μας

Ὁ Τασος Πορφύρης:

Ἦταν τότε πού τό φεγγάρι τρόχιζε τά δόντια του στ᾿ ἄσπρα

σύννεφα

Κι ὁ Πρόδρομος Μάρκογλου:

Τό φεγγάρι πού ὀνειρεύεσαι

εἶναι μιά πληγή

Καί τό παρόν πιό θλιβερό κι ἀπ᾿ τή σελήνη

Παρόμοια ὁ Τασος Ροῦσσος:

καί τό φεγγάρι ἐπίμονο κοράκι

δ) Ἡ δύση μέ τά χρώματά της εἶναι μᾶλλον ἡ πιό ὄμορφη καί νοσταλγικά φορτισμένη ὥρα τῆς μέρας. Δέν εἶναι ὅμως ἔτσι γιά τόν Κώστα Ροδαράκη:

Κάθομαι στό παράθυρο κοιτώντας ὧρες  τήν κοινότοπη δύση. Ἡ

νύχτα πέφτει ὁλοταχῶς καί τό τοπίο ἀλλάζει θέση σάν ἐφιάλτης.

Οὔτε ἀσφαλῶς γιά τήν Κική Δημουλᾶ, ὅταν δηλώνει μέ κάποια ἀμφιθυμία:

Κι ἔτσι μπορῶ νά σταθῶ

στό ὕψος μιᾶς ρεμβαστικῆς οὐδετερότητας

γιά ν᾿ ἀπολαύσω ἀνενόχλητα

αὐτό τό κάθαρμα τή δύση

ε) Ἄλλο στόχο ἀποτελοῦν οἱ λέξεις καί οἱ στίχοι:

ἐνέδρες φονικές μέ τριγυρίζουν,

σελίδες στό κενό γυρνοῦν καί τρίζουν

πορτόφυλλα στόν ἀέρα δίχως πόρτες

λέξεις λέξεις φονιάδες καί προδότες…

Θά πεῖ ὁ Βύρων Λεοντάρης. Κι ἀλλοῦ:

Ἡ Τέχνη ἕνας πανικός μπροστά στήν πραγματικότητα

Κι ὅμως

πέρα ἀπό διαφορές ἤ ἀναλογίες

πέρα ἀπό παρασκήνια καί λεπτομέρειες

ξανά τοῦτο τό δίλημμα πού μπλέκει τήν ψυχή

«μέ τόν ἐπίτροπο ἤ μέ τόν κατηγορούμενο

μέ τόν ἰατροδικαστή ἤ μέ τό θύμα;»

κι ἡ ἀπάντηση παντέρμη καί πικραμένη ἀνάμεσα σέ τούτους

τούς χαφιέδες στίχους.

ζ) Θά τελειώσω μ᾿ ἕνα ποίημα τοῦ Μάριου Μαρκίδη. Ἀντικείμενό του εἶναι ὅ,τι πιό τρυφερό, ὄμορφο κι ἀξιαγάπητο ὑπάρχει στίν κόσμο, μιά ἀρτιγέννητη ὕπαρξη. Τό ποίημα ἐπιγράφεται «Νανούρισμα»:

Ἔλα ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά καί πάρε το

ἔλα γριά μέ τά φριχτά δόντια καί πάρε το

ἔλα Τζών Σίλβερ

ἔλα ἄσπλαχνε Ἰαβέρη

ἔλα Φοῦ Μανσοῦ, Ἐμπενέζερ Σκρούτζ, σερίφη τοῦ Νόττιγκχαμ

λυσσασμένοι λύκοι, στρίγκλες, τέρατα

ἐλάτε γαμῶτο καί πάρτε το

καί μήν τό ἀφήσετε μέχρι τό πρωί.

Τά παραδείγματα πού χρησιμοποίησα δέν ἀποτελοῦν παρά ἕνα μικρό μέρος ἀπό ὅσα προσφέρουν τά κείμενα τῶν δευτερομεταπολεμικῶν ποιητῶν. Εἶναι ὡστόσο ἐνδεικτικά τοῦ πνεύματος ἀπό τό ὁποῖο πήγασαν καί τό όποῖο τά διέπει. Ἕνα πνεῦμα ἀκραίας ὀργῆς. Ἰδιαίτερα θά ἤθελα νά σταθῶ στήν αἰτία, τήν πραγμάτωση καί τήν ἀξία αὐτοῦ πού ὀνόμασα μετάθεση. Ἀπό πρώτη ἄποψη μοιάζει νά εἶναι μιά ἔμμεση μορφή ποιητικῆς ἔκφρασης. Ἄν τή δεῖ ὅμως κανείς γενετικά, ἀπό τό πῶς προκύπτει, εἶναι μιά ἀπολύτως ἄμεση ἀντίδραση. Γιατί δέν κάνει ἄλλο ὁ ποιητής ἀπό τό νά μεταφέρει ἀπευθείας τήν ἐσωτερική του κατάσταση στόν ἐξωτερικό κόσμο. Νά προβάλλει δηλαδή σέ ἐξωτερικά φαινόμενα τήν ἐσωτερικότητά του ἤ, ἀλλιῶς, νά χρωματίζει τά ἔξω μέ τά χρώματα τῆς ψυχῆς του.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                        Ντίνος Χριστιανόπουλος

(1931)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Ἑνός λεπτοῦ σιγή-Ὅλο καί πιό πολύ, Τροχός, Πάτρα 1995. Νεκρή πιάτσα. Νεώτερα ποιήματα (1990-1996), Μπιλιέτο, Παιανία 1997. Τό κορμί καί τό σαράκι. Νεώτερα ποιήματα (1990-1996), Μπιλιέτο, Παιανία 1997. Ποιήματα, συκεντρωτική ἔκδοση, Γ΄ συπληρωμένη, Ἐκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998. Ἡ πιό βαθιά πληγή, Ἐκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998. Ποιήματα, Ἰανός, Θεσσαλονίκη, 2004. Μικρά ποιήματα, Ἰανός, Θεσσαλονίκη 2004. Πεζά ποιήματα, Ἰανός, Θεσσαλονίκη 2004.

Πεζογραφήματα: Πίσω ἀπ᾿ τήν Ἁγιά-Σοφιά, Ἰανός, Θεσσαλονίκη 1997. Θεσσαλονίκην, οὗ μ᾿ ἐθέσπισεν… Ἰανός, Θεσσαλονίκη 1999. Ἐγώ φαντάρος στό χακί,  Μπιλιέτο, Παιανία 2003.

Δοκίμια, Μελέτες: Λογοτεχνικά περιοδικά τῆς Θεσσαλονίκης, Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη (1850-1950), Θεσσαλονίκη 1995. Δοκίμια, συγκεντρωτική ἔκδοση, Μπιλιέτο, Παιανία 1999. Τό ρεμπέτικο στή Θεσσαλονίκη, Ἐκδόσεις Ἐντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 1999. Τά Ἑλληνικά τυπογραφία τῆς Θεσαλονίκης ἐπί τουρκοκρατίας, Βίβλιοπωλεῖο Ραγιᾶ, Θεσσαλονίκη 2000. Μελέτες γιά τό Σολωμό, Βιβλιοπωλεῖο Ραγιᾶ, θεσσαλονίκη 2001. Τά τραγούδια τοῦ Βασίλη Τσιτσάνη πού γράφτηκαν στή Θεσσαλονίκη ἐπί γερμανικῆς κατοχῆς, Μπιλιέτο, Παιανία 2001. Ἡ ποίηση στή Θεσσαλονίκη κατά τούς τελευταίους χρόνους τῆς τουρκοκρατίας (1860-1912), Βιβλιοπωλεῖο Ραγιᾶ, Θεσσαλονίκη 2003. Στιχάκια τοῦ στρατοῦ, Μπιλιέτο, Παιανία 2004.

Ἀνθολογίες: Διονυσίου Σολωμοῦ: Οἱ ὡραιότεροι δεκαπεντασύλλαβοι. Μπιλιέτο, Παιανία 1998. Ἀνθολογία Μακεδόνων ποιητῶν, 1860-1913, Ἐκδόσεις Ἐντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 2001.

Μετάφρασε: Ἀρχαῖα ἑλληνικά λυρικά ποιήματα, Μπιλιέτο, Παιανία 1994. Τό ἅγιο καί ἱερό εὐαγγέλιο κατά τόν Ματθαῖο, Τό Ροδακιό, Ἀθήνα 1997.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Περικλής Σφυρίδης, Χριστιανόπουλος-Καβάφης. Ἀποκλίσεις σέ βίους παράλληλους, Τά Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1993, Πρακτικά τοῦ συνεδρίου Ἡ ποίηση στή Θεσσαλονίκη τόν 20ο αἰώνα, Θεσσαλονίκη 2003 Φραγίσκη Ἀμπατζοπούλου, περ. «Σύγχρονα Θέματα», τ. 52-53, 1994. Μαρία Ἰατροῦ, Ἡ «Ἐποχή τῶν ἰσχνῶν ἀγελάδων» τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου. Ἀνίχνευση διακειμενικῶν σχέσεων, (διατριβή), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996. Ἕλενα Ἀβραμίδου, περ. «Ἕνεκεν», τ. 14, Θεσσαλονίκη 1996. Βενετία Ἀποστολίδου, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή»,  1.2.1997. George Syrimis, περ. «Jornal of Modern Greek Stuties, τόμος 1, τ. 15, 1997. Νίκος Ξανθιώτης, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 39, Θεσσαλονίκη 1997. Christophe Chiclet, περ. «Tagesblatt», Ἐλβετία, 10.1997. Χρίστος Παπαγεωργίου, περ. «Διαβάζω», τ. 384, 1998. Μάνος Λουκάκης, περ. «Μετρό», τ. 30, 1998. Ἑλένη Κιτσοπούλου-Θέμελη, Μέ θυμόν, Ἐκδόσεις τῶν Φίλων, Ἀθήνα 1999. Γιῶργος Μπλάνας, περ. «Ποίηση», τ. 14, 1999. Νίκος Δαββέτας, ἐφ. «Τό Βῆμα», 14.1.2001. Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, περ. «Φιλολογική», τ. 77, 2001, Ματιές ἐνόλω, Σοκόλης, Ἀθήνα 2003. Δημήτρης Κόκορης, περ. «Ἀντί», τ. 775, 2001, εισαγωγή, ἐπιλογή κειμένων, Γιά τόν Χριστιανόπουλο: Κριτικά κείμενα γιά τήν ποίησή του, Αἰγαῖο, Λευκωσία 2003, περ. «Ὁδός Πανός», τ.133. 2006, τώρα καί στό βιβλίο του ποιητικός ρυθμός: Παραδοσιακή καί νεωτερική ἔκφραση, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2003, περ. «Μικροφιλολογικά», τ. 16, Λευκωσία 2004.  Ἀλέξης Ζήρας, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 29.7.2005.  Σωτηρία Σταυρακοπούλου, περ, «Ἀντί», τ. 808, 2004. Σπύρος Κακουριώτης, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 4.4.2004. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 322-325. Δ.Δ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 2381-2382.

Ποιήματά του μεταφράσηκαν: Στά Ἀγγλικά, Βουλγαρικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ἰταλικά, Ἰσπανικά, Ὀλλανδικά, Ρουμανικά, Σερβικά, Σλαβομακεδονικά, Σουηδικά.

Ἀφιερώματα: Περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 41-42, Θεσσαλονίκη 1997, (Μαρία Ἰατροῦ, Τζώρτζ Συρίμης).  Περ. «Φιλόλογος», τ.113, Θεσσαλονίκη 2003, (Μαρία Ἰατροῦ, Περικλής Σφυρίδης, Δημήτρης Κόκορης, Θεόφιλος Ἀναστασίου). Ἐφ. «Ἡ Κυριακάτικη Αὐγή», 1.1.2005, (Κώστας Βούλγαρης, Μάκης Καραγιάννης, Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, Δημήτρης κόκορης, Τάσος Καλούτσας, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, Νίκος δαββέτας, Γιῶργος Χρονᾶς). Περ. «Ἡ Παρέμβαση», τ. 138, Κοζάνη, 2006, (Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, Περικλής Σφυρίδης). Περ. «Μπιλιέτο», τ. 11, 2007, (Βρασίδας Καραλής, Περικλής Σφυρίδης, Δινύσης Στεργιούλας, Κάρολος Τσίζεκ, Παναγιώτης Πίστας, Γιῶργος Χρονᾶς, Βασίλης Δημητράκος, Ντίνος Χριστιανόπουλος). Περ. «Φιλόλογος», τ. 133, Θεσσαλονίκη 2008, (Δημήτρης Κόκορης, Βρασίδας Καραλής, Περικλής Σφυρίδης, Μαρία Ἰατροῦ, Πολυξένη Ἀδάμ Βελένη, Θωμᾶς Κοροβίνης, Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος).

ΕΝΑΣ ΕΥΗΘΗΣ ΜΑΛΩΝΕΙ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

«Δέ λέω, ἔχετε δίκιο. Ὅμως κι ἐσεῖς τί κάνατε ὥς τώρα

γιά ν᾿ ἀποτρέψετε τίς πυρκαγές; Μήπως κινητοποιηθή-

κατε καθόλου; Μήπως δημιουργήσατε ὁμάδες πυρασφάλ-

ειας; Μήπως ἐλέγχετε τούς ὕποπτους πού σᾶς πλη-

σιάζουν; Δέν καταλάβατε λοιπόν πώς δέ μπορεῖτε νά

ἀφήνεστε παθητικά στόν ὁποιονδήποτε τυχόντα; Καί πῶς

καταλογίζετε σέ μᾶς ἀδιαφορία, ὅταν ἐσεῖς ὄχι μόνο

κοιμᾶστε ὄρθια ἀλλά μᾶς λέτε κι ἀπό πάνω: ‘‘Μά τί

θέλετε ἐπιτέλους; Πῶς κινητοποιεῖται ἕνα δέντρο; Τί ἄλλο

μποροῦμε νά κάνουμε  ἐκτός ἀπό λουλούδια καί καρ-

πούς;’’»

ΓΕΛΙΕΣΤΕ

Ἕνας  ὡραῖος  ἄντρακλας  μοῦ  ἔφερε  ἕνα τετράδιο μέ

στίχους τραγουδιῶν του. Σέ κάποιο ἀπ᾿ αὐτά, ἀπευθυνό-

ταν «σ᾿ ἕναν ποιητή ὁμοφυλόφιλο» καί τοῦ ᾿λεγε πώς

εὐχαρίστως θά τοῦ ξέσκιζε τόν κῶλο, ἄν ἔτσι τόν βοηθοῦσε

νά γράψει ἕνα ποίημα. Πῆρα μολύβι καί σημείωσα ἀπό

κάτω: «Γελιέστε ἄν νομίζετε πώς ἔτσι γράφονται τά

ποιήματα. Τό ποίημα δέ βγαίνει ἀπ᾿ τό ξέσκισμα τοῦ

κώλου, ἀλλά ἀπό τό ξέσκισμα τῆς ψυχῆς».

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ ΜΠΛΟΥΖ

Κάτι μέ τραβοῦσε κοντά του, μοῦ φά-

νηκε μάλιστα πώς μέ ἤθελε κι αὐτός.

Καί σκέφτηκα νά γράψω γιά χατήρι του

τήν ἱστορία τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας

του. Πλούσια ἱστορία, μέ συνάρπασε:

σπουδαῖο ὀχυρό ἐπί Βυζαντίου, γνώρισε

δόξες· μετά, ἐπί τουρκοκρατίας, ἡ κα-

τάπτωση· σήμερα, μιά παραμεθόρια ἐ-

ρημιά.

Μέ πάθος ρίχτηκα στό γράψιμο. Ὅσο

κρατοῦσε ἡ ψευδαίσθηση πώς θά ἀντα-

ποκρίνονταν, ἔγραφα μέ ἀγαλίαση γιά

τή βυζαντινή ἀκμή· μά ὅταν μπῆκα

στήν τουρκοκρατία, ἀπελπίστηκα: ἡ

σχέση δέν περπατοῦσε. Μέ χίλια ζόρια

μπόρεσα νά τελειώσω  τό κομμάτι γιά

τή σύγχρονη ἐρημιά.

Μαρτύρησα νά τό καθαρογράψω. Ὅλα

πηγαίναν ἄσχημα. Μοῦ φέρθηκε χειρό-

τερα καί ἀπό Τοῦρκος. Ὅταν στό τέλος

τοῦ ἔδωσα τό χειρόγραφο, εἶχα πέσει

πιό πολύ κι ἄπ᾿ τήν πατρίδα του· βού-

λιαξα μές στήν ἐρημιά.

(Ὅπως πρωτοδημοσιεύτηκε στό περ. «Ποίηση», τ. 24, 1994)

ΤΟ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟ ΣΚΥΛΙ

Μιά διαδήλωση κατεβαίνει στήν Τσιμισκῆ. Ὁ κόσμος

βρῆκε θέαμα. Μονάχα ἕνα κοπρόσκυλο δέ δίνει σημασία.

Πέτυχε ἕνα κόκαλο σέ μιά σακούλα καί προσπαθεῖ νά τήν

ξεσκίσει. Δείχνει εὐτυχισμένο. Δέν περιμένει τίποτα ἀπ᾿

τίς ἰδεολογίες.

ΣΤΑΥΡΟΚΟΠΙΕΤΑΙ

Στρογγυλοκαθισμένη, προσέχει τίς ἐκκλησίες πού περνᾶμε

καί κάθε λίγο κάνει εὐλαβικά τό σταυρό της. Δέ βλέπει τό

ἑτοιμόρροπο γεροντάκι, πού στέκεται ὄρθιο μπροστά της

κοντεύοντας νά καταρρεύσει σέ κάθε τράνταγμα τοῦ

λεωφορείου.

ΑΡΒΥΛΕΣ ΚΑΙ ADIDAS

Περνώντας ἀπό τό Βαρδάρι, εἶδα σέ ἕνα παπουτσάδικο

κάποιον νεαρό, πού πουλοῦσε ἀρβύλες καί φοροῦσε

adidas. Σκέφτηκα: «Ἤ οἱ ἀρβύλες πήρανε τήν κάτω

βόλτα, καί οὔτε αὐτοί πού τίς πουλοῦν δέν τίς φοροῦν, ἤ

ἔχουν ζήτηση, πού τίς πουλοῦν κι αὐτοί ἀκόμα πού

δέν τίς φοροῦν».

(Νεκρή πιάτσα)

ΕΞΥΠΟΝΟΕΙΤΑΙ

Δίπλα στόν ἀνδριάντα τοῦ ἥρωα Κασομούλη, πού

ἀγωνίστηκε στό Μεσολόγγι, ὁ Δῆμος Θεσσαλο-

νίκης ἔστησε μιά φωτεινή διαφήμιση τῆς κόκα-

κόλα. Τό σλόγκαν ἐξυπονοεῖται: «Ἐδῶ δέν εἶναι

Μεσολόγγι, εἶναι Τέξας».

ΑΥΤΑ ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ

Εἴκοσι χρόνια μετά τήν τουρκική εἰσβολή στήν

Κύπρο, ὁ Κίσινγκερ λέγεται ὅτι δήλωσε τά ἑξῆς:

«Ἄν θέλουμε νά πλήξουμε τούς Ἕλληνες, θά

πρέπει νά τούς πλήξουμε στή γλώσσα, στή θρη-

σκεία τους, καί στά πνευματικά καί ἱστορικά τους

ἀποθέματα». Μέ ἄλλα λόγια, εἶναι σάν νά ὁμο-

λογεῖ πώς δέν κατάφερε μέ τίποτε νά ἐξουδετε-

ρώσει ἠθικά τούς Ἕλληνες· ὅ,τι πέτυχε, τό πέτυ-

χε μονάχα μέ τή δύναμη τῶν ὅπλων.

Τέτοιες ὁμολογίες καθαρμάτων, σέ ἐθνική αὐτο-

γνωσία πρέπει νά μᾶς φέρνουν. Κι ἄς μήν ξεχνᾶμε,

μέσα στή λιγοψυχία μας, αὐτά τά τέσσερα πού

οἱ κίσινγκερ φοβοῦνται ἀπό μᾶς.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ

Τό 1955, μετά τά σεπτεμβιανά, ἕνας δημοσιογράφος

ρώτησε τόν πατριάρχη Ἀθηναγόρα μήπως θά ἔπρεπε νά

φύγει πλέον τό πατριαρχεῖο ἀπ᾿ τήν Κωνσταντινούπολη.

«Γιατί;» εἶπε ὁ πατριάρχης. «Μά ἔχετε μείνει πιά ἐλά-

στοι ἑδῶ», ἀπάντησε ὁ δημοσιογράφος. «Πράγματι,

μείναμε λίγοι», εἶπε ὁ πατριάρχης· «ὅμως ξεχνᾶτε πόσα

ἑκατομμύρια εἶναι οἱ πεθαμένοι κάτω ἀπ᾿ τά πόδια μας;

Αὐτούς δέν τούς ὑπολογίζετε; Μαζί μ᾿ αὐτούς εἴμαστε

πάρα ποιλλοί».

Χρόνια μέ ἀπασχολεῖ αὐτή ἡ ἀπάντηση. Ὀρθοδοξία κι

ἑλληνισμός ἐπιβιώνουν μέ τά ἑκατομμύρια τῶν πεθαμέ-

νων τους. Αὐτό περίπου νιώθω καί ἐγώ. Τώρα πού πιά

ξεράθηκα ἐρωτικά, οἱ δώδεκα ἀλησμόνητοι ἔρωτές μου

ὄχι μόνο μοῦ φαίνονται πολλοί, ἀλλά τούς νιώθω νά ὑπάρ-

χουν ὁλοζώντανοι. Τόσο, πού ἐξαιτίας τους κρατιέμαι ὁλο-

ζώντανος κι ἐγώ.

ΑΝΤΑΛΛΑΞΙΜΟΙ 1924

Στό βαπόρι μέ τούς ἀναλλάξιμους γιά τή Θεσ-

σαλονίκη, οἱ Πόντιοι ἀπ᾿ τό πρωί τό εἶχναν ρίξει

στήν καζάσκα. Ἡ μάνα μου, πού εἶχε ἀνεβεῖ ἀπό

τήν Πόλη, τούς ἔβλεπε καί δέ μποροῦσε νά τό

χωνέψει. «Ἐμεῖς τά χάσαμε ὅλα· πατρίδα, σπί-

τι, συγγενεῖς –αὐτοί ποῦ τό βρίσκουν τό κέφι;»

ρώτησε ἕναν γέροντα ἀπό τήν Τραπεζοῦντα, πού

κάθονταν δίπλα της. «Κόρη μου», τῆς εἶπε ἐκεῖ-

νος, «ἐσύ τί θά ᾿κανες ἄν ἔχανες τόν ἄντρα σου

τήν ἴδια μέρα  πού θά εἶχες γεννητούρια; Θά ἔκλαι-

γες ἤ θά χαιρόσουν; Κι ἐμεῖς τά χάσαμε ὅλα, μά

βρήκαμε τή λευτεριά μας. Γι᾿ αὐτό χαιρόμαστε».

Ἡ μάνα μου δέν ἀπάντησε, μπερδεύτηκε. Μέσα

της ὅμως σάλευε μιά ἀπορία: «Μήπως ἐκεῖνο πού

μετράει πιό πολύ δέν εἶναι τό νά βρεῖς τή λευτε-

ριά σου ἀλλά τό νά μή χάσεις τό χῶμα σου;»

(Ἡ πιό βαθιά πληγή)

 

 

 

Βασίλης Καραβίτης

(1934)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Τά ἀγαθό σκοτάδι, Κέδρος, Ἀθήνα 1997. Τοῦ προσώπου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2003. Βίος Ἀπορητικός, Κέδρος, Ἀθήνα 2005.

Μετάφρασε: Kenneth Koch, Γιά τήν ὀμορφιά, περ. «Πλανόδιον», Ἀθήνα 1993. Βισουάβα Σιμπόρσκα, Μιά ποιητική διαδρομή, Σοκόλης, Ἀθήνα 2003.

Ἐπιλογή κριτικογρφίας. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 28.5.1997, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 4.2004, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 72, Θεσσαλονίκη 2006. Ἐλισάβετ Κοτζιᾶ, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 6.7.1997, 25.1.1998. Ἀντώνης Σκιαθᾶς, περ, «Ἑλίτροχος», τ. 13, Πάτρα 1997. Μάρη Θεοδοσοπούλου, ἐφ. «Ἐποχή», 19.101997. Σπύρος Τουβέλης, περ. «Ἡ Λέξη», τ. 143, 1998. Ὀρέστης Ἀλεξάκης, περ. «Εὐθύνη», τ. 314, 1998. Γιάννης πλαχούρης, περ. «Κεντρών», τ. 3, 1998. Γιάννης Βαρβέρης, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά,  τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 11.11.2003. Γιῶργος Κορδομενίδης, ἐφ. «Ἀγγελιαφόρος», Θεσσαλονίκη 29.2.2004. Ἠλίας Κεφάλας, ἐφ. «Ἠ Καθημερινή», 27.4.2004, ἐφ. «Αὐγή», 14.11.2004.. Ἀλέξης Ζήρας, περ. «Ποίηση», τ. 26, 2005. Δημήτρης Χουλιαράκης, ἐφ. «Τό Βῆμα», 27.11.2005. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 27.1.2006. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1019. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 383-387.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά.

ΑΠΟΨΕΙΣ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΕΚΛΕΚΤΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΦΑΓΟΥ

Κάποιος μιλάει βροντερά

κι οὔτε πού ἀκούγεται φωνή.

Κάποιος πιάνει ἤχους ἀνάκουστους

κι οὔτε πού σκέφτεται τή μουσική.

Κάποιος ὀσμίζεται ἀόρατο καπνό

κι οὔτε πού ὑποπτεύεται φωτιά.

Κάποιος βλέπει ἐπιτέλους τόν οὐρανό

κι ἀποφασίζει: θάλασσα ἤρεμη

Βιβλία ἀμέτρητα, σελίδες ἄπειρες

γράφονται ἔτσι ἀβασάνιστα

γιά ἑκατομμύρια ἀθώους ἀναγνῶστες.

Στό τέλος κι αὐτοί συναυτουργοί ἀτιμώρητοι

μαζί μέ τούς ἀναίσθητους γραφοφονιάδες

μέσα στή μόνιμη ἀμνηστία πού ἀνέκαθεν

κλώθει παθητικά γιά θύτες καί γιά θύματα

ἡ μικρόχαρη, ἀνεκτική μας ἱστορία.

ΤΟΥΣ ΑΣΧΗΜΟΥΣ ΕΞΑΙΡΩ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Νάρκισσους δέν μᾶς θέλησε ἡ μοίρα μας

ὡς ἄνθη περίκλειστα γιά λίγο ν᾿ ἀπολαύσουμε

τή θεία ἐκείνη αὐταπάτη

κάποιας δικῆς μας ὀμορφιᾶς

πού τόν καιρό τόν ἄπληστο ζαλίζει.

Μέσ᾿ ἀπό μᾶς ὡστόσο

διασώθηκε ὅπως ὅπως ἡ ζωή κι ἐπέζησε

ὅταν, ἀφήνοντας πίσω της

τό κουρντισμένο ρολόι τῆς φύσης,

δέ στάθηκε ἱκανή νά γίνει

οὔτε  ρυθμός ἀδύνατος

οὔτε χλομή συνείδησή της.

Κι ἄν ὅπως σέ κακό καθρέφτη

οἱ ὡραῖοι ἐπίγονοι

βλέπουν περίφοβοι στό πρόσωπό μας

τόν ἄθλιο σωσία τους

κι ἄν δέν χωρᾶμε οὔτε στγμή

στά μέτρα τῆς σκληρῆς αἰσθητικῆς τους,

ἄς ξέρουνε καλά κι ἄς τό δεχτοῦνε:

ἐμεῖς ἀκόμα τρέφουμε ἀσυνείδητα

τίς πρῶτες, ἔφηβες ἰδέες τους,

διάτρητες τώρα καί παροπλισμένες

γιά νά στηρίξουν τ᾿ ἀκριβά τους σχέδια.

Κι ἐμεῖς, ἀνέγγιχτοι ἀπ᾿ τήν τυφλή διάρκεια,

ὅταν κοπάσουν οἱ αἰφνιδιασμοί τῆς ὀμορφιᾶς,

ἀπορρυθμίζουμε πάνω μας καί ματαιώνουμε

τις ὕπουλες ἀδιάκριτες ἐπιθέσεις τοῦ κενοῦ.

Ἐκεῖ ὅπου ὡραῖοι κι ἄσχημοι μαζί

καλούμαστε στό τέλος νά συνυπάρξουμε.

Κι ἀπρόοπτα ν᾿ ἀγαπηθοῦμε.

(Τό ἀγαθό σκοτάδι)

ΤΟ ΣΤΟΜΑ

Κι ἔτσι, μέ τόν καιρό ἀντίδρομο ὅλες τίς ἐποχές,

τῆς λύπης τό ἀπόσταγμα χωρίς ἀντίδοτο

κατακαθίζει κάποτε στήν γλώσσα καί λιμνάζει.

Κι ὅλα τά χείλη παρότι συγκομίζουν κάτι

ἀπό τήν γεύση τοῦ ἔρωτα ἤ κάποιας ἄλλης

ὀμορφιᾶς

δέν σπεύδουν κι ἄς ἐπείγει νά τή συγκρατήσουν.

Κι ἐνῶ ἡ περιπέτεια τοῦ προσώπου ἀνεξάντλητη

κάθε φορά τελειώνει ξαναρχίζοντας

κι ἐνῶ οἱ αἰσθήσεις ἀτονοῦν κατάκοπες

σ᾿ ἕνα στροβιλισμό ἀπό ἀκατάληπτα μηνύματα

τό στόμα ὡς ἁρμόδιο ν᾿ ἀποφανθεῖ στό τέλος,

νά συνοψίσει ἔστω σέ μιά λέξη σημαδιακή

τό τραγικό θέατρο τοῦ ἀδηφάγου κόσμου

διαλέγει τώρα ἀμήχανο μιά νεκρική σιγή.

Καί ἀρνεῖται νά μιλήσει.

ΕΣΧΑΤΑ ΜΑΛΛΟΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

 

                                       Στή Νίκη Χατζηδημητρίου

Πῶς ἄφησα νά μοῦ συμβεῖ

ὁλόκληρη ἡ ζωή μου;

Θ᾿ ἀφήσω τώρα καί τό θάνατο

νά μοῦ συμβεῖ;

Σά νά ᾿ταν νά μέ συντρέξει

γιά ὅ,τι μοῦ συνέβη;

Γιά ὅ,τι ἀκόμα

μοῦ συμβαίνει;

Γιά ὅ,τι μοῦ μένει

νά συμβεῖ;

(Τοῦ προσώπου)

ΑΔΙΚΑΙΩΤΑ

ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΤΑΛΕΝΤΑ;

Κουράστηκε κι ἄς ἀξιοποιεῖ στό ἔπακρο

Τό μόνο φανερό ταλέντο του: νά ἐξωραΐζει

ἀδιάκοπα ἄπειρες ἱστορίες πένθους.

Στίς μικρές πικροθάλασσες τῆς λύπης πού ξεμένουν,

μόλις διακρίνονται κάθε φορά φτωχά ναυάγια

τά ἄλλα παρθενικά, ἀδοκίμαστα ταλέντα του.

Ξυλάρμενα κι ἐξαντλημένα δέν ἀναρωτιοῦνται

ποῦ εἶναι ἡ ἀγάπη πού μᾶς ὑποσχέθηκαν,

γιατί ἀργεῖ κι αὐτό τό διάλειμμα τῆς μικρῆς χαρᾶς;

ΜΕΤΡΑ ΣΤΑ ΠΕΣΜΕΝΑ ΑΜΥΓΔΑΛΑ ΚΙ ΕΜΕΝΑ

Μ᾿ ἕνα ἄγουρο χλωρό κουκούτσι μέσα μας

πρίν τό τυλίξει ἡ αἰθάλη ἀπ᾿ τούς ἀντίξοους καιρούς,

ποιός μοχθηρός ἄγγελος θά μποροῦσε νά προδικάσει

τήν ἄθλια μεταλλαγή μας σ᾿ ἕναν πικρό καρπό;

Δική σου ἐπινόηση ἤμασταν, πρωταγωγέ Κύριε,

δέν ἦταν ἑπόμενο νά πιστέψουμε, σ᾿ ὅλα πρωτόπειροι,

ὅτι ἔχεις περιλάβει στίς καλές προδιαγραφές σου

καί τή δική μας σίγουρη, λαμπερή καρποφορία;

Δέν ἔπρεπε νά περιμένουμε ὅτι θά στηρίξεις τό νεοφώτιστο

δέντρο μας διώχνοντας τά ζιζάνια καί τ᾿ ἀδηφάγα πουλιά,

τόν ἔμφυτο τρόμο μας ἀκυρώνοντας πρίν γίνει παγετός

τῆς λύπης πού ἀπό νωρίς νέκρωσε τίς τρυφερές του ρίζες;

Μετρᾶμε τώρα κι ἐμεῖς στά πεσμένα πικραμύγδαλα

τοῦ κήπου σου, θλιβερά τεκμήρια μιᾶς ἀβοήθητης βοτανικῆς,

χωρίς νά ξέρουμε ἄν θλίβεσαι γιά τήν ἄχαρη μοίρα μας

κι ἄν ἀναρωτιέσαι ποτέ μήπως ἀξίζαμε καλύτερη τύχη.

ΥΠΟΛΟΓΟΙ ΜΗΠΩΣ

ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΨΗ ΜΑΣ ΦΥΣΗ;

Προφῆτες, μάρτυρες καί ἅγιοι μᾶς ἐγκαλοῦν κατά καιρούς

ταράζοντας ἀπρόσκλητοι τήν ταπεινή, ἀκύμαντη ζωή μας.

Ἐντολοδόχοι, φαίνεται, ὑψηλῶν σκοπῶν ἀπό ἀόρατες δυνάμεις

δείχνουν ὅλοι τους ὑποδείγματα θεόπνευστων προορισμῶν

πού ὥς τά τώρα ἀγνοούσαμε καί ἄφρονες ἀποδεχτήκαμε

μιάν ἄσκοπη καί στείρα ἐπιβίωση χωρίς νόημα.

Πολλοί ἀφήνονται καί πείθονται ὅτι πρέπει ν᾿ ἀλλάξουν,

ἐνῶ λίγοι ρεαλιστές καχύποπτοι δέν παύουν νά ρωτᾶνε

μήπως τό σχέδιο τῆς δημιουργίας ἔχει λαθέψει ἄσχημα καί

σ᾿ ὅλους μας μένει νά πληρώσουμε τό κόστος τῆς ἀποτυχίας;

(Βίος Ἀπορητικός)

              Σπύρος Τσακνιᾶς

(1929)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Ὀρατότης μηδέν,  Στιγμή, Ἀθήνα 1992. Τά ποιήματα, (1952-1992), (συγκεντρωτική ἔκδοση), Στιγμή, Ἀθήνα 2000.

Κριτικές: Πρόσωπα καί μάσκες, (1998-1999), Νεφέλη,  Ἀθήνα 2000.

Διάφορα: A PROPOS, Ἀναστοχασμοί καί σχόλια, Στιγμή, Ἀθήνα 1995.

Μετάφρασε: Ὄσκαρ Οὐάιλντ, Στοχασμοί, Στιγμή, Ἀθήνα 1993.

 

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Θανάσης Ντόκος, περ. «Διαβάζω», τ. 303, 1993. Παναγιώτης Στ. Φωτίου, περ. «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 69, 1993. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 1.2.1993. Τάκης Μενδράκος, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 11.4.1993. Μισέλ Φάις, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 26, Θεσσαλονίκη 1994. Ἐφ. «Ἐλεύθερος τύπος», 10.7.1994. Βασίλης Καλαμαρᾶς, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 7.5.1999. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 9.5.1999. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία τοῦ ἰδίου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 2202-2203. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 421-426.

Ἀφιέρωμα: Ἐντευκτήριο, τ. 59, Θεσσαλονίκη 2002, (Σπύρος Τσακνιᾶς, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Τίτος Πατρίκιος, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου).

ΤΑΞΙΔΙ

Δάσος  ἀπό σημύδες ἄσπρο

ποταμόπλοιο μές στήν ὁμίχλη

μέ παίρνει σάν τραγούδι πρωινό

σάν σύννεφο λευκό κι αὐτό

γιά μιά διαδρομή σέ πικροθάλασσες

ἀσημένιες μέ ἄφωνες παλίρροιες

τρικάταρτα καράβια δεμένα χρόνια

σκουριασμένους ναούς μιᾶς δόλιας προσευχῆς

στό τέρμα τῆς λευκότητας     ὅμως

δέν ἔχω διαβατήριο    ἔχω

μιά παλιά φωτογραφία

κανείς δέ μέ ἀναγνωρίζει

μένω ἀκίνητος ἐνῶ

τό ἄσπρο μου τοπίο ταξιδεύει.

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ

Ἐσύ τώρα πιά δέ φοβᾶσαι

τίς ἀλλαγές τίς μεταπτώσεις

δέ σέ τρομάζει τ᾿ ἀνεξιχνίαστο παρελθόν

ἡ νάρκη τοῦ παγωμένου ἀγγέλου

πού σβήνει καθώς ἡ σβησμένη φωτιά

ἀνίκανη νά ζεστάνει τά φερά του

τόν τυλίγει μέ τά νυσταγμένα βλέμματά της

ἐσύ

βολεμένος στή σοφίτα μιᾶς ξεχασμένης ἱστορίας

προφυλαγμένος ἀπ᾿ τούς ἀνεμοστρόβιλους

τῶν ὀνείρων

ἀρκεῖσαι στή γλύκα μιᾶς μακρινῆς μουσικῆς

πού μπαίνει ἀπ᾿ τό φεγγίτη μέ τή μυρωδιά

τῶν ξινόμηλων

σάν τρυφερή δυστυχία πού διώχνει τόν πόνο

σάν ἐξημερωμένο ἀερικό

πού τρίβεται στά κρύα πόδια σου

μ᾿ ἐμπιστοσύνη.

ΕΛΠΙΔΑ

Τελικῶς ἀποφάσισα νά μήν ἀλλάξω κατοικία

εἶναι ὡραῖα ἐδῶ κάτω      τίς αὐγουστιάτικες νύχτες

τό φεγγάρι ἀσημώνει τά ὄνειρα

σηκώνει τό βάρος ἀπ᾿ τούς ἐφιάλτες

λευκαίνει τά μαῦρα φτερά τῶν ἀγγέλων

πού ἀνεβαίνουν στόν οὐρανό ἀπ᾿ τήν καπνοδόχο

γιά ν᾿ ἀποφύγουν τόν φιλύποπτο φρουρό

οἱ ἄγγελοι προστάτες μας ἐξάλλου

γνωρίζουν χίλιες μυστικές διόδους

μιά νύχτα θά ξανακατέβουν πάλι

θά σκάψουν ἀθόρυβα φαρδιά κανάλια

θά κάνουν τή φυλακή μας

πλωτή.

ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ

Δέ μ᾿ ἀλαφιάζει πιά τό φῶς

κι ἡ στίλβουσα ἱλαρότης του

ἔτσι μέ τ᾿ ἀπολιθωμένο μειδίαμα τῆς μάνας

ἀποσπασμένο ἀπ᾿ τό οἰκογενειακό ἄλμπουμ

ἀφήνω τά δάκρυα νά μέ ὁδηγοῦν

σέ παθιασμένη ὑποταγή

ὅταν

μέ καίει ἡ ντροπή

γιά τ᾿ ἁμαρτωλά

παιδικά μου χρόνια

κάποτε θά μιλήσω γιά ὅλ᾿ αὐτά

θά εἶναι Σάββατο βράδυ καί θά βρέχει

τά τριαντάφυλλα θά κοκκινίζουν

μέχρι πυρακτώσεως

κι ὕστερα θά ᾿ρθει ἕνας ἄνεμος φονιάς

νά τσακίσει τά στάχυα νά πληγώσει

τά τρυφερά μάτια τῶν ἄσημων κοριτσιῶν

πού τριγυρνοῦν στούς δρόμους τῶν σαββατιάτικων

ὀνείρων.

ΠΡΙΝ ΑΠ᾿ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Νυχτερινό ἀσήμι θησαυρέ μου

ἔλα νά σκεπάσεις τήν ἀνήσυχη νεκρόπολη

ν᾿ ἀλλάξεις τήν κατεύθυνση τῶν μαύρων ποταμῶν

τό ξέρεις οἱ νεκροί δέν συνετίζονται

κι ὅμως ἐμεῖς ἀγνοούσαμε τήν ὕστατη ἀλήθεια

προχωρούσαμε λαχανιασμένοι

σ᾿ ἕνα ὄνομα δίχως τόπο

μέ την ὅραση κουρασμένη

ἀπ᾿ τήν ἀνταύγεια τῶν ὑψηλόκορμων εὐχῶν

μᾶς τύφλωναν τόσα δάκρυα

πῶς νά ξεδιαλύνουμε τό ἀπύθμενο μυστήριο

λαχανιασμένοι λοιπόν ἀπό τόση ἀκινησία

περιμένοντας μιά πελώρια θεραπευτική βροχή…

(Ὀρατότης μηδέν)

 

 

                Κική Δημουλᾶ

(1931)

Ἔργα της σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Ἡ ἐφηβεία τῆς λήθης, Στιγμή,  Ἀθήνα 1994. Ἑνός λεπτοῦ μαζί, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1998. Ποιήματα, (συγκεντρωτική ἔκδοση), Ἴκαρος, Αθήνα 1998. Ἦχος ἀπομακρύνσεων, Ἴκαρος,  Ἀθήνα 2001. Χλόη θερμοκηπίου, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2005. Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2007.

Πεζογραφήματα: Ἐκτός σχεδίου, Ἀθήνα 2004.

Διάφορα: Ὁ φιλοπαίγμων μύθος, (Ὁμιλία κατά τήν ἀναγόρευσή της μέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν), Ἴκαρος,  Ἀθήνα 2003.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Εὐριπίδης Γαραντούδης, εφ. «Ναυτεμπορική», 4.7.1991. Εὐγένιος Ἀρανίτσης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 30.11.1994. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 21.3.1995, (τώρα καί στό βιβλίο του, Ἀνισόπεδες Διαβάσεις, Ἀθήνα 1999). Βρασίδας Καραλής, περ. «Διαβάζω», τ. 356, 1995. Χρῆστος Ἠλιόπουλος, περ. «Μανδραγόρας», τ. 8-9, 1995. Πέννυ Ἀποστολίδου, περ. «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 83, 1998. Γιὼργος Κοροπούλης, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 30.3.1999. Στέφανος Ροζάνης, περ. «Ποίηση», τ. 13, 1999. Κώστας Γ. Παπαγεωργόυ, ἐφ. «Ἐλευθεοτυπία», 29.6.2001, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία του ἰδίου, Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 27.5.2005. Ἀγάθη Γεωργιάδου, Ἐριέττα Δεληγιάννη, «Ἑλληνικά Γράμματα», 2001. Νίκος Δαββέτας, ἐφ. «Τό Βῆμα», 3.6.2001. Δημήτρης Χουλιαράκης, ἐφ. «Τό Βῆμα», 20.2.2005 Νίκος Λάζαρης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1785, 2006. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 328-332. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 498-499. Γιάννης Παπακώστας, περ. «Κ», τ. 17, 2008.

Ποιήματά της μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γαλλικά, Βουλγαρικά, Γερμανικά, Ἰσπανικά, Ἰταλικά, Σουηδικά.

Ἀφιερώματα: «Ἐντευκτήριο», τ. 57, Θεσσαλονίκη 2002, (Β. Ἀμανατίδης, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, Δ.Ν. Μαρωνίτης, Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, Πάολα Μαρία Μινούτσι, Π. Μπουκάλας, Σοφία Νικολαΐδου, Τ. Χατζητάτσης). «Διαβάζω», τ. 435, 2002, (Βρ. Καραλής, Π.Δ. Μαστροδημήτης, Μ. Τσιανίκας, Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια, Β. Χατζηβασιλείου).

ΕΠΕΙΓΟΝ

Μοῦ ζήτησε ταυτότητα γιά τό γνήσιον τῆς μορφῆς.

Νεαρόν τό ἔτος τῆς ἐκδόσεως

μέ σφραγίδα τῆς ἀστυνομίας, νόμιμα

καμάρωνε τῆς γεφυρούλας μύτης τό σηκωμένο φρύδι.

Μᾶς κοίταξε καχύποπτα ὁ ὑπάλληλος

φορώνας ἀμέσως χειροπέδες

στίς μεγάλες διαφορές μήν ξεφύγουν.

Ὕστερα μᾶς ἄδειασε βίαια καί τίς δυό

στό ἐκκοκκιστήριο τῆς συγκρίσεως

γέμισε ὁ τόπος ἀποφλοίωση.

Μιά κοίταζε στά γλήγορα ἐμένα

καί μιά ἐκείνη ἐπίμονα σά νά μέ ρωτοῦσε

ἄν μέ γνώριζε. Μά ἡ φωτογραφία γιά νά λάβει

τό ὕπατο χρίσμα τῆς ἀμετάβλητης

δίνει ὅρκο βαρύ νά μή γνωρίζει μήτε τά πρίν

μήτε τά ἔπειτά της.

Γέμισε ὁ τόπος ἀποφλοίωση.

Σκυμμένος στό καθῆκον ὁ ἀνακριτής

πῆρε ἀργά ἀργά νά ξεβιδώνει

μιά μιά τίς ἐσοχές τῆς ἀμυδρότητας

μήν ἦταν ἐκεῖ μέσα κρυμμένη ἡ ὁμοιότης.

Τρέμοντας ἐγώ μήπως χαθοῦνε τά βιδάκια

ὕψωσα φωνή ἀγανακτήσεως

συντομεύετε κύριέ μου συντομεύετε

ὅσο ἀργεῖτε τόσο χειροτερεύει

τό δύσβατο ἔργο τῆς ἀναγνώρισης.

Μή ξεχνᾶτε ὅτι μετά τό μεσονύκτιο

πέφτει διπλή ταρίφα ὁ χρόνος στό ρολόγι

διπλά καί τρίδιπλα κυλᾶνε τά χιλιόμετρα

στό πρόσωπο.

Ἐπιτέλους, πρώτη φορά σας εἴδατε νεότητα

νά μήν ὁμοιάζει διόλου μέ τήν ἀπώλειά της;

ΠΛΑΓΙΟΣ ΥΜΝΟΣ

Γεμάτη μέσα πίστη.

Βγαίνουν στήν πόρτα λιβάνια

ἡμιλιπόθυμα ἀπό τήν ἱερόητα τῆς ζέστης.

Μπῆκα κι ἐγώ νά προσκυνήσω τά πάθη σου

τ᾿ ἀνθεκτικά Χριστέ μου

-τά δικά μου ὡς ἐκλείπει καπνός ἐκλιπέτωσαν.

Ὅτε τήν προσοχή τοῦ θρήνου μου ἀπέσπασε

ὁ ἱερεύς, ἐκεῖ μπροστά στήν πύλη ὅπου ἀνεπέμπετο

ὡς ὕμνος λυγερός τό παράστημά του

καλόγερο στάχυ ταμένο σέ μονή ὀμορφιᾶς.

Ὠχρά ἡ ἡλικία του, φθινόπωρο πού εἶναι

στά μισά ἀκόμα τοῦ χρυσοκίτρινου δρόμου.

Τό πετραχήλι τῆς μορφῆς κεντημένο

μέ λίθους πολυτίμους ὀφθαλμῶν

σάν γκριζωπά ἀμφίβια βραχάκια ἐντός

ἀπόμερου κολπίσκου ὅπου ἐλούονταν

ὁλογυμνες σκιάσεις ἄπιστων ρεμβασμῶν.

Πένθιμα σφαγμένο στή μέση τό μέτωπο

ἀπ᾿ τό δρεπανηφόρο καλυμμαύχι.

Ἄ, τό ἀκάλυπτο ἥμισυ, τό διασωθέν

ὡς σπάνια ὕβρις εὐωδίαζε

κατά παντός θανάτου. Ἀμήν.

Ἀμήν τῆς φωνῆς του ὁ παφλασμός

σάν ἐλαφριά ἡδονική ὀδύνη θαλασσινοῦ νεροῦ

ὅταν τό χειρουργεῖ ἀθέατο ἀφέγγαρο

τό πέρασμα μιᾶς μεσονύκτιας βάρκας.

Τρέμοντας ὑψώνει τό ἐνσαρκωμένο δισκοπότηρο

σά ν᾿ ἀνεβάζει πρός τό φῶς

εὔθραυστο πηγούνι κοριτσιοῦ καλά κρυμμένο

σ᾿ ἑνός ἐρωτικοῦ βλέμματος τό ἡμίφως.

Τί μυσταγωγική ἀρρενωπότης ἕνα τίκ πού

θήλαζε κρυφά λαίμαργη φυγή μέσ᾿ ἀπ᾿ τό μάγουλό του

δαγκώνοντας μέ ρυθμό θυμώδη τούς μῦς τῶν τροπαρίων

καί τῶν ψαλμῶν ἐφ᾿ ὧν ἴσως ἀθέλητα ἐτάχθη.

ἀκατανίκητη ἡ ἕλξη τῆς συσπάσεως τό δέ

σχηματιζόμενο ἐξ αὐτῆς λακκάκι

μεγάθυμη κοιλότης πειρασμοῦ. Τόσο ὥστε

τῆς μάνας σου Χριστέ μου ἡ νεάνις ἀπεικόνιση

σέ παράτησε βρέφος ἀκόμα παιδί της

κι ἔσκυψε καί τόν φίλησε ἐκεῖ

στίς ὄχθες τοῦ ἁγιάσματός του.

Καί γώ ἄν εἶχα τό ἐλεύθερο νά εἴμουνα εἰκόνα

καθ᾿ ὁμοίωσιν τῆς νεότητάς μου

τό ἴδιο ἀκριβῶς θά ἔκανα Χριστέ μου.

(Ἑνός λεπτοῦ μαζί)

ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗ ΑΞΙΑ

Διάβασα μιάν ἄκρως ἐνδιαφέρουσα

ἐπιστημονική ἐξακρίβωση

ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι

εἴμαστε ἐπί τῆς γῆς τά μόνα πλάσματα

πού κλαῖνε.

Κι ἔνιωσα ὑπερήφανη πού

μόνον ἡ δική μας ἐσωστρέφεια διαθέτει

τόσο ἐκδηλωτικούς συνάνθρωπους ἀδένες.

Λέω -ὑπόθεση κάνω-

ἄν εἴμουνα δεντράκι μέ λεμοναθούς

κι ἔδενε ὁ ἀνθός μου σέ λεμόνι

κι ἕνας καυτός ἀέρας διψασμένος

γιά κάτι ζουμερό

στρίβοντας τό λαρύγγι τοῦ κλαδιοῦ

ἔκλεβε τό λεμόνι

τό ἔκοβε στή μέση

μέ τῆς μικρῆς κλοπῆς τό παιδικό

ἀθῶο σουγιαδάκι

τό ζούλαγε μέ δύναμη

νά στάξουν οἱ χυμοί

στό στόμα τῆς φρυγμένης

ὀρθάνοιχτης πνοῆς του

καί κατά λάθος ἀπ᾿ τό ζούλιγμα

σταγονιδίων τσούξιμο ἁψάδα πεταγόταν

στό μακρινό μάτι

-ὅσο μακριά θέλεις

πετάγεται ἡ εὐχή-

ἴσως -ὑπόθεση κάνω-

νά τήν εἰσάκουγαν

οἱ δακρυγόνοι ἀδένες σου.

(Χλόη θερμοκηπίου)

ΣΤΟ ΠΛΟΙΟ

Μικρόσωμο νεαρό ζευγάρι.

Ἐκπατρισμένη τῶν ματιῶν ἡ καταγωγή.

κάπου στήν ἐπιβίωση θά δουλεύουν

-φημίζεται γιά τήν ἀξιοσύνη της

ἡ ὑποταγή.

Μέ ἄδεια καλοκαιρινή.

Ἐλεύθερα τώρα τά χέρια νοικοκυρεύουν

τά παραμελημένα χάδια τους.

θαυμάζω τί ἐπιδέξια ξαπλώνουν τά δάχτυλα

στοῦ παιχνιδιοῦ τους τό κρεβάτι

σφιχτά δεμένα

σά νά πλέκουν γελαστά καλαθάκια

μέ πόθου συστροφή τά γεμίζουν

τά ξηλώνουν κι ἀπ᾿ τήν ἀρχή τά πλέκουν

σά νά κουράστηκε τώρα ὀ νέος

ἴσως απ᾿ τήν πολλή ἐλευθερία τῆς πλοκῆς

λίκνιζε χαρούμενα καί τό πλοῖο

γέρνει κι ἀποκοιμιέται

πάνω στό ἀριστερό του σκουλαρίκι

ξύπνια ἐκείνη ἀκόμα

κοιτάζει γιά λίγο τό κοιμισμένο χέρι του

κι ἀργά προσεκτικά μήν τό ξυπνήσει

στόν ὦμο της τό φέρνει

κι ἀπάνω του γέρνοντας

γλυκά κι αὐτή ἀποκοιμιέται.

τί εὔχρηστο μαξιλάρι ἡ ἀγάπη

κατάλληλο

γιά κάθε ταξίδι τοῦ πόνου στό σῶμα

γιά κάθε ἡλικίας ὄνειρα

γιά κάθε εἴδους νύστα

ἀπαραίτητο

γιά τό σπίτι

γιά τό στοχασμό

γιά τό λεωφορεῖο

γιά τό πλοῖο καί γιά ὅ,τι

μᾶς πνίγει.

ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά

ἔλα πάρε καί μένα

βέβαια παιδί δέν εἶμαι

ἄλλο ζήτημα τώρα

ἄν ὅλο ζητῶ

ὅλο θέλω

ὅλο ρωτῶ τό ἀκατανόητο

γιατί

γιατί δέν εἶναι θάλασσα ἡ ξηρά

γιατί δέν εἶναι τρυφερή ἡ ξηρασία

γιατί ὅταν προσθέτω

λίγο πιό ἔντονο κόκκινο στό κόκκινο

τό κέρδος μου ξεβάφει

σάν παιδί τσιρίζω

τό θέλω τό θέλω

εἶναι δικό μου

ἀλλά παιδί δέν εἶμαι

ἄλλο ζήτημα τώρα

ἄν τή νύχτα κλαίω

καί σά νά εἶμαι παιδί πού

ἀκόμα δέν μιλᾶ

δέν ξέρω νά ἀρθρώσω ἄν πονάω

ἤ ἄν ἀπορῶ

ναί παιδί δέν εἶμαι

ἄλλο θέμα ἄν

ὅταν μοῦ φωνάζουν

μή ἐκεῖ, μή, κάνει τζίζ

ἐγώ ὅλο ἐκεῖ βάζω τό χεράκι μου

εἶμαι περίεργη νά καεῖ τό χεράκι μου

κι ἐπειδή αὐτό τό ἀναφαίρετα

δικό μου λάθος

ποτέ του δέ θά μεγαλώσει

γι᾿ αὐτό λέω χεράκι μου ἀντί χέρι.

(Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως)

                          Τάσος Κόρφης

(1929-1994)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Ἐγκώμια, Πρόσπερος, Ἀθήνα 1993. Ποιήματα-Β΄, Πρόσπερος, Ἀθήνα 1997, (ὄπου ἡ μεταθανάτια συλλογή Χρυσάνθεμα).

Πεζογραφία: Δελτίο συμβάντων, Τά Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995.

Ἐπιλογή κρικογραφίας: Γιάννης Κουβαρᾶς, περ. «Πόρφυρας», τ. 70, Κέρκυρα 1994. Τώρα καί στό βιβλίο του, Ἐπί πτερύγων βιβλίων, Ἀθήνα 1995. Γιολάντα Πέγκλη, περ. «Ἡ Λέξη», τ. 125, 1995. Ρήγας Καππάτος, περ, «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 76, 1996. Χρίστος Παπαγεωργίου, περ. «Διαβάζω», τ. 376, 1997. Ὀρέστης Ἀλεξάκης-Γιάννης βαρβάρης, Γιά τόν Τάσο Κόρφη, Εὐθύνη, Ἀθήνα 1997. Γιῶργος Μαρκόπουλος, περ. «Θέματα Λογοτεχνίας, τ. 15, 2002, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Θ.Κ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1131-1132. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 340-344.-

Ἀφιέρωμα: Περ. «Πόρφυρας», τ. 71-72, Κέρκυρα 1995, (Κώστας Στεργιόπουλος, Θ.Δ. Φραγκόπουλος, Ὀρέστης Ἀλεξάκης, Δημήτρης Κονιδάρης).

ΤΗΣ ΑΝΕΛΠΙΣΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Τόσα χρόνια νά χαραμίζεις τή ζωή σου

Περνώντας ἀπό χέρι σέ χέρι σάν ἀδιάφορη χειραψία

Δραπετεύοντας περίτρομος στ᾿ ἀδιέξοδα τῆς νύχτας

Μέ τό κορμί σου ματωμένο ἀπό διαδοχικές συνουσίες.

Καί ξαφνικά, ἐντελῶς ἀπρόοπτα, νά παίρνεις τό δρόμο

γιά τά καράβια,

Ν᾿ ἀνεβαίνεις κουρασμένος τά σκαλοπάτια πού ροβόλησες

κάποτε,

Καί νά σμίγεις μέ τόν Πολικό στούς καθρέφτες

τοῦ ἀστρολάβου.

Τόσα χρόνια χτυπημένος στά βράχια σάν τό χταπόδι

Ἄδικα περιμένοντας μιά παλάμη γύρω

Ἀπό τή φλόγα τοῦ κεριοῦ· τόν ἴλιγγο τῆς συγκίνησης.

Καί ξαφνικά, ἐντελῶς ἀπρόοπτα, ν᾿ ἁρπάζουν φωτιά

τά ροῦχα σου,

Ὅπως τή νύχτα τοῦ Ἅη-Γιάννη οἱ δρόμοι ἀπό παλίρροιες

ἄστρων,

Καί, ξεχνώντας τούς πεθαμένους, πού θορυβοῦν ἐντός σου,

Νά παίρνεις τυφλός, χωρίς μνήμη, τούς δρόμους, παραβιάζοντας

Σκουριασμένα παράθυρα καί γράφοντας ποιήματα.

ΤΟΥ ΑΡΩΜΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Ἄρωμα γυναίκας, πού, γιά μιά στιγμή, διέκοψες τή

μοναχική μου προσήλωση

Στά φαντάσματα τοῦ παρελθόντος, γεμίζοντας

Μέ κρουνούς ἡδονῆς τήν ἄδεια στέρνα

Τῆς ζωῆς μου, ἐσύ ὄσφρηση -μαχαίρι

Πού αἰφνίδια εἰσχώρησες στή νεκρή γῆ

Ζητώντας μιά φλέβα γιά νά φουντώσεις

Πυροτεχνήματα, ἐσύ λέξη – κλειδί

Λησμονημένης ἐπωδοῦ ἀπό ἀρχαῖο παιάνα

Πέρασες καί χάθηκες μέσα στό πλῆθος.

Ἔρχονται στιγμές πού σέ θυμᾶμαι, ὅταν πλάνης

γιά πλάνες γυρίζω

Σέ δρόμους πού ἄλλαζαν κατεύθυνση κι ἐρήμωσαν

τά σπίτια τους,

Καί γίνεσαι ἕνα μαζί μου, σκέπαστρο καταφυγῆς,

Ἀχός μουσικῆς σέ ἄγρια νύχτα βιασμῶν,

Ἀστέρι πού πέφτει σέ ἄδειες παλάμες,

Ριπή σκοπευτηρίου σέ διάτρητο στόχο,

Θαμπόφεγγη ἐλπίδα

Ρημαγμένης ζωῆς.

ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΙΚΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Κοσμική δεξίωση ποιητῶν

Καί, βέβαια, ἡ ποίηση δέν ὑπάρχει ἐδῶ

Στα πολυτελῆ σαλόνια μέ τή λαϊκότροπη μουσική,

Στούς ἐπώνυμους, φουσκωμένους διάνους,

Στήν κοσμική ἠθοποιό,

Πού μέ συγκινημένη, τάχα, φωνή ἀπαγγέλλει

Τά ὀνόματα τῶν διάσημων ξένων ποιητῶν: Ἑνός φίλου

Τοῦ Πώλ Ἐλυάρ, ἑνός μεταφραστῆ τῆς Βίβλου

Κι ἐκείνου τοῦ παμπόνειρου Ναπολιτάνου

Μέ τό ψαλιδισμένο μουστακάκι καί τά πανοῦρα μάτια.

Καημένε Κέρουακ, ἐσύ πού ξέρεις πόσο μεγάλοι

Εἶναι οἱ δρόμοι, πού δέν ὁδηγοῦν πουθενά,

Κι ἀκροβατεῖς σέ μιά τροχισμένη λεπίδα

Μαχαιριοῦ, περιφρονώντας κάθε ἐξουσία

Γιά τή νύχτα, ἐσύ ἐρωμένε κι ἐραστή,

Κρίνο τῆς θάλασσας, πού ἀνοίγεις καί πεθαίνεις

Τήν ἴδια στιγμή, ἐφήμερο ἔντομο,

Ὁδήγησέ μας ἀπό τά μονοπάτια τοῦ θανάτου

Στήν πραγματική ζωή.

(Ἐγκώμια)

ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΟΥ ΣΠΑΝΙΑ

Δέν μπόρεσα νά διαβάσω τό γράμμα σου: Ἐπανα-

λήψεις καί σβησίματα

Ψηφία καί λέξεις ἑνωμένες, ἡ σπουδή

Γιά ἕνα στερνό μήνυμα, μεσάνυχτα,

Νεκρός, σχεδόν, σ᾿ ἕνα πάρκο τῆς Νέας Ὑόρκης.

Τώρα στήν ξενητιά ἀποκρυπτογραφῶ τίς λέξεις σου,

Μαθαίνω τά συνώνυμα τῆς ἐρημιᾶς, τή σημασία

Τῶν μεγάλων προτάσεων, πού ἄδικα τρεκλίζουν

Σ᾿ ἕναν ἀδιέξοδο μονόλογο, βλέπω

Τήν ἔντρομη σκιά σου στό γραμμένο χαρτί.

Καί εἶναι, ὅπως τότε, μεσάνυχτα σέ σπίτι τυφλῶν

Μέ τό σκυλί νά οὐρλιάζει κυνηγώντας τήν οὐρά του,

Μέ τό λευκό τοῖχο νά ὑψώνεται καί νά κλείνει τό

Δρόμο,

μέ τόν τρελό βιολιστή να παίζει τόν ἴδιο σκοπό,

Καί τά τραῖνα νά φεύγουν,

Περνώντας πάνω ἀπό τό σῶμα μου.

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Καί πάλι μόνος στό ἴδιο γραφεῖο. Ἕτοιμος ν᾿ ἀκούσω

Τή διαταγή στά μεγάφωνα. Τό κουδούνι τοῦ Στρατηγοῦ.

Βρέχει ἐρημιά στίς Βρυξέλλες. Ἱδρωμένα τά τζάμια

Ἀπ᾿ τίς ἔμπυρες νύχτες μου καί τό ψύχος τοῦ δρόμου.

Θέλω ἀπέναντι νά διαβῶ, μά τό κανάλι βαθύ

Κι ἐσύ, νιόκοπη βάρκα, φοβᾶσαι νά περάσεις,

Μή πάρουν φωτιά τά μαλλιά σου, μή λιώσουν τά

ροῦχα σου,

καί μείνεις γυμνή σάν τό δέντρο

Πού μάγεψαν οἱ ἀστραπές καί φλεγεται

Γιά τό ἀψύ μπαχάρι.

(Χρυσάνθεμα)

Νίκος-‘Αλέξης Ἀσλάνογλου

                               (1931-1996)

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος. περ. «Παρατηρητής», τ. 29, Θεσσαλονίκη 1996, Ματιές ἐν ὅλω, Σοκόλης, Ἀθήνα 2003, Νίκος Γ. Ξυδάκης, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 15.9.1996. Ἄντεια Φραντζῆ, περ. «Ἀντί», τ. 615, 1996. Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, περ. «Ἡ Λέξη», τ. 135, 1996 (καί στό βιβλίο της Δοκίμα καί δοκιμασίες, Νησίδες, Σκόπελος, 1999). Βερονίκη Δαλακούρα, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 2.7.1996. Γιῶργος Φρέρης, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 9.8.1998. Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, περ. «Ὁδός Πανός», τ.99-100, 1998.  Σωκράτης Κ. Παπαγεωργίου, Τό τέλος μιᾶς ἀρχῆς, Ὁδός Πανός, Ἀθήνα 1999. Ἄντεια Φραντζῆ, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης Ἀθήνα 2002. σσ. 109-128. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 2001. Ἀλέξανρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 337-339, καί τόμος Ζ΄, σσ. 225-227.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Γερμανικά, Ἰσπανικά, Ὀλανδικά.

Ἀφιέρωμα: «Ἐντευκτήριο», τ. 36, Θεσσαλονίκη 1996 (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μανόλης Ξεξάκης, Ε.Α. Χεκίμογλου Ἀλέξανδρος Ἴσαρης, Κατερίνα Καριζώνη).

 

 

 

                         Ζέφη Δαράκη

(1939)

Ἔργα της σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Ἡ θλίψη καίει τίς σκιές μας, Νεφέλη, Ἀθήνα 1995. Ὡσάν λέξεις, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1998. Ἐκλογή (1971-1992), Ἑλληνικά γράμματα, Ἀθήνα 1999, Τό σῶμα δίχως ἀντικλείδι, Νεφέλη, Ἀθήνα 2000. Τό ἀκίνητο ἐν ὀδύνη, Νεεφέλη, Ἀθήνα 2002. Τά ποιήματα, (1984-2004), Νεφέλη, Ἀθήνα 2005. Ὁ ἀπέναντι χρόνος, Νεφέλη, Ἀθήνα 2006, Σέ ὀνομάζω θά πεῖ σέ χάνω, Ἀλεξάνδρεια,  Ἀθήνα 2008

Ἐπιλογή βιβλιογρφίας: Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, περ. «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 75, 1995, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία, 7.12.2001, «Εἰσαγωγή», στήν Ἀνθολογία τοῦ ἰδίου, Ἡ Δεύτρη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης Ἀθήνα 2002.  Δήμητρα Παυλάκου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 5.5.1996. Ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 10.1.1999. Ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 29.8.1999. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 23.4.1996, (τώρα καί στό βιβλίο του Ἀνισόπεδες διαβάσεις, Ἀθήνα 1999). Γ. Μαρκόπουλος, περ. «Ποίηση», τ. 7, 1996. Θ.Δ. Φραγκόπουλος, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 25.3.1997. Γ. Πετρόπουλος, περ. «Ἑλίτροχος», τ. 12, Πάτρα 1997. Στυλιανή Παντελιᾶ, περ. «Ἑλίτροχος», τ. 14, Πάτρα 1998. Περ. «Πόρφυρας», τ. 99, Κέρκυρα 2001. «Ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 30.8.2001. «Ποιητική», τ. 2, 2008.  Ἀλέξης Σταμάτης, περ. «Διαβάζω», τ. 394, 1999. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, περ. «Ποίηση», τ. 13, 1999. Βαγγέλης Ἀθανασόπουλος, περ. «Διαβάζω», τ. 398, 1999. Εὐγένιος Ἀρανίτσης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 18.6.1999. Ἑλένη Νούσια, περ. «Μανδραγόρας», τ. 22-23, 1999. Ὀρέστης Ἀλεξάκης, περ. «Εὐθύνη», τ. 332, 1999. Γιῶγος Παναγιώτου, ἐφ. «Ἐποχή», 4.6.2000. Μάριος Μαρκίδης, περ. «Ποίηση», τ. 17, 2001. Νατάσα Κεσμέτη, περ. «Εὐθύνη», τ. 352, 2001. Κώστας Κρεμμύδας, ἐφ. «Ἐποχή», 1.7.2001. Τάσος Πορφύρης, περ. «Σημειώσεις», τ. 55, 2001. Ἑλένη Ἀρσενίου, περ. «Πόρφυρας», τ. 103, Κέρκυρα 2002. Βασίλης Στεριάδης, Ἡ τέχνη τῆς ἀνάγνωσης, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2004. Ἀπόστολος Ἀποστόλου, περ. «Ποίηση», τ. 26, 2005. Γιῶργος Βέης, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 4.6.2006. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 459. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνκῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 327-333. Γιῶργος Μπλάνας, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 5.7.2009. Βάκης Λοϊζίδης, περ. «Κ», τ.18, 2009.

Ποιήματά της μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γαλλικά, Βουλγαρικά.

ΣΤΕΚΟΤΑΝ ΕΚΕΙ ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ

Στεκόταν ἐκεῖ μερόνυχτα

μῆνες καί χρόνια στεκότανε

Πότε ἀγόρι πότε γέροντας σβησμένος

στόν ἀπέναντι τοῖχο

Στόν ἀπέναντι τοῖχο

Ὁ νέος ἐκεῖνος μέ τ᾿ ἀλησμόνητα μαλλιά

τά μάτι τοῦ ὀνείρου πού ἤτανε κρατημένα μέσα μου

Στεκόταν ἐκεῖ κάτι γιά πάντα

ἄγνωστό μου

μαῦρο γυαλί τῆς ὕπαρξης

ΣΑ ΝΑ ᾿ΤΑΝ ΟΝΕΙΡΟ…

Σά νά ᾿ταν ὄνειρο ἐκείνη ἡ χυμένη ἐπάνω μου μέρα

Τά δάκρυα οἱ διπλωμένες εἰκόνες

Ἡ γάτα πού πήδηξε στή μέση τοῦ μεσημεριοῦ

σκοτεινή καί ἀμέτοχη

Τό βλέμμα

τό χέρι πού μοῦ ᾿δινες μέσ᾿ ἀπ᾿ τή λίμνη

Τό χιόνι πού ἄστραφτε σέ ἀδειανά ποτήρια

τά γέλια τά γράμματα πακέτα δεμένα

πάνω στά χόρτα ἡ ξαφνική πυρκαγιά

Ὁ οὐρανός μ᾿ ἕνα θόρυβο σάν ἀπό τζάμια πού σπᾶνε

νά φυσάει στά μαλλιά τῆς κοπέλας

πού ἤμουν –κομμένα

πεταμένα σέ χρόνια

χαμένα

(Ἡ θλίψη καίει τίς σκιές μας)

ΑΝΤΙΟ ΗΤΑΝΕ

Ἔρημες λέξεις

Φαντάσματα ἀλήθειας

Ἤ ἐσύ μέ ἀποχαιρετᾶς

Θυμᾶμαι λέξεις ἀγριολούλουδα

λέξεις ποτάμια

Θυμᾶμαι λέξεις πού κατέβαιναν

Μαζί μέ τό πλῆθος

στήν ἀποβάθρα

Σέ πρόλαβα

Κρατοῦσες ἀκόμη ἐκεῖνο τόν πλάγιο

χαιρετισμό στό βλέμμα

Ὠμά χρώματα σπρῶχναν τή μέρα στό λιμάνι

Τήν ἀκουμποῦσαν πάνω στό

κλάμα ἤτανε…

Ἀντίο ἤτανε… Ἐκεῖνο τό

Ἀνίμενε

Ἀνίμενε

ΘΗΤΕΙΑ

ΙΙΙ

Πρωτόπλαστοι σάν

Αὐτό πού τραβάει καί τεντώνει τό σκοτάδι

Στό πανιασμένο πρόσωπο τοῦ τρόμου δέν

εἶναι ἡ ἰδέα

Πώς κάποτε μπορεῖ καί νά μή σέ ξανάβρισκα

παρά στά παλιά σου ἀγγίγματα

Στά πράγματά σου στά παλιά σου ἀγγίγματα

στά ροῦχα σου

Ἐπάνω στό τραπέζι τό θάμπωμα τῶν δαχτύλων

Ἀλλά αὐτό τό ἐκ βαθέων χάδι

Πού μέ ἀφήνει πάντα πρωτόπλαστη

στή μέση ἑνός λυγμοῦ

(Ὡσάν λέξεις)

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΦΤΑΙΕΙ ΛΕΓΑΜΕ

Τό καλοκαίρι φταίει λέγαμε νά πάει καί νά μή γυρίσει

μέ τούς σεισμούς καί μέ τούς καύσωνες

καί τά δῆθεν πρωτοβρόχια

καί μέ τά βρέφη τά ὀλιγόυπνα

καί μέ τά δέντρα καί μέ τά πουλιά φευγάτα

Μιλάω σάν τό παρελθόν μου σάν τό μέλλον σου

ΜΙΛΑΩ ΣΑΝ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΟΥ

ΥΙΙ

Γι᾿ αὐτό μιλώντας ἀπευθύνομαι

ἀπευθυνόμουν πάντα

στούς φυγάδες

σέ ἀνθρώπους δίχως βεβαιότητες

Σ᾿ αὐτούς πού πήδηξαν τόν τοῖχο

ἀπό τήν ἄλλη

ψηλώνει τό πάθος

Σ᾿ αὐτούς πού ἔκαναν ἰχνήλατα βήματα στούς ἐφιάλτες τοῦ Νι-

ζίνσκυ στά ἰπτάμενα χρώματα τοῦ Βικέντιου καθώς ἡ κάμερα πέ-

φτοντας κάτω ράισε τό μαῦρο τοῦ κόσμου ἀστράφτοντας εἰκόνες

γι᾿ αὐτό ἀπευθύνομαι

ἀπευθυνόμουν πάντα

σέ ποιητές

σ᾿ αὐτό τό ἄνεργο

ἐμπύρετο μυστήριο

Ἔρχεται λένε πεθαίνοντας

τό 2000 ἄνω

(Τό σῶμα δίχως ἀντικλείδι)

ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ ΖΟΥΣΑ ΤΟΤΕ

Ἤμουν παιδί ζοῦσα τότε

σ᾿ ἕνα παρόν ἀμίλητο μέ περιέλουζε

ὁ κόσμος ἀνθοῦσε

ἀπό τούς τοίχους ἕνα φῶς κατέβαινε

πότε βροχούλα τοῦ χρόνου

πότε χρυσόμυγα

Καί τό ὅτι ἤμουνα παιδί

μέ μεγάλωνε

μέ σταματοῦσε τ᾿ ὄνειρο

σέ δεντροστοιχίες ἀτέλειωτες συζητήσεις

ἀμόλητες

δέν ἄκουγα λόγια

μοναχά ἔκανα τό σταυρό μου

πάνω ἀπ᾿ τά νερά ὀνειρευόμουνα

τήν Παναγία καβάλλα στό ἄλογο

νά μέ κοιτάζει μές᾿ ἀπ᾿ τά νερά

(Τό ἀκίνητο ἐν ὀδύνη)

ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΣΑ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ ΤΟΥ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑΤΟΣ ΟΤΑΝ

Ὅταν ἄκουσα τό κουδούνι τοῦ διαλείμματος ὅταν

τό χῶμα κάτω ἀπ᾿ τίς πατοῦσες μου

ἄκουσα τά γέλια τά παιδιά

μ᾿ ἕναν παράτονο ἦχο ὅμως ὅταν ἄκουσα

τό κουδούνι τοῦ διαλείμματος

ὄχι ὅπως τό φανταζόμουνα

σάν τό τραγούδι ἑνός ἀηδονιοῦ

γιά θαύματα ἐπί θαυμάτων

Τά παιδιά τά παλιά τά παλιά τά κλάματα

ξαναχτυποῦν τήν πόρτα

τήν ξεφλούδισε τήν ξέκανε ἡ βροχή τήν παιδεύουν τώρα

οἱ μαστόροι τοῦ χρόνου

Ἡ φωτογραφία τῆς τάξης συσκότιζε τά πρόσωπα

Τά μαθήματα τροχάδην καί ἄδειαζαν τή ζωή

Κρατᾶς ἀκόμη ἐκείνη τή φωτογραφία

ἐπιμένοντας

σέ μιά βάναυση αὐταπάτη

(Ὁ ἀπέναντι χρόνος)

ΠΡΩΙΝΟ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΠΛΩΝΕΤΑΙ

Πρωινό καί ἀναδιπλώνεται τό σῶμα

σάν κύμα ὑγραίνοντας τήν ἀνάμνηση-κορίτσι

πού ἀγαπήθηκε παράφορα

διαγράφοντας καμπύλη

ἀνατέλλοντος ἡλίου

στά ἐρείπια τοῦ καθρέφτη

ΥΠΟΓΕΙΑ ΔΙΑΒΑΣΗ

Ι

Εἴμαστε ἐδῶ μαζεμένες ὅλες

οἱ τυφλές μέρες

οἱ πισθάγκωνα δεμένες

Οἱ δίχως ὅρια μέρες μέ

ἀναποδογυρισμένα πάνω μας

τά ὄνειρα νά μᾶς πνίξουν οἱ

ἱπποδρομίες τῶν κυμάτων οἱ

ὕαινες τῶν ἀστερισμῶν

οἱ παλιοί ὅρκοι δεμένοι κόμπους

κόμπους γύρω ἀπό

μαυρισμένα δάση φιλιῶν

Εἴμαστε ἀδῶ μελανιασμένες

ἀπό τῶν χρόνων τόν παγετό μέ ἄδειο στόμα

δέν ἔχουμε λέξεις μόνο

μεθυσμένα ὄνειρα σταματημένα

στή μέση τοῦ δρόμου ξαφνικά νά μή

θυμοῦνται

(Σέ ὀνομάζω θά πεῖ σέ χάνω)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ἀλέξης Ζακυθινός

(1934-1992)

          Ἔργα του σέ βιβλία.

 

          Ποιητικές συλλογές: Ὁ ξένος κῆπος, Δωδώνη, Ἀθήνα 1993.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γ. Μονεμβασίτης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 5.5.1993. Κατερίνα Σχινᾶ, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 5.6.1993. Γ. Π. Σαββίδης, ἐφ. «Τά Νέα», 28.12.1993. Γιῶργος Βέης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 20ο2. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 759-560. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 332-335.

ΟΙΚΟΣ

Σ᾿ ἕνα σπίτι μέσα, τό ἴδιο πάντα, μ᾿ ἀκροκέραμα

κι ἀετώματα κι ἐρειπωμένα ἀγάλματα μέ πᾶνε, ἐπίμονα

μέ πᾶνε τά ὄνειρά μου ἀπό παιδί, παρ᾿ ὅλο πού ποτέ

δέν ἔχω κατοικήσει τέτοιο σπίτι, κι ὅταν μέ τό τέλος

κάθε τέτοιου ὀνείρου μου ξυπνῶ, μιᾶς μοίρας μέσα μου

τήν αἴσθηση ἔχω, πού δέν ξέρω τί εἶναι, πώς αὐτό

τό σπίτι κάπως ἔχει ὑπάρξει κι ἴσως

πάλι ὑπάρξη κάποτε.

ΑΧΑΡΑΚΤΟ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Ἐνθάδε κεῖται ὁ πού ζητοῦσε νά δοκιμασθῆ πέρα

ἀπ᾿ τίς λέξεις, μήτε κάν στῆς ζωῆς τούς ἄγριους

στίβους ἤ στούς οὔριους τῆς ἀγάπης, ὁ πού νέο

ζητοῦσε τρόπο νά ἐκφρασθῆ, βαθύ κι ἀπρόσιτο, ὥστε

διόλου καί κανείς νά μήν μπορῆ στόν μυστικό του

εἰρμό νά εἰσδύση κι ἔτσι στήν χορεία νά λογισθῆ

τῶν ἀθανάτων, μά τόν βρῆκε ὁ θάνατος χωρίς

νά μαθευτῆ ἄν τό ἔπληξε ποτέ τόν ὑψηλό του

στόχο· πάντως τήν στιγμή τοῦ τέλους μόνο

«Ἄχ, μάνα!» ἀκούστηκε νά ψιθυρίζη.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ, ΔΙΗΓΗΜΑ

Ἀνέβηκε στήν κάμαρά της κι ἔμεινε ἔτσι μέσα

στό σκοτάδι μιά στιγμή ν᾿ ἀκούη βαριεστημένα

τό μουντό βουητό τῆς ἑσπερίδας ἀπ᾿ τό κάτω

δῶμα. Φυσικά θά γύριζε ξανά σέ λίγο ἀνάμεσα

στούς ξένους της, κοντά στόν σύζυγό της, ὅμως

ἀναμνήσεις ἐκεῖ δά τῆς ἦρθαν. Χρόνια πρίν

ἕνας συμμαθητής της σέ χορό τῆς τάξης τους

θυμᾶται πού τῆς ἔλεγε ὅλο, καθώς χόρευαν,

γλυκόλογα καί πώς τό ἀπόβραδο ἡ κατάπρωτη

συνάντησή τους στό παρκάκι θά γινόταν· ἕνα

κόκκινο, θυμᾶται τώρα δά, γαρύφαλο κάποια

στιγμή τῆς ἔβαλε βαθιά στό στῆθος, μάλιστα

ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ξαφνικῆς καί κάπως

βάναυσης χειρονομίας τοῦ πέταξε στά πόδια

τό γαρύφαλό του καί τό βράδι στό παρκάκι

δέν ἐπῆγε. Ὄχι, καμμιά δέν νιώθει τώρα

μεταμέλεια, μόνο ἀπ᾿ τό ποτό βαριά, τόσο πού

διόλου δέν κατάλαβε πῶς μέσ᾿ ἀπ᾿ τό παρά-

θυρο, στό χέρι τό γαρύφαλο, χωρίς κανένα

θόρυβο, χωρίς κάν ὄγκο, τίς ἀνάερες ἐλαφρά

ταράζοντας κορτίνες μόνο, μπῆκε ἐκεῖνος

ὁ ἴδιος λαῦρος ἔφηβος καί τώρα ἐμπρός της

στέκει, τό ἴδιο ἐκεῖνο λουλούδι, ὡστόσο

ἀμάραντο, παράξενα μυριστικό, μαδώντας.

ΤΑΓΚΟ

Ἡ πιστή μου ἁρμόνικα κι ἐγώ, ὁ φρενήρης

μονωδός, γεμίζομε τήν ἄπλετη αἴθουσα

ἤχους καί λυγμούς τό βράδι, ἐνῶ τό βράδι

πέφτει, κι εἶναι Ἡ μοναξιά μου τό πικρό

τραγούδι, πού ἀγαπῶ (ἄς ἀνθίζουν πλῆθος

ἔρωτες στούς δρόμους ἔξω!), γιατί

ἡ ἀγάπη μου δέν εἶναι ἐδῶ, δέν εἶναι

μήτε πίσω ἀπ᾿ τά χιλιόμετρα, σ᾿ αὐτούς

τούς στίχους μέσα μόνο, ναί, σ᾿ αὐτή

τήν μονωδία τῆς μοναξιᾶς, ἰδανική

καί προδομένη, ἀνθίζει.

ΤΕΛΟΣ

Τό κορίτσι τῆς ταινίας, ἀμέσως μόλις

ἡ ταινία τελειώση, κατεβαίνει ἀπ᾿ τό πανί

καί στήν γωνιά τοῦ δρόμου, ὁλόκληρο ἕνας

πόθος, τρέχει, ψιθυρίζοντας τόν τρυφερό

σκοπό, πού λίγο πρίν ἀπ᾿ τό μεγάφωνο

ἀκουγόταν, κι ἀπ᾿ τό χέρι παίρνοντάς με,

στήν λεωφόρο, σάν νά βιάζεται, μέ παρα-

σύρει, μά ὅταν μές στά φῶτα στρέφωμαι

νά τήν κοιτάξω, δίπλα μου δέν εἶναι πιά

καί τότε μόνο ἀληθινά τό νιώθω

Τέλος τί σημαίνει.

ΠΡΩΙΝΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Στόν κῆπο περπατώντας μέ τήν κόρη μου,

τήν κούκλα τῆς κρατῶ, καθώς διαρκῶς ἐκείνη

τρέχει στά δρομάκια καί τόν φύλακα ἔκπληκτη

κοιτάει, πού σκυθρωπός περνᾶ (περί κακῶν

ἀνθρώπων τίποτε δέν ξέρει ἀκόμη) ἤ ἀνάμεσα

στούς ἀνθισμένους θάμνους πεταλοῦδες ὅλο

κυνηγάει καί κάθε τόσο στρέφει πίσω της

νά δῆ ἄν ἠ κούκλα της στήν ἀγκαλιά μου

πάντοτε εἶναι, κι ὁ περίπατος αὐτός μας,

Θεέ μου, λέω, ποτέ νά μήν τελειώση.

(Ὁ ξένος κῆπος)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                    Βύρων Λεοντάρης

(1932)

Ἔργα του σέ βιβλία

 

Ποιητικές Συλλογές: Ἐν γῆ ἁλμυρᾶ, Ἔρασμος, Ἀθήνα 1996. Ἕως…, Νεφέλη, Ἀθήνα 2003.

Δοκίμια: Καβάφης ὁ ἔγκλειστος, 2η ἔκδοση συμπληρωμένη, Ἔρασμος, Ἀθήνα 1997. Κείμενα γιά τήν ποίηση, Νεφέλη,  Ἀθήνα 2001.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Πανελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 5.11.1996, 20.1.2004. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 13.11.1996, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 6.2.2004. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, περ. «γράμματα καί τέχνες», τ. 79, Δεκ. 1996-Φεβρ. 1997, ἐφ. «Φιλελεύθερος», Κύπρος 13.10.1996. Δ.Θ. Φραγκοπουλος, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1671, 1997. Ἀλέξης Σταμάτης, περ. «Διαβάζω», τ. 371, 1997. Στέφανος Ροζάνης, περ. «Ποίηση», τ. 9, 1997. Γιῶργος Ἀράγης, περ. «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 80, 1997. Μάρη Θεοδοσοπούλου, ἐφ. «Ἐποχή», 4.5.1997. Γιῶργος-Ἴκαρος Μπαμπασάκης, περ. «Σύγχρονη Ἐκπαίδευση», τ. 95, 1997. Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 21.7.1998. Στυλιανή Παντελιᾶ, περ. «Πόρφυρας», τ. 86, Κέρκυρα 1998, περ. «Κ», τ. 6, 2004. Νικόλας Α. Σεβαστάκης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1705, 1998. Περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1711, 1999. Φώτης Τερζάκης, περ. «Πλανόδιον», τ. 29, 1999. Ἀλέξης Ζήρας, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Δημήτρης Ἐλευθεράκης, ἐφ. «Αὐγή», 30.11.2003, «Αὐγή», 28.12.2003, Περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 64, Θεσσαλονίκη 2004. Δημήτρης Χουλιαράκης, ἐφ. «Τό Βῆμα», 1.2. 2004. Ἐλισάβετ Κοτζιᾶ, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 29.2.2004. Ἀνδρέα Μπελεζίνης, «Πρακτικά 25ου Συμποσίου  Ποίησης», Πάτρα 2006. Καί Ξένη Σκαρτσῆ, στόν τόμο τῶν ἴδιων «Πρακτικῶν». Σάββας Μιχαήλ, στόν τόμο Homo Poeticus, Ἄγρα, Ἀθήνα 2006. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 326-328. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1245-1246. Δημήτρης Τζουμάκας, «Πρακτικά 27ου Συμποσίου Ποίησης», Πάτρα 2008.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γερμανικά, Σουηδικά.

Ἀφιερώματα: «Διαβάζω», τ. 375, 1997, (Βαγγέλης Ἀθανασόπουλος, Ἀλέξης Ζήρας, Ἐλισάβετ Κοτζιᾶ, Μισέλ φάις, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου). «Μανδραγόρας», τ. 25, 2001, (Γιῶργος Ἀράγης, Ἀριστείδης Βουγιούκας, Ἰάσων Δεπούντης, Χρῆστος Ἠλιόπουλος, Μανόλης Λαμπρίδης).

ΕΔΩ ΣΤΟ ΣΥΝΟΙΚΙΑΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ

Ἐδῶ, στό συνοικιακό νεκροταφεῖο

πού μαζευτήκαμε νά κεραστοῦμε

καφέ, παξιμαδάκι καί κονιάκ

γιά τόν ἀγαπημένο μας πού χάθηκε νέος πολύ ἐν ἀρετῆ καί θλίψει

καί λίγο πρίν στή γῆ ἀπιθώσαμε τό σῶμα του

-τό βάρος μιᾶς νεότητας ἀσήκωτο σά μεταμέλεια…-

ἡ σύναξη ἑτερόκλητη

φίλοι καί συγγενεῖς ἐγγύτεροι καί ἀπώτεροι οἱ συμμετασχόντες

-σέ τί συμμετασχόντες

καί ποιοί τώρα οἱ «ἐγγύς» καί ποιοί οἱ ἀπώτεροι…-

λόγια συμβατικά γιά τόν νεκρό, τριμμένα κι ἄλλα πού

σωπαίνονται

καί ἐγκώμια σέ παληά ἑλληνικά ὅπως συνηθίζεται

«ἀναλωθείς…», «διαπρέψας…», «ὑπερακοντίσας…»

Τό τελευταῖο αὐτό μέ λύγισε

Τί λέξη, ἀλήθεια, καί τί μοίρα

γι᾿ αὐτούς πού ξεπεράσανε τό στόχο

κι ἔτσι, ὑπερακοντίσαντες, ἀστόχησαν

Τί ἔγινε ἡ ὁρμή τους

ποῦ καρφώθηκε τό ἀκόντιο…

Δέ μέτρησε ἡ βολή τους τίποτε δέν μέτρησε

ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΠΙΑ Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

Ὁριστική πιά ἡ διάστασή μου μέ τό μέσα μου

Τό ᾿ξερα, κάποτε θά μέ ἐγκατέλειπε

Ἀλλά δέν ἄντεχα ψευτοπερήφανο ἔτσι νά τό βλέπω τώρα

νά τά μαζεύει καί νά φεύγει

καί νά πασχίζει πῶς καί πῶς νά μή φανεῖ ἡ μιζέρια του

Σκιές κι ἀπόηχοι

φθαρμένες σκέψεις πολυκαιρισμένα αἰσθήματα

βάσανα πού εἶχαν γίνει πιά συνήθειες

ἰδέες πού δέν ὑποπτευόμασταν τό πόσο τίποτε ἦταν

-ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος

ὁ τάχα πλοῦτος τῆς ψυχῆς…

Ὅλα θά πεταχτοῦνε τώρα στήν ἀνάμνηση

Δέν ἄντεχα Καί στράφηκα πρός τό ἔξω

Ἧταν κι αὐτό φευγάτο, ἀλλοῦ δοσμένο

τίποτε δέν περίσσευε γιά μένα

Στή ζητιανιά θά βγῶ

γιά λίγο μολυσμένο ἀέρα λίγο θόρυβο τῆς πόλης

γιά μιά βρισιά ἕνα τσαλαπάτημα μέσ᾿ στό συνωστισμό

μιά ἐπαφή μέ τό ὑπαρκτό

κι ἄς εἶναι ἡ πιό ἐξευτελιστική μου ἀπόρριψη

ἍΓΟΣ ΚΑΙ ἌΓΟΣ

Ἅ γ ο ς καί ἄ γ ο ς

Τό δεύτερο ἀντιθέτου σημασίας πρός τό πρῶτο

καί διά τοῦτο ἀκριβῶς συνεφύρθη γραφικῶς πρός ἐκεῖνο,

ὅθεν πολλάκις ἐδασύνθη μέν καί τοῦτο, ἐψιλώθη δέ καί ἐκεῖνο

καί ἐθεωρήθησαν μία καί ἡ αὐτή λέξις…

Γιά τούς λεξικογράφους τέτοιες διακρίσεις

ὄχι γιά μᾶς πού κύλησε ἡ ζωή μας ὅλο συμφυρμούς

πού ἐδασύνθημεν καί ἐψιλώθημεν ἀμέτρητες φορές

πού ὅποιες σημασίες κι ἄν πήραμε καμμιά τους δέ μᾶς ταίριαζε

Καί διά τοῦτο ἀκριβῶς

γιά μᾶς

καί ἅγος καί ἄγος

καί ἁγίασμα κι ἀγιάζι

καί ἀγώνας καί ἀγωνία

τό ἴδιο ἄγχος καί Ἄουσβιτς τοῦ λόγου καί τῆς ὕπαρξης

(Ἐν γῆ ἁλμυρᾶ)

ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΠΙΑ ΜΕ ΤΑ ΤΕΡΤΙΠΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

Νά τελειώνουμε πιά μέ τά τερτίπια τῆς γραφῆς καί

τῆς ἀνάγνωσης.

Τά ποιήματα συμβαίνουν.

Λοιπόν, μπορῶ νά πῶ τό τί συμβαίνει; Τό ἴδιο τό ποίημα

δηλαδή, ὄχι τό κείμενό του

Μπορῶ; ὄχι δέν μπορῶ. Κι ὄχι (ὅπως ἄλλοι θά σοῦ ποῦν…)

γιατί ὅ,τι συμβαίνει δέν εἶναι παρά αὐτό πού

τώρα ἐδῶ κεῖται

ἀλλά γιατί, ἁπλά, δεν μπορῶ

Βρίσκομαι μέσα στό συμβάν, ἀλλά ποῦ εἶναι τό κέντρο;

Φωνάζω «εἶναι κανείς ἐδῶ;…) Περίτρομη ἐρώτηση

χτυπάει κι ἀντηχεῖ στήν ἐσωτερική ἐπιφάνεια τοῦ κενοῦ

Γιατί, ἄν δέν εἶναι κανείς, ἐγώ πού ρωτάω τί εἶναι;

Ἐρώτηση μέσα στήν ἐρώτηση

παγίδα μέσα στήν παγίδα

κενό μέσ᾿ στό κενό. Ἀλλά τό κέντρο ποῦ εἶναι;

Τό κέντρο διαρκῶς διαστέλλεται

Ἔτσι ὅλους μᾶς ἐγκλείει καί μᾶς ἀποκλείει

κι ὅλα ἔτσι ἀποκτοῦν ὑπόσταση μόνο καθώς ἀπομακρύνονται

κι ἀραιώνουν

ψυχές καί σώματα ἐξαχνωμένα

…Φεύγουσαν σέ εἶδον

ἐγκαταλείπουσάν με σέ ἤγγισα

καί δέν ἐστράφης δέν ἐλέησε τά μάτια μου ἡ μορφή σου

Ἔδειξες μόνο πέρα πρός τό ἀθέατο Καί εἶδα

σέ τοίχους λεκιασμένους πού κι αὐτοί διαστέλλονταν

κι ἀπομακρύνονταν

εἶδα τά λόγια μου. Στημένα γιά ἐκτέλεση.

«Τά λόγια σου… Κοίτα, δέ θά δεχτοῦν νά τούς δέσουν

τά μάτια….» εἶπες κι ἐχάθης.

ΚΙ ΑΞΑΦΝΑ ΣΑΝ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΝΑ ΛΕΙΠΑΜΕ

Κι ἄξαφνα σάν ἀπό παντοῦ νά λείπαμε καί νά μᾶς ἔλειπε

τό πᾶν

Καί βγήκαμε στήν ἔξω νύχτα

ξεπροβοδίζοντας ὁ ἕνας τόν ἄλλον

μ᾿ αὐτά τά λίγα πού μποροῦμε βήματα μέσα στή μοναξιά

ὅσων μᾶς ἀφήνουν μόνους

Μέναμε ἐκεῖ ἀπόντες καί νά μή χωρίζουμε

μέ τά ποτήρια μας στό χέρι

ἕνας πολυέλαιος κρεμάμενος μόλις ἀγγίζοντας τή γῆ

φύλλα κρυστάλλινα πού ἠχοῦσαν καί τρεμόφεγγαν

νά στάζουμε κρασί στό χῶμα

καί νά καλοῦμε τίς ψυχές μας

Σέ σταυροδρόμι δίχως δρόμους

μᾶς χάσατε σᾶς χάσαμε

πάνω μας ἡ φτερούγα τ᾿ οὐρανοῦ ἀνεμοζυγιάζεται

Πρός τά ποῦ γέρνει τό ἄδικο;

Ἄλλα γιά τῆς ψυχῆς τά κρίματα κι ἄλλα γιά τοῦ κορμιοῦ

          τά ζύγια

ὅπως κι ἄν μοιραστοῦμε τή μετάνοια δέ θά γαληνέψουμε

Ἀφότου διασπάστηκε τό χάος μᾶς ὁρίζει ὁ χωρισμός

Εἴμαστε μοναξιές καταραμένες

Ἡ γένεση εἶναι τό ἄγος

Ὡραῖα κορμιά καί λυπημένα

ρωτούσατε ἄν πεθαίνουν οἱ ψυχές. Αὐτές μόνο πεθαίνουν

Ἀγλάισμα γιά σᾶς ἡ λύπη

μά οἱ ψυχές λυποῦνται ἕως θανάτου

 

Ἕως… Στό ἕως κι ἐμεῖς κρεμάμενοι μόλις ἀγγίζοντας

τή γῆ

σέ σταυροδρόμι δίχως δρόμους

περιδινούμενοι σ᾿ ἕνα ντελίριο πένθους κλώθοντας

κόκκινα νήματα καί μαῦρα γιά ἕνα ἀπό τά πρίν χαμένο

μέλλον

Δέν ἤθελα χρησμούς καί ὁράματα, ζητοῦσα

ἄλλο πιά νά μή παρασταίνεται τό δράμα. Νά τελεῖται.

Νά βγοῦν τά πρόσωπα ἀπό τή μορφή τους

νά βγοῦν τά λόγια ἀπό τόν ἦχο τους μέ σάρκα καί ὀστά

νά ᾿ρθοῦν νά μ᾿ ἀνταμώσουν… Καί δέν ἦρθαν.

Στό ψυχοχάρτι ἦταν σβησμένο τ᾿ ὄνομά μου

Τό φύλλο πού ἔπεσε μπροστά μου… Τό σήκωσα και τό

ξανάδωσα στό δέντρο

Κι ἐκεῖνο δέν τό πῆρε

ΕΝΑΣ Ο ΒΙΟΣ ΚΙ ΑΓΥΡΙΣΤΟΣ

Ἕνας ὁ βίος κι ἀγύριστος κι ὅλα του ἀμετάκλητα

ὅ,τι εἴπαμε καί πράξαμε δέ σβήνει οὔτε ξεγίνεται

μά ἡ μνήμη βολοδέρνει ὅλο στό κακό.

Γιατί, ποιός λογαριάζει τό καλό ποιός τό θυμᾶται

τό ρίχνεις στό γιαλό καί χάνεται

μά τό κακό πῶς νά χαθεῖ πού εἶναι χαμός

μέ τίποτα δέ σβήνει οὔτε ξεγίνεται

γιά πάντα μένει καί μᾶς τυραννάει.

Καί δέ μιλῶ γιά τύψεις.

Αὐτές λίγο-πολύ ὅλους μᾶς βολεύουν

εἶναι κρυφές οἱ τύψεις δέν ἐκτίθενται καί

δέν σέ έκθέτουν

δέ σοῦ στεροῦν ὑπόληψη κι αὐτοεκτίμηση

μυθοποιοῦν τά κρίματά σου καί τά παρασταίνουν

μέσα σου περίτεχνα

μέ νέες πάντα ἑρμηνεῖες καί ἐκδοχές

καί στό ἄλλοθι τοῦ θεατῆ τοῦ ἑαυτοῦ σου

νιώθεις σιγά σιγά νά γίνεται ἡ συγκίνησή σου

αἰσθητική

ἐν τέλει μιά ποιητική τοῦ ἤθους

-κι ἄν σέ τρελαίνουν κάποτε σέ ξαγοράρη πήγαινε…

Ντροπή ξέρεις τί εἶναι κι ἔνιωσες ποτέ σου;

Αὐτή δέν κρύβεται ἐκτίθεται καί σ᾿ ἐκθέτει σέ

φτυσιές καί λιθοβολισμούς

αὐτή δέν ἔχει ἀντισήκωμα

δέν τήν καλύπτει τίποτε στό πρόσωπό σου

καί στή γυμνή της θέα ἐξαγριώνονται

ὅσοι δέν ντρέπονται ἤ φοβοῦνται νά ντραποῦν,

οἱ ἀνώδυνοι καί ἀνεπαίσχυντοι κι εἰρηνικοί,

καί σοῦ χυμοῦν μέ λύσσα νά σέ ξαποστείλουν

σέ ἀνεξιλέωτο θάνατο.

Ντροπή ξέρεις τί εἶναι κι ἔνιωσες ποτέ σου;

Ντροπή ν᾿ ἀνοίγει νά σέ καταπιεῖ ἡ γῆ

ντροπή

πού ἔζησες

στόν κόσμο ἐτοῦτον.

ΓΛΥΚΥΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ

Γλυκύς ὁ θάνατος δέν εἶναι πουθενά.

Λοιπόν, γιατί ὄχι εἰς τήν ξένην γῆν, ὅπου καί πιό σεμνή

ἡ μετάστασή μας

χωρίς ἐξόδια ἐγκώμια καί συχώρια

κι ὁ ξένος οὐρανός ἴσως πιό δίκαιος κριτής;

Δέν τήν κατάλαβα ποτέ τήν ἀπευχή τοῦ Ἀνδρέα Κάλβου

– σά νά μήν ἤξερε τί ξενιτειά εἶναι κι ἡ γενέθλια γῆ,

ἡ γενέθλια μέρα μας κι ἡ μητρική μας γλώσσα…

Καί πῶς ζητᾶμε ἀπό τή μοίρα μας «νά μή…»

ἀφοῦ αὐτή μπορεῖ μόνο νά γράφει κι ὄχι νά ξεγράφει

κι εἴμαστε τό εἰλητάριό της

μπρός-πίσω νά μᾶς ξετυλίγει καί νά μᾶς τυλίγει

καί δέν ὁρίζει τό ἄγραφο

Αὐτά τίς νύχτες σκέφτομαι ὅπως γράφω καί ξεγράφω

ἐπιστολές σέ φίλους

πού χρόνια τώρα ζοῦν ἤ πέθαναν σέ ξένη γῆ σέ ξένη

ὥρα καί σέ ξένη γλώσσα

-πῶς κόπηκε σέ χρόνια ὁ χρόνος

πῶς κόπηκε σέ γλῶσσες ἡ μιλιά

πῶς ἔγιναν μεσημβρινοί τά μεσημέρια

καί σκόρπισαν παρέες καθώς τραβήξανε καθένας τή

δική του τύχη

κι τράπουλα μοιράστηκε

…ἐπιστολές σέ φίλους τοῦ «ἐξωτερικοῦ»

ἐνῶ εἶναι μέσα μου, στό «ἐνταῦθα».

Καί δέ μέ νοιάζει πού σέ ξένη γλώσσα γράφω

ὀνόματα καί διευθύνσεις

μά ἐκεῖ στήν ἡμερομηνία τά χάνω

γιατί ἀλλοῦ εἶναι αὔριο ἀλλοῦ εἶναι χτές

κι ἐδῶ εἶναι σήμερα

σήμερα καί σήμερα

(Ἕως…)

       Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

(1936)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Τά ποιήματα τοῦ Μανδαρίνου, Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 2002.

Δοκίμια: Ἄνθρωπος στή θάλασσα. Συνειρμοί καί προκηρύξεις, Ὕψιλον /Βιβλία, Ἀθήνα 1995. Μετασολωμικά. Μορφές καί ἰδέες στά Ἑπτάνησα κατά τά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, Ἔρσμος, Ἀθήνα 2001. Ὁ Κάντιος καί τά Βαλκάνια. Ἀσκήσεις λογικῆς, Ἀθήνα 2002.

Ἀνθολογία: Ἡ ποιητική τοῦ παλιάτσου. Ἀπό τόν Φιλύρα στόν Σκαρίμπα, (Δοκίμιο ἀνθολογίου), Ἔρασμος, Ἀθήνα 1999.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 6.8.1995. Μάριος Μαρκίδης, περ. «Ποίηση», τ. 9, 1997. Μάρκος Μέσκος, περ. «Ὁ Πολίτης», τ. 54, 1998, (τώρα καί στό βιβλίο του, Προσωπικά κείμενα, Νεφέλη, Ἀθήνα 2000). Στέφανος Ροζάνης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 1.9.2001. Ἀλέξης Ζήρας, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 28.1.2003. Γιῶργος-Ἴκαρος Μπαμπασάκης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 14.2.2003. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1290-1291. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 399-403.

ΤΣΕ

ΥΙ

ἀπό τήν παιδική ἡλικία τοῦ Ε.C.G.

Ἐρχόμαστε ἀπό στέππες ἀμετάφραστες

παίζοντας μέ δίψα τήν ψυχή μας

καί χάνοντας μονότονα σ᾿ ὅλα τά χρώματα

ἐξόριστος ὁ μεσοπόλεμος στά μεταπολεμικά ξερονήσια

καθυστερούμενες σφαῖρες θερίζανε πρώιμα στάχυα

ἡ ἄλγεβρα πυροβολοῦσε τά παγωμένα θρανία

πέφτανε ψυχοῦλες πέφτανε κορμάκια

ζητήσαμε βοήθεια ἀπό τόν Θεό

κι αὐτός μᾶς ἔστειλε στόν θεολόγο

Ἐλπίδα καμμιά

καμμιά ἐλπίδα δέν εἴχαμε ἀντίκρυ στ᾿ ἄγρια ταμποῦρλα

-σᾶς φέρνουμε τώρα τόν ἦχο τῆς βροχῆς

καί τήν ἀνείπωτη σιωπή τῶν κίτρινων σελίδων

Δέν μεγαλώσαμε εὔκολα

καπνίζαμε τσιγάρα στούκας καί διαβάζαμε  τόν Ζαρατούστρα

ξορκίζαμε τό κατηχητικό στά ὑπόγεια τοῦ Γκόρκυ καί τοῦ Ζορρό

ὑπόγεια δικά μας προαιώνια ἑλληνικά

-δέν μεγαλώσαμε εὔκολα

φορᾶμε πάντα ροῦχα κατοχικά

κρυώνει ἀκόμα ἡ ψυχή μας

καπνίζουμε ἐφημερίδες μεθᾶμε μέ μελάνι

μᾶς πνίγουν οἱ καπνοί κι οἱ λέξεις μᾶς στενεύουν

ἐρχόμαστε ἀπό πολύ μακριά

Ὁ Ζαρατούστρα κλαίει ὁλομόναχος

στά παλιά μας θρανία.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΝΔΑΡΙΝΟΥ

ΙΙΙ

Ὅλα παιγμένα πάνω σ᾿ ἕνα ψέμα ἀληθινό

τόσο τρυφερά

μ᾿ ἔμπειρα δάχτυλα

στό πιάνο

ὅλα παιγμένα

πάνω σ᾿ ἕνα σκοπό χωρίς σκοπό.

Δέν πάει ἄλλο τό τραγούδι σου μέ τή φωνή μου

κάποιος πρέπει νά πεῖ τήν παράφωνη ἀλήθεια

ἔστω κι ἄν εἶναι νά σωπάσουμε γιά πάντα.

ΥΙΙ

σονέτο ᾿97

Ἔζησε σ᾿ ἄλλες ἐποχές. Ὡς νέος δέν τά πήγαινε καλά οὔτε μέ

τό λυρισμό οὔτε μέ τόν κυνισμό –δυστύχησε μετρίως. Ὡριμάζο-

ντας κατάλαβε.

Τά χρόνια πέρασαν. Σκαρφάλωσε τίς δεκαετίες στίχο-στίχο.

Ἔμαθε ὅλα τά τεχνάσματα τῆς ποίησης ἀλλά ἔμεινε ἔντιμος –

κατά τό δυνατόν.

Ἀνθηρός τώρα κι ἑτοιμοπόλεμος. Πρωτοκλασάτος. Ποτέ, ποτέ

κυνικός –ἁπλῶς  ἡ  πείρα  ἐλέγχει τό δάκρυ. Ἔμαθε  ὅλα  τά τε-

χνάσματα. Κάπου-κάπου,  μονάχα, τό  σῶμα θυμᾶται  τό ἀδέξιο

ποίημα  πού  ἔγραψε εἴκοσι χρονῶν: ἕνα  παλιό μυστικό πού ἡ τέ-

χνη του συλλαβιστά λησμόνησε, γιά νά ἐπιζήσει.

ΛΟΞΟΔΡΟΜΙΑ

Ι

Ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν

γιατί τά δάκρυα λάμπουν διφορούμενα

γιατί ὁ θάνατος χαμογελάει ἀπό τό μέλλον

γιατί τό ψέμα πυροβολεῖ μ᾿ εὐθύβολες ἀλήθειες

γιατί ἡ ἀλήθεια δέν προβαίνει πλέον σέ δηλώσεις

Γιατί

στό ἀγκίστρι τοῦ θανάτου

τό δόλωμα ἦταν ἡ ζωή

…ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν

πῆρες ὅ,τι σοῦ ἀνῆκε

τήν πόλη καί τή θάλασσα

τή θέα τῆς εὐτυχίας πού φεύγει

Πῆρες πολλά ἔδωσες λίγα

ἡ θάλασσα σέ πίστεψε

ἀλλά σοῦ τέλειωσαν τά λόγια

Μήν ἐνοχλεῖς τώρα τόν Κόσμο

οὔτε μέ τήν ἀγάπη.

(Τά ποιήματα τοῦ μανδαρίνου)

ΤΟΙΣ ΚΕΙΝΩΝ ΡΗΜΑΣΙ

1

ΑΝΑΦΟΡΑ

τοῦ Μάριου

Προκαταβάλλοντας εἰρωνικά τά χρέη τῆς γενιᾶς σου

μᾶς ἀπαγόρευσες διαπαντός τά δάκρυα

Ἐγώ ὅμως πρέπει ἐξάπαντος νά σοῦ γράψω

διότι δέν ἔχω χρόνο

διότι δέν μοῦ ἀπόμεινε δεκάρα τσακιστή

ἀπό τά χρυσά φεγγάρια τῆς νιότης μας

διότι κουράστηκα νά βλέπω τούς πάντες νά σέ προσ-

περνοῦν ἀκροποδητί

χλευάζοντας τήν προσήλωσή σου στήν αἰσθητική

τῆς βραδύτητας

Φεύγοντας πῆρες τό βλέμμα σου ἀπό πάνω μου

ὅμως αὐτοί πού σέ διαδέχτηκαν στήν ψυχή μου

δέν κληρονόμησαν καί τήν ἐξουσία σου πάνω της

Καί πρέπει τώρα νά τά βγάλω πέρα μέ τούς ἀνέμους

ἀλλά ὄχι παλεύοντας στά μαρμαρένια ἁλώνια

μά μπεκροπίνοντας στά σκαλοπάτια τῆς Κίρκης

Ἔτσι ἀφήνω τό δεντράκι σου ἀπότιστο στή βούληση

ἀδιάφορων κηπουρῶν

στό τίποτα τοῦ λιβανιοῦ στό πουθενά τῆς δόξας

Διότι γέρασα καί δέν ἀντέχω πιά νά διώχνω τά σκυλιά

ὁπού σάν ἔγνοιες μέ κυκλώνουν νύχτα-μέρα

Ἤρθανε χρόνια δίσεχτα, πρίγκηπα

ραγίσανε τά κάστρα μας

ἦρθε τό μέλλον μαῦρο

Μά ἐσύ μᾶς ἀπαγόρευσες διαπαντός τά δάκρυα.

4

ΦΥΓΗ  ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

τοῦ Ἀνδρέα –θύμηση κι ἐμπνοή

Ὅ,τι μετρᾶς στά κύματα βγαίνει λιγότερο κάθε φορά

Ὥρα νά φεύγουμε λοιπόν πρίν φτάσει ἀπό τή Βιέννη

ὁ κύριος ἐκεῖνος μέ τό κατσαβιδάκι τῆς ψυχῆς

καί κάνει βίδες ὁλόκληρο τό Ρίλκε

Νά φύγουμε νά φύγουμε

καί νά ᾿ναι σάν νά μήν ὑπήρξαμε ποτέ

στά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα

ρεμπέτες ναυτικοί κομμουνιστές

ὅλο τό ρόκ τῆς ἐποχῆς μας

στάχτη τῆς ὀμορφιᾶς στόν ἄνεμο τῶν ἄστρων

πόση Ρωσία χύθηκε στή θάλασσα τοῦ ὕπνου μας

πόση Σερβία κοκκίνισε τήν ἀθωότητά μας

ρεμπέτες ναυτικοί κομμουνιστές

ὅλο τό ρόκ τῆς ἐποχῆς μας σ᾿ ἕνα χαμένο στοίχημα

Ἄ, ἔπρεπε νά ᾿χεις ἤδη τελειώσει

πρίν ἐξαργυρωθεῖ ὥς τή στερνή σταγόνα του τό φῶς

πού σοῦ χρωστοῦσε ὁ ἥλιος

ἀφοῦ ἐσύ δέν τσιγκουνεύτηκες ποτέ σου, πῶς

βρέθηκαν μέσα στίς τρύπιες τσέπες σου τόσα

προσχήματα ζωῆς;

Καμμιά παράταση, λοιπόν, καμμιά παράταση

πέτα τούς ἄσους πού σοῦ χάρισε ὁ θεός σου

σέ βλέπουν πιά οἱ θύελλες τοῦ χρόνου

σέ δείχνουνε ὅλοι οἱ δεῖχτες τῆς βροχῆς

Καί ποῦ μπορεῖς νά πᾶς κυνηγημένε μου

ἀνάμεσα στά δάκρυα τῶν σκυλάδικων

μές στούς καπνούς τούς βρόντους καί τίς ἀστραπές

ἑνός ὁλόμαυρου μέλλοντος;

ἦταν ἀργά ἦταν ἀργά ἀπ᾿ τήν ἀρχή

βασιλέας τώρα τό κέρδος μουγκρίζει

καί ὁπλίζει ἀριθμούς ὁ αἰώνας

τό κακό ἀναβαίνει στά ὕψη

τά ὁράματα γίνανε γύψοι

-τσακισμένο φτερό τῆς τρυγόνας

τρεμοσβήνεις καί φεύγεις σάν χάρη

στό φιλί στό κρασί στό φεγγάρι

(Περιοδικό «Σημειώσεις», τ. 67, 2008)

 

Ὀρέστης Ἀλεξάκης

(1931)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Ἀγαθά παιχνίδια, Συνέχεια, Ἀθήνα 1994. Νυχτοφιλία, Ὁ Μικρός Ἀστρολάβος, Ἀθήνα 1995, Ὑπῆρξε, (Ἐπιλογή ὰπό ὅλες τίς πρροηγούμενες συλλογές καί ἀπό τήν ἀνέκδοτη συλλογή Ὁ ἀπόπλους), Ἀπόστροφος,  Κέρκυρα 1999. Μοῦ γνέφουν, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2000. Ὁ μεταμφιεσμένος χρόνος, (συλλεκτικό φυλάδιο ἐκτός ἐμπορίου), Ἀθήνα 2005. Ὁ θίασος στήν ἐξέδρα, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2006.

Μελέτη: Τά σονέτα τοῦ Κωνσταντίνου Θεοτόκη, εἰσαγωγή-ἐπιμέλεια, Ἀθήνα 1998.

Μετάφρασε: Ἀπό τά γερμανικά: Ρόλφ Ντῆτερ Μπρίνκμαν, «Πένθος στό μπουγαδόσκοινο» καί «Ἕνα ἀπ᾿ τά κλασσικά», περ. «Εὐθύνη«, τ. 284, 1995. Ἐπίσης, Γιόρκ Φάουζερ, «Τό βάρος τῆς Ψυχῆς», περ. «Εὐθύνη», τ. 293, 1996.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Π.Χ. Χατζηδάκης, ἐφ. «Σύγχρονη σκέψη», Ἰάν.-Φεβρ. 1994. Ὑπῆρξε, περ. «Σύγχρονα βήματα», τ. 116, 2000. Εὐγένιος Ἀρανίτσης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 16.2.1994. Θ. Δ. Φραγκόπουλος, περ. «Νέα Ἑστία», 1.5.1994. Δημήτρης Κονιδάρης, ἐφ. «Ἐνημέρωση», Κέρκυρα 9.3.1994. Ἄντεια Φραντζῆ, περ. «Μανδραγόρας», τ. 6-7, 1995. Τάσος Γουδέλης, περ. «Τό Δέντρο», τ. 111, 2000. Νίκος Δαββέτας, «Τό Βῆμα», 7.5.2000. Χρύσα Σπυροπούλου, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 15.2.2000. Γιώργης Μανουσάκης, περ. «Πόρφυρας», τ. 95-98, 2000. Κωνσταντίνος Βάσσης, περ. «Νέα Πορεία», τ. 548-550, Θεσσαλονίκη2000. Χρύσα Σπυροπούλου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 21.7.2000. Γιῶργος Βέης, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 17.10.2000. Περικλής Παγκράτης, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μετααπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Σταῦρος Ἀμπελᾶς, περ. «Ραπόρτο», τ. 39, Ζάκυνθος 2006. Γιολάντα Πέγκλη, περ. «Πάροδος», τ. 10, 2006. Ἀλέξης Ζήρας, περ. «Πανδώρα», τ. 20, 2007. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 56. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 409-413.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γερμανικά, Ἰσπανικά.

Ἀφιέρωμα: Ἀκρότης ὁριζόντων.-Προσεγγίσεις στήν ποίηση τοῦ Ὀρέστη Ἀλεξάκη ( Νατάσα Κεσμέτη, Νένα Ι. Κοκκινάκη, Εὐτυχία-Ἀλεξάνδρα Λουκίδου, Χρύσα Σπυροπούλου), Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2004.

ΠΡΟΣΒΛΕΠΩ

Προσβέπω

στήν προσήνεια τῶν πουλιῶν

στῶν παιδικῶν πηγῶν

τή μνημοσύνη

ΚΟΙΤΩ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΑ ΣΟΥ

Κοιτῶ μέσα στά μάτι σου

τό φῶς

μέσα στό φῶς

το σκοτεινό κυκλώνα

(Νυχτοφιλία)

ΔΥΟ ΜΟΝΟΚΟΝΔΥΛΙΕΣ

β. Τό συμβάν

Ἦταν τό σπίτι σκοτεινό κι ἡ θύρα

μισάνοιχτη καί μπῆκα σά νά μ᾿ εἶχε

φωνάξει κάποιος ἀπ᾿ τό βάθος ὅμως

κανείς δέν ἦταν μόνον ἄδειοι τοῖχοι

σοβάδες γκρεμισμένοι καί σπασμένα

τῶν προκτητόρων ἔπιπλα καί σκόνη

πού γέμιζε τό στόμα καί τό στῆθος

κι ἔψαχνα ψηλαφώντας στό σκοτάδι

χωρίς νά ξέρω τί κι ἀναζητοῦσα

κάποιον πού δέν ἐγνώριζα καί μόνον

ὅταν καί πάλι βρέθηκα στοῦ δρόμου

τήν καταχνιά καί τά λιωμένα φώτα

σά νά ᾿χα ἀπό ᾿να λήθαργο ἐπιστρέψει

θυμήθηκα

καί μέτρησα τά χρόνια

κι εἶδα πώς εἶχα χάσει τή ζωή μου

ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ

Ξέρω πώς εἶσαι μέσα μου

κι ὡστόσο

θαρρῶ πώς ἀπ᾿ τόν ἔξω κόσμο θά ᾿ρθεις

Ἀκούω τά βήματά σου νά πλησιάζουν

ἀπό τά βάθη μακρινοῦ διαδρόμου

Ἄλλοτε λυπημένα μέ κοιτᾶς

μέσ᾿ ἀπ᾿ τό φῶς φανταστικῆς ὀθόνης

μοῦ δείχνεις ἕνα πέτρινο πηγάδι

κι ἕνα παιδί στό φιλιατρό

νά κλαίει

Κάποτε σκοτεινιάζεις καί γεμίζεις

τόν ὕπνο μου κεριά καί μαῦρα ροῦχα

καί σέ φοβᾶμαι μέσα στήν ἀγάπη

καί σέ φοβᾶμαι

μέσα στήν ἐλπίδα

Ὅμως

καμιά φορά

χαμογελᾶς

μέ τόση τρυφερότητα μέ τόση

παιδική μνήμη

πού ἄξαφνα

διακρίνω

-κάπου στά βάθη τῶν

διαλογισμῶν

κάπου στά μάκρη ἑνός

χαμένου κόσμου-

πρόσωπα πού ἐξαγνίζονται στό φῶς

πράγμα πού ἐξαχνίζονται

στή δόξα

Σάν νά ᾿χει κάπου ὁ χρόνος νά σταθεῖ

Σάν νά᾿ χει κάπου κι ὁ Θεός

πατρίδα

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΙΕΣ

Κοιτᾶς μές᾿ ἀπ᾿ τό τζάμι τή βροχή

καί μοῦ θυμίζεις νυχτωμένη πόλη

Παίζεις στό πιάνο καί

παιρνοῦν ἐλάφια

μέσ᾿ ἀπ᾿ τό σπίτι γίνομαι

ποτάμι

κυλάω ἀργά

νωθρά

στίς καλαμιές σου

μέ χίλια παρακλάδια σέ τυλίγω

Κάποτε γδύνεσαι ἁπαλά πλαγιάζεις

δίπλα μου, κάποιος μέσα ξεκαρφώνει

τό σκοτεινό κιβώτιο δέν

σέ μέλλει,

θέλεις νά δεῖς τό φονικό μαχαίρι

νά μυριστεῖς τό δέρμα του φονιᾶ

ν᾿ ἀκούσεις τήν κραυγή

τοῦ σκοτωμένου

(Ὁ ἀπόπλους)

Ο ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ ΕΜΠΝΕΕΤΑΙ

Μπολιβάρ

εἶσαι ὡραῖος σάν Ἕλληνας

Τά σώματα νά ᾿ναι γυμνά

Μόνο τό φῶς νάν τά σκεπάζει

Τό πέλαγος ν᾿ ἀσπρογαλιάζει

Καί νά λικνίζει τά βουνά

Δύση στό βάθος ν᾿ ἀνατέλλει

Φτερά νά κρύβουν τό κενό

Σ᾿ ἕνα βαθύπλωτο οὐρανό

Ν᾿ ἀνθοφορεῖ λευκή νεφέλη

Χρυσάρμενο σκαρί νά ὀργώνει

Σάν πάχνη ἐνείρου τόν ἀφρό

Στητό στήν πλώρη νά θωρῶ

Τόν Μπολιβάρ νά ξεσπαθώνει

ΤΟ ΠΑΙΔΙ

Κάποιος μές στόν ὕπνο μέ φωνάζει

Καί ξυπνῶ σέ λάθος ἐποχή

Μέ βαραίνει ἀγιάτρευτη ἐνοχή

Νυχτωμένο σπίτι μέ στεγάζει

Ἔπιπλα-σκιές μέ συντροφεύουν

Σκυθρωποί καθρέφτες-θυρωροί

Στούς διαδρόμους κέρινοι φρουροί

Τῶν νεκρῶν τήν εἴσοδο ἐποπτεύουν

Δέν θυμᾶμαι κι οὔτε περιμένω

Ζῶ σ᾿ ἕνα φαιόχρωμο κενό

Σάν ἀπ᾿ τό παρόν μου νά περνῶ

Σ᾿ ἕναν ἄλλο χρόνο-πετρωμένο

Μόνο σάν γυρνῶ στό προσκεφάλι

Τό παιδί ἀπ᾿ τό μέλλον μέ κοιτᾶ

Δακρυσμένο πάλι καί ρωτᾶ

Ποιός ἀπ᾿ τό πηγάδι θά τό βγάλει

(Μοῦ γνέφουν)

ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ ΞΥΛΙΑΣΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΥΟ

Τήν τρίτη μέρα ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τό κρύο

βρήκαμε κάποιο

χάνι κι ἀπαγγιάσαμε. Δέσαμε τ᾿ ἄλογα στό στάβλο, τά ταΐσα-

με καί μαζευτήκαμε τριγύρω στή φωτιά. Μᾶς ἔφεραν ζεστό

ζωμό, κρέας στά κάρβουνα ψημένο καί κόκκινο κρασί λιαστό.

Κορίτσια μέσα σέ καπνούς καί ἀχλή τοῦ ὀνείρου χτυποῦσαν

ντέφια καί χορεῦαν ξέφρενα. Φάγαμε κι ἤπιαμε κι ἀπέ μᾶς

πῆρε ὁ ὕπνος ἐκεῖ στήν ἴδια θέση πού καθόμαστε.

Τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος λήγοντας ξυπνήσαμε.

Ἀπόβλητοι ὅλων τῶν παραμυθιῶν.

Στά χιόνια πάλι.

Σ᾿ ΕΙΔΑ ΚΑΙ Μ᾿ ΕΙΔΕΣ…

Σ᾿ εἶδα καί μ᾿ εἶδες ὅμως δέ μέ γνώρισες.

Καί πῶς

νά μέ γνωρίσεις ὅπως εἴμουν, ἕνας ζητιάνος κουρελής καί

βρώμικος καί μέ κεφάλι ξυρισμένο, ἀνάμεσα σέ τόσους εὐγε-

νεῖς προσκεκλημένους, πού μπρός στή θύρα τοῦ σπιτιοῦ σου

συνωστίζονταν καί μέ ὑποκλίσεις, χειραψίες καί τέτοια, περ-

νοῦσαν μέσα στήν κατάφωτη αἴθουσα. Ὅμως ἀργότερα,

καθώς καί πάλι βγῆκες, κάποιον ἐπίσημο θαρρῶ νά ὑποδε-

χτεῖς –λαμποκοπώντας στό λαμέ σου φόρεμα μέ τίς ἀστρα-

φτερές του διαμαντόπετρες- τό βλέμμα σου ἔπεσε ξανά σέ

μένα, κι ὅπως τήν ὥρα ἐκείνη οἱ θυρωροί μέ πρόσωπα στεγνά

μέ σταματοῦσαν, πάρτε τόν κύριο πίσω στήν κουζίνα καί

δῶστε του νά γευματίσει κι ὅσο κρασί θελήσει νά πιεῖ, τούς

εἶπες καί συμπονετικά μοῦ χαμογέλασες -ἤ μήπως κιόλας

λίγο τρυφερά;- τόσο πού νόμισα πώς μέσα στῆς ματιᾶς μου

τή λάμψη κάτι γνώρισες, ἀπ᾿ ὅταν

ἔνδοξος καί περιφανής

τό στιβαρό μου τότε χέρι ἁπλώνοντας

ἀπό βαθύ πηγάδι σέ τραβοῦσα.

(Θίασος στήν ἐξέδρα)

                       Λουκᾶς κούσουλας 

(1929)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Νέα ποιήματα, Δόμος, Ἀθήνα  1996. Τό πουκάμισο τό θαλασσί, Διάμετρος, Χαλκίδα 2000. Τά ποιήματα (1962-2002), συγκεντρωτική ἔκδοση, ὅπου καί ἡ ἀνέκδοτη συλλογή Ἐπίνικοι, Δόμος, Ἀθήνα 2003. Τό Φεγγάρι τοῦ Ὑμηττοῦ, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2008.

Πεζογραφήματα: Γιά τά Μαῦρα μάτια, Νεφέλη, Ἀθήνα, 1994.

Δοκίμια: Ἄνθρωποι καί κτήνη, Νεφέλη, Ἀθήνα 1993. «Φιλοσοφικότερον καί σπουδαιότερον», Δόμος, Ἀθήνα 1999.

Μεταφράσεις: Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, τόμοι Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Νεφέλη, Ἀθήνα 1994-1996. Πλάτωνος Ἀλκιβιάδης Α΄καίΒ΄, Πόλις , Ἀθήνα 2001.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Νένα Κοκκινάκη, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 23.12001. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 23.2.2001. Γιιῶργος Δ. Παγανός, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης 2002.  Ἀλέξης Ζήρας, περ. «Κ», τ. 5, 2004. Γιῶργος Βέης, περ, «Κ», τ. 5, 2004. Μαρία Τοπάλη, περ, «Ποίηση», τ. 24, 2004. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης 2007, σ. 1153. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης 2007, σσ. 283-290.

Ἀφιέρωμα: Λουκᾶς Κούσουλας, Βιβλιοθήκη τῆς Πανελλήνιας Ἕνωσης Φιλολόγων, Ἀθήνα 1998, (Ἀγγελική Στασινοπούλου-Σκιαδᾶ, Γιῶργος Δ. Παγανός, Λουκᾶς κούσουλας).

Καί τό νά ξέρεις πώς ὑπάρχει ἥλιος, αὐτό

εἶναι κιόλας ὅλη ἡ ζωή.

ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

Μά ὅλη ὅλη ἐφόσον τό ξέρεις

πώς ὑπάρχει ἥλιος· μά ἀφόσον τό ξέρεις…

Γιατί τά κομμάτια της,

τά ξεροκόμματα μᾶλλον, τῆς ζωῆς

πού μᾶς πέφτουν,

καί τή βγάζουμε ὅπως ὅπως μαζί της,

δείχνουν τό ἄλλο: τί δύσκολη

ἐπιστήμη εἶναι ὁ ἥλιος.

Κράτησε ὡστόσο

αὐτό: πώς ὑπάρχει.

Πώς ὅ,τι καί νά γίνει,

κι ἄν μαγαρίζουν τόν κόσμο

οἱ Μπερνάρηδες καί οἱ ἄλλοι,

κάπου ὁ ἥλιος ὑπάρχει

καί λάμπει· μακάρι

καί σύρριζα στό μυαλό σου.

(Νέα ποιήματα)

Ὅπου κρεμοῦσε ὁ κλέφτης τό σπαθί του,

κρεμάει ὁ γύφτος τό βρακί του.

ΠΑΡΟΙΜΙΑΚΟ

                   α΄

Τά ἔχει αὐτά ἡ διαλεκτική

Καί μή πρός κακοφανισμόν…

Τό μόνο ἔκτακτο στήν ὑπόθεση,

ἡ στερνή γνώση μάλλον εἶναι

ὅτι μποροῦσε ὁ εὐλογημένος κι αὐτός,

ὁ κλέφτης ἐννοῶ, νά πρόσεχε λίγο

ποῦ κρεμάει τ᾿ ἄρματά του.

Θά γλυτώναμε κάμποσα παρατράγουδα

                   β΄

Ποῦ ὅμως ἐκεῖνος…

Στά τρία πλάτανα πρῶτα,

τά γνωστά ἐκεῖνα τά τρία ἀράδα ἀράδα,

στά ἔλατα ὕστερα καί τίς ὀξιές,

στό τέλος καί στήν ἐκκλησιά!

Ἐκεῖ νά λειτουργιῶνται κτλ. …

Ἑπόμενο ἦταν πλέον νά μή μείνει

ξεβρώμιστο τίποτα.

*

Πουθενά ἀλλοῦ δέν ἔνιωσα τή ζωή μου τόσο

δικαιωμένη ὅσο πάνω στή γέφυρα ἑνός πλοίου.

ΕΛΥΤΗΣ, Ὁ Μικρός Ναυτίλος

                     α΄

Μέ τόν Ἀνδρέα Ἐμπειρίκο παρέα,

τόν καιρό δικό μας,

στή γέφυρα τοῦ πλοίου ἐκτός βάρδιας,

ἀπαγγέλοντας τίς μικρές κυκλάδες,

ἀφρίζοντας τήν ἄσπρη θάλασσα

-δέν εἶναι καί ἡ χειρότερη θέση

νά νιώσει κανένας ἀνάλογα· μακάρι

κι ἄν πρόκειται γιά στεριολλαδίτη!

                     β΄

Ἀνάλογα λέω ἄν κι ὄχι ἀκριβῶς ἀφοῦ,

ἀντί ζωή χαρισάμενη ἄς ποῦμε,

βγαίνει στή μέση αὐτό τό δικαιωμένη.

Πῶς ἔτσι δικαιωμένη δηλαδή…

Ἀμφισβήτησε μήπως κανένας τό δικαίωμά του,

προηγήθηκε καμιά δοκιμασία στό ἀμπάρι,

ὑπηρέτησε στό πολεμικό ναυτικό μήπως

ὁ ἀνθυπολοχαγός τῆς Ἀλβανίας…

*

Ἀνεπίληπτα ἐπῆρε τό μαχαίρι

ὁ Ἀτζεσιβάνο. Κ᾿ ἤτανε ἡ ψυχή του

τήν ὥρα ἐκείνη ὁλάσπρο περιστέρι.

Κτλ, κτλ. …

ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Ἡ αὐτοκτονία τοῦ Ἀτζεσιβάνο μαθητῆ του Βούδα

 

Ἄν θέλει κανείς τό πιστεύει

ὅτι μπορεῖ νά πηγαίνουν μαζί

τό «ἀνεπίληπτα» μέ τό «μαχαίρι»

-ἀλλά καί τίς ρίμες πού ἀκολουθοῦν,

μέ τό ἀστέρι, τό ἀγέρι καί τράβα κορδόνι.

Τοῦ Βούδα ἤ ἄλλου μαθητής, ἄς εἶναι,

στήν καλύτερη περίπτωση, συχωρημένος

ὁ Ἀτζεσιβάνο ὁ καημένος…

(Τό πουκάμισο τό θαλασσί)

Εἰς τό ἐρχόμενον, ἐάν μοῦ φθάσει ἡ ζωή

Καί ἡ τύχη μοῦ δώσει ἀρκετήν ἡσυχίαν,

Θέλω (…) προβάλειν στίχους.

ΚΑΛΒΟΣ, Ἐπισημειώσεις στίς Ὠδές

Καί οἱ μέν στίχοι

δέ φάνηκαν πουθενά.

Ὅσοι ὅμως δύνονται,

ἔξω ἀπό ποιήματα καί διαβάζουν

τά σκοτεινά σχέδια μιᾶς ζωῆς

πού γέρασε χωρίς νά λάβει ἀρκετή ἡσυχία,

φαντάζονται: τί φοβερό

βόδι μάγγωσε τή φωνή του.

Καί –γιά νά γίνουμε ἀναλυτικοί.

Ὅσο ἀφορᾶ λοιπόν τή ζωή, τό ἐνδεικνυόμενο

μάκρος της γιά τούς στίχους

-γι᾿ αὐτούς πρόκειται τώρα-

ἑβδομήκοντα κι ἑπτά συναπτά

εἶναι πολλά· (γιά ν᾿ ἀφήσουμε

πού ἡλικίες καί στίχοι εἶναι ποσά

ἀντιστρόφως ἀνάλογα).

Ἡ ἡσυχία πάλι, ἀρκετή ἤ πόση

-ἄς μήν πολυσκαλίζει κανένας

οὔτε τά κατ᾿ αὐτήν-

ἡ κανονική ἄς ποῦμε ἡσυχία,

κατά πόσον αὐτή εὐνοεῖ τά ποιητικά

κι ὄχι τά σκάνδαλα καί οἱ μπελάδες

εἶναι μᾶλλον ἀμφίβολο.

Παραδείγματα περιττεύουν.

Ξανά οἱ φαντασίες.

Φαντασίες ὑποθέσεις καί ρεμβασμοί.

Μήν ἦταν καλύτερα ἔτσι; Πού ἔδωσε

μιά κι ἔξω τό δικό του ρεκόρ –τά δικά του

μέτρα γιά νά κυριολεκτοῦμε-

κι ἀπεσύρθη στήν ὥρα του; Μήν πέτυχε

τήν ἀγαθή μερίδα, κανένα

καταφύγιο ἀφθόνητο ἴσως…

(Ἐπίνικοι)

ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΥΧΑΙ, Β΄

Καθώς -ἔτσι τό θέλησε ἡ κατάρα-

δύσκολα πλέον ἀκούω μουσική ἀφοῦ

δέ θέλω οὔτε μπορῶ

νά τῆς παραδοθῶ,

νά μέ πάρει (ὅπως οἱ νεαρές ἀλκυόνες

τον γέρικο κηρύλο στή ράχη τους),

νά μέ ταξιδέψει· καθώς πάλι,

μέ τόν ἀντιπερισπασμό της,

στόν ξεπεσμό της αὐτόν,

παραστέκει τίς διαδρομές μου ὅταν,

ἀναγκαστικά,

πηγαινόρχομαι μέ τό ΦΙΑΤ· κι ἄλλοτε,

σέ φανάρια σινιάλα λωρίδες,

σχεδόν ἀνακλαστικά,

ἁπλώνω τό χέρι μου στά CD

πού θωρακίζουν τίς πόρτες· τή μιά

πέφτοντας σέ «λαϊκά», σαχλά,

καί μαγευτικά ὅμως

-«μῆλο μου κόκκινο ρόϊδο βαμμένο»-

κι ἄλλοτε πάλι

στούς παλιούς δασκάλους, στή μουσική μου

-«Μουσική, γαλήνια μουσική…»

τοῦ φίλου τῆς ἐφηβείας μου Ζάν Κριστόφ-

καί συνεπιβαίνει τώρα

στό πάτημα τοῦ κομπιοῦ -ἄχ,

τί μᾶς ὅριζαν τά κακά πνεύματα…

Σέ φορτηγά πλάι καί δίκυκλα,

στά «ἔργα» καί στά σύνεργά τους,

ἄλλοτε ἀνάκουστη,

καί λιγοθυμισμένη τοῦ θανατᾶ,

καί μόνο σέ κανένα φόρτε της

διεκδικώντας τήν προσοχή μου,

μισό τουλάχιστο αὐτί,

κι ἀλίμονό μου ἄν ὁλόκληρο -ἄχ,

τί μέλλονταν τῆς ἀθάνατης τέχνης,

τῆς πρώτης τῶν μουσῶν…

(Τό φεγγάρι τοῦ Ὑμηττοῦ)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                          Τάσος Πορφύρης

(1931)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποητικές συλλογές: Τά λαβωμένα, Ἔρασμος, Ἀθήνα 1996. Σῶμα κινδύνου, Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 2004. Ἔρημα, Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 2008.

Ἀνθολογίες: Πολυφωνικόν. Ἀνθολόγιον ἠπειρώτικης ποίησης, Νομαρχιακή Αὐτοδιοίκηση Ἰωαννίνων, Ἰωάννινα 2001. Ἀνθολογία τῆς βροχῆς, Ἀθήνα 2003.

Πεζογραφήματα: Ἡ δοντάγρια (διηγήματα), Σοκόλης, Ἀθήνα 2006.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλεθεροτυπία», 18.9.1996. Δήμητρα Παυλάκου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 6.12.1996. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 18.2.1997. Κώστας Βούλγαρης, περ. «Ὁ Πολίτης», 7.11.1997, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 17.4.2001.  Γιῶργος Ἀράγης, περ. «Μικρόπολις» Ἰωαννίνων (ἔνθετο «Ἐφημερίδα»), 14.11.1997. Περ. «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 82, Νοέμ. 1997-Ἰαν. 1998. Θανάσης Τζούλης, περ. «Ἐξώπολις» Ἀλεξανδρούπολης, τ. 8-9 χειμών. 1997-1998. Ἀλέξης Ζήρας, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία «Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά» τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Τασούλα Καραγεωργίου, περ. «Πλανόδιον», τ. 38, Ἰούν. 2004. Χρυσούλα Σπυρέλη, περ. «Παρέμβαση», Κοζάνη, τ. 136, Ἰούν.-Ἰούλ.-Αὔγ. 2006. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 345-346. Χ.Δ., Θ.Κ., «Λεξικό  Νεολληνικῆς Λογοτεχνίας», Πατάκης, 2007, σσ. 1859-1860. Κώστας Παπαγεωργίου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία» («Βιβλιοθήκη»), 24.10.2008. Νίκος Ἀντωνάτος, περ. «Σημειώσεις», τ. 68, 2008. Ἀγγελική Σιδηρᾶ, περ. «Κ», τ. 18, 2009.

Ἀφιέρωμα: «Πάροδος», τ. 21, Λαμία 2008, (Γιώτα Ἀργυροπούλου, Σπύρος Θεριανός, Νατάσα Κεσμέτη, Στέλιος Θ. Μαφρέδας, Κώστας Ριζάκης, Χρυσούλα Σπυρέλη, Γρηγόρης Τεχλεμετζῆς, Χρίστος Δάλκος, Τασούλα Καραγεωργίου, Τάσος Πορφύρης).

ΕΞΟΔΟΣ

Μοίρασε τίς τελευταῖες σφαῖρες στούς συντρόφους

Ὅλος ὁ ἀγώνας ἕνας μεγάλος νεκρός ἀνάμεσά τους

Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν προσκύνησαν ὅλοι

Κλαίγοντας καί τράβηξαν κατά τό μέλλον ὁ

Καθένας ἐξουσιάζοντας τό δικό του θάνατο καθώς

Σέ κάποια σελίδα της τούς εἶχε στήσει καρτέρει

Ἡ Ἱστορία.

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Φυλλομέτρησα παλιά βιβλία γιά νά σέ συναντήσω

Δυσκολεύτηκα νά σ᾿ ἀναγνωρίσω καθώς σ᾿ εἶχαν ντύσει

Τόσα στολίδια τόσες ρίμες τό φόρεμα πεταμένο στήν ἄκρη

Οἱ μπογιές στό πρόσωπο ἀνακατεμένες μέ δάκρυα κι ἕνας

Ἔρωτας ἀποκαμωμένος ὕστερα ἀπό ἕνα μπουκάλι φτηνό

Κρασί μέ χαμένες ἐκεῖνες τίς «μικρές ἄσπρες φωνές»

Ἀνάμεσα στίς ἀπεγνωσμένες κραυγές τῆς πτώσης στό

Βάραθρο τῆς ἀπελπισίας ποιός μίλησε γιά φεγγάρια

Κι ἀνοιχτούς ὁρίζοντες; Ἐσύ γνώρισες τούς σκοτεινούς

Δρόμους τοῦ πάθους μισή ἐνοχή καί μισή λαχτάρα

Μέ τό φιλί ἀνάμεσα ἀπαγχονισμένο ξεφωνίζοντας

Σ᾿ ἔρημες στοές γκρεμίζοντας τούς βράχους τῆς μοναξιᾶς

Ναρκοθετώντας περιοχές ὅπου ἀνίδεοι μηρυκάζαν

Τόν βολικό ἔρωτά τους πῶς κατάντησες ἔτσι ἀνάμεσα

Σ᾿ ἕναν σύζυγο καί σ᾿ ἕνα γραφεῖο πῶς πάχυνες.

ΟΙ ΕΠΙΖΗΣΑΝΤΕΣ

Ὅλα τά πρόσωπα καί τά τοπία του Βιβλίου εἶναι

Πραγματικά· μπορῶ νά σᾶς ὁδηγήσω μέ κλειστά μάτια

Στό ποτάμι μέ τίς πέστροφες καί στή βελανιδιά μέ

Τόν κρεμασμένο καπετάνιο· οἱ βαθιές ρυτίδες παραπέμπουν

Στά βαθύσκιωτα φαράγγια τοῦ Νόστου.

ΙΥ

Ἀφανισμένο δάσος μέ τ᾿ ἀγρίμια του καί τά πουλιά χαμένα

Μπετόν ἀπό τά βάθη τῶν ὁριζόντων ὥς τίς σπηλιές τοῦ

Στήθους καί τίς πικρές ρίζες τοῦ φιλιοῦ· φυσάει

Μυρίζει παλιό φθινόπωρο καθυστερημένα μῆλα

Στό ψηλότερο κλωνί τῆς μνήμης καί σύννεφα

Μαῦρα σύννεφα καί τό ποτάμι θολό κι ἀγριε-

μένο νά κατεβάζει κούτσουρα ἀπό καστανιές νά

Παίρνει τό παλιό γιοφύρι· τί θέλουν τοῦτες οἱ εἰκόνες

Καί μέ τυραννοῦν ἐγώ ὅπως ὅλοι ἔδωσα τό μοιράδι μου

Ἀπό τό λιβάδι τῆς μνήμης γιά ἕνα τεσσάρι τί

Θέλει ἐτούτη ἡ ἀνεπιθύμητη ζυγιά ἀπό τά ὄργανα

Μπαίνει στόν ὕπνο μου κάθεται σταυροπόδι τό βιολί

Μέ γυροφέρνει τό λαοῦτο μοῦ πετάει τίς σαΐτες του

Τό κλαρίνο βρίσκει τίς παλιές πληγές καί τίποτα

Πιά δέν μέ σώζει ἐνῶ ἐγείρεται ἀπό τόν μεση-

μεριάτικο ὕπνο τῶν κοπαδιῶν ἀναμαλλιασμένο

Κι ἄγριο τό ντέφι ἕτοιμο γιά τή χαριστική βολή

πού με ἀποτελειώνει.

ΧΑΜΟΚΕΡΑΣΑ

Ὁρισμένοι ἀπό τούς θεατές ψάχνουν γιά ἄδειες θέσεις

Κι ἄλλοι ἀνέμελοι κατεβαίνουν ζευγάρια στό διάδρομο

Συζητώντας περί ἀνέμων καί ὑδάτων σταματώντας

Γιά λίγο κοιτάζοντας ἕνα γύρω ἐπιτέλους κυριαρχώντας

Στό χρόνο τους ἡ ἔναρξη τῆς προβολῆς θ᾿ ἀργήσει μόλις

πού σκορπίστηκαν στήν αἴθουσα οἱ μικροπωλητές

Μέ τίς σοκολάτες τούς ξηρούς καρπούς τά ἀναψυκτικά

Κι ἐκεῖνος μόλις μπαίνει ψάχνει ἐναγώνια γιά τήν

Ἔξοδο κινδύνου καί γιά μιά θέση κοντά της κάθεται

Τακτοποιώντας τήν καπαρντίνα στά γόνατά του ἥσυχος

Γιατί ἄν συμβεῖ κάτι π.χ. ἄν πάρει φωτιά ἡ αἴθουσα

Ἤ κάποιος ἀποφασίσει νά μαχαιρώσει κάποιον ἔτσι

Ὅπως βρίσκεται κοντά της ἡ μάζα τῶν θεατῶν θά τόν

Παρασύρει πρός τήν ἔξοδο γιατί αὐτός  εἶναι ἀνίκανος

Νά βρεῖ τό δρόμο ἀπορροφημένος ἀπό τήν ὑπόθεση

Τοῦ ἔργου καί τό τοπίο κυρίως αὐτό ὅταν ὑπάρχουν

Ποτάμια μέ καθαρά νερά δάση μέ βελανιδιές

Μέ σκίουρους καί πουλιά κι ἀνάμεσα στίς φτέρες

ἀγριοφράουλες αὐτές πού πιάναμε ἁπαλά μέ τά δάχτυλα

Νά μή μᾶς λιώσουν -θυμᾶσαι;- καί τίς λέγαμε

Χαμοκέρασα.

ΑΡΗΣ

Πῶς παραβίασες τήν πύλη τῆς αἰωνιότητας

Στ᾿ ἄσπρο σου ἄλογο καβάλα μαυρίζοντας

Περισσότερο τό σκοτάδι τά ὄνειρά μας εἶναι

Γκρεμός πρόσεχε ἄν γλιστρήσεις θά πέσεις

Δεκαπενταύγουστο στό χοροστάσι μέ τήν τηλε-

όραση τό βίντεο τό κλαρίνο τοῦ Χαλκιά νά

Ζητᾶ βοήθεια ἔτσι φυλακισμένο στήν κασέτα

Καί λίγους σύντροφους συνταξιούχους στόν καφενέ

Νά ἐξαγοράζουν τίς τελευταῖες τους μέρες

Κερνώντας νερωμένο τσίπουρο τό Χάρο.

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

ΥΙ

Ἡ ποίησή μου ἔγινε κιόλας σαράντα χρόνων τή θυμᾶμαι

Νά μπουσουλάει στίς σελίδες τῶν περιοδικῶν  καί νά τήν

Κυνηγῶ μήπως μοῦ ξεφύγει καί περάσει στό περιθώριο

Τοῦ χειρογράφου μεγαλώνοντας δέν ἔκανε εὔκολα παρέες

Μονάχα μέ ὁρισμένες συνομήλικες συναντιόταν σέ κανένα

Ταβερνάκι δέν ἔγινε ποτέ τοῦ συρμοῦ οὔτε οἱ φίλες της

Ἄλλωστε καί τώρα μένει σπίτι διαβάζει παλιά γράμματα

Ἀκούει Μολδαύα σέ δίσκους ἀπό βινύλιο –τά παράσιτα

Εἶναι πρωινό ξύπνημα πουλιῶν κι ἀχός ἀπό καταρράχτες-

Βλέπει παλιές ἀσπρόμαυρες φωτογραφίες πού τά λένε ὅλα

Ἡ ποίησή μου ἔγινε σαράντα χρόνων κι ἀρχίζει νά γκριζάρει.

(Τά λαβωμένα )

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

           «Τί μᾶς ξεσήκωσες ἀπό τήν Αἴγυπτο»; τοῦ ἔλεγαν, «γιά νά

             

              πεθάνουμε ἀπό τή δίψα ἐμεῖς καί τά παιδιά μας καί τά ζῶα

              μας;»

Ἔξοδ. ΙΖ΄, μετ. Β. Τσάκωνα καί Μ. Κωνσταντίνου

Ἀγαπητέ Ἄγγελε:

Παρ᾿ ὅλο πού φαινομενικά σέ μένα ἀπευθύνεσαι

Μέ ἀλλλεπάλληλα ἐρωτηματικά ὡς ριπές καταιγιστικές

Προσάπτοντάς μου κατηγορίες πού μποροῦνε νά μέ

Καθίσουν στό σκαμνί ἐνῶ τόν ἑαυτόν σου ἐνοχοποιεῖς

-Ὅρα καί τήν ὁμολογία σου εἰς τό τέλος τοῦ ποιήματος-

Δίδοντας ὅμως τήν ἐντύπωση εἰς ὅποιον δέν σέ γνωρίζει

Ὅτι μέ χρησιμοποιεῖς πρός ἴδιον ὄφελος ἀμφισβητώντας

Τήν ἀθωότητά μου ἐμφανιζόμενος ὡς Ἄγγελος κραδαίνων

Ρομφαίαν κατηγορώντας με διά τήν συγγραφήν βιβλίων

Ἐνῶ καλῶς γνωρίζεις πώς εἶναι τό μόνο πού μοῦ

Ἀπέμεινε –μᾶς ἀπέμεινε- ὅλων ἡμῶν τῶν ἀνυποτάκτων

Ξηροκεφάλων τῶν καταδικασθέντων ἐρήμην τῶν ὀνείρων μας

Πού χαθήκαμε χωρίς νά πέσει ντουφεκιά ἐνῶ μποροῦμε ἀκόμα

Νά ψιθυρίζουμε  τό πρωί ὄμορφη μέρα! ὅσοι πεθάναν χτές θά τό ᾿χουνε

Μετανιώσει καί μέ τή διάθεση καί τό πεῖσμα τοῦ μικροῦ

Παιδιοῦ πού ζώνεται τό ξύλινο σπαθί του νά ξαμολιόμαστε

Στό ξάγναντο μέ τούς ἀνεμόμυλους.

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΠΗΓΑΙΝΕ ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Ὁ καιρός πήγαινε πρός τή βροχή συννέφιαζε τά πουλιά

Κουρνιάσαν οἱ σαῦρες παράτησαν τήν ἡλιοθεραπεία καί

Γλίστρησαν στίς φωλιές τους ἀπό γινωμένα φροῦτα μυρωδιές

Προκαλοῦσαν βαθειές ἀνάσες ἀναστάτωση ἐπικρατοῦσε στή

Βορεινή βαράντα καθώς ὁ κάμπος ἀναριγοῦσε ἀπό τήν

Προσμονή τῆς μπόρας ἡ μεγάλη καρυδιά κυνήγησε τούς

Σκίουρους ὥς τή φωλιά τους κι ἡ βροχή μιά ξεχασμένη

Βροχή ἀπό τήν παιδική ἡλικία μᾶς ἀπέκλεισε στό σπίτι

Καί στό παρελθόν ἀκουγόταν ὅπως ὁ θόρυβος ἀπό τούς

Μεταξοσκώληκες  καθώς ροκάνιζαν τά φύλλα τῆς σκαμιᾶς

Στό διπλανό δωμάτιο εἴχαμε ἀφοσιωθεῖ στίς ἀναμνήσεις μας

Μέ πλεγμένα τά δάχτυλα τῶν χεριῶν ἄφωνοι κεραυνοί

Φώτιζαν στιγμιαῖα τήν πλάση καί στό ἐλάχιστο τῆς διάρκειας

Ἡ πλημμύρα τῶν αἰσθημάτων στό ὑγρό βλέμμα τῶν ματιῶν καί

Στῶν χειλιῶν τό τρέμισμα.

(Σῶμα κινδύνου )

ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΑ

Ὁ πετεινός σαρώνει τ᾿ ἀπομεινάρια τῆς νύχτας

Ἀπό τόν περίβολο  τοῦ πρωινοῦ σκοντάφτοντας σέ

Σκοτεινές φωλιές ἀπό νυκτόβια καθυστερημένα

Ζευγάρια στό ἔλεος τοῦ λυκαυγοῦς κι ἀπ᾿ τήν κορφή

Τοῦ Πάπιγκου ἀνατέλλει ἡ Μάνα μ᾿ ἕνα δεμάτι

Χρόνου παραμάσχαλα γιά τά ἀποκλεισμένα ἀπό τό

Χιόνι ζωντανά καί στῶν παιδιῶν τά μάτια πουλιά

Καί κελαϊδίσματα ἀπό τά διανυκτερεύοντα δέντρα

Τῆς ἀνοιξιάτικης κοιλάδας στίς πλαγιές σκαρισμένα

Γιδοπρόβατα στοιχειωμένες εἰκόνες μέσα μου καί οἱ

Νωπές τοῦ Μετρό τῶν ἀποστραπτόντων ναῶν τῶν

Τροφίμων τοῦ δρομέα τοῦ Βαρώτσου πού τόσα χρόνια

Διένυσε μονάχα τήν ἀπόσταση ἀπό στήν Ὁμόνοια μέχρι τήν

Πλατεία Χίλτον προσπερνώντας τήν πλατεία μέ τό κίβδηλο ὄνομα

«Συντάγματος» κι ἀνάμεσά τους ξεκινώντας ἀπό

Ἀνεξερεύνητες πηγές τῆς νιότης μας νά ζωντανεύει

Τό τοπίο ἕνα παρηγορητικό ποτάμι ξεπλένοντάς

Μας ἀπό ὅλες τίς βρωμιές τοῦ καθ᾿ ἡμέραν βίου.

ΠΑΜΒΩΤΙΔΑΣ ΝΕΟ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟ

Λίμνη ὥς σ᾿ ἀγναντεύω λέω πώς εἶναι ψέματα κι ὁ βυθός σου

Ανθίζει ὅπως ἡ ὄψη σου ἡλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό

τό κάστρο

Λικνίζεται ἀγκυροβολημένο στά νερά σου τά πουλιά κόβουν

λωρίδες τό

Γαλάζιο γιά τίς φρέσκες πηγές μας αὐτά θέλω νά σκέφτομαι

ἀλλά

Δέν μ᾿ ἀφήνουν οἱ Ἀλῆ-τες τῆς ἱστορίας πού τροφοδότησαν μέ

θρύλους τά σκοτεινά νερά ποντάροντας στή μεγαλοψυχία σου

Ὅμως καιρός νά πετάξεις τό σαλιωμένο δεφτέρι μέ τά λαθραῖα

Γεγονότα καί στό καινούργιο νά περάσεις τό νέο Μαρτυρολόγιο

Ἀρχίζοντας ἀπό τόν Γιοσέφ Ἐλιγιά μισόν Ἐβραῖο κι ὁλόκληρον

Ἕλληνα πού σοῦ ᾿γραφε ποιήματα ἀπό τό κιλκίς καί τό

Ἀργυρόκαστρο

«Ρίχνοντάς τα στόν ἀποχωρισμό γιά νά γεμίσει»: «Ὦ ἐσύ γλαυκή

Παμβώτιδα πού πλάι σου ἀναμετροῦσα ὅλους τούς χτύπους τῆς

καρδιᾶς

Καί τούς ρυθμούς τῆς πλάσης» ἔφυγε στά τριάντα του ἀφήνοντας

Ὀρφανή τή Μάνα νά θρηνεῖ γιά τόν μονογενῆ της κι ὁ Σαμπεθάι

Καμπιλής Ἄννας καί Καϊάφας οὔτε κάν Πιλάτος κι ἀπό κοντά

Βάλε καί τό Σιούλα τό Ταμπάκο κι ὅλους τούς Ταμπάκους πού τά

Δάκρυά τους ἁλμύρισαν τά νερά σου καί τόν Γιάννη Μπεράτη

Νά σέ πλουτίζει μέ τό «πλατύ ποτάμι» του καί κράτα ἑνός

Πρωινοῦ σιγή νά περάσουν στήν αἰωνιότητα ἡ Εὐτυχία Πρίντζου

Μέ τούς συντρόφους της ἡ λιανή Μαργαρίτα Περδικάρη καθώς

Πατώντας στίς μύτες τῶν ποδιῶν της γράφει τό σύνθημα στόν

τοῖχο

Τοῦ ἑτοιμόρροπου αἰώνα: «Καληνύχτα ντέ»! Κι ὁ Λεωνίδας

Ράφτης

Ἀτενίζοντας ἀπ᾿ τό Μπιζάνι τά Φραστανά ἀξημέρωτα νά τά

βυζαίνει

Ἡ Νεμέρτσκα μισοκρυμμένα στόν κόρφο της καί μιάν ἔναστρη

Νύχτα στεῖλε τά παρόχθια νερά σου στήν πολιτεία ἀνηφορίζοντάς

την

Ἀβέρωφ νά χαθοῦν στήν Ἀνεξαρτησίας καί στά γύρω σοκάκια μέ

τά

Γκαλντερίμια τά σιδεράδικα τ᾿ ἀσημουργεῖα κι ὕστερα ἄς

φθάσουν ὥς τό

Χάνι τοῦ Κώτσιο-Λάμπρου νά προλάβουν τόν Ρόβα πού ξεκινάει

γιά

Τή Βλαχιά -μισοτραβηγένες κουρτίνες στόν ὀντά καί κλαρίνο

γιά τόν

Ἀποχωρισμό- τό πρωί τ᾿ ἀφεντικά βγάζοντας τά κεπέγκια τῶν

μαγαζιῶν τους

Θ᾿ ἀναρωτιοῦνται: ποῦ βρέθηκε τόση ὑγρασία μία τέτοια ξάστερη

Νύχτα;

(Ἔρημα )

 

 

 

Λεωνίδας Ζενάκος

(1932)

 

Ἐπιλογή βιβλιογραφίας: Γιῶργος Βέης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά  τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 771. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 339-343.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Νεγρεπόντης

(1930-1991)

          Ἔργα του σέ βιβλία.

 

          Ποιητικές συλλογές: Λίγο μετά τή σιωπή, (μεταθανάτια ἔκδοση), φιλολογική ἐπιμέλεια Δήμητρα Α. Δημητρᾶ, Καλειδοσκόπιο, Ἀθήνα 2001.

Πεζογραφήματα: Εἶμαι ἕλλην, τό καυχῶμαι καί ἐξ αὐτοῦ μύρια ὅσα κακά ἕπονται, (μεταθανάτια ἔκδοση), Καστανιώτης, Ἀθήνα 1992.

Παιδικά: Τά ὄνειρα τῆς Ἀντέλας, (μεταθανάτια ἔκδοση), Μελία, Ἀθήνα 1992.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἀλέξης Ζήρας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 211.1992. Κώστας Γεωργουσόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 22.11.1999. Γιῶργος Ἀράγης, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1547-1548. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Στ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα, 2007, σσ. 151-353.

ΣΕ ΑΛΛΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Ι

Τά ἴδια λόγια, τό ἴδιο σχῆμα

τῶν χειλιῶν, οἱ αὐτές χειρονομίες.

Κάποτε –πότε;- ἔχουμε ξανασυναντηθεῖ.

Τό ἴδιο, ἡ ἴδια αἴσθηση,

αὐτό τό πράο βλέμμα τοῦ θανάτου·

εἶναι σάν νά ᾿χουμε -ὅπως πρόκειται-

πολλές φορές μέσα στό χρόνο βυθιστεῖ.

Γι᾿ αὐτό καλύτερα νά μοῦ μιλᾶς

γιά τά λουλούδια…

ΥΙ

Ἐχθρός ὁ χρόνος μαζί μας παίζει

παιχνίδι χωρίς νόημα

ὥς τήν ἐξάντηση τήν ἔσχατη.

Μά γίνεται στιγμή

πού ἡ ψυχή μας ὅλη

τά πικραμένα χείλη μας ξανοίγει

σ᾿ ἕνα χαμόγελο εὐδίας.

Ταξιδεύουμε τότε στόν ἄπειρο χρόνο

τό φίλο μας ὠκεανό τόν ἀπέραντο.

ΤΟΠΙΟ (ἀπό τήν ἑνότητα: Τῆς ἐξορίας).

Φθινόπωρο· κομμάτια γκρίζας θάλασσας,

ἀνασασμῶν ἀπό λουλούδια πού εἶναι καί δέν εἶναι·

κομμάτια ἀπό χρώματα τόσο εὐπαθῆ

πού κινδυνεύουν διαρκῶς νά καταποντισθοῦν

μές στό τυχαῖο λίκνισμα

ἑνός ξεθωριασμένου φύλλου.

Τό βράδυ τό φεγγάρι σπαρταρᾶ

στά σύρματα.

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ (ἀπό τήν ἑνότητα: Καθημαγμένων συνέχεια).

Κάπου στήν ἄκρη τοῦ μυαλοῦ του

ἐκείνη. Ἐκείνη νά τόν περιμένει

ὅταν ἡ ὥρα τόσο ὡραία

τόσο μοναδικά καταδική του

(γιά λίγο, τόσο λίγο -ὅμως τί ἔνταση·

ἔφηβος, ἴδια ὥρα, κι ἄς πᾶνε τόσα χρόνια.

Ὁ χρόνος πετρωμένος καί μόνο τό κορμί του

ἄγαλμα ζωντανό, ἀτέλειωτο στά πέρατα·

μι᾿ ἀόριστη, ὁλόκληρη ὡσόσο, ζῶσα ἐπιθυμία).

Μπροστά του ἕνα ζευγάρι κουρασμένο·

κι οἱ δυό δεμένοι σέ μιάν εὔγλωττη σιωπή

μίσους, ἀπέχθειας κι ἀδιαφορίας

-σχέση καμιά μαζί τους, ὄχι.

Ὅμως, στό βάθος τοῦ μυαλοῦ του ἐκείνη,

ἐκείνη νά τόν περιμένει

γλυκιά, καλή καί τρυφερή

(ναί, εἶναι ἡ δικιά του κι εἶναι ὁ δικός της,

μιά σίγουρη συνέχεια τοῦ κορμιοῦ του.

Μά ἡ σάρκα σιωπηλή ἀπό καιρό).

Ὁ πανικός· ἡ ὥρα: ἐκείνη θά τόν περιμένει.

Κι ὁ ἔρωτας μιά προσπάθεια

ἡ σάρκα του νά σπάσει τή σιωπή της

(γιατί γιά ἐκείνης δέν τό συζητοῦν…)

πού μέ τά χρόνια ὅλο καί βαθαίνει

ἕως ἐκείνη τοῦ θανάτου τή σιγή…

ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΕ ΝΕΑΡΟ, ΕΠΙΔΟΞΟ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ Ἤ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗ (ἀπό τήν ἑνότητα: Δοκίμιο).

Ἄν ἔκανα διήγημα αὐτή τήν ἱστορία

θά ᾿πρεπε ὄμορφα νά τή διηγηθῶ

καί τότε θά ᾿λεγα, ὅσο πιό ὄμορφα μποροῦσα,

πῶς γνωριστήκαμε τό καλοκαίρι

ἀγαπηθήκαμε φθινόπωρο

γιά νά χωρίσουμε καταμεσῆς χειμώνα

-χωρισμό μ᾿ ἕνα μίσος κι ἀηδία,

ἐρειπωμένοι κι ἄγνωστοι ὅσο ποτέ.

Ἄν ἤθελα νά γράψω μυθιστόρημα,

τότε θά ᾿πρεπε νά τά γράψω πειστικά

-τό πότε γνωριστήκαμε, σέ ποιά ἐποχή

τέλειας ἐγκατάλειψης

κι ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον πιάστηκε

σά σέ σανίδα σωτηρίας.

Πῶς, γδαρμένοι

ἀπό τίς τελευταῖες συμβατικότητες,

ἀφήσαμε κι οἱ δυό μέ πάθος

τόν ἔρωτά μας νά μᾶς παρασύρει

στίς πρῶτες-πρῶτες ρίζες μας,

στόν κῆπο τῆς Ἐδέμ.

Ἔπρεπε νά πληρώσουμε·

τό προπατορικό μᾶς κυνηγοῦσε,

μαζί κι ἡ ἑλληνική μας οἰκογένεια.

Ὁ χρόνος θά ᾿παιζε μεγάλη σημασία

καί φυσικά τά ἐπεισόδια τῆς ἀγάπης μας

(ἄ, πόσο ἀγαπηθήκαμε, πόσο τήν ἀγάπησα

-ἕνα κομμάτι τῆς ζωῆς μου τόσο πιεστικό…).

Μά θά ᾿θελα γι᾿ αὐτή τήν ἱστορία

νά γράψω ἕνα ποίημα.

Καί γιά νά γράψω ποίημα

θά ᾿πρεπε νά τήν πῶ

ὅπως ἀκριβῶς ἔγινε μέσα-μέσα μας.

Τά μάτια της, ὁ τρόπος πού χαμογελοῦσε,

ἡ ἔκπληξή της, ἡ δική μου ἔκπληξη

θά ᾿πρεπε νά πῶ·

σέ κάθε τῆς ἀγάπης μας στιγμή

αὐτή ἡ σιγουριά τοῦ ἀνεπανάληπτου.

Κι αὐτό, μ᾿ αὐτή τήν ἱστορία

δέν τό μπορῶ.

(Λίγο μετά τή σιωπή)

               Μάρκος Μέσκος

(1935)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Χαιρετισμοί, Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 1995. Ψιλόβροχο, Νεφέλη, Ἀθήνα 2000. Ἐλεγεῖες, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2005.

Πεζογραφήματα: Μουχαρέμ, Νεφέλη, Ἀθήνα 1999. Τό φωτοστέφανο τοῦ νεωτέρου Ἀγίου Βοδενιώτη τοῦ λαϊκοῦ, (ἰδιωτική ἔκδοση) 2002. Νερό Καρκάγια, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2005.

Δοκίμια: Προσωπικά κείμενα, Νεφέλη, Ἀθήνα 2000.

Ἀνθολογήσεις: Τέος Σαλαπασίδης, Δώδεκα ποιήματα, Θεσσαλονίκη 1993. Βικτωρία Θεοδώρου, Γαμήλιο δῶρο, Γνώση, Ἀθήνα 1995. Μανόλης Ἀναγνωστάκης, Ὅμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στόν ἴδιο τόπο, Ἑρμῆς, Ἀθήνα 2000. Κλεῖτος Κύρου, ἀλλά ἡ ἀφή πές μου πῶς γίνεται νά διασωθεῖ, Ἑρμῆς Ἀθήνα 2000.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Μάρη Θεοδοσοπούλου, Μισσέλ Φάις, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, περ. «Διαβάζω», τ. 364, 1996. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 30.4.1996, (τώρα καί στό βιβλίο του, Ἀνισόπεδες διαβάσεις, Ἀθήνα 1999). Χρῆστος Ἠλιόπουλος, περ. «Μανδραγόρας», τ. 14-15, 1997. Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, περ. «Παρατηρητής», τ. 31, Θεσσαλονίκη 1998. Μιχάλης Γκανᾶς, Βασίλης Παπᾶς, περ. «Ὁ Πολίτης», τ. 53, 1998. Δήμητρα Παυλάκου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 13.8.1998. Γιῶργος Α. Πναγιώτου, ἐφ. «Ἡ Ἐποχή», 6.6.1999. Εὐγένιος Ἀρανίτσης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 23.7.1999. Γιῶργος Μπλάνας, περ. «Ὁ Πολίτης», τ. 82, 2000. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 23.1.2001, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 25.1.2005. Χρύσα Σπυροπούλου, περ. «Διαβάζω», τ. 415, 2001. Νίκος Δαββέτας, ἐφ. «Τό Βῆμα», 18.11.2001. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002.  Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 344-345. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1393-1394.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γερμανικά, Ἰταλικά, Ἐβραϊκά, Σερβικά, Σλαβομακεδονικά.

Ἀφιερώματα: Περ. «Ὁ Πολίτης», τ. 53, 1998, (Α. Ἀργυρίου, Μ. Γκανᾶς, Β. Παπᾶς). Περ. «Πάροδος», τ. 28, 2009, (Μ. Κέντρου-᾿Αγαθοπούλου, Θ. Γλυκοφρύδη-᾿Αθανασοπούλου, Ἀγάθη Γεωργιάδου, Γιῶργος Γεωργούσης, Ἀγγελική Γιαννέλου, Ἀνθούλα Δανιήλ, Μπάμπης Δερμιτζάκης, Κώστας Δεσπινιάδης, Σπύρος Θεριανός, Ἠλίας Κεφάλας, Μαρία Κουγιουμτζῆ, Γεωργία Λαδογιάννη, Alicia Villar Lecumberri, Βασίλης Λέτσιος, Γεωργία Μάνιου, Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, Δώρα Μέντη, Μ.Γ. Μερακλής, Γιῶργος Κ. Μύαρης, Τάσος Πορφύρης, Μανόλης Πρατικάκης, Θεοδόσης Πυλαρινός, Κώστας Ριζάκης, Σωτήρης Σαράκης, Ἐλπινίκη Νικολουδάκη-Σουρῆ, Κυριάκος Χαραλαμπίδης).

ΕΝΔΕΙΑ

Ἔμεινα στή στέπα. Ἔμεινα.

Εὐχαριστημένα τά λουλούδια ποτισμένα στόν κῆπο ἡσυχάζουν

δέν ἔχουν θλίψη λάμπει τους ἡ ταπεινή ὀμορφιά· τό

μνῆμα τῆς Παρθένου περιμένει μά ὀ Γκογκό νταής ξεχασμένος

τά περιστέρια του σχεδιασμένα στούς τοίχους ἐπιζοῦν –τί φρίκη!

Ποντικοί μυριάδες πέρασαν τό ποτάμι· ἐκεῖνος σάρωνε τούς δρόμους

ἔμεινε ἐκεῖ. Κάτω ἀπ᾿ τά φύλλα σεντονάκια τοῦ ὀνείρου πού

συνήθως πουντιάζει· ἕνα φού ἕνα τόσο δά τῆς στάχτης

καί πάρτον γιά τόν ἄλλο κόσμο. (Ἀκούραστο φεγγαράκι

πάρε ρακί καί πότισέ τον ἀπό ψηλά. Χαρτζιλίκι μηδαμηνό

τῆς εὐσπλαχνίας σου – ἄν ξανάρθουμε ἐδῶ θά τό θυμηθεῖ).

Ἄν ξανάρθουμε! Πρός τό παρόν μακρινό φωτάκι στό παρεκκλήσι

τέσσερις ὑβίσκοι ἀνθίζουν ἀπό τήν ἀνατολή ἕως τή δύση

τοῦ ἡλίου, τόσο μόνο. Καί τό λαδάκι τόσο τοῦ ἔρμου Κωνστα-

ντίνου, μπράτιμοι γύφτοι τὄπαν. Σάμπως φτώχεια, στό παλιό πεταμένο

παπούτσι κατουρᾶνε οἱ βροχές, μέ τά δικά μας τραγούδια χωρεύουν.

ΣΤΕΡΝΑ

Σάν τά στερνοπαίδια τόν μονογενή μας καί τή μοσχοθυγατέρα

τοῦ γείτονα, τρομοκρατημένα αἰσθήματα γλώσσα ξερή καί πάθη

ἐδῶ καί τώρα ξημεροβραδιάζουν ἀραχνιασμένα (Μάριε τί κάνουμε).

Βασανισμένοι τῶν γραφῶν ἀδερφοί λύση καμιά δέν προβάλλει

τρυπώνουν τά σφυρίγματα στίς χαραμάδες καί σιτάρι στ᾿ ἀμπάρια

γιά τό τραπέζι τοῦ ἀλλότριου μέλλοντος· θλίψη στενόχωρη

ὥς τά στερνά. Ποὖναι τά λάθη μας ποῦ οἱ ἀντρειωμένοι ποῦ

ἡ νιότη κι ὁ κακός καιρός μας –ποιός θά μπλοκάρει

τίς νοσταλγίες; Μήπως πρέπει νά ξεθάψουμε τό τελευταῖο

φυσίγγι; Δυστυχῶς–εὐτυχῶς ὁ θάνατος ἀνοιχτή πληγή φίλε.

ΧΩΡΙΣ ΘΕΜΑ

Βαρκούλα μανούλα ποῦ πᾶμε;

Λέγαμε πάντα ἀγάλματα δέν ὐπάρχουν κόκαλα μόνο

μιά χλόη πού γέρνει πάλι στό χῶμα κι ἄγρια πουλιά

(ὅσα ξέφυγαν)· ἄπιστης χαρμολύπης ἐν τέλει ἡ σιγαλιά

πλάγιασε μαλακά στό ἀλεύρι καί θέρο καί καταχείμωνο.

Πάλι ρωτᾶς τί ἀπόμεινε; Κονάκι κλειστό στήν πόρτα ἁλυσίδα

(θά φύγουμε ἀπ᾿ τό σπίτι τελευταῖοι) τά ὑπόλοιπα βήματα

κάπου ἐδῶ γύρω ξερός πηλός στά χέρια κάποιου κανατᾶ-

ψιθύρισε λοιπόν κι ἐσύ γνωστόν καί ἄγνωστον εἶδος ἡ ἐλπίδα.

Βάρκα πού μπάζει ἀπό παντοῦ καί τά ποντίκια ἔχουν λακίσει

(πόσοι ἄραγε κατάλαβαν;) δεμένος εἶναι ὁ κόσμος, τρομάζει, ἐνῶ

μεγάλη ἡ τρομερή σιωπή γιά ὅλους μά ὄχι μερίδιο κοινό·

δικαιο θἆναι νἄρθουν τά πάμπολλα νερά πού ἔχει Φύση

ὅ,τι ὀνομάστηκε κακό, πλημμύρα ἀτέλειωτη ἀπό μάγισσα βροχή

ἴχνος κανένα μήν ἀφήσει – νά πάει στό διάβολο ἤ νά γυρίσει

πίσω ἡ Ἐποχή;

αιρετισμοί)

ΨΙΛΟΒΡΟΧΟ

ΙΥ

Φαντάζεται συχνά τόν θάνατον -ὄχι λάσπες- λιβάδια νερά

ἀνθισμένα δέντρα καί πουλάρια· στή ράχη τους ἐσύ περνώντας

τό ποτάμι· (ἐδῶ τίποτε δέν προδόθηκε, ὅλα περάσανε καί ὅλα

μεῖναν).

ΧΧΥΙ

Μή σέ σκεπάσει καμιά λησμονιά

ἡ γκρίζα στάχτη μέ τούς ἀνέμους νά φύγει

καί τό πρόσωπό σου κανείς μή μολέψει·

ἤσουν παιδί, μονάχα τῆς Καλλιόπης

στά Βοδενά στή συνοικία Χουνικάρ γεννημένος

μιᾶς Τρίτης κάποιο πρωί.

ΧΧΧΥΙΙ

Τά χρόνια περνοῦν τά κύματα φεύγουν

δέν θά γυρίσουν πίσω ποτέ

τά δέντρα χάνονται καί καθρέφτες σπασμένοι

στό νερό βουλιάζουν ἀμετάκλητα

ταξίδι ἐπιστροφῆς δέν ἔχει.

Τά μάτια ἀλλάζουν κι ἀσπρίζουν τά μαλλιά

ἀβέβαια βήματα στό ἄγνωστο πᾶνε

γιά ᾿κεῖ πού δέν ἀγαπιοῦνται καί χωρισμένοι

στό χῶμα κλαῖνε γιά πάντα-

ξένης χώρας θά ᾿ναι τό λουλούδι πού φυτρώνει.

L

Ἀρουραῖοι, σκουλήκια, ἔντομα θαρρεῖς νεκρά

μουρμουρητό τῆς χλόης καί πουλιά στό πήγαινε-ἔλα

κάπου στή βραγιά κάπου στό λησμονημένο χωριό

τό πέρασμά σου ἀπό μακριά στούς λόφους

μέ τά φουσκωμένα μάτια τῶν πρόωρων ἀνθῶν

(γιατί κλαίγοντας σέ φιλοῦσα).

LXY

Μεγαλώνει τό φεγγάρι νύχτα φωτεινή τοῦ Αὐγούστου

μυρίζουν τ᾿ ἄγρια γαρίφαλα μέχρι θανάτου

γιατί στά Βοδενά

ἡ ἀγαπημένη μου κοιμᾶται.

LXIX

Γειτόνισσα ἦταν· συχνά ἀκουμποῦσε

στό παράθυρό της σιγοτραγουδώντας.

Ὑπολείμματα παλαιῶν φιλοδοξιῶν ὅταν

νεαρή κοπέλα πήγαινε τάχα στή χορωδία

τῆς μικρῆς ἐπαρχιακῆς πόλης κι ἀκόνιζε

τή φωνή της

(Ψιλόβροχο)

ΦΩΝΕΣ

Φωνές τῆς θάλασσας καί τῶν κυμάτων μύριες ἀπειλές

ἄγρια μπόρα τετρασκότεινη καταιγίδα τίς φωνές σας ἀκούω

πρωί στό μετανιωμένο ἀκρογιάλι πού φλοῖσβο τό φλοῖσβο

σπρώχνει τό νερό καί παίζει· ἄνεμος κι ἀέρας κυνηγημένος

γιατί γιά ποιόν γιά ποῦ τό μήνυμα ψηλά μακρυά τ᾿ ἀστέρια τί

θά ᾿ρθει τί θά φύγει τί θά χαθεῖ γιά πάντα μιά βελανιδιά

συλλογισμένη στήν ἄκρη τοῦ δάσους ὀξιές ἀπό τίς δυό πλευρές

κλεισμένη παλάμη καί πλατάνια ὅρκοι στίς ρεματιές σάν

ψεῦδος καί σάν ἀλήθεια ἀνάμεσα τίς φωνές σας ἀκούω· σάν

λύκος σάν τσακάλι σάν τελευταία ἀρκούδα τό σφύριγμα τό φῶς

τό κύμα θλιμμένο πουλί κι ὁ βόμβος γύρω ἀπό τούς στήμονες·

ἦταν θηλυκό τό στέρνο ἦταν κραυγές ἀγώνων (μάταιων) ἤτανε τί;

Πῶς ἔμειναν στό στῆθος μου γιατί ἀνατριχιάζει ἡ σκόνη;

ΑΚΟΜΑ

Ξεχασμένος ὁ γρύλος

ἄσπρες παταλοῦδες στά πέταλα τῶν λουλουδιῶν

γυρίζει ὁ καιρός πρῶτες ψιχάλες

χειμώνιασε.

Φῶς ἀργυρό ὑπάρχει ἀκόμα

μέρα γαλάζια στόν οὐρανό

καί σύννεφο χαιρετισμῶν ἀκόμα ὑπάρχουν.

Λευκό στό σκοτάδι, τό μαῦρο φῶς.

(Ἐλεγεῖες)

Ματθαῖος Μουντές

(1935-2000)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Νηπιοβαπτισμός, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1993.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Κυριακή Πετράκου, περ. «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 69, 1993. Βασίλης Καλαμαρᾶς, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 1993. Κ.Ι. Τσαούσης, ἐφ. «Ἔθνος», 8.2.1993. Γιάννης Κοντός, Τά εὐγενή μέταλλα, Κέδρος, Ἀθήνα 1994. Βάιος Παγγουρέλης, περ. «Διαβάζω», τ. 346, 1994. Π.Ν. Πανταζάκος, περ. «Περίπλους», τ. 37, Ζάκυνθος 1994. Ἰωσήφ Βιβιλάκης, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 20.2.200. Γιῶργος Μαρκόπουλος, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1473-1474. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 347-348.

Ἀφιέρωμα: Περ. «Πόρφυρας», τ. 79, 1996, (Ἰάκωβος Καμπανέλης, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Γιάννης Κοντός, Χριστόφορος Χριστοφής, Ἰωσήφ Βιβιλάκης, Ἀλέξης Σταυράκης).

ΒΛΕΠΕΙΣ ΠΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ

Βλέπεις πώς δέν μπορῶ νά ξεφύγω

ἀπό τά χρόνια καί τούς μῆνες μου

θύμα τοῦ ὕψους

κουράστηκα νά καραδοκῶ

πῶς θά ἀποφύγω

τό ἐπικίνδυνο τμῆμα τῆς ψυχῆς μου.

Θά ᾿θελα νά μοῦ χαρίσεις

μιά νέα συνθήκη συμπάθειας

πού θά μέ βοηθήσει

νά ξεπεράσω τά μαῦρα σαββατόβραδα

καί τή σκληρότητα

τῆς ἀπατηλῆς μαγείας.

ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ

Εἶδα τήν Ὀφηλία καί τήν Ἀντέλα

καί τήν κυρά τοῦ βυσσινόκηπου

κάτω ἀπ᾿ τό κρύσταλλο

μέσα στά λουλούδια

καί σκέφτηκα πώς τώρα μπορεῖ

νά πάει πιά ὅπου θέλει.

Θά φέρει τό σπαραγμό καί τή φωνή της

νά εὐεργετήσουν τούς ἄλλους τόπους.

Ἦταν μιά ἐλευθερία πού τή λαχταροῦσε

καί θά τή χαρεῖ

στόν ἀδέσμευτον ἀγέρα τῶν οὐρανῶν

πού εὐλογήθηκε νά τόν κουβαλάει

ὅλ᾿ αὐτά τά χρόνια στά μάτια της.

ΚΑΤΑΝΤΗΣΑ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ

Κατάντησα αἰχμάλωτος στόν πόλεμο τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἀμμουδιά, ὁ χρόνος, οἱ βάρκες

τό μπλέ καί τό κεραμιδί

ὁ πέτικας πού βάφουν τά δίχτυα οἱ ψαράδες

οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις

μουσικές ἀντιστοιχίες

κι ἕνα μικρό καμπαναριό

πού σημαίνει τό παραμύθι.

Ἕνα κοριτσάκι κάθεται στή γραμμή

τοῦ ὁρίζοντα

κι ἀφουγκράζεται τό παραμύθι.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ

ΙΙΙ

Ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι ὑπόθεση

ἀκαδημαϊκή

κι οὔτε ἀνθίζει μέ συνταγές

καί λιπάσματα συνόδων

καί κογκλαβίων.

Ἀστράφτει μέσα στή λάσπη

κρατώντας ἄσπιλα

τά βρώμικα σεντόνια τῶν ἀναμορφωτηρίων.

Στίς φυλακές ἀσπαίρει ἡ ἁγιότητα

στά τρίστρατα, στά στρατόπεδα

καί στά πορνεῖα

καί στά ναυάγια τῶν ἐγκάτων.

Η ΑΚΡΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ

ΙΥ

Φωτογραφία.

Μέ τό κεφάλι γερτό

τά χέρια σταυρωμένα

τό σκοῦρο παλτό λιωμένο

κάθεσαι στήν καρέλα τοῦ καφενείου.

Σέ βλέπουν τά σκυλιά τῆς Δεξαμενῆς

καί κουνοῦν φιλικά τήν οὐρά τους

σέ βλέπουν κι οἱ βάτραχοι

τῆς ἡμιμάθειας

καί κοάζουν καί παταγοῦν

ταράζοντας τή γαλήνη σου.

Ὅμως ἐσύ Γέροντα

ἄρχοντας  τῆς πενίας, ἱερουργός τῆς μακροθυμίας

μέ τή σιωπή σου τούς ἀποστομώνεις

τροφοδοτώντας στούς αἰῶνες

τόν ἱερό μύθο

στούς αἰγιαλούς τῆς Ὀρθοδοξίας μας.

(Νηπιοβαπτισμός)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                      Νίκος Γρηγοριάδης

(1931)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Μαῦρες Ἀκτές, Κώδικας, Ἀθήνα 1994. Δειγματοληψία Β΄, Κώδικας, Ἀθήνα 1996. Ἡ φωτογραφία μαζί μέ τό τελευταῖο μήνυμα, Κώδικας, Ἀθήνα 1998. Ἀνάβαση, Κώδικας, Ἀθήνα 2002, Καί στρεβλές ρίμες, Κώδικας, Ἀθήνα 2006.

Μελέτη: Ἀναγνώσεις λογοτεχνικῶν κειμένων, Κώδικας, Ἀθήνα 1993.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γιῶργος Πετρόπουλος, περ. «Διαβάζω», τ. 304, 1993. Νικόλας Ταλμάν, περ. «Φιλολογική», 7-9 1995. Ἀνθούλα Δανιήλ, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 24.6.1997, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 31.10.2006.  Γιῶργος Καραβασίλης, Ἐπί τάπητος, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 1999. Γιῶργος Παγανός, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Γιάννης Παπακώστας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 18.1.2003. Περικλής Τσελίκης, περ. «Πανδώρα», τ. 19, 2006. Α.Ζ., Χ.Π., Λεξικό Νεοελληνικης Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2006, σ. 442. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 333-338. Θόδωρος Γ. Γόγολος, περ. «Πανδώρα», τ. 23, 2008.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά.

Ἀφιέρωμα: Νίκος Γρηγοριάδης, Βιβλιοθήκη τῆς Πανελλήνιας Ἕνωσης Φιλολόγων, Ἀθήνα 1997, (Γιάννης Μότσιος, Δ. Γαβαλᾶς, Ἀνούλα Δανιήλ).

ΤΡΟΙΑ

Καθώς κοιτῶ τήν Τροία καί ὁ χρόνος

μέ σπρώχνει νά περάσω στήν Ἀσία

καί τίς πατρίδες πού καλοῦν νά προσκυνήσω,

τρέμω μήπως τοῦ Πρωτεσίλαου ἡ μοίρα

μέ περιμένει καί τό πόδι μου πατώντας

στήν ἄλλη τήν ἀκτή μέ βρεῖ τό τέλος

φαρμακερό.

Ὅμως καθώς ἔξω ἀπ᾿ τά τείχη τήν ἀνάσα

τοῦ Ἕκτορα γρικῶ πού λαχανιάζει

τρέχοντας νά γλιτώσει ἀπ᾿ τό δόρυ

τοῦ μανιασμένου Ἀχιλλέα, ἡ καρδιά μου

ἕξι φορές τό γύρω κάνει καί τό θρῆνο

σέρνει μέ τήν πολύπαθη Ἐκάβη.

Κι ὁ πόθος κι ἡ λαχτάρα νά πατήσω

τό χῶμα τῶν προγόνων μου το φόβο

νίκησε καί τραβώντας ἀπ᾿ τά βάθη

τῶν γέρικων αἰώνων ζωντανή τή μνήμη

-ὅπως ἀπ᾿ τό δισάκι του σποριάς τό σπόρο-,

τήν ἅπλωσα μ᾿ εὐλάβεια πατώντας

τά χώματα πού πάντα μέ καλοῦσαν.

(Μαῦρες ἀκτές)

Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

Πυκνώνει τίς ἐπισκέψεις του στή γειτονιά μέ τή

μαύρη ριγμένη στούς ὤμους του μπέρτα.

Μαζεύει ὑλικό, γιά τοῦ καθένα μας, τό βίο καί τήν

πολιτεία μας ρωτάει νά μάθει ἀβέρτα.

Ὄχι νά βρεῖ κατόχους, ὅπως παλιά,

τοῦ περβόητου ἐκείνου πιστοποιητικοῦ

τῆς νομιμοφροσύνης.

Γι᾿ ἄλλα μεριμνᾶ. Μιά δίκαιη  ἐπιτέλους ἀπονομή

στούς δικαιούχους τῆς προδομένης δικαιοσύνης.

Τρομάζουν, θορυβοῦνται οἱ ἀνίδεοι, ὄσοι δέν ἔχουν

ἀντικρίσει τήν ἄγρια καί παράξενη μορφή του.

Ἐγώ πού μιά περίοδο τόν συναντοῦσα καθημερινά

καί τόν ξέρω ἀπό τά νύχια ὥσμε τήν κορφή του,

στόν ἑνικό τοῦ μιλῶ χωρίς κανένα φόβο καί πολλές

φορές κλεφτά τόν πλησιάζω,

ρίχνω ματιές στά μυστικά κιτάπια του, νά δῶ

ἄν καί τώρα ἀκόμα τόν νοιάζω·

ἄν ἐκτιμᾶ, σάν ἄλλοτε τό θάνατό μου καί ψάχνει

νά βρεῖ γιά χάρη μου ἐλαφρύ χῶμα

κι ὅταν μέ ἐκτελέσουνε νά μ᾿ ἀναστήσει, εὔκολα

κι ἀνέξοδα τό κόμμα.

ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΟ ΔΕΙΛΙΝΟ

Προχωρημένο δειλινό βαθιά στά μάτια, στά χείλη

φυλλορρόημα σιωπῆς.

Μοῦ εἶχες ἐκμυστηρευτεῖ τό ὄνειρό σου,

στ᾿ ἀκροθαλάσσι, τήν ἀγορά μιᾶς ἔπαυλης περιωπῆς

«Αὔριο», εἶπες, «παίρνω τά κλειδιά

κι ἀπό μεθαύριο σάν ἄρχοντας θά ᾿ρχομαι

ὅλες τίς γιορτές ἐδῶ πέρα,

κυρίως ὅμως Χριστούγεννα καί Πάσχα, ὀνειρεμένες

μέ τούς φίλους μου στιγμές τήν κάθε μέρα.

Ὤ, τί προοπτική θαυμάσια, τί ζωή!» Τόν ἄκουγα

κι εἶχα κι ἐγώ παρασυρθεῖ συγκινημένος

νά μπῶ μαζί του στό ὄνειρο μές στό ζεστό ἐκεῖνο

δείλι μαγεμένος.

Ἑτοιμαζόμουν χαρωπός εὐχή γιά καλορίζικο θερμά

ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς νά ξεστομίσω

κι ἀντίκρισα τό βλέμμα του ἀπλανές

κι ἕνα χαμόγελο σιωπῆς

κι ἔνιωσα τήν ἀνάγκη νά θρηνήσω

τό μάταιο τῆς ζωῆς, τήν ὥρα πού ἄνοιγε ὁ οὐρανός

τήν πόρτα του κι ἕνα πουλί φτερούγιζε

στό χρόνο πίσω.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Λέω ν᾿ ἀφήσω τίς ἀρνήσεις μου καί ν᾿ ἀπολαύσω

ὅλες τίς χάρες πού ἔχει αὐτο τό σπίτι.

Νά πάψω νά τροποποιῶ ὅ,τι μέ τόσο

μεράκι ἔχω μαστορέψει καί ν᾿ ἀφήσω

νά μοῦ μιλήσει ἁπλά μέ ἐγκάρδια λόγια.

Νά μοῦ προσφέρει τή βεράντα του μέ τό γεράνι,

τό λιτό του διάκοσμο. Μοῦ φτάνει

ἕνας μονάχα γνήσιος Τσαρούχης

ἤ ἕνας τραχύς καί πονεμένος Σεμερτζίδης.

Ἕνα ἁπλό τραπέζι γιά τά χειρόγραφά μου

νά ᾿χουν ζεστή φωλιά νά ἀκουμπᾶνε,

ν᾿ ἀπαγγέλλω ἀργά μέ ὑπόκρουση Βιβάλντι.

Τί κέρδισα στολίζοντάς το

ἔστω καί μέ βαρύτιμα στολίδια,

μέ σπάνιες λέξεις, μέ μουσικές

πού ἀντί νά γαληνεύουνε πιέζουν

μ᾿ ἀνωφέλευτο βάρος τήν ψυχή μου.

Τί τά θές. Ἐδῶ χρειάζεται ταλέντο.

ΠΡΟΝΟΜΙΟ

Ἔχεις πιά ἀποκτήσει τό προνόμιο,

τώρα πού πάτησες κι ἐσύ τά ἑξηνταπἐντε,

νά κάθεσαι στή θέση σου ἀμέριμνος,

χωρίς ντροπή, ἄν κάποιοι συνομήλικοι

στέκονται κρεμασμένοι ἀπ᾿ τίς χειρολαβές

καί πίσω μπρός σάν νυχτερίδες ἄψυχες

ταρακουνιοῦνται πάνω σου ἀσταμάτητα.

Ξέρεις πώς δέν ἀφοροῦν ἐσένα τώρα

ὀργίλες ἄγριες ματιές καί λόγια βλάσφημα,

γιά τούς ἀλῆτες νέους, τούς ἀνάγωγους,

Αὐτά γιά σένα ἔχουν περάσει ἀνεπίστροφα.

Συλλογισμένος κάθεσαι στή θέση σου

καί ἐξετάζεις τώρα τό προνόμιο,

αὐτό σου τό πικρό προνόμιο,

πού τόσο ἀπό καρδιᾶς θά ἤθελες

μέ τά δεκάξι χρόνια σου ν᾿ ἀλλάξεις.

(Καί στρεβλές ρίμες)

 

                      Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ

(1939)

Ἔργα της σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Ἄδεια φύση, Κέδρος, Ἀθήνα 1993. Ὡραία ἔρημος ἡ σάρκα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1995. Λυπιού, Νέο Ἐπίπεδο, Ἀθήνα 1996. Ἡ ὕλη μόνη, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2001. Μεταφράζοντας σέ ἔρωτα τῆς ζωῆς τό τέλος, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2003. Στόν ούρανό τοῦ τίποτα μέ ἐλάχιστα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005.

 

Μετάφρασε: Σέιμους Χήνυ, Τά ποιήματα τοῦ βάλτου, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1996. Μ. Λέρμοντοφ, Ἕνας ἥρωας τοῦ καιροῦ μας, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1998. Α. Πούσκιν, Εὐγένιος Ὀνέγκιν, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1999. Ἰωσήφ Μπρόντσκι, Ποιήματα τῆς Θείας Γέννησης, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2003. Μ. Μάρτς, Ἐξαφάνιση, Ἄγρα, Ἀθήνα 2004. Σόουλ Μπέλοου, Ἄδραξε τή μέρα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2004. Βίκρωρ Πελέβιν, Τό κίτρινο βέλος, Ἄγρα, Ἀθήνα 2004.

Ἐπιλογή βιβλιογραφίας: Βαγγέλης Χατζημασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 9.6.1993. Εὐγένιος Ἀρανίτσης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 11.8.1993. Δημήτρης Πανουσάκης, Ἐφ. «Ριζοσπάστης», 9.9.1993. Γιάννης Τσιώλης, περ. «Ποίηση», τ. 2, 1993. Χρῆστος Ἠλιόπουλος, περ. «Μανδραγόρας», τ. 3, 1994. Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ἕλληνες μεταπολεμικοί συγγραφεῖς, Πατάκης, Ἀθήνα 1995. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, εφ. «Τά Νέα», 16.1.1996, τώρα καί στό βιβλίο του ἀνισόπεδες διαβάσεις, Πατάκης, Ἀθήνα 1999. Ἡρακλής Παπαλέξης, περ. «Διαβάζω», τ. 363, 1996.  Νίκη Κώτσιου, περ. «Διαβάζω», τ. 367, 1996. Νίκος Δαββέτας, εφ. «Τό Βῆμα», 3.5.1998. Ἀλέξης Ζήρας, εφ. «Ἐλευθεροτυπία», 7.8.1998. Ἄλκηστις Σουλογιάννη, περ. «Διαβάζω», τ. 391, 1998. Ντίνος Σιώτης, εφ. «Τό Βῆμα», 12.7.1999, ἐφ. «Τό Βῆμα», 6.7.2003. Ἄντεια Φραντζή, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης 2002. Γιῶργος Ἀράγης, περ. «Πανδώρα», τ. 17, 2005. Α.Ζ. Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 8.  Ἁλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, Τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 316-318. Δημήτρης Κόκορης, περ. «Ποιητική», τ. 2, 2008.

Ποιήματά της μεταφράστηκαν: Ποιητικές συλλογές καί ποιήματά της στά Ἀγγλικά, Βουλγαρικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Δανικά, Ἰταλικά, Ἰσπανικά, Ὀλλανδικά, Ρωσικά, Σουηδικά, Τσέχικα.

Ἀφιερώματα: Περ. «Ἑλίτροχος», τ. 15, Πάτρα 1998, (Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ, Γιῶργος Ἀράγης, Γιῶργος Μαρκόπουλος, Ἀλέξης Σταμάτης, David Costantine, Daniel Weissbort). Περ. «Ἥλιος», τ. 6, Ρόδος 2004, (Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ, Γιῶργος Ἀράγης, Ἀλέεξης Ζήρας, Ἀγγελική Κώτη, Γιῶργος Μαρκόπουλος, Γιάννα Μπούκοβα, Ἀλέξης Σταμάτης, Ἄντεια Φραντζῆ, Μικέλα Χαρτουλάρη).

Η ΦΡΑΣΟΥΛΑ

Εἶναι ὁ ἥλιος σάν καθρέφτης σήμερα

πού οἱ κηλίδες ἀπό πίσω ἔχουν περάσει

μπρός κι ἕνα μουντό σχῆμα στέκει

στή θέση τοῦ εἰδώλου.

Τό ζωογόνο περιεχόμενο τῆς βλάστησης

οἱ ἐκδηλώσεις πάθους

καί οἱ ὡραῖες διακοσμήσεις τῆς φθορᾶς,

ὅλα κουράζουν τήν ὥρα τούτη

πού ἀκίνητη μοιάζει μέ ζῶο

ὅταν αὐτό ὀσφραίνεται τήν τελευταία του στιγμή,

ἄν καί δέν ξέρει τί μυρωδιά

μπορεῖ νά ᾿χει τό θεῖο!

Καί ξαφνικά, μέσα σ᾿ αὐτή τή σούπα τῆς ὕπαρξης,

μία φρασούλα ἀνεβαίνει στόν ἀφρό

ἀπ᾿ τά τρίσβαθα τοῦ βάλτου τῶν ὀνείρων.

Ἀναπάντεχη, ξεχασμένη, ναζιάρα, παιδική,

μέ τούς φθόγγους της ἀχάλαστους στό χρόνο,

μία φρασούλα-χρυσόμυγα

μπῆκε ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτό παράθυρο:

«Φτού ξελευτερία!»

(Ἄδεια φύση)

ΦΑΝΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ποτέ μου δέν κατάλαβα τήν ἄνοιξη

-φάνηκε καί ἀπό ἄλλα ποιήματα-

γι᾿ αὐτό κι ὅλες οἱ παρεξηγήσεις μέ τή σάρκα

τήν ἐλπίδα, τήν αὐτογνωσία μέσα στό χρόνο.

Ποτέ μου δέν κατάφερα νά ἰσορροπήσω

τό ἐτήσιο θαῦμα

μέ τήν αἰώνια σιωπή·

τήν ἀλήθεια τοῦ ἀνανεούμενου ἄνθους

μέ τόν ἕνα καί μόνο θάνατο.

Μελέτησα πάλι σήμερα τό καινούργιο πράσινο

καί πῶς ὁ παγωμένος ἀέρας ἔκπληκτος

μπρός στίς διαχύσεις τῆς φύσης

κάνει ἕνα βῆμα πίσω.

Τό φῶς ἀκκίζεται σέ μικροκρυμμένες κορφές

κι ἐγώ βρέθηκα πάλι

ἐκτός θέματος.

Τό θέμα εἶναι ἕνα:

Τό προσωπικό σῶμα

κι ὁ ἀπρόσωπος χαμός του.

ΠΡΟΜΗΝΥΟΝΤΑΙ ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

Στ᾿ ὄνειρό μου ἀπόψε

τόν καλοῦσα μέ τ᾿ ὄνομά του

τοῦ μιλοῦσα στόν ἑνικό

μέ μιά οἰκειότητα πού ποτέ

δέν μοῦ εἶχε ἐπιτρέψει ὥς τότε.

Ἄχ ἐσύ, τοῦ ᾿λεγα

καί τήν ποιητική ἄδεια τοῦ ζητοῦσα

ν᾿ ἀποσυρθεῖ ὁ νοῦς μου

ἀπ᾿ τά ἐγκόσμια κάλλη τοῦ συνομιλητῆ μου

ν᾿ ἀδειάσει τό κεφάλι μου

ἀπό εἰκόνες πού περιέχουν ἁφές

φωνές ὅλο γεύσεις ἀπό χείλια πατικωμένα μέ νύχτα.

Νά ᾿μαι στή σκέψη ἁγνή, ἁγνή παραμιλοῦσα

νά μή θέλω τίποτα ἔξω ἀπό σένα.

Προμηνύονται κι εὐτυχισμένες μέρες

σκέφτηκα μές στή λογική τοῦ ὕπνου

τώρα πού ἐρωτεύτηκα τό θάνατο.

(Ὡραία ἔρημος ἡ σάρκα)

ΛΥΠΙΟΥ

[ΙΥ]

Ἐδῶ ὅλες οἱ ἀποτυχίες τῆς νιότης

γίναν σιωπηλές πλατεῖες

τά κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά

κι οἱ τελευταῖοι κακόμοιροι ἔρωτες

σκύλοι κακοταϊσμένοι πού πλανιόνται στά σοκάκια.

Κάτι χειρότερο ἀπό γερατειά,

ἡ χώρα τούτη κατοικεῖται ἀπό νιάτα ἀμεταχείριστα.

[ΥΙΙ]

Ὅ,τι χάνεις μένει μαζί σου γιά πάντα

κι ἡ Λυπιού εἶναι μιά χώρα πού ἔφτιαξα

γιά νά ᾿μαι πάντα ἕνα μ᾿ αὐτά πού ᾿χω χάσει

ὅταν πιάνουν ἐκεῖνα τ᾿ ἀβάσταχτα σούρουπα

κι εἶναι σάν νά περιμένεις τό κουδούνι τοῦ σχολείου

νά χτυπήσει, τό μάθημα πάλι ν᾿ ἀρχίσει

μιά ἀκόμη ἄσκηση πάνω σέ ἄγνωστο θέμα.

Κοιτᾶς χάμω τῆς αὐλῆς τό τσιμέντο, τά χαλίκια

τινάζεις τά ψίχουλα ἀπ᾿ τό κουλούρι στή μπλέ ποδιά

καί μπαίνεις στήν τάξη·

μπαίνεις στή μονοτονία τοῦ ἄγευστου χρόνου

στήν ἀοριστία τῆς ὕπαρξης

πού ξέρω, λίγο ἀλλοιωμένη,

τή συναντᾶς πάλι πρός τό τέλος.

(Λυπιού)

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

                                                     Στόν Σ.Π.

Γιατί ψυχή μου δέν τόν ἐρωτεύεσαι;

Θά περνᾶς ὡραῖα μέσα σου

κανείς δέν θά σέ σκουντάει

τή θέση νά σοῦ πάρει στήν οὐρά τῆς χαρᾶς.

Κι ὄταν μέ τό δικό του φῶς

θά ᾿ναι περιχυμένος αὐτός, ἐσύ θά λούζεσαι ἀπό μακριά

μακρι᾿ ἀπ᾿ τή φυσικότητα τοῦ ἥλιου καταρράχτη.

Δέν θά τρέμεις: Ποῦ πάει; Ποῦ κοιμᾶται;

Ἤ ἄν θά σέ ξανακαλέσει ἡ φύση σέ γάμους

σέ γιορτές ἐαρινές.

Τή φωτογραφία μόνο θά κοιτᾶς

καί θά πετᾶς.

Ὅμως ποτέ δέν βλάστησε ἀληθινά τό ψέμα

στ᾿ ἀγροτεμάχιο τῆς ζωῆς

οὔτε ἡ φτιαχτή ἀνειροπόληση

βοήθησε κανέναν

τή δύσκολη ἐκείνει στιγμή

ὅταν ἀπότομα διακόπτεται

ἡ κυοφορία τοῦ μέλλοντος.

ΣΤΗ ΛΥΠΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΛΙ

2

Ξέσπασ᾿ ἡ βροχή σήμερα

σ᾿ ἕνα ἀκατανόητο ὑβρεολόγιο.

Στό γυαλί τῆς Τιβί οἱ κινήσεις

τῶν ἀνθρώπων χωρίς ἦχο:

χαμόγελα, σώματα, ἀγκαλιές,

χειραψίες, δέσιμο γραβάτας, μπουνιές…

Δέν ἄκουγα τά λόγια

καί μοῦ φαινόταν παράλογη

ἡ γραφειοκρατία τῆς ὕπαρξης.

Γιατί, γιατί αὐτός ὁ γλυκός ἀφηρημένος;

Μέ τί συντάσσεται τό πάθος;

Φαίνεται λησμόνησα τό συντακτικό

τῆς νιότης.

(Ἡ ὕλη μόνη)

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΘΝΗΤΟΥ

«Θά ᾿ναι ἀνώτερου ἐπιπέδου ὁ ἔρωτάς μας»

εἶπε ὁ ἀραχνοΰφαντος ὅπως ἔφευγε

καί τά μάτια του κατρακυλοῦσαν

στά χείλη μου πού ἔσταζαν ποιήματα.

Τί ἐννοοῦσε δέν κατάλαβα· ἡ ἀλήθεια εἶναι

πολλά δέν καταλαβαίνω τελευταῖα…

Νά, ὁ σκυφτός ἐκεῖ πού μέ κάθε λεπτομέρεια ἐξηγεῖ

πόσο ζεστό θέλει τό φαγητό του.

Τό φόρεμά της ἡ ἄλλη κουμπώνει

μέ τόση προσήλωση, λές κι ἀπ᾿ αὐτό

ἐξαρτᾶται ἡ ζωή της ὅλη.

Τόση ἀκρίβεια στίς ἀπαιτήσεις

μόνο μιά ἐξασφαλισμένη αἰωνιότητα

θά μποροῦσε νά δικαιολογήσει.

Ἄχ, κοίτα κείνη τή χοντρή

πού μόλις κινεῖται

κι ὁ σύντροφός της ἀκόμα χειρότερα σέρνεται…

Κι ὅμως αὐτή ἡ τελειωμένη θηλυκιά

οὔτε κόκκο ἄμμου τόσο δά

δέν ἀνέχεται στήν ἄμεμπτη πατούσα της.

Πρέπει ὁ ἀρσενικός της πιρουέτες νά κάνει στόν

ἀέρα

φτάνει νά τῆς ξεπλύνει τό σαντάλι τέλεια.

Μά, νά, ἔρχεται, μέ πλησιάζει τυχαῖα

ντυμένη πιά ἡ κυρία. Δέν ξέρει βέβαια

πώς τήν περιγράφω.

Ἔτσι κι ὁ Θεός, σκέφτηκα, ἄν ὑπῆρχε

δέν θά ξέραμε ποτέ ἄν ἡ φαντασία του μᾶς γεννάει

ἤ μᾶς περιγράφει καί γελάει.

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Νά σέ βλέπω πρέπει ποῦ καί ποῦ

γιά νά τελειώσω τό ἄπραχτο ἔργο μου

καί νά μέ ἐμπνέει γιά ιά στιγμή

κάτι λίγο διαφορετικό

ἀπό τήν ἔλλειψή σου.

Ναί, ἡ ἡρωίδα δέν βγῆκε ἀκόμη

στό μπαλκόνι· ὅλα ἦρθαν στραβά

καί καμιά ψευδαίσθηση

δέν τήν ὁδήγησε στήν καλοσύνη.

Ἀλήθεια, πῶς νά περιγράψεις τή φύση

ὅταν σ᾿ ἔχει ἀποκηρύξει;

Στήν πρεμιέρα τῆς βροχῆς

μέ καλεῖ καμιά φορά

ἤ στῶν ἐποχῶν τά γυρίσματα.

Τίποτα δέν μοῦ λένε τά φεγγάρια·

μόνο ὅταν ἀγγέλλουν ἀέρα δυνατό

φοβᾶμαι μήν παρασυρθῶ

μήν ἀνασηκωθῶ ἀπό τό χῶμα

καί ἐλπίσω.

Ἕλα νά σέ βλέπω ποῦ καί ποῦ

κι ὅταν μέ βρίσκεις νά πετάω ἀπό χαρά

εἶναι πού βλέπω ἀκόμη καί σ᾿ ἐσένα

τήν ὕαινα τοῦ χρόνου

σουρνάμενη στό δέρμα

σημάδια αἰωνιότητας ν᾿ ἀφήνει.

(Μεταφράζοντας σέ ἔρωτα τῆς ζωῆς τό τέλος)

ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

ΙΙΙ

Θέλω νά γράψω ἕνα ποίημα

γιά τήν πρώτη φορά πού βέθηκα γυμνή

χωρίς νά ᾿μαι πιά μικρή

γιά τά μάτια τοῦ ἄντρα

πῶς μέτραγαν τίς ἀτέλειές μου

πρίν τίς ξεπεράσουν

γιά τά δάχτυλα πού ἀκολουθοῦσαν τά μάτια

γιά τόν πρῶτο πόνο, τό πρῶτο ἄνθος

ὅταν ἄνοιξε μές στό σκοτάδι πού μέ χάιδευε σάν φῶς

γιά τά ροῦχα, τόσο ἐνοχλητικά μετά

γιά τά φαγητά πού ξύπναγαν πιά

μιάν ἄλλη πείνα.

Θέλω νά γράψω ἕνα ποίημα

γιά τήν πρώτη φορά…

Ἀλλ᾿ οὔτ᾿ ἡ ψυχή μου τή γεύση αὐτή

δέν ἔχει συγκρατήσει.

(Στόν οὐρανό τοῦ τίποτα μέ ἐλάχιστα)

Λεία Χατζοπούλου-Καραβία

(1932)

Ἔργα της σέ βιβλία

 

Ποιητικές συλλογές: Μετά τά τριάντα, στό συγκεντρωτικό τόμο Πενήντα (196-2006), Γαβριηλίδης Ἀθήνα 2006.

Πεζογραφήματα: Ὁ πρίγκιπας Μιχάλης, Πατάκης, Ἀθήνα 1997. Ἡ Ἄννα καί οἱ θαυματουργές λέξεις, Πατάκης, Ἀθήνα 2000.

Παιδικά: Τό διπλανό σπίτι, Φυτράκης, Ἀθήνα 2002. Τό σχολεῖο τοῦ κόσμου, Φυτράκης, Ἀθήνα 2002. Ὁ Μάνος καί ὁ Ὀσμάν ταξιδεύουν, Φυτράκης, Ἀθήνα 2002. Τέσσερα παιδιά σάν ἐσᾶς, Ἀθήνα 2002.

Θεατρικά: Πανδοχεῖον Ἑσπεράντο, Bilateral, Ἀθήνα 2004. Φυλακή, Bilateral, Ἀθήνα 2004.

Μετέφρασε: Pete Johnson, Ὅλα γιά τή σωτηρία τοῦ μπαμπᾶ, Πατάκης, Ἀθήνα 2002. Deborah Ellis, Στόν ἀγώνα γιά τό ψωμί, Πατάκης, Ἀθήνα 2004. Deborah Ellis, Πόλη ἀπό λάσπη, Πατάκης, Ἀθήνα 2005.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Kristoffel Demoen, Didactica Classica Gandensia, Γάνδη 1995.  Διονύσης Καρατζᾶς, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Στ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 357-360. Θανάσης Ζωγράφος, περ. «Ἀργοναύτης», τ. 17, 2006. Β.Δ.Α., Χ.Ν., Λεξικό τῆς Νεοελληνκῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1362-1363. Δημήτρης Μποσινάκης, περ. «Πάροδος», τ. 14, Λαμία 2007.

ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΑΣ

Αὐτό τό τοπίο δέν εἶναι γνήσιο

σίγουρα πρόκειται γιά ἀπομίμηση τοῦ χώρου

ὅπου πιασμένοι ἀπό τό χέρι σεργιανούσαμε

καί ὅλα λούζονταν σέ φῶς ροδαλό

βράδυ–πρωί, χειμώνα-καλοκαίρι

ὅπου οἱ ψίθυροι σκέπαζαν τή βουή τῶν δρόμων

οἱ ἄνεμοι καταλάγιαζαν σάν ἥμερα σκυλιά

ἡ μπόρα γινόταν δροσοστάλες στά μαλλιά μας.

Εἶναι κακέκτυπη ἀπομίμηση.

Μόνη ἀλήθεια

τό τοπίο στή μνήμη μας.

ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΡΘΕΙΣ ΠΟΤΕ

Δέν ξέρω πῶς ἔγινε νά φύγεις

δίχως νά ἔχεις ἔρθει ποτέ

κι ὅλη μέρα νά ὑφαίνω τήν ἀπουσία σου

μ᾿ ἕνα βαρύ στιμόνι δίχως νῆμα

κι ὅλη νύχτα νά ξαγρυπνῶ

μήπως γυρίσεις κι ἐγώ δέ σέ ἀκούσω

ἄν καί

πῶς μπορεῖ νά γυρίσεις

δίχως νά ἔχεις ἔρθει ποτέ.

ΣΗΜΕΙΩΣΑ ΣΤΟ ΝΟΥ ΜΟΥ

Σημείωσα στό νοῦ μου

ὅλα τά πράγματα πού θά ἤθελα νά κάνω στή ζωή μου

πού πίστευα ὅτι μπορῶ νά κάνω

πού θά ἤθελα νά εἶμαι

καί ἴσως μποροῦσα νά γίνω.

Ὅμως πραγμάτωσα ἐλάχιστο κομμάτι ἀπ᾿ ὅλα αὐτά.

Γιατί ἡ ζωή εἶναι σύντομη

καί πρέπει νά λάβουμε ἀποφάσεις

πρίν ἔρθει ὁ Ἀφέντης

καί ἀκυρώσει τήν ὁρμή μας.

Σημείωσα στό νοῦ μου ὅλους τούς ἀνθρώπους

πού θά ἤθελα ν᾿ ἀγαπήσω στή ζωή μου

πού πίστευα ὅτι μπορῶ ν᾿ ἀγαπήσω

κι ὅσα θά ἤθελα νά γίνω γιά χάρη τους.

Κατόπιν ἀγάπησα μόνο ἐσένα.

Ἔ, εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἀγάπησα κι Ἐκεῖνον.

Κι ἀκόμα τόν παιδικό μου φίλο,

καί τόν ἀπελπισμένο ἄντρα.

Πάντως ἕνα ἐλάχιστο κομμάτι ἀπ᾿ ὅσους

μποροῦσα ἴσως, καί σίγουρα

θά ἤθελα νά ἀγαπήσω.

Γιατί ἡ ζωή εἶναι σύντομη

κι οἱ ἐπιλογές πρέπει νά γίνουν

πρίν ἔρθει ὁ Ἀφέντης καί διαγράψει

ἀκόμα καί τά σημάδια στό νοῦ μας.

ΕΙΜΑΙ ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Εἶμαι δυό γυναῖκες.

Ἡ μία κατοικεῖ στό πατρικό της πάντα σπίτι

φροντίζει τίς γλάστρες, κουρδίζει τά ρολόγια

ταΐζει τά παιδιά –τά παιδιά της

παραστέκει στά πρῶτα βήματα τοῦ μωροῦ

στά τελευταῖα τοῦ παπποῦ

παίρνει στά χέρια

τό κουρασμένο κεφάλι τοῦ ἄντρα της

κι ἐκεῖνος νιώθει ἀναπαυμένος

νιώθει ὅπως ὁ ἔφηβος πού ἦταν

τήν ἡμέρα τῆς γνωριμιᾶς τους

ἀγγίζει μιάν ἄκρη ἀθανασίας

κι ἀποκοιμιέται γαλήνιος.

Τότε ἐκείνη ξεγλιστράει ἀπ᾿ τό κρεβάτι,

λύνει τά μακριά μαλλιά της

τά μάτια της μεταμορφώνονται ἀπό ἄστρα σέ ἥλιους

ἡ ἄλλη γυναίκα δέ λάμπει –φλέγεται

διαβάζει τά νέα τοῦ κόσμου

ἀκούει μουσική ἀπό τόπους στίς ἄκρες τῆς γῆς

ξυπόλυτη διασχίζει λιβάδια καί δάση

πετά πάνω ἀπό στέγες, ἐπάνω ἀπό σύνορα

κι ἐπισκέπτεται τόν ἀγαπημένο της στή φυλακή του

τό ναύτη ἀγαπημένο της στή μέση τοῦ ὠκεανοῦ

πενθεῖ τό νεκρό της ἀγαπημένο –

τουφεκισμένο, στραγγαλισμένο, κρεμασμένο

βρίσκει καιρό καί στέκεται στή θέση τους

στήνει ὁδοφράγματα,

κοιμίζει τά ὀρφανά μιλώντας στή γλώσσα τοῦ καθένα

πάνσοφη ἀπό ἀγάπη κι ἀπό ἔκσταση

ὅμως πάντα ἐπιστρέφει τήν αὐγή ἐλαφροπερπάτητη

βγάζει τή μαγική της κάπα

δένει κότσο τά μαλλιά της, σκύβει στό κρεβάτι

ἀγγίζει τό ἤρεμο μέτωπο τοῦ ἄντρα της

καί τοῦ ἑτοιμάζει πρωινό

προτοῦ ξυπνήσει τούς ἄλλους τῆς φαμίλιας.

ΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ

Ἡ γενιά τοῦ μεσοπολέμου τοῦ σαράντα τοῦ πενήντα

ἡ σχολή τῆς Θεσσαλονίκης

ἡ ἀνήσυχη γενιά τοῦ ἑβδομήντα

οἱ δημοτικιστές κι οἱ καθαρεύοντες

οἱ θρησκευόμενοι κι οἱ στρατευμένοι

οἱ ἐπαγγελματίες συγγραφεῖς

κακῶς διακείμενοι πρός τούς ἐρασιτέχνες

οἱ θεατρικοί συγγραφεῖς μέ τήν ἑταιρεία τους

καί οἱ μεταφραστές μέ τή δική τους

ὅσοι γράφουν γιά παιδιά πού εἶναι μόνο παιδιά

ἤ γιά μεγάλους πού εἶναι μόνο μεγάλοι

χωριστά στούς καταλόγους ἐκδόσεων φυσικά

τά λογοτεχνικά περιοδικά καθένα μέ τόν κύκλο του

κι ἴσως ἀκόμα μέ τήν ἀπόχρωσή του

οἱ ποιητές πού γράφουν εἰδικά γιά ποιητές

καί ἀποφεύγουν τά ἄλλα εἴδη ἐκτός

κι ἄν πρόκειται περί αὐτοβιογραφίας

βιάσου νά τοποθετηθεῖς

οἱ κυρώσεις βαριές γιά νά μήν πῶ θανάσιμες

ἄν ἐκπέμπεις πειρατικά,

ἀπό μεταβαλλόμενη συχνότητα –

κινδυνεύεις νά μήν ὑπάρχεις, νά μήν ὑπῆρξες

νά μήν ὑπάρξεις ποτέ.

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΗ ΝΑΝΑ ΗΣΑΪΑ

Ρωτιέσαι τί εἶναι ποίηση.

Οἱ λέξεις πρέπει νά εἶναι ὁμόηχες, λές.

Νά παρηχοῦν ἡ μιά τήν ἄλλη, νά τήν παραλλάζουν.

Ὁ ρυθμός κάθε φράσης

ν᾿ ἀντιστοιχεῖ μέ τό ρυθμό τῆς ἄλλης.

Τά νοήματα νά ἐπανέρχονται παραλλαγμένα.

Οἱ λέξεις νά μή κυλοῦν σάν χείμαρρος.

Ὑπάρχει προμελετημένη θέση γιά κάθε μιά.

Ἡ ποίηση δέν εἶναι ποταμός.

Βρίσκεται πέρα ἀπό τή λύπη καί τή χαρά.

Εἶναι μετά τή φύση. Μετά τά φυσικά.

Κι ἐγώ, Νανά, ἕναν αἰώνα σοῦ χτυπῶ τήν πόρτα

χτυπῶ τίς πόρτες γενικά

καταμεσήμερο, ἀξημέρωτα, μέσα στήν ἄγρια νύχτα

ἕναν αἰώνα κραυγάζω, ἐκστατική, καθημαγμένη

χωρίς παρηχήσεις

ἕναν αἰώνα δέν ξέρω

ἀνακαλύπτω μέ κάθε ποίημα πού φτάνει ὥς ἐμένα

τί εἶναι ἡ ποίηση.

(Μετά τά τριάντα)

                        Γκόρπας Θωμᾶς

(1935-2003)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Τά ποιήματα (1957-1983), συγκεντρωτική ἔκδοση, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 1995, Κέδρος, Ἀθήνα 2006.

Πεζογραφήματα: Ἰσιδώρα! Ἰσιδώρα!, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 1995.

Μτάφρασε: Claude Delafosse, Ἡ εἰκόνα, Δεληθανάσης, Ἀθήνα 1993. Beatrice Andre-Salvini κ.ἄ., Ἡ αὐγή τῶν πολιτισμῶν, Δεληθανάσης, Ἀθήνα 1994. Franςoise Cachin, Γκωγκέν,  ἐγώ ἄθελά μου ἄγριος, Δεληθανάσης, Ἀθήνα 1997.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας:  Δώρα Μέντη, στόν τόμο Μεταπολεμική πολιτική ποίηση, Ἀθήνα 1995. Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 5.12.1995. Βαγγέλης Χτζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 3.1.1996. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 11.7.1995 (τώρα καί στό βιβλίο του, Ἀνισόπεδες διαβάσεις, Ἀθήνα 1999). Μιχάλης Σταφυλᾶς, ἐφ. «Μεσολογγίτικα Χρονικά», 7.5.1998. Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 20.8.2000, περ. «Ἐντευκτήριο», Θεσσαλονίκ 2003.  Βασίλης Καλαμαρᾶς, ἐφ. «Ἐλυθεροτυπία», 23.2.2002, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 2.4.2003. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, περ. «Σημειώσεις», τ. 56, 2002. Κώστας Κρεμμύδας, περ. «Ἀντί», τ. 771, 2002. Γιῶργος Μαρκόπουλος, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Γιάννης Τριάντης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 2.4.2003. Θ. Μ. Πολίτης, περ. «Παρουσία», τ. 24, 2003. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 349-351. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 407-408.

Ἀφιερώματα: «Παρουσία», τ. 18, 2001, (Β. Ἀναγνωστόπουλος, Νικόλαος Κασσαβέτης, Γιάννης Κουβαρᾶς, Κώστας Ξυγκᾶς-Νερομανιώτης, Ἀγγελική Σταθοπούλου). «Ἡ Λέξη», τ. 176, 2003, (Θωμᾶς Γκόρπας, Γιῶργος Μαρκόπουλος, Γιῶργος Χρονᾶς, Ἀγγελική Κωσταβάρα). «Μανδραγόρας», τ. 33, 2005, (Γ. Βέης, Δ. Δασκαλόπολος, Γ. Κοντός, Μ. Μέσκος, Ἀλεξάνδρα Μπουφέα, Π. Νοῦτσος).

Η ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ…

Ἡ ματαιότητα. Ἡ νοσταλγία σπιτιῶν καί δρόμων. Μακριά καλο-

καίρια τῆς Ἀθήνας μέ κοντομάνικο ἄσπρο πουκάμισο. Νά γυρίζω

μέ τό τελευταῖο λεωφορεῖο ἤ μέ ταξί τοῦ μερακλῆ πού νιώθει ἄνε-

τος καί πλούσιος καί εἶναι. Καί νά μή μέ πιάνει ὕπνος. Νά καίγο-

μαι νά γράψω καί νά μήν μπορῶ. Νά καίγομαι. Νά λείπουν ὅλα.

Ἄν δέν ἔλειπαν πῶς θά ὑπῆρχαν ἀκόμα;

Μήπως μᾶς ἀγαπᾶνε πεθαμένους μέσα στά ποιήματα; Πόσα χωρᾶ-

νε μέσα στά ποιήματα; Πῶς ἀερίζονται πῶς δροσίζονται πῶς

ζεσταίνονται πῶς κάνουν Ἄχχχ… Χωράει ἕνα καλοκαιρινό εὐκά-

λυπτο μέσα σ᾿ ἕνα ποίημα; Μέσα σέ χίλια ποιήματα;

Τί θά κρατοῦσα τότε ἄν δέν κρατοῦσα ἕνα εὐκάλυπτο γι᾿ ἀργότε-

ρα; Σάν τίς ἀγάπες τίς ἀλάβωτες κι ἀμόλυντες. Τά κρασιά τῆς

κραιπάλης εἶναι ἀνεπιθύμητα τώρα. Ἡ γεύση μου ὅμως ζεῖ ἀκόμα.

(Περιοδικό «Παρουσία», τ. 18, 2001)

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΘΩΜΑΣ…

Δέν εἶμαι ὁ Θωμᾶς πού λέτε ὅτι ξέρετε

δέν εἶμαι ὁ ποιητής πού λέτε ὅτι θαυμάζετε

δέν εἶμαι καταπληκτικός δέν εἶμαι ἀνεπανάληπτος

οὔτε θηρίο τῆς ἐρήμου οὔτε σκύλος πού δαγκώνει…

Μέσα μου ἕνα ἄνθος ἀπολέμητης μοναξιᾶς

καί τά πικρά φύλλα τῆς καρδιᾶς γεμάτα

δροσερές πηγές λυγμῶν.

Σώζομαι ἄν σώζομαι τελικά χάρη σέ κάποιες τέχνες

ταπεινές πού ξέρω: τοῦ τσιγάρου τοῦ ξενυχτιοῦ

τῆς νοσταλγίας καί τῆς ἀθανασίας τόσων

ὡραίων πραγμάτων πού περνᾶνε ἀπαρατήρητα…

Ψάχνω γιά νέες ἀγάπες πυρετωδῶς καί ὅταν δέν

τίς βρίσκω τίς φαντάζομαι ὥσπου νά τίς βρῶ…

Γράφω ποῦ καί ποῦ ποιήματα μερικά ἀπ᾿ τά πολλά

πού ὀνειρεύομαι καί βάζω μέσα σ᾿ αὐτά δικά μου καί

δικά σας ὄνειρα γιά τά ὁποῖα ἐσεῖς καί ντρέπεστε

καί ὑποφέρετε φοβᾶστε καί σιγά σιγά πεθαίνετε…

ΕΝΩ ΟΙ ΠΑΝΤΕΣ…

Ἐνῶ οἱ πάντες γλείφουν καί ξερογλείφουν τό ἔπος τῆς αὐτοκίνητης

καθημερινότητας ἐμεῖς παραμένουμε ἁλιεῖς μαργαριταριῶν.

Ἡ μιά γυναίκα βγαίνει μέσα ἀπό τήν ἄλλη ἀλλά κάποτε μιά γυναί-

κα ἔρχεται καί σπάει τόν κανόνα καί σπάει τούς ὁρίζοντες πάνω στά

παρθενοποιημένα ἐκ νέου χείλη της καί σπάει τόν τσαμπουκά μιᾶς

σχεδόν ἀειθαλοῦς θλίψεως. Κ᾿ ἔρχονται νύχτες πλούσιες ἀπό τό ἀσή-

μι τῶν περασμένων ἡμερῶν πλούσιες ἀπό τό χρυσάφι τῶν μελλο-

ντικῶν πηχτές ἀπό ἀηδονίσιες σιωπές καί βλέμματα λάμποντα

λάμψεις

σπέρνεις καί θερίζεις

χαμογελᾶς καί πάλι ὅπως στό ὄνειρο πού δέν κατάφερε νά φάει

ἡ τραγωδία.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΘΛΙΨΕΙΣ…

Ἀνάμεσα σέ δυό θλίψεις παίζονται τά πάντα

ἀπό δῶ ἡ θλίψη τῆς ζωῆς ἀπό κεῖ ἡ θλίψις τοῦ θανάτου…

Δυό σκοτάδια κάποτε ὀλίγον δροσερά καί κάποτε

ἄσπρα κι ἀγέλαστα σάν χειμωνιάτικα φεγγάρια…

Καί ἡ χαρά; Ἄ, ἡ χαρά εἶναι σάν τό μεροκάματο

Δόξα Σοι ὁ Θεός καί μεροδούλι μεροφάι…

Γιά ποιούς μιλάω ποιούς σκέφτομαι καί ποιούς

ὅσο μπορῶ κι ὅταν μπορῶ ἀγαπάω; Συγχωρέστε με

μεγάλη κουβέντα ἀλλά θά τήν πῶ Τό ταξίδι συνεχίζεται

χωρίς σταθμούς χωρίς ἀεροδρόμια χωρίς λιμάνια…

Καί τό μυαλό ἐξαντλεῖται καί ἡ μνήμη καί ἡ ἀναπόληση

ὅλα ἀπαιτοῦν νά μένουν γιά λίγο μόνα νά χαλαρώνουν

καί νά ξεκουράζονται πρίν ξαναριχτοῦν στήν περιπέτεια

πού ἄλλοι τή λέν τό θαῦμα τῆς ζωῆς καί ἄλλοι

ὁ φόβος τοῦ θανάτου… Ὦ Ἐμπειρίκο ὦ Καβάφη

ἄστρα μοναδικά γιά παρέα παλιόφιλοι τά ἔχετε πεῖ

ὅλοι ἐμεῖς οἱ ταμένοι προσπαθοῦμε νά τά ποῦμε

σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο τόν ἐπά πού νοσταλγεῖ τόν κάτω…

ΝΟΣΤΑΛΓΗΣΑ…

Νοστάλγησα λαβράκι βραστό μέ πατατοῦλες αὐγολέμονο

νά μοσχοβολάει καί ν᾿ ἀνασταίνει.

Νοστάλγησα Ἐπιτάφιο στήν πόλη μου.

Νοστάλγησα γκιουβέτσι στό φοῦρνο.

Νοστάλγησα ξινόγαλο.

Νοστάλγησα ρεβανή τῆς μάνας μου.

Νοστάλγησα τσιγάρο ἀπό τό πακέτο τοῦ πατέρα μου.

Νοστάλγησα συζήτηση γιά τό Νίτσε καί τόν Ντοστογιέφσκι μέ

τόν Γιῶργο Κοτσίρα καί τόν Γιῶργο Φαγκόπουλο.

Νοστάλγησα νά μέ πιάσει ἡ βροχή στό δρόμο νά περπατάω μές

στή βροχή καπνίζοντας.

Νοστάλγησα τούς πρώτους φίλους μου στό Μεσολόγγι.

Νοστάλγησα τούς πρώτους φίλους μου στήν Ἀθήνα.

Νοστάλγησα κορίτσια νοστάλησα γριές νά κάθονται στά σκαλιά καί

σέ σκαμνιά ἔξω ἀπό τό σπίτι καλοκαίρια ἀλησμόνητα ἐνῶ πέφτει ὁ

ἥλιος ἐνῶ πέφτει τό βράδυ φαντασίες καί παραμύθια ἑνωμένα μέ

κρυφές λαχτάρες καί σκληρές πραγματικότητες.

Ὅλα εἶναι χώρια καί μαζί λοιπόν ἄσπρα καί μαῦρα ξεχασμένα καί

ἀξέχαστα ἀγαπημένα καί περιφρονημένα.

Καί ἡ ποίηση δέν λέει νά τελειώσει. Ὁ οὐρανός στή γῆ ἡ γῆ στόν

οὐρανό τό ἴδιο κάνει.

Μυρουδιές τοῦ σώματος μυρουδιές τῆς τάξης μυρουδιές τῆς ἐξοχῆς

μυρουδιές τοῦ καφενείου καί τῆς ταβέρνας τοῦ θαλάμου καί τῆς

κρεβατοκάμαρας.

Ἔβγα Γκόλφω στό μαντρί Τοῦ Κίτσου ἡ μάνα κάθονταν ὁ Γιάννος

κ᾿ ἡ Παγώνα γαλλικά τραγούδια ἀπό τό Ράδιο Λουξεμβοῦργο καί

τό Ράδιο Μόντε Κάρλο Ζορρό Ντάν Φόουλερ καί τό περιοδικό Ἑλλη-

νόπουλο τοῦ Νίκου Τσεκούρα.

Προσπαθῶ νά διασχίσω μιά σήραγγα καί νά βγῶ στό φῶς ἤ προ-

σπαθῶ ἀπό τό σκοτάδι τῶν ἡμερῶν μας νά μπῶ σέ μιά σήραγγα

γεμάτη φῶς;

Καί ἀγάπη.

(Περιοδικό «Ἡ Λέξη», τ. 176, 2003)

 

                             Κώστας Πασβάντης

(1938)

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, Τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 419-421.

ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ

Μνήμη Καρυωτάκη

Στήν ἐπαρχία πού ἔζησα παλιά, οἱ Κυριακές

ἔμοιαζαν μέ ἀργόσυρτες κηδεῖες.

Συχνά ἐρήμωνε τούς δρόμους μιά βροχή,

ἐπίμονη καί σιγανή, ὅπως ὅλες οἱ βροχές

θαρρῶ στήν ἐπαρχία.

Καί ἡ σιωπή ἀκίνητη στή μέση τοῦ δρόμου,

ψόφιο σκυλί.

Καμπάνες τοῦ ἑσπερινοῦ ἀργότερα.

Ὅλα τόν τραγικό τους αὐτόχειρα ἀνακαλοῦσαν·

τά σκυθρωπά, κλειστά μαγαζάκια στή σειρά

τό νυσταγμένο φαρμακεῖο στή γωνιά

τό μακρυνό τοῦ τρένου σφύριγμα.

Ἄ, Κυριακές τῆς ἐπαρχίας πού ἔζησα παλιά,

καλοντυμένες, καλοχτενισμένες, βαρετές.

ΣΑΒΒΑΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ, ΨΙΛΟΒΡΟΧΟ

Ὁ κοκκινολαίμης στό μπαλκόνι

Σάββατο ἀπόγευμα, ψιλόβροχο.

Στό δωμάτιο, μουσική τοῦ Νίνο Ρότα

ἀπό ταινίες πού ἀγαπήσαμε.

Λίγα πράγματα στή ζωή ἀρκοῦν.

Ὅπως χτές, νά ποῦμε, πού ὁ κοκκινολαίμης

στό μπαλκόνι ἦρθε καί κάθισε χαρούμενος

καί συντροφιά μοῦ ἔκανε λίγη ὡρίτσα.

Καί ὁ χειμωνιάτικος ἥλιος στό δωμάτιο

πῆρε χτές μιάν ἄλλη ζεστασιά, ἔφερε

μιάν ἄλλη θαλπωρή.

(Ἀπό τήν ἀνθολογία τοῦ Τάσου Πορφύρη

Ἀνθολογία τῆς βροχῆς, Τροπικός-Παπαδόπουλος, Ἀθήνα 2003)

ΕΙΧΑΜΕ ΣΧΕΔΙΑΣΕΙ, ΚΑΠΟΥ ΣΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Εἴχαμε σχεδιάσει, κάπου στό φθινόπωρο

στήν Πόλη ἕνα ταξιδάκι.

Νά ξαναδοῦμε, εἴπαμε, ἀγαπημένα μέρη.

Τελαυταία φορά εἴχαμε ἀνέβει, βραδάκι

στοῦ Γαλατᾶ τόν Πύργο. Ἀπό ψηλά

μέσα στή νύχτα καί στά φῶτα καί σάν ὄνειρο

τόν Βόσπορο βλέπαμε καί τήν Ἁγια-Σοφιά καί τά μεγάλα τζαμιά.

Ὅλα σάν μιά βεγγέρα, σ᾿ ἕνα ταξίδι κάπου.

Καί ἡ Πόλη σέ ἀπόσταση στοχασμοῦ.

Καθόμαστε σιωπηλοί, μπροστά μας ἕνα φλυτζάνι τσάι.

κάποια στιγμή σ᾿ ἀκούω πού ψιθυρίζεις:

«Ὄμορφη εἶν᾿ ἡ ζωή, ὅμως ὁ καιρός τρικλίζοντας πάει,

θά μᾶς ξαναδοῦνε οἱ δρόμοι οἱ παλιοί;»

Ἀπρόσμενα ἦρθαν τά πράγματα

καί ὅλα ἀναποδογύρισαν.

Στράφι τά σχέδια πῆγαν καί οἱ προσμονές,

ἄκαρπες καί οἱ προσπάθειες –οἱ μεληδόνες

πού λέει ὁ ποιητής.

Τό φθινόπωρο, λοιπόν, ἦρθε καί πέρασε ἀλλιώτικα.

Μή σχεδιάζεις ἄλλο γιά τό αὔριο,

ποιός ξέρει πόσο αὔριο μᾶς ἀπομένει;

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΝ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

Τά κοτσυφάκια τά λάλα

(Α. Παπαδιαμάντης)

Στόν κῆπο τόν ἐλάχιστο τῆς γειτονιᾶς,

κότσυφας πίνει νεράκι·

στά μάτια κοιταζόμαστε λιγάκι

νιώθοντας καί οἱ δυό μας διψασμένοι.

Στόν κῆπο τόν ἐλάχιστο τῆς γειτονιᾶς,

κότσυφας βρῆκε κλαρί καί κάθισε·

ὄμορφα πού κελάιδησε

ἀκούγοντας τήν ἄνοιξη κοντά.

-Γαλάζια πού εἶν᾿ ἡ θάλασσα μελαχρινό τό κύμα.

Δέν χάνεται ἡ ζωή, ἀλλάζει μονάχα βῆμα,

καινούργια φυλλωσιά φοράει·

βιαστική καί τούτη ἡ ἄνοιξη ποῦ τάχα πάει;

-Δέν ἀναβάλλεται ἡ ζωή,

πόσο τό αὔριο ν᾿ ἀργοπορήσει.

ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ

Δυό φίδια σταυρωτά

Ὀκτώβρης στήν ἀρχή του. Ἥλιος δειλινός φιλοτεχνοῦσε χρώματα κοκκινωπά

στίς προσόψεις τῶν σπιτιῶν καί κάπου ξεκινοῦσε κελάιδημα κοκκινολαίμη.

Ξαφνικά λύνεται ἄνεμος δριμύς, χτυποῦν καμπάνες, ἔξαλλα χειρονομοῦν

τά δέντρα.

Καί μυρίζω χῶμα καί ἄλλο χῶμα, φτιαριές, βάρυνε τόσο πού δέν μπορῶ νά

γυρίσω στό ἄλλο πλευρό. Νυχτώνει καί σκοτάδι καταπίνω.

Καί φαίνεται ἡ πομπή, ἀκούω λυγμούς. Ὕστερα πάλι καμπάνες καί ὁλοένα πιό

μακρινός τοῦ κόσμου ὁ ἦχος.

Καί εἶχαν βγεῖ ἄστρα ἐπιτύμβια στόν οὐρανό.

Καί ἐρχόταν ἀπέξω μυρωδιές, τό ρετσίνι τοῦ πέφκου καί τό γιασεμί.

Ὅταν βγῆκα ἐπάνω εἶδα ὁ οὐρανός καθαρότατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε.

(Περιοδικό «Τό Δέντρο», τ. 141-142, 2005)

 

 

 

 

                     Χρίστος Ρουμελιωτάκης

(1938)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Ξένος εἰμί καί ἄλλα ποιήματα, Τυπωθήτω, Ἀθήνα 2002. Δέν εἶναι τίποτα καί ἄλλα ποιήματα, Τυπωθήτω, Ἀθήνα 2008.

Δοκίμια: Ἀσκήσεις αὐτογνωσίας, Τυπωθήτω, Ἀθήνα 2008.

Ἐπιλογή κριτικογρφίας: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 7.2.2003. Νίκος Λάζαρης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1756, 2003. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 20.6.2006. Γ. ΠΕΡ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1947. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα

2007, σσ. 440-445. Γιῶργος Ἀράγης, περ. «Μανδραγόρας», τ. 40, 2009.

Ἀφιέρωμα: «Λυχνάρι», τ. 10, 2003, (Νίκος Ἀντωνάτος, Γιάννης Κουβαρᾶς, Ἔλσα Λιαροπούλου, Στέλιος Μαφρέδας, Γιῶργος Μπαλοῦρδος, Ἀλεξάνδρα Μπουφέα, Εἰρήνη Πολίτη).

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τό καλοκαίρι τέλειωσε

καί τό φθινόπωρο δέν ἦλθε ἀκόμη

κι οἱ μέρες εἶναι σάν ἱστός ἀράχνης,

κλεινουν-κλείνουν,

κι ὅπως ἡ νύχτα πλησιάζει καί τό βλέπω

ὁ νοῦς μου πάλι ἐπιστρέφει στά παλιά,

στά ἐπειδή, στά διά ταῦτα,

στίς μείζονες καί τίς ἐλάσσονες προτάσεις·

μά πιό πολύ στούς φίλους μου γυρίζει,

πού ἦταν ἄνοιξη,

πού ἦταν καλοκαίρι,

πού μοσχοβόλαγε θυμάρι ἡ Ἀττική

κι ἐμεῖς καλπάζαμε στόν ἐλαιώνα γιά τή θάλασσα,

γιά τό ἐνθάδε καί γιά τό ἐπέκεινα.

Τό καλοκαίρι τέλειωσε

καί τό φθινόπωρο δέν ἦλθε ἀκόμη

κι ὅλη ἡ ζωή ἀπό ἕνα στίχο κρέμεται.

Ἠλέκτρα, ἕνα ἀγόρι νά ᾿χα

νά μεγαλώσει, νά μεστώσει,

νά λάβει ἐκδίκηση γιά τοῦτο τό ἀπόγευμα.

ΞΕΝΟΣ ΕΙΜΙ

 

                            Στόν Τάσο Καπερνάρο

Ξένος εἰμί καί μισθοφόρος-

κάθε φορά πού στή στροφή βλέπω τή θάλασσα

τό νιώθω.

Ὅλη τή μέρα πολεμῶ σέ ξένο τόπο

τά βράδια, κάτω ἀπό τό λύχνο,

καθώς μέ πιάνει ἡ νοσταλγία τῆς πατρίδας

συγγράφω τήν ἀνάβασή μου.

Ξένος εἰμί καί μισθοφόρος-

ἄν τή διαβάσετε νά εἶστε ἐπιεικεῖς,

στήν ἐποχή μου

δέν ὑπῆρχε ἄλλος τρόπος νά πεθάνεις.

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Χ.Κ.Τ., ἐτῶν σαράντα, ἐπίκουρος καθηγητής,

μέ εἰδικότητα στό δίκαιο τοῦ ἀνταγωνισμοῦ

καί τή ναυαγιαίρεση.

Σπίτι στά βόρεια προάστεια,

σπίτι παραθαλάσσιο,

σκάφος ἀναψυχῆς

ἤ τρίς εἰς θάνατον,

ὅπως προφητικά εἶχε προτείνει ὁ Ἐπίτροπος

εἴκοσι χρόνια πρίν,

ὅταν ὁλόφωτα σφυρίζαν τά καράβια στό λιμάνι.

ΤΟ ΣΚΥΛΙ

Μοῦ λέν νά πάρω ἕνα σκυλί-

καλό σκυλί καί φύλακας.

Τώρα τί νά τό πάρεις τό σκυλί,

ἀφοῦ τό ξέρεις,

θ᾿ ἀρχίσει πάλι ν᾿ ἀλυχτάει ὅλη τή νύχτα

καί θά ᾿ρχονται οἱ χωροφύλακες χαράματα

νά παίρνουν τόν πατέρα σου.

ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Δρόμοι τῆς παγωμένης μνήμης

μιλῆστε ἀπόψε γιά τό Νίκο Πάιρα

καί τή ζωή του·

γιατί πολέμισε, γιατί νικήθηκε.

Κάποια στιγμή εἶναι στό ἀναρρωτήριο,

ὕστερα χάνεται.

Καί γιά τό Γιάννη πέτσα,

ἐτῶν πενήντα,

πού σέρνεται στά καφενεῖα τῆς Βέροιας,

λαχειοπώλης,

μέ μιά ταυτότητα πρωτοετοῦς τῆς Νομικῆς,

κιτρινισμένη.

Καί γιά τούς ἄλλους,

αὐτούς πού ἔρχονται μόνο τή νύχτα·

γιατί πολέμισαν, γιατί νικήθηκαν.

Κι ἐγώ πού δέν πολέμησα, ποιός εἶμαι

καί τί ζητῶ σ᾿ αὐτή τή ραψωδία τῶν νικημένων.

ΜΟΝΟ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Ἀπό τοῦ Βάρναλη τίς μέρες

ὥς τά μεσάνυχτα τοῦ Γκόρπα

πολλά ἀλλάξανε·

τῆς γῆς οἱ κολασμένοι δέν βρυχῶνται,

ἡ καβαλίνα κι ἡ ροδακινιά ἐξωστρακίσθηκαν

καί τό κρασί δέν εἶναι ἄρωμα καί πτῆσις καί ἀφρός·

μόνο οἱ γυναῖκες,

ἄ, οἱ γυναῖκες, δύστυχε Θωμᾶ,

ὅσο περνοῦν τά χρόνια γίνονται πιό ὄμορφες

καί πιό φασίστρες

καί πράγμα φυσικό

μᾶς βασανίζουν περισότερο.

Ο ΓΟΡΔΙΟΣ ΔΕΣΜΟΣ

Κάποτε ναί τό πίστευα κι ἐγώ,

πώς ὁ δεσμός πού τόνε λένε γόρδιο

εἶναι ἀξεδιάλυτος

καί μόνο τό σπαθί τοῦ Μακεδόνα στρατηλάτη

δίνει τή λύση.

Ἵσως ἔτσι, ἴσως ἀλλιῶς, μικρή μου Μαρία,

μά τώρα ξέρεις

μέ τό δικό σου στοχασμό καί μέ τά δάκρυα

πώς μόνο τό σπαθί τοῦ Μακεδόνα στρατηλάτη

ἤ ὅποιοδήποτε σπαθί ἤ ἐγχειρίδιο

τόν κόμπο πού ἀνεβαίνει στό λαιμό μας,

ὅταν σφυρίζουν τά καράβια στό λιμάνι,

τόν κόμπο τό δικό μας,

δέν τόνε ξεδιαλύνει.

(ξένος εἰμί καί ἄλλα ποιήματα)

ΑΛΛΑ ΚΑΡΑΒΙΑ

Ἀναφορά στόν Διονύσιο Σολωμό

Γέμισε ὁ κόλπος καραβάκια ξύλινα-

ἀπ᾿ τήν προβλήτα οἱ θεατές τά καμαρώνουν.

Μέ φουσκωμένα τά πανιά, περήφανα κι ὡραῖα-

ἀπ᾿ τήν ἐξέδρα οἱ θεατές χειροκροτοῦνε.

Ὅμως ψυχή μου μήν παραδοθεῖς

καί μή σέ παίρνει τό παράπονο.

Ἄλλα καράβια εἶναι αὐτά, ἄλλα πανιά

καί ἄλλη θάλασσα.

Ἐσύ δέ σήκωσες ποτέ λευκό πανί,

μήν τό ξεχνᾶς.

Κι ἄσε τό ποίημα νά κλείσει ὅπως τό θέλει,

ἥσυχη γιά τή γνώμη σου ἀλλ᾿ ὄχι γιά τή Μοίρα.

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΔΑΝΤΗ

Δέν εἶχε πολεμήσει στό Μαραθώνιον Ἅλσος,

ἦταν ὅμως πολίτης τῆς Φλωρεντίας.

Γι᾿ αὐτό, ὅταν τόν κάλεσαν νά ἐπιστρέψει

βάζοντας μετάνοια

καί ὁμολογώντας ὅτι ἔσφαλε

στήν πλήθουσα ἐκκλησιά τοῦ Ἅη Γιάννη,

ἀρνήθηκε.

Ἄν βρεθεῖ ἄλλος τρόπος

πιό ταιριαστός στή δόξα τοῦ Δάντη

ἔρχομαι ἀμέσως καί μέ βῆμα ὄχι ἀργό,

ἀπάντησε,

ἐνῶ ἠ καρδιά του μάτωνε ἀπό τή νοσταλγία.

Δέν γύρισε στή Φλωρεντία-

ἔτσι ὅμως, Ἀναγνώστη, Μικρέ μου Πρίγκιπα,

περάσαμε

ἀπό τό σκοτεινό Μεσαίωνα στήν ἔνδοξη Ἀναγέννηση

καί ἔτσι ἔλαμψε ἡ δόξα τῆς ποιήσεως.

Στίχοι πού ἐπίσης μοῦ ἀπάγγειλε ἕνα βράδυ στή ἐξορία

ὁ Γιάννης Δραγωνέτης,

ὅταν φοβήθηκε ὅτι ἔχανα τό θάρρος μου.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ

Δέν εἶναι τίποτα,

εἶναι ἡ πόρτα σου, πού ἀνοιγοκλείνει μόνη της,

ὅπως καί χθές.

Δέν εἶναι τίποτα,

εἶναι ἡ θεία σου Ἀγγελική, πού ἔχει πεθάνει ἀπό χρόνια

καί εἶναι μόνη της.

Δέν εἶναι τίποτα,

εἶναι τά χρόνια σου, πού ἐπιστρέφουν

καί διεκδικοῦν τά δικαιώματά τους.

Δέν εἶναι τίποτα,

εἶναι μεσάνυχτα καί εἶναι ἀργά, πολύ ἀργά

γιά νά φοβᾶσαι.

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1437 Μ.Χ.

Παραλλαγή

Κάθιδροι φτάναν οἱ μαντατοφόροι

ἀπ᾿ τήν Ἀσία

καί φέρναν τά μηνύματα.

Καί καταλάβαινε.

Ἔβλεπε τά μικρά πουλιά

πού φέρνουν τή βροχή

νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν σύστοιχα.

Καί καταλάβαινε.

Δέν τή φοβότανε τήν καταιγίδα ὁ Αὐτοκράτορας

οὔτε τόν κεραυνό,

τούς Ἐνετούς, τούς Γενουάτες

καί τήν ἕρπουσα βροχή φοβότανε,

πού εἶχε σαπίσει τά χωράφια ἀπό χρόνια

καί τόν κλειστό περίκλειστο Κεράτιο Κόλπο

καί τήν ἁλυσίδα του.

(Δέν εἶναι τίποτα καί ἄλλα ποιήματα)

             Θανάσης Τζούλης

(1932)

Ἕργα του σέ βιβλία.

 

Ποητικές συλλογές: Καί γάμον τοῦ Ἕβρου τοῦ ποταμοῦ, Μανρδαγόρας, Ἀθήνα 1996.

Μελέτες: Μελετήματα γιά τήν ψυχνάλυση, Μπαρμπουνάκης, Θεσαλονίκη 1992. Ψυχανάλυση καί λογοτεχνία, Ὀδυσσέας, Ἀθήνα 1993, β΄ἔκδ. συμπλ., Ἀθήνα 1995.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Εὐγένιος Ἀρανίτσης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 30.10.1996. Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ἐφ. «Τά Νέα», 14.1.1997. Γεωργία Λαδογιάννη, περ. «Μανδραγόρας», τ. 16-17, 1997. Εὐάγγελος Αὐδίκος, περ. «Πόρφυρας», τ. 97, Κέρκυρα 2000. Ι.Ν. Βελισαράκης, περ. «Μανδραγόρας», τ. 25, 2001. Γιῶργος Βέης, «Εἰσαγωγή» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 2168. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 261-264.

Ποιήματά του μεταφραστηκαν: Ἀγγλικά, Σουηδικά.

Ἀφιέρωμα: «Μανδραγόρας», τ. 8-9, 1995, (Θανάσης Τζούλης, Βαγγέλης Ἀθανασόπουλος, Ι.Ν. Βαλισαράκης, Γιῶργος Βέης, Κώστας Γουλιάμος, Ἕκτωρ Κακναβάτος, Σπ. Κανιούρας, Διονύσης Καραντζᾶς, Ἠλ. Κεφάλας, Δημήτρης Κονιδάρης, Θανάσης Β. Κούγκουλος, Ἠλίας Κουτσοῦκος, Παντελής Κρανιδιώτης, Μάριος Μαρκίδης, Μ.Γ. Μερακλής Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, Σάββας Μιχαήλ, Ἁνδρέας Μπελεζίνης, Θανάσης Ντόκος, Περικλής Παγκράτης, Γιάννης Πανούσης, Δήμητρα Παυλάκου, Θέμης Τασούλης).

ΕΧΩ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΜΟΥ

Ἔχω ἀνάγκη νά κάνω τό σταυρό μου

ὅπως τά φροῦτα βγάζουν τό χρῶμα πιό ἔξω ἀπό τό

σφυγμό τους

κι αὐτό εἶναι κίνδυνος ὅπως καί κάθε ἔρωτας

πού ὑπερβαίνει τόν ὁρίζοντα ἀλλά ὄχι καί τό μέτρο

(τό ἀπαγορεύει ὁ πρωτόκλητος Ἡράκλειτος

πού ἀστραγάλιζε μέ τά παιδιά νά τά σώσει ἀπό τό πλῆθος)

Τώρα καταλαβαίνω λέω

πῶς ἀπό τή λέξη μόνος γίνεται ἡ Μονή

πού ἔχει συλλείτουργο

ΟΠΩΣ ΓΥΜΝΩΝΑ ΧΛΩΡΟ ΣΠΙΤΙΣΙΟ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ

Ὅπως γύμνωνα χλωρό σπιτίσιο καλαμπόκι

ζοῦσα τήν παρθενία τοῦ καρποῦ

χωρίς τό ἐλάχιστο κενό ἀνάμεσα στό στάχυ

ὁλόιδια μέ τά καπούλια τοῦ μουλαριοῦ

πού καμπύλωνε τό βλέμμα ὅπου τά ἄγγιζε

κι ἔβγαινε μέ ρίζες καί λύχνο ἐπάνω

ὁλόκληρο φυτώριο γιά μεταφύτευση

κι ἀνάμεσα μηλίτσα στό γκρεμό τά μῆλα φορτωμένη

ΖΩΗ

Ὅπως κάθεται γυναίκα ὄμορφη στά χέρια τῆς φύσης

ὅλη ἀπό χῶμα πού πλάθεται καί γυρίζει ἐντός

τό σχῆμα της νά κρατάει τό ἀμίλητο νερό

καί φέγγει ἕνα λιβάδι παπαροῦνες ἀνάμεσα

πού εἶναι ὄρθρος σάρκας μέ τό ὑγρό ἀγγεῖο της

νά σκουραίνει ἀγροδίαιτο ὅσο πού βλέπεις

τή λευκότητα τῆς εὐωδιᾶς καί τή φλόγα της

σάν φέτα ἔλατου πού στάζει πρίν ἀπό τό μυστήριο

καί δέν εἶναι ὄν πού νά μή θέλει σάρκα ἡ σάρκα του

ΟΡΑΜΑ ΣΤΟΝ ΕΒΡΟ

Καί ἐγώ ἑάλων

Κωνσταντίνος Λάσκαρις

Εἶδα τούς τρεῖς κτίτορες νά ἐπιφαίνονται στόν Ἕβρο

τόν κελλιώτη καί πρωτοβεστιάριο Γεώργιο Φραντζή

μέ τό χειρόγραφο αἷμα καί τήν κατάμονη κάρα

πού ζητοῦσε ἕναν χριστιανό

νά τήν ξενυχτήσει

τό Δούκα τό χρονογράφο πού ἔφευγε

μέ τόν Ἰωάννη Ἰουστινιάνη πρός τά Ἄνω τῆς Πόλης

(ἦταν ἡ μόνη εἰσοδοέξοδος πού ἔμενε)

καί μάζευαν κληματίδες

νά κλείσουν τή φθορά τῶν τειχῶν ἀπό τή μεγάλη λουμπάρδα

ἀλλά καί τίς πληγές τους πού ἦταν καί τῶν ἄλλων

καί τό Λαόνικο Χαλκοκονδύλη ὀλίγο πίσω ἀπό τό βασιλέα του

πού ἔτρεχαν νά τεντώσουν τή χροντρή ἅλυσο οἱ δυό τους

μέ ὀλίγα μειράκια ἀπό τή μιά μεριά τοῦ λιμιώνια

ἕως τήν ἄλλη

γιά νά μήν ἐμπεῖ ὁ ἀμιράς

καί οἱ τρεῖς λιβάνιζαν τό χαμένο κεφάλι

κι ἔχτιζαν πάνω του τό ἴδιο χαμένες μονές

μέ σχῆμα λυπητικόν

πού ἔδειχναν

πρός τήν Κυρία τῶν Ἀγγέλων

Ο ΑΧΕΡΟΝΤΑΣ Ο ΚΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΑΡΓΟΤΕΡΑ Ο ΕΒΡΟΣ

Τοῦ Χριστόφορου Μηλιώνη

Ἐπειδή βλάστησα καθώς λέει ὁ Βιζυηνός ὁ Θράκας

ἀνάμεσα στόν Ἀχέροντα καί τόν Καλαμά πού εἶναι τά

λαδοχώρια

μέ σημάδεψε ἡ συνήθεια νά δίνω ἀπό λίγο λαδάκι

στούς νεκρούς

ἰδίως αὐτούς πού εἶναι ἐκπρόθεσμοι

καί παίζουν τήν τυφλόμυγα ὥς ἀργά νά ἡμερώσει ὁ ζόφος

σ᾿ αὐτό τό ἐλάχιστο πού ἀρχίζει τῆς μέρας ἡ ἀνάρρωση

Κι αὐτοί (οἱ νεκροί ἐννοῶ πού περνοῦν μέ φύλλο ἀπορίας

ὅπως τούς γνώρισα ἀργότερα στόν Ἕβρο

τό ἴδιο ἐκπρόθεσμους)

μοῦ δίνουν τό δικαίωμα ἀπό νωρίς

νά λέω τή λέξη φέγγος καί ἰδίως νά τήν προσδοκῶ

σ᾿ αὐτό τό ἐλάχιστο τό ξαναλέω πού ἀρχίζει

τῆς μέρας ἡ ἀνάρρωση

καί μπαίνει ἡ συνομιλία ἀνάμεσα στά τρία ποτάμια

ὅπως τό οὐράνιο τόξο

ΕΣΩΖΕ Μ᾿ ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΑ

Κάθε φορά πού ὁ κυρ Ἀλέξανδρος γύριζε στό ὕπαιθρο

εὕρισκε καί τά ἔσωζε μ᾿ ἕνα βλέμμα τῆς γλώσσας του

χρώματα ἰδίως αὐτά ἀπό τή γῆ πού τά ἔλεγαν δίφορα

κι ὅπως τά ἄγγιζε γίνονταν παραχρῆμα οἰνωπό

τό προσωπό του

ἀπό αἰδώ πού ἦταν τά χρώματα ἀσκεπῆ

ὅπως καί ἡ γύρη τους πού ἔπεφτε στά μέλη του

καί ἰδίως στήν πολύτεκνη γραφή του

(Καί γάμον Ἕβρου τοῦ ποταμοῦ)

Γιώργης Μανουσάκης

(1933-2008)

 

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Ἄνθρωποι καί σκιές, Ἀστρολάβος/Ἐὐθύνη, Ἀθήνα 1995. Στ᾿ ἀκρωτήρια τῆς ὕπαρξης, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2003. Σπασμένα ἀγάλματα καί πικροβότανα, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2005.

Πεζογραφήματα: Ἕνα κρανίο καρφωμένο στό κιγκλίδωμα, Ἐκδόσεις τῶν Φίλων, Ἀθήνα 1999. Ὅταν τό πέλμα μας ἐταίριαζε μέ τό χῶμα, Φιλολογικός σύλλογος «Ὁ Χρυσόστομος», Χανιά 2000. Ὁ Ἐθελοντής, Κίχλη, Ἀθήνα 2008.

 

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἁγνή Φραγκίστα, περ. «Τό Δέντρο», τ. 89, 1995. Β. Κωνσταντίνος, περ. «Νέα Πορεία», Θεσσαλονίκη, 8.10.1995. Νίκη Κώτσιου, περ. «Διαβάζω», τ. 357, 1995. Τάσος Πορφύρης, περ. «Σημειώσεις», τ. 46, 1996. Κ. Γάλλος, ἐφ. «Χριστιανική», 29.8.1996. Κώστας Γ. Παπαγεωγίου, περ. «Γράμματα καί τέχνες», τ. 79, 1997, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία τοῦ ἰδίου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά», Σοκόλης , Ἀθήνα 2002. Γ. Καραβίδας, εφ. «Ριζοσπάστης», 18.9.1997. Θανάσης Παπαθανασόπουλος, περ. «Ἔρευνα», τ. 46, 2003, ἐφ. «Χανιώτικα Νέα», 1.2.2006. Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 16.4.2004, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 29.9.2006. Γιολάντα Πέγκλη, περ. «Πάροδος», τ. 4, Λαμία 2004. Ἠλίας Κεφάλας, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 1.3.2004.  Γιῶργος Βέης, περ. «Διαβάζω», τ. 454, 2004. Σταμάτης Φιλιππίδης, Ἀλέξης Πολίτης, περ. «Θαλλῶ», τ. 16, Χανιά 2005. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1324-1325. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 373-376.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Γαλλικά, Ἰσπανικά, Οὐγγρικά, Πολωνικά, Τουρκικά.

Ἀφιερώματα: «Ἑλλωπία», τ. 5, Χανιά 1996, (Τίτος Πατρίκιος, Σταμάτης Φιλιππίδης, Δημήτρης Βεζονιαράκης). «Νέα Ἑστία», τ. 1820, 2009, (Γιώργης Μανουσάκης, Σταῦρος Ζουμπουλάκης, Μαρίνα Ἀρετάκη, Βαρβάρα Ρούσου, Ἐλπινίκη Νικολαδάκη-Σουρῆ, Ἀλέξης Πολίτης, Σ.Ν. Φιλιππίδης, Ἀντώνης Περαντωνάκης, Γιῶργος Ἀράγης, Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Κώστας Κουτσουρέλης, Λάμπης Καψετάκης, Ἀγγελική Καραθανάση).

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ

Μνήμη Μάριου Βολακάκη

Τρίτο θρανίο στή σειρά τή μεσιανή.

Μαλλιά ξανθά καί τό χνούδι τό πρῶτο

νά πασπαλίζει μέ χρυσόσκονη τό πανωχείλι.

Τόν θυμοῦμαι ὅπως στήλωνε τά διάφεγγά του

μάτια μέσ᾿ στά δικά μου, διεσταλμένα

ἀπό τήν πίεση κάποιας ἀπορίας,

ἄλλοτε πάλι μέ τήν ὄψη ὁλόφωτη

ἀπ᾿ τή χαρά γιά μιά σωστή ἀπάντηση.

Ἀκούω τή λυγερή φωνή του του νά διαβάζει:

«Δημάρατε, οἷον ἐφθέγξατο ἔπος

ἄνδρας χιλίους στρατιῇ τοσῇδε μαχίσεσθαι.»

Δέν πάει καιρός πού εἶδα σέ φωτογραφία

σειρές τά μνήματα νεκρῶν πού φυτευτῆκαν

στή γῆ τῆς Κύπρου. Σέ μιά πλάκα

διάβασα τ᾿ ὄνομά του. Κι ἀπό κάτω:

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΕΚ ΧΑΝΙΩΝ. ΕΠΕΣΕ ΤΗι 17-8-74

Τρίτο θρανίο στή μεσιανή σειρά.

Ποῦ νά ᾿ξερα πώς τόσο γρήγορα

θα διασκελοῦσε τήν ἀπόσταση

ἀπό τήν παιδικότητα ὥς τό θάνατο.

1947

Βαριά κορμιά ἱδρωμένα

μέ στρίμωχναν καί μέ ζουλοῦσαν

ἀπ᾿ ὅλες τίς μεριές. Κάποιοι

μιλοῦσαν ἀδιάκοπα. Ἄλλοι σιωπηλοί

ἀνάσαιναν μ᾿ ἕνα γοργό σφυριχτόν ἦχο.

Πολλοί τεντώναν τούς λαιμούς των

γιά νά δοῦν. Ἐγώ

ἔβλεπα τόν οὐρανό.

«Θά τόν κρεμάσουν, λέν, ἀνάποδα

ἀπό τό στύλο τοῦ ἠλεχτρικοῦ».

«Θά μπήξουν σ᾿ ἕνα πάσσαλο

τό κομμένο κεφάλι».

Δέν ξέρω τί ἔγινε ἀπ᾿ ὅλα τοῦτα

Τό κύμα τῶν μεγάλων μ᾿ ἔσπρωχνε

μιά ἐδῶ, μιά ἐκεῖ. Τό μόνο

πού ᾿βλεπα πάντα ἦταν ὁ οὐρανός.

Σά διαλύθηκε τό πλῆθος κοίταξα ὁλογύρω

ὅμως δέ εἶδα τίποτα ἀπ᾿ τό θέαμα.

Πρόλαβα μόνο μιά πλατιά κηλίδα αἷμα

πρίν ρίξει κάποιος χωροφύλακας ἐπάνω της

μιά φτυαριά ἀσβέστη.

(Ἄνθρωποι καί σκιές)

ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ

Εἶπα: Δέ θέλω νά σᾶς ξέρω.

Δέ συμμετέχω στή ζωή σας

μένω μακριά ἀπό τά ἐγκληματά σας

τίς σφαγές καί τούς ἀνδραποδισμούς

τῶν συνανθρώπων σας.

Θά κατοικήσω ἐδῶ, σέ τούτη τήν καλύβα

μακριά ἀπό κάθε ποταπό

πέρα ἀπ᾿ ὅ,τι ἀτιμάζει

τόν ἄνθρωπο. Μόνος

μέ τίς ἀέτιες σκέψεις τῶν σοφῶν

μέ τά ζεστά, εὐγενικά

αἰσθήματα τῶν ποιητῶν.

Ὅμως ποῦθε ἔρχεται τοῦτο τό αἷμα

πού γλιστρᾶ κάτω ἀπό τήν πόρτα μου;

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Ἄν ζητᾶς τήν ἀνάκουστη μουσική

αὐτήν πού ὑψώνει στό καθάριο

φέγγος τήν ψυχή, πρέπει νά κάμεις

μακρινό ταξίδι.

Νά περάσεις

πελάγη ἀγριεμένα, νά διασχίσεις

τήν ἀνίσκιωτη ἔρημο, νά μπεῖς

στό βαθύ δάσος μέ τά κλαδιά

τά πλεγμένα, νά νιώσεις

τό μέγιστο φόβο

τή ἄκρα ἀπελπισία.

Τότε μόνο θ᾿ ἀκούσεις τό βιολί

πού παίζει δίχως νά τό κρατοῦν

χέρια, τό φλάουτο πού ἠχεῖ

χωρίς νά τ᾿ ἀγγίζουνε χείλη

Κι ἡ μουσική θά ᾿ναι ἡ σιωπή.

(Στ᾿ ἀκρωτήρια τῆς ὕπαρξης)

ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

ὀνόματα πού ἐπιπλέουν

στόν ὠκεανό τῆς λήθης:

Κόριννα, Πράξιλα, Μοιρώ,

Ἀνύτη, Ἤριννα, Ψάπφα.

Φιγοῦρες χωρίς πρόσωπα

καθεμιά μέ τό φωτοστέφανό της

νά πλαισιώνει ἕνα κενό.

Μύθοι ἀκολουθοῦν τά ὀνόματα

καί σπαράγματα στίχων

πού μεγεθύνουν τό αἴνιγμα

ἀντί νά τό λύνουν:

Ἔρος δ᾿ ἐτίναξέ μοι

φρένας, ὡς ἄνεμος κάτ᾿ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων.

                   ἀλλ᾿ ἐπιπάντων

ἐλπίδας οὐλομένα Μοῖρ᾿ ἐκύλισε πρόσω.

χὥτι μέ νύμφαν εὖσαν ἔχει τάφος εἴπατε καί τό.

 

Ποιά νά ᾿σουνα

Τελέσιλλα, Νοσσίς, Κασσία;

Τά μάτια ἀναζητοῦνε  μιάν εἰκόνα

νά συμπαρασταθεῖ στούς στίχους σας

καί δέ βρίσκουν παρά

ἕν᾿ ἀκέφαλο ἄγαλμα

στήν αὐλή τοῦ μουσείου

ἕνα ἰωνικό κιονόκρανο

γερμένο στή χλόη.

Ἴσως νά κράτησε τό στεναγμό σας

τό κύμα πού σβήνει

στόν ἀμμουδερό κόρφο

τήν πύρα τῆς ψυχῆς σας

ὁ κάμπος μέ τίς παπαροῦνες.

Ποιός θά σταθεῖ ἄντικρυ στή Μοίρα;

Μουσάων ὀλίγη τις ἀηδονίς.

Ἀηδονίδες τῆς ποίησης

οἱ ρανίδες τοῦ λόγου σας

θά αἰωροῦνται γιά πάντα στό φῶς

πάνω ἀπ᾿ τήν κόνιν τῶν σωμάτων.

Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ

ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΡΙΣΤΗ

Κυκλωμένος ἀπό χιλιάδες ἀνάσες

σήκωσε τό πόδι ὁ ἡμιθεος.

Ἡ μπάλα, ὑπάκουος δέχτης

τῆς ἀλύγιστης θέλησής του,

ἔγραψε τήν ἀπόλυτη εὐθεία

ἀπ᾿ τόν ταρσό ὥς τά δίχτυα.

Ἀπ᾿ ὁλόγυρα ὑψώθηκε ἰαχή

μυριόστομη κι ἀκατασίγαστη.

Πάνω ἀπ᾿ τό γήπεδο

φάνηκαν ὄντα φτερωτά

Νίκες καί Δόξες

καθώς στούς οὐρανούς τοῦ Tiepolo.

Κι ἐνῶ τά θεῖα πόδια

ἄφηναν τό γρασίδι

στήν ἄνοδο ἐν θριάμβω, οἱ ὀπαδοί

τῆς χαμένης ὁμάδας σφεντόνιζαν

κέρματα καί μπουκάλια στό διαιτητή.

Τότε ἦταν πού ἀπ᾿ ἕνα συννεφάκι

ὁ πατέρας τοῦ ὡραίου, τοῦ μεγάλου καί τ᾿ ἀληθινοῦ

ἅπλωσε τό δεξί του χέρι

μ᾿ ἀνοιχτά τά δάχτυλα.

ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ «ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ»

Ἐπαρχιώτης, πού ἐπιμένει ἀκόμη

νά κατοικεῖ ἐν ἐπαρχία,

χωρίς καμίαν ὡς ἐκ τούτου

«ἀξίαν ἀνταλλακτικήν»

γιά ὅσους κατοικοῦν ἐν τῶ Ἄστει,

γράφει –ὁ ἀφελής- ποιήματα

χωρίς νά λάβει ὑπ᾿ ὄψιν του τά τελευταῖα

φιγουρίνια τῆς ποίησης πού φτάνουν

ἀπό τήν Ἀμερική καί τήν Εὐρώπη,

καί τούς τυπώνει –ὁ ἀφελέστατος-

καί μᾶς τούς στέλνει (ἐδῶ πιά τοῦ ταιριάζει

ἕνα ἐπίθετο μέ γόμωση ἰσχυρή

ὡσάν ἐκεῖνο τό προσφιλές

σέ μαθητές καί σέ φαντάρους).

Δόλιος ὁ σκοπός του: ν᾿ ἀποσπάσει

κριτικές καί δημοσιεύσεις

γιά νά ᾿μπει στή χορεία τῶν ποιητῶν.

Ἔ, ὄχι! Ποῦ ἀκούστηκε;

Χωρίς χτυπήματα τῆς πόρτας τῆς κρυφῆς

χωρίς τό σύνθημα καί τό παρασύνθημα

ἐδῶ δέν μπαίνουν.

(Σπασμένα ἀγάλματα καί πικροβότανα)

                           Γιῶργος Δανιήλ

(1938-1991)

          Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γιῶργος βέης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Γιάννης Κουβαρᾶς, Ἐπί πτερύγων Βιβλίων, τόμος Α΄, Σοκόλης, Ἀθήνα 1995, σσ. 125-129. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 455-456. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 239-242.

                  Τάσος Ροῦσσος

(1934)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Τό πλοῖο φάνασμα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1995. Τό κυνήγι τῆς ἀλεποῦς, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1998. Πρός Λεύκιον, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005.

Πεζογραφήματα:καιρός τῆς Λίζε, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1993. Φωτογραφία μέ πολύ κίτρινο καί ἄλλα διηγήματα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1994. Ἡ πηγή τοῦ τσακαλιοῦ, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1995. Ὁ Ὀδυσσέας (μυθιστορία), Καστανιώτης, Ἀθήνα 1996. Τό δέκατο τρίτο τοπίο, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1998. Ἡ ἀποστολή, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1999. Ὁ λόφος, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2001. Αὐτός στό πέτρινο σπίτι, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2003.

Παιδικά: Ἕνα σύννεφο πού τό λέγαν Κοσμᾶ, Καστανιωτης, Ἀθήνα 2005.

Μετάφρασε: Σοφοκλέους, Οἰδίπους Τύραννος, Κάκτος, Ἀθήνα 1993. Εὐριπίδου, Κύκλωψ, Ἄλκηστις, Ἀνδρομάχη, Ἡρακλῆς μαινόμενος, Ἱππόλυτος. Κάκτος, Ἀθήνα 1993. Ἀριστοφάνους, Ὄρνιθες, Κάκτος, Ἀθήνα 1993. Σαίξπηρ, Τρικυμία, Δωδώνη, Ἀθήνα 1993. Ἀριστοφάνους, Εἰρήνη, Ἐκκλησιάζουσες, Θεσμοφοριάζουσες, Ἱππῆς, Βάτραχοι, Κάκος, Ἀθήνα 1994. Σενέκα, Οἰδίπους, Φαίδρα, Μήδεια, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2000. Πινδάρου, Ἐπίνικοι, Κάκτος, Ἀθήνα 2001. Ρουφίνου, Ἐπιγράμματα, Ἑστία, Ἀθήνα 2002.

 

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 12.10.1993.  Δ.Θ. Φραγκόπουλος, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1634, 1995. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 19.11.1996. Γιῶργος Βέης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1725, 2000. Γιάννης Βαρβέρης, «Παρουσίαση», στή ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Βασίλης Ρούβαλης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 20.9.2003. Γιῶργος Πολ. Παπαδάκης, περ. «Πνευματική Ζωή», τ. 59, 2004. Κώστα Γεωργουσόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 11-12.3.2006.  Στάντης Ρ. Ἀποστολίδης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 14.4.2006. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Στ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 353-257. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1949-1950.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Ἀγγλικά, Ἐσθονικά, Ἰσπανικά, Πολωνικά.

ΕΠΕΙΔΗ

Ἐπειδή μέ τήν ὁρμή τῆς καρδιᾶς

μεγαλώνουν οἱ μαρμαρυγές τῶν ἄστρων,

ἐπειδή ρωτώντας διαιρεῖς τά πράγματα

κι ἀνατριχιάζει πιό κοντά σου τό χάος,

ἐπειδή ρωτώντας παλλαπλασιάζεις τό ἄγνωστο

κι οἱ πληγές περισσότερες,

ἀκολούθησε μόνο τό ἔνστικτο

καί τό ταξίδι

θά σέ φέρει στήν ἄκρη,

ἐκεῖ πού ὁ κάθε φθόγγος

σκιρτᾶ ὁλοζώντανος

πρίν φορέσει τό ἰδεόγραμμα

πρίν γίνει ἐντάφιο αἴνιγμα,

πτηνό μυθῶδες τῆς οὐτοπίας.

ΛΕΞΕΙΣ

Δέ μοῦ χρειάζονται οἱ μεταξοσκώληκες

πού τρέφονται μέ τήν πράσινη ζωή τῶν δέντρων.

Ἔχω ἀνάγκη ἀπό λέξεις αἰχμηρές

μέ πολυάριθμες κοφτερές αἰχμές,

σάν τά κομμένα γυαλιά

πού σέ ματώνουν ὅταν τά σφίγγεις,

πού πολλαπλασιάζουν τόν ἥλιο,

διαθλοῦν τά τοπία

κι ἀκοῦνε τήν ψυχή τῶν πουλιῶν

πρίν γίνει κελαηδισμός.

Λέξεις γιά τήν ποίηση κατάλληλες.

ΟΤΑΝ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΜΑΙ

Ὅταν ἐπισκέπτομαι τά ὄνειρα,

τά τοπία τους θαμπώνουν,

μιά πηγή πού κρύβεται

τό νερό της σταλάζει σέ σπηλιές,

λουλούδια χάνουν τά χρώματά τους,

λίγο ἀκόμη καί θά γίνουν

μάτια τῆς λησμονιᾶς,

λόγια πού χόρτασαν σιωπή,

ἀρώματα τῆς ἀπουσίας.

ἐπισκέπτομαι τά ὄνειρα,

βουνά πού ἐρείπωσαν χωρίς πατημασιές,

δέντρα μέ σκελετούς πουλιῶν

γιατί δέν τά εἶδε κανείς,

δέ φούσκωσε στό λαιμό τους ἡ αὐγή,

δέν τά ξύπνησε θηλυκός ἄνεμος.

«ΕΑΝ»

Ι

Γράφω καί σ᾿ ἔχω στό μυαλό μου,

ἕνα πελώριο «ἐάν»

καί ξάφνου ἀνακαλύπτω

πώς ὁ ἤλιος ἐνδιαφέρεται γιά μένα

κι ἡ θάλασσα κυματίζει ζωντανή τώρα

κι ὁ ἀγέρας μιλάει

καί τόν καταλαβαίνω μόνο ἐγώ.

Σέ περίμενα δικό μου καθρέφτη,

μέ τήν ἀνάμνηση στρογγυλή στό κεφάλι μου,

σπίτι ἀρχαῖο μέ κούρους καί κόρες

καί τίς πόρτες ἀνοιχτές στήν ἐξοχή.

ΙΙ

Τώρα ἔγινες ὅ,τι ἤσουν,

ἕνα γκρίζο «ἐάν» μέσα στή μνήμη.

Μκρότερη στό ἀνάστημα,

μέ τό κίτρινο φόρεμα πάντα,

μέ τά χέρια λιγνά,

κατάλληλα γι᾿ ἀποχαιρετισμούς.

Ἐάν τολμοῦσα νά χτυπηθῶ μέ τό φεγγάρι,

ἐάν δραπέτευα μέ τή μουσική,

ἐάν ἄφηνα τόν ἑαυτό μου ἀνυπεράσπιστο

στήν πίσω σελίδα τῆς ἐφημερίδας,

τότε θά μποροῦσα νά σέ ἀναθρέψω ζωντανή·

μιά δεύτερη καρδιά δίπλα στή δική μου.

ΙΣΑΒΕΛΑ

Μνήμη Ν. Ἐγγονόπουλου

Θέ σέ πῶ Ἰσαβέλα

πού σημαίνει μαῦρα μαλλιά,

μαῦρα μυγδαλωτά μάτια ἐπίσης

καί φουστάνι κόκκινο

ἀπό τήν Καστίλη.

Ὅλα ὅσα τέλος πάντων παράγει

ὁ ἐρωτικός συνειρμός τῆς ρέμβης.

Ὅμως

τό στιλπνό βότσαλο

πού τό χαϊδεύει τό κύμα μπροστά μου

ὀνομάζει τόν ἑαυτό του

Ἰσαβέλα κι ἐκεῖνο.

Ἔτσι τουλάχιστο ἀποκρίνεται

στό φλοῖσβο,

στίς φωνές τῶν παιδιῶν,

στίς μακρινές φάλαινες.

Ὥστε Ἰσαβέλα σημαίνει

ἔνταση,

πολλαπλασιασμός τοῦ συναισθήματος

καί τότε ἡ ρέμβη

παίρνει εὔκολα μορφή,

γίνεται μάτια,

φουστάνι,

βότσαλο.

(Τό κυνήγι τῆς ἀλεποῦς)

29

Λέγεται, Λεύκιε, ὅτι κάποτε ὁ Ζεῦξις

ἐζωγράφισεν ὥριμα σταφύλια μέ τόσην

φυσικότητα καί ἀληθοφάνειαν, ὥστε

ἐξαπάτησε καί τήν ἴδια τήν Φύση.

Τά πουλιά φτερούγιζαν διαρκῶς γύρω

ἀπό τήν εἰκόνα, γιά νά ραμφίσουν

τούς χυμώδεις καρπούς. Τέτοιος ἄθλος

τῆς τέχνης, τέτοιο θαῦμα εἶναι βεβαίως

ἀνεπανάληπτον. Ὅμως ὅσο τό συλλογίζομαι,

τόσον ἀδυνατῶ νά λύσω τό δίλημμα.

Ποῖος κατόρθωσε τοιαύτην μέθεξιν,

τοιαύτην θαμαστήν ἐξομοίωσιν φύσεως

καί τέχνης; Τό τάλαντον ἤ ἡ τεχνική;

47

Ἀναλογίζομαι, Λεύκιε, τάς στιγμάς

τοῦ ἔρωτος. Ὄχι ἐκείνας πού ἡ μνήμη

ψιμυθιώνει μέ τήν σκόνη τοῦ χρόνου,

ἀλλά ἐκείνας πού αἰφνιδίως ἀνίστανται

ἐκ τοῦ σκότους καί ἀπαιτοῦν ὅ,τι

τούς ἀνήκει. Καθ᾿ ὁδόν μέ ἐκοίταξεν

ἄγνωστη  γυναίκα καί ἀντιπαρῆλθεν.

Ἔκτοτε προσπαθῶ νά διευκρινίσω

τήν ἀναίτιον συγκίνησιν, τίς εἰκόνες

πού περιπλέουν τήν συνείδησή μου,

ἰδίως μίαν φευγαλέαν αἴσθησιν

νεανικοῦ βήματος δορκάδος

κι ἕνα ὑδατῶδες ὄνομα: Καλλιρρόη.

49

Ἡ ποιητική ἅμιλλα, Λεύκιε, περιέχει

ἀρκετήν ματαιοδοξίαν. Θαυμάζομεν

ξένους ὡραίους στίχους κι εὐθύς

γεννᾶται ἡ παρόρμησις νά γράψουμε

καλύτερους. Αὐτό μέ ὁδήγησεν

εἰς τήν σύνθεσιν ποιήματος. Κάτι ὅμως

ἐσκίαζε τήν συνείδησή μου. Ἐνόμιζα

ὅτι ἡ ἔμπνευσις δέν ἦτο αὐθεντική,

σάν νά ἐπρόκειτο γιά μακρινό δάνειον,

σάν ν᾿ ἀκουγόταν μία ξένη φωνή

μές στήν φωνή μου. Ἀγωνιῶ καί διερευνῶ

τίς πλέον ἀπόμακρες μνῆμες, τά πλέον

δαιδαλώδη ἐρείπιά των, γιατί,

ὅπως γνωρίζεις, ἡ κρυπτομνησία εἶναι

μέγας τῆς ἐμπεύσεως παραχαράκτης.

(Πρός Λεύκιον)

 

 

Πρόδομος Χ. Μάρκογλου

(1935)

Ἕργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Σημειώσεις γιά ποιήματα πού δέν γράφτηκαν, Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη, 1993. Ὀνείρων κοινοκτημοσύνη, Νεφέλη, Ἀθήνα, 2002.

Πεζογραφήματα: Σπαράγματα (νουβέλα), Νεφέλη, Ἀθήνα 1997. Διέφυγε τό μοιραῖον, διηγήματα,  Νεφέλη, Ἀθήνα 2003. Καταδολίεση, μυθιστόρημα, Κέδρος, Ἀθήνα 2006.

 

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, περ. «Παρέμβαση», Κοζάνη 6.1993, περ. «Πολιτιστικά Δρώμενα», τ. 17., Βέροια 1997, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1738, 10.2001, τώρα καί στό βιβλίο του Ματιές ἐν ὅλω, Σοκόλης, Ἀθήνα 2003, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 62, Θεσσαλονίκη, 9.2003, περ. «Φιλολογική», τ. 96, Θασσαλονίκη 2006.  Ἀντώνης Κάλφας, εφ. «Ἡ Αὐγή», 6.3.1994. Μάρη Θεοδοσοπούλου, «εφ. «Ἐποχή», 20.3.1994. Γιῶργος Ἀράγης, περ. «Νέο ἐπίπεδο», τ. 23-24, 1996. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, εφ. «Ἐλευθερωτυπία», 4.12.1996. Ἀλέξης Σταμάτης, περ. «Διαβάζω», τ. 370, 1997. Δημήτρης Κόκορης, περ. «Ἀντί», τ. 628, 14.2.1997. Βερονίκη Δαλακούρα, εφ. «Ἡ Καθημερινή», 8.4.1997. Γιάννης Κουβαρᾶς, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 38, Θεσσαλονίκη 1997, εφ. «Ἡ Καθημερινή», 14.10.2003.  Γιῶργος Φρέρης, περ. «Παρατηρητής», τ. 30, Θεσσαλονίκη 1998. Γιῶργος Ἀράγης, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002.  Δημήτρης Κόκορης, περ. «Ἀντί», 7.2.2003, περ. «Ὁ Πολίτης», τ.128, 2004, περ. «Ποίηση», τ. 26, 2005.   Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, εφ. «Ἡ Αὐγή», 16.2.003. 2003, περ. «Κ», τ. 4. 2004.  Γιῶργος Παναγιωτίδης, περ. «Μανδραγόρας», τ.32, 2004. Γιῶργος Παγανός, περ. «Κ», τ. 7, 2005. Α.Ζ. «Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας», Πατάκης, Ἀθήνα 2007. σσ. 1338-1339. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, «Ἱστορία τῆς Ἑληνικῆς Λογοτεχνίας», Τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 291-298

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ὀλλανδικά, Ρουμανικά, Σερικά, Σλαβομακεδονικά.

Ἀφιερώματα: Περ. «Νέο Ἐπίπεδο», τ. 33-34, 1996, (Γῶργος Ἀράγης, Σπύρος Τσακνιᾶς, Πρόδρομος Μάρκολγου). Περ. «Ἡ Λέξη», τ. 164-165, 2001, (Πρόδρομος Μάρκογλου, Βασίλης Βασιλικός, Τάσος Καλούτσας, Γιῶργος Ἀράγης). Πρ. «Παρέμβαση», τ. 143, Κοζάνη 2008, (Θανάσης Μαρκόπουλος, Περικλής Σφυριδης, Πρόδρομος Μάρκογλου).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΠΟΥ ΔΕ ΓΡΑΦΤΗΚΑΝ

Καλπάζει ἡ θάλασσα στόν κυματοθραύστη

Μάρτης τοῦ ᾿73

Ἄκουγα βήχα κι ἕνα κλάμα

Χαμηλές φωνές

Νύχτα ἐφιαλτική μέσα στό ποίημα

Ἕνα ποίημα πού γκρεμιζόταν τό πρωί

Ἐνῶ τό βράδυ τό σφήνωνα μέ λέξεις

Φυσάει

Ἀγέρας μπερδεύει τά χαρτιά

Ὁ διάδρομος πού λέω

Στήν αὐλή καπνομάγαζου φτάνει, στόν καφενέ τοῦ

Ἀνθήλαου

Στό βάθος τό μπορντέλο τῆς Πόπης

Κάτω ἀπό τήν ἀκακία δίπλα στό ρέμα

Ἔγραφα γιά μιά γυναίκα πού χρόνια μέ βασάνισε

Σ᾿ ἕνα ἄλλο ποίημα

Καλοκαίρι τοῦ ᾿55 κι ἡ θάλασσα μέ ἀχινούς

Σ᾿ ἕνα ἄλλο ποίημα

Γαλάζια μάτια φώτιζαν τίς λέξεις στό χαρτί

Ἔγραφα

Ὁ χρόνος τότε σάν ἀσβέστης φούσκωνε

Τρίζαν τά δοκάρια τοῦ μυαλοῦ

Γυρίζω στά βουβά χαρτιά, Ὀκτώβρης τοῦ ᾿67,

Στό χαμηλό δωμάτιο διαλυμένα ποιήματα

Κι ἡ πόλη μιά παγίδα

Κοιτῶ τόν κῆπο

Δέντρα γυμνά

Πέτρινος τοῖχος σπαρμένος γυαλιά

Πέρα ἡ θάλασσα στάχτη

Che καί Ἄρης στήν ἴδια εὐθεῖα

Λαίμαργες φωνές κι ἕνα φῶς διαρπαγῆς

Ἐρημία σπέρνει ἡ σιωπή τῆς γνώσης

Ἔγραφα:

Χωρίς ἐσένα ἡ ἀράχνη τοῦ ἥλιου τῆς μέρας θηλιά

Κι ὁ οὐρανός μαῦρος καταρράκτης

μέχρι τά μάτια πλημμυράω

Μέχρι τήν τελευταία στροφή τοῦ ἐγκεφάλου,

Στά μαγεμένα μάτια ἡ γυμνή Σελήνη ἔμεινε

Τότε

Λίγο πιό πέρα, μετά ἀπό χρόνια

Σέ κεῖνα τά κατάλοιπα ἔβρεχε

Ἔβρεχε καί σάρωμε στό λιθόστρωτο φύλλα

Ἄναψα τσιγάρο

Ἀπ᾿ τό στενό μέ τίς τριανταφυλλιές

Ἔφτασε τυλιγμένος στό γρίζο παλτό

Ὁ Φώτης

Λυπημένα μάτια ὑγρά στό λίγο φῶς:

Μήν πετσοκόβεις, εἶπε,

Ἄσε ἐπίπεδα καί κώδικες,

Γράφε…,

Καθίσαμε στό τραπέζι

ἔσταζαν φύλλα τῆς ἀκακίας, ἄσπριζε τό οὖζο

Ἔμεινε σέ κεῖνα τά χαρτιά τοῦ ᾿70 ἡ φωνή τοῦ Φώτη

Ἔτσι ἔγραφα ἕνα ποίημα πού γκρεμιζόταν τό πρωί

Ἐνῶ τή νύχτα τό σφήνωνα μέ λέξεις.

ΚΑΙ ΜΕΝΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

Στόν Ἀνέστη Εὐαγγέλου

Καί μένει στόν κόσμο τό ἐλάχιστο

Αὐτό πού δρώντας πάλι φορτίζει τίς ψυχές

Ἀνακυκλώνεται φουσκώνει τό ἄσπρο φῶς

Ἐδῶ σημαίνεις ἐκεῖ πλέον εἶσαι ἀφανής

Ἀμετάκλητα ὄνειρα ἀποτρόπαια σφραγίζουν

Πῶς νά ὑπερβεῖς τό σῶμα σου μέ λέξεις

Λίγο τό φῶς, βαθύ σκοτάδι

Καί περιστρέφει ὁ ἔρωτας τίς ψυχές

Τίς χαράζει

Δέ μιλιέται, σιωπᾶ καί μᾶς καταδικάζει

Ἐνῶ τό εἴδωλο στόν καθρέφτη εἶναι ἕνας ἄλλος

Καί βλέπω στό χαμηλό νερό μέ τή σελήνη πάνω,

Ἔζησες γιά ἕνα τίποτε;

Πολλούς βρῆκαν στή γύρα τά δρεπάνια

Προτοῦ δοθεῖ ἀπάντηση

Ὄχι γι᾿ αὐτά τά συντελεσμένα

Ἀλλά γιά κεῖνα τά ἄλλα πού δέν ἔγιναν

Κι ὅλα βούλιαξαν στό αἷμα

Πικρή ἐποχή, μίζερος ἀἐρας

Ἔρημα πρόσωπα, τυφλό παρελθόν

Καί τό παρόν πιό θλιβερό κι ἀπ᾿ τή σελήνη

Περισότερο μάταιο κι ἀπ᾿ τό θάνατο

Συντροφοι μιᾶς ἄλλης ὑποσχημένης ζωῆς

Ἐνοχή πράξεων ἀνατρέπει τό δοσμένο νόημα

Κόκκινη σημαία ἀπελπισμένο σύνορο ὀνείρων

ὑποστέλλει

Σέ ποιό μουσεῖο αὐτή πού σάρωνε ἐξουσίες

Χέρια τήν ἀναρριπίζουν στόν ἄλλο αἰώνα

Ἀπρόσιτες μάνες θηλάζουν στόματα ὀργῆς

Θάλασσες καί βράχοι μνῆμες προσωπικῆς χαρᾶς

Θάλασσες τώρα βοῦρκοι, φιλτραρισμένα ὑπερκέρδη

καί φέγγει βαλσαμωμένος ἥλιος δειλινοῦ

Ἐδῶ χωρίς ἀπόφαση μένεις χωρίς φωνή

Σ᾿ ἀνένδοτη προσαρμογή

Κι ὅ,τι ἔχει κατατεθεῖ οὔτε ὁ θάνατος ἀναιρεῖ

Στό τώρα καί στό πουθενά

Καί συγκρούονται κι ἀναπαράγονται κι ἀλλάζουν

Ἀλλοῦ δέν ἔχει

Τέλος μένει στόν κόσμο τό ἐλάχιστο

Αὐτό πού δρῶντας φορτίζει τίς ψυχές.

(Σημειώσεις γιά ποιήματα πού δέ γράφτηκαν)

ΕΝΥΠΝΙΟΝ

Ἕνα φάντασμα πλανιέται τίς νύχτες

Ἔκτοτε διανύσαμε συμπαντικά μεγέθη

Ἄστεγοι ἀπό καταβολῆς κόσμου

Στό χάσμα ζήσαμε ἱστορίας καί οὐτοπίας

Στά χρόνια τῆς ἐπαγγελίας δοθήκαμε θεληματικά

Κ᾿ εἴδαμε μέ γνώση ἐκείνη νά μεταλλάζει σέ προδοσία

Καθώς γενιές δαπανήθηκαν λίπασμα τῆς ἱστορίας

Τό μέλλον τώρα στήν ἄνυδρη βουλιάζει ἔκταση τῆς

ἐποχῆς

Πῶς ἄνθρωποι χωρίς μνήμη θά μᾶς διαδεχτοῦν

Χρῆστες ἐθισμένοι ἡδονῶν στό τώρα καί στό πουθενά

Πῶς λησμονημένα ὅλα θά ξεχαστοῦν στή σιωπή;

Παγωμένος φυσᾶ ἀγέρας καί τρίζουν τά τζάμια.

ΕΝ ΕΥΘΕΤΩ ΧΡΟΝΩ

Μαζεύεις τά παλιά χαρτιά, ὅλες τίς παλιές ἐγγραφές

Χαρτιά πού πάνω τους χαράχτηκε μιά μόνη λέξη

Μαρτυρίες ὀδύνης ἀφόρητης, ὀρύγματα τῶν ἡμερῶν

Τῶν ἡμερῶν πού γδέρνοντας τό σῶμα σου περάσαν

Σφραγίζεις τά κιβώτια, κλειδώνεις τό δωμάτιο

Στόν ὑπόνομο ρίχνεις τό κλειδί, ὅπως ἐκεῖνος ὁ ποιητής

Τή συνείδηση ἀφήνεις τῶν ἐγγραφῶν στήν ἐκδοχή

τρωκτικῶν

Στίς πολλαπλές ἑρμηνεῖες σιωπῶν κι ἀφανισμῶν

Ἐκεῖ ἀμνήμονες μετά ἀπό χρόνια θά τά διαβάσουν

Ἀνερμήνευτη θά μένει ἡ ἐκδοχή τῆς φωνῆς σου

Θά μένει τό αἷμα πετρωμένη κηλίδα πυρετικῶν ὀνείρων

Κ᾿ οἱ λέξεις ἀκατανόητες θά σέ προδίδουν στόν καιρό

Βουβά ὅλα θά ξεχαστοῦν ὁδεύοντας στήν ἀνακύκλωση;

(Ὀνείρων κοινοκτημοσύνη)

                      Ἀνέστης Ευαγγέλου

(1937-1994)

Ἔργα του σε βιβλία.

 

Ποιητικές συλογές: Τό χιόνι καί ἡ ἐρήμωση, Χειρόγραφα, Θεσαλονίκη 1994. Τά ποιήματα (1956-1993), συγκεντρωτική ἔκδοση, Καπάνι, Θεσσαλονίκη 2007.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Μ. Παπαγιαννίδου, ἐφ. «Τό Βῆμα» 24.4.1994. Ἀλέξης Ζήρας, περ. «Ἀντί», τ. 551, 1994. Δ. Παυλάκου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή» 3.7.1994. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 6.7.1994. Πάνος Παναγιοτούνης, ἐφ. «Ἐλεύθερος», 12.7.1994. Χρ. Ἠλιόπουλος, περ. «Μανδραγόρας» τ. 4, 1994. Θ. Τζούλης, περ. «Ἐξώπολις», τ. 1, Ἀλεξανδρούπολη 1994. Θ. Κωσταβάρας, περ. «Ποίηση», τ. 4, 1994. Στέφανος Μπεκατῶρος, περ. «Παρατηρητής», τ. 27, Θεσσαλονίκη 1995. Π. Μάρκογλου, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή» 15.9.1995. M. Byron Raizis, «World Literature Tuday», τόμος 69, τ. 1, 1995. Δημήτρης Μαλακάσης-Τσέκος, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 30.5.1995.  Περ, «Ἀντί», τ. 604, 26.4.1996. Μ. Μέσκος, περ. «Ἀντί», τ. 604, 26.4.1996.  Γ. Ἀράγης, περ. «Ἀντί», τ. 604, 26.4.1996. Περ. «Πλανόδιον», τ. 27, 1998. Μ. Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, Δοκίμια καί δοκιμασίες, Νησίδες, Σκόπελος 1999. Γ. Ἀράγης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Θανάσης Μαρκόπουλος, περ. «Μανδραγόρας», τ. 28, 2002, τώρα καί βιβλίο Ματιές ἐν ὅλω, Σοκόλης 2003, περ. «Φιλόλογος», τ. 126, 2006, Ἀνέστης Εὐαγγέλου (ὁ ποιητής ὁ πεζογράφος ὁ κριτικός,) διδακτορική διατριβή, Σοκόλης, Ἀθήνα 2006. Τάσος πορφύρης, περ. «Σμειώσεις», τ. 57, 2003. Θανάσης Γεωργιάδης, ἐφ. «Ἔθνος», 19.4.2007. Ἀλέξανδρος Ἀραμπατζής, περ. «Διαβάζω», τ. 475, 2007. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 1.6.2007. Δ.Μ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 712. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 248-252.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ὀλλανδικά, Ρουμανικά, Σερβικά, Σλοβενικά.

Ἀφιερώματα: Περ. «Παρατηρητής», τ. 28, Θεσσαλονίκη 1996, (Ἀνέστης Εὐαγγέλου, Βασίλης Καραβίτης, Θανάσης Μαρκόπουλος, Στέφανος Μπεκατῶρος, Γιῶργος Ἀράγης, Πρόδρομος Μάρκογλου, Μάρος Μέσκος, Γιάννης Μανωλεδάκης, Δημήτρης Καΐσης). «Ἐντευκτήριο», τ. 34, Θεσσαλονίκη 1996, (Ἀλέξης Ζήρας, Γιάννης Καρατζόγλου, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Νίκος Μπακόλας, Μάρη Θεοδοσοπούλου, Ἐγένιος ἀρανίτσης, Μαρία Κένρου-‘Αγαθοπούλου, Ε.Α. Χεκίμογλου).

ARS POETICA

Ὅχι στή μαγεία τῶν λέξεων

στή λάμψη καί στά κουδουνίσματα πού βγάζουν

ὅταν χτυπᾶ ἡ μιά στήν ἄλλη-

ὄχι στήν ἀλχημεία τῆς γλώσσας

ὄχι στό λαβύρινθο τῶν πολλαπλῶν παραπομπῶν

στήν ἀναιμική ποίηση τῶν σοφῶν ἐργαστηρίων

πού βγάζουν δεκαπέντε στίχους

καί τρεῖς σελίδες σημειώσεις γιά νά τούς στηρίξουν

ναί στίς ὑπέροχες

στρογγυλές

πολυδύναμες

τέλεια σμιλεμένες ἀπό τόν καιρό

λέξεις τῆς γλώσσας μας

καθώς κροκάλες μαῦρες στό Ἐμποριό

πού βγῆκαν λάβα φλογερή ἀπ᾿ τά σπλάχνα

τῆς γῆς μας καί τίς ἐλείανε τό κύμα

χιλιάδες καί χιλιάδες χρόνια

ὅσο νά ᾿ρθοῦν νά λάμψουν ἀπό μέσα τους

καί νά δοξάσουν πάλι τήν τρομερή καταγωγή τους

ὄχι στή μεταφυσική μέ τή γραβάτα

στήν Ἀγωνία τῆς Ὕπαρξης μέ κεφαλαῖα

στά μεγάλα συνθετικά ποιήματα

πού γράφονται στίς διακοπές τά καλοκαίρια

ὄχι στίς ἰδέες κοινῆς χρήσεως

στή ρητορεία τῆς ἀδελφοσύνης

στά γλυκερά αἰσθήματα

στά φουσκωμένα λόγια

ὄχι στόν ἀνώδυνο λυρισμό

ναί στά αἰχμηρά πράγματα

στήν ἀπαράμιλλη λάμψη τῆς ἀπόλυτης γύμνιας

στούς ἀδάμαντες τῶν δακρύων

ναί στό ζεστό

παντοδύναμο

κατακόκκινο αἷμα.

ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ᾿60

Ἀνάμεσα στό φαρμάκι τῆς ὀχιᾶς

καί τοῦ λύκου τό δόντι

μές στήν ὁμίχλη καί τό φόβο

μές στόν πανικό

καί ὑπό τό βλέμμα πάντα τῶν χαφιέδων

γνωρίσαμε τόν κόσμο ἐμεῖς.

Γιά τοῦτο εἶναι τά λόγια μας φτωχά,

δίχως ἐξάρσεις, δίχως μουσική,

κι οἱ στίχοι μας αἱμορραγοῦν συνήθως.

ΤΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ

Ἄς γράψουν ἄλλοι γιά τό ἔργο σου, ἄς ποῦν

γιά τήν Κυρά-Λισάβετ, τήν Παρέλαση,

τό Τελευταῖο σου καταφύγιο, τόν Σκαρίμπα.

Ἁρμοδιότεροι ὑπάρχουν, νά τό κάνουν.

Σ᾿ ἐμένα πέφτει ὁ κλῆρος νά θυμίσω

τήν ἄλλη σου διάσταση, τή θρυλική,

δόξα καί καύχημα τῶν μακεδονικῶν γηπέδων.

Πρωταθλητή τῶν πόνων, σέντερ φόρ

οἱ μαγικές σου ντρίπλες δέ θά ξεχαστοῦν

τό ψυχωμένο παίξιμό σου καί τά γκόλ

ἐνάντια στήν ὁμάδα τοῦ Θανάτου.

Ἤσουνα τό ἴνδαλμά μου.

Ἐσύ

στήν πρώτη ὁμάδα, χαρισματικός,

κι ἐγώ ἀναπληρωματικός, νά περιμένω.

Στίς προπονήσεις προσπαθοῦσα νά σέ μιμηθῶ

κι ἀπό τόν πάγκο σέ καμάρωμα τίς Κυριακές

καί ζητωκραύγαζα σέ κάθε ἐνέργειά σου.

Τώρα, πού ἦρθε ἡ ὥρα μου νά καθιερωθῶ

-δυόμισι χρόνια παίζω ἀνελλιπῶς

στήν πρώτη ὁμάδα-

ὁρκίζομαι σέ στάση προσοχῆς

τή θέση σου νά μήν ντροπιάσω, παλικάρι.

ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ,

ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ, ΚΥΡΙΕ

Ἄν πρέπει νά τελειώνει, νά τελειώνει, Κύριε-

δέν διαφωνῶ ἐπί τῆς οὐσίας πιά

δέν διαμαρτύρωμαι.

Ὅμως ἀλλοῦ

ὑπέροχα, μέ μιάν ἀ ν α κ ο π ή, συνοπτικός

-ποῦ τέτοια τύχη γιά μᾶς τούς παρακατιανούς,

γιά τή φτωχολογιά Σου- κι ἀλλοῦ

νά τόν ἀφήνεις νά ἐκτραχηλίζεται

νά ἀμαυρώνει τή φήμη Σου στούς αἰῶνες

ἐξαντλώντας ὅλες τίς διαδικασίες

περιφέροντας τήν ἀπόφαση ἀπό γραφεῖο σέ γραφεῖο

μή καί λείψει καμιά ὑπογραφή οἰμογῆς

καμιά σφραγίδα πόνου-

ὁ Λιγδιάρης;

ΤΟ ΓΟΡΓΟΝ ΚΑΙ ΧΑΡΙΝ ΕΧΕΙ

«Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis

vidi in ambulla pendere, et cum illi pueri dicerent:

Σίβυλλα τί θέλεις; respondebat illa: ἀποθανεῖν θέλω.»

Μωρέ ὄχι μόνο ἀποθανεῖν

ὄχι μόνο θελω

ἀλλά καί πάραυτα

καί ἐκλιπαρῶ ἀποθανεῖν,

καί ὄχι γιατί γέρασα τάχα

καί χαλεπόν τό γῆρας καί ἄλλα τέτοια

-σωστά, σωστότατα βεβαίως, πού φθέγγονται

ὅσοι τά ζήσανε ἐντούτοις τά χρονάκια τους-

ἀλλά γιατί

τό σῶμα εἶναι φτωχό καί δέν ἀντέχει

ἔλιωσε πιά

καί ἡ ψυχή -ἄ, ἡ ψυχή- κι αὐτή ἀνθρώπινη εἶναι

καί κάποτε λυγίζει

κι ἔχει, μέ τά λιανά χαράκια της

ὑψώσει ἤδη

λευκή σημαία.

(Τό χιόνι καί ἡ ἐρήμωση)

Γιολάντα Πέγκλη

(1934)

Ἔργα της σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Τῆς γλυκιᾶς πατρίδας, Μαυρίδης, Ἀθήνα 1996, Ἐκλογή ποιημάτων (1964-1996), Μαυρίδης, Ἀθήνα 1996. Ἄς σταθοῦμε ἐδῶ, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2004.

Διάφορα: Ἐπιστολές τοῦ Τ.Κ. Παπατσώνη στή Γιολάντα Πέγκλη, Πρόσπερος, Ἀθήνα 1994.

 

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Δημήτρης Κονιδάρης, ἐφ. «Ἐνημέρωση», 18.5.1994. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία τοῦ ἰδίου, Ἡ Δεύτερη μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Δ.Μ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1760. Ἀλέξανρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 344-355.

ΗΡΩΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Αὐτή ἡ γωνιά εἶναι ὅ,τι πρέπει

γιά νά φυλαχτῶ ἀπ᾿ τά ρεύματα

καί νά πιῶ μέ αὐτοπεποίθηση τόν καφέ μου.

Γιά νά φθάσω ὅμως ὥς ἐκεῖ

πρέπει νά δοκιμαστοῦν οἱ ἴλιγγοί μου

σέ πόρτες μάταια περιστρεφόμενες

γύρω ἀπ᾿ ὅ,τι γελοῖον καί τό νόημά τους

καί νά κολυμπήσω στούς καθρέφτες τῶν διαδρόμων

μέ πανωφόρι καί χαρτοφύλακα.

μοῦ συμβαίνει αὐτό·

κάτι πού φαντάζομαι ἁπλό

εἶναι τελικά ἕνα δάσος

ἀπ᾿ τό ὁποῖο πρέπει νά βγῶ

γιατί πῆραν κιόλας φωτιά τά πρῶτα δέντρα

πλησιάζουν οἱ φλόγες τίς εὐκαιρίες πού ἐπινόησα

γιά νά λιαστῶ σάν τεμπέλης σπόρος

κάποιες ἀπ᾿ τίς ἱστορίες μου ν᾿ ἀνατρέψω

-πῶς ἀλλιῶς νά ὀνειρευτῶ;

Μ᾿ ἔκανες νά γελάσω ἀλλά δέν μοῦ ἔδωσες χαρά

αὐτό νά πεῖς

τό κακό εἶναι πώς ἡ διήγηση κοιτάζει πίσω

σ᾿ ἕνα φύλλο χαρτί στοιβάζει

τήν καταστροφή τῆς ζωῆς μας

τό ἐπιμύθιό της τό καταδικάζει σ᾿ αἰώνια λησμονιά.

Τά εἶχα ὅλα ἐπειδή τά σπαταλοῦσα ὅλα

κι ἄχ! τί ἀξίζειι ὅσο ἐκεῖνο τό

ἔτσι, γιά ἕνα τίποτα;

Ἑκατομμύρια ἥλιοι, τό φαντάζεσαι;

Παρακαλῶ, νά μέ θάψετε μέ τό βιολί μου!

Ἡ μοῖρα, βλέπεις, δέν ἐξευμενίζεται

οὔτε μέ τό μαχαίρι πού λακωνίζει

χωρίς νά φιλοσοφεῖ

οὔτε πού μέ τό κεφάλι κάτω

οἱ νυχτερίδες ὧρες

ξαναβρίσκουν τόν λυγμό στό ἴδιο μέρος

πού τό εἶχαν ἀφήσει πρίν ξημερώσει.

Ὅθεν, ἀνοίγω τήν ὀμπρέλα μου,

τίς ἰδιωτικές μου στιγμές

σάν ἱερό ζῶο μέ ἀσυλία ὅπως ὅπως διασώζω

ἔρχομαι

νά μέ κρατήσεις ἀγκάθι πού ἀνθίζει

μιά φορά τό χρόνο

-μπορεῖς;

ΑΣΥΓΧΡΟΝΙΑ

ΙΙΙ

Θά ἔχουν λακοῦβες αὐτά πού ὀνειρεύομαι

δέν δικαιολογεῖται πού ξεκινῶ τή μέρα μου

μέ τά πόδια σακατεμένα

θά ἔχουν πηγάδια, πνιγμένους περιπτεράδες

ἀλλιῶς πῶς ἐπιστρέφω

μέ τήν ἐφημερίδα μούσκεμα.

Ἤ, ἄν διευρύνω τά πάθη μου,

καί χρεωμένη ὥς τό λαιμό

καί ὀρθοστασία στά ταμεῖα

σέ προσπερνῶ ἐπειδή μέ κυνηγοῦν

ἤ γιά νά πηγαίνω πιό πέρα;

Ἀφήνουν ἕνα θάμπος τά ὁριζόντια εὑρήματα,

οἱ ἀγάπες πού σέ κάνουν καί κλαῖς

ἔχουν χρωματιστά πουλιά καί κορδέλες

ἄς μήν εἶναι δῶρα

περνοῦν ζωές καί ζωές

ὥσπου νά γίνεις ἕνας εὐτυχισμένος τρελός

ἀρκεῖ νά μήν τό ξέρεις·

οἱ ὧρες αὐτές μοῦ ἀνήκουν

τόσες φορές τά νερά τῆς συντριβῆς τους

μέ ἔλουσαν.

ΤΟ ΑΦΑΝΕΡΩΤΟ

Βυθίζομαι στό στῆθος σου

ὅπως τό ἀθῶο ζῶο στό σανό του

δέν προσφέρεται ἡ δειλία μου

νά παίξω στή μεγάλη σκηνή

τήν ἐπίλεκτη λεία

γλείφω, ἀλλά ὄχι εὐγνώμων, τό κόκκαλό μου

κακόμοιρα πάθη, πολύ νωρίς γιά γεράματα.

Ὡστόσο

ἐκδικεῖται ἡ μειοψηφία

μέ τήν ἀκαμψία της

καί μάλιστα χωρίς βικτωριανό κολάρο.

Ξέρει νά κρύβεται

στήν οὐσία της

στἠν ἀπουσία της

μέσ᾿ ἀπ᾿ τούς κρυφούς της δρόμους

ν᾿ ἀνεβαίνει στό πρόσωπο

καί νά τό ραγίζει

ἄς μοιάζει

ὅπως κάθε πόρτα πού κλείνει βίαια

μέ ἀπονιά

Ὄχι τί γράφω.

Τί διαβάζεις.

ΤΕΛΙΚΑ ΖΩ ΘΑ ΠΕΙ ΘΥΜΑΜΑΙ

Τελικά ζῶ θά πεῖ θυμᾶμαι

ἄς εἶναι ἡ λεηλασία τέτοιων ρημάτων παροιμιώδης

οἱ διηγήσεις μου ἀκατάστατες

βρέξει χιονίσει ἐγώ, στό πόστο μου

κι ἄν τό πῶ ρητορικά, στόν προορισμό μου.

Αὐτό τό σκαμνί, τό βλέπεις;

μποροῦμε νά καθόμαστε ἐκ περιτροπῆς

νύχτες ἰδίως πού μεγαλώνομε τόσο παράλογα

ὥστε διανύομε μίλια

νά ξαναχωρέσομε στήν ἡλικία μας.

Ἐγώ τό ᾿φτιαξα.

Τό παράθυρο ἐπίσης, ἄς εἶναι βορινό,

συχνά κάνομε πράγματα μέ μπορντοῦρες ἀκλόνητες

ἴσα ἴσα γιά νά μᾶς παιδεύουν.

Πιάνουν τά χέρια μου.

Ὄχι κεντήματα καί τέτοια.

Ἀντρικές δουλειές (ὅπως λέν οἱ ἄντρες)

ζόρι, χαμαλίκι, ἀτυχήματα, σέ ὅλα μέσα,

πῶς νά γίνει ἡ μέρα ἀληθινή;

πῶς νά ξεπέσεις, ἀλλά

σέ διαστάσεις ἰδεολογίας;

Καιροί πού μπάζουν ἀπό παντοῦ

ἀπ᾿ ἐκεῖ πού κατοικεῖς

ὥς ἐκεῖ πού σέ λησμονοῦν νυχτώνει

ὥρα νά δεχτοῦμε τά ὅριά μας

μέ ταπεινοφροσύνη

οὔτε ζύμη σιωπή πού πλάθει τίς σημασίες

οὔτε  τήν κρίσιμη στιγμή τραυματιοφορέας.

(Ἄς σταθοῦμε ἐδῶ)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

         Π. Σωτηρίου

(1939)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Ὡσάν ποιήματα (ἡ συνέχεια), ἰδιωτική ἔκδοση, Θσσαλονίκη 2008.

Μελέτες: Ἡ πιό μεγάλη ἀνάμνηση. (Ἡ «λογοτεχνική τύχη» ἑνός κατοχικοῦ βιώματος στό μυθιστόρημα Ἡ μεγάλη πλατεία τοῦ Νίκου Μπακόλα), Ἀθήνα 2007.

Ἄλλα βιβλία: Ἀνδρέας Κάλβος, Μικρές Ὠδές καί ἄλλα ποιήματα, ἐπιμέλεια Παναγιώτης Σ. Πίστας, Σύγχρονοι Ὀρίζοντες, Ἀθήνα-Θεσσαλονίκη 2002.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γιῶργος Ἀράγης, «Ἡ δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τῶν ποιητῶν τῆς Θεσσαλονίκης (καί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς)», στόν τόμο Ἡ Ποίηση τῆς Θεσσαλονίκης στόν Εἰκοστό Αἰώνα, πρακτικά συνεδρίου, ἐπιμέλεια Περικής Σφυρίδης, Θεσσαλονίκη 2003, περ. «Παρέμβαση», τ. 145, Κοζάνη 2008. Βενετία Ἀποστολίδου, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τόμος 9ος, Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 2004, σ. 214. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ποίησης, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 454-457.  Α. Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1810.

ΠΑΛΑΙΟΙ ΚΑΙ ΝΕΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Ἀπόμειναν λοιπόν μόνο ποιήματα κι ἀσπρόμαυρες φωτογαφίες

Κι οἱ ἄνθρωποι πού πηγαίναν κάποτε

στίς πρωινές παραστάσεις μέ ἐλαττωμένες τιμές

καί στό γήπεδο ἔκοβαν εἰσιτήριο ὀρθίων

Χαμένη γενιά κι αὐτοί, χαμένη, σκορπισμένη τάξη

Τά ὄμορφα μελετηρά κορίτσια πού μέ τό χρῶμα τῶν γονάτων

τους

μοιραζόμασταν τό φῶς τῶν παραθυριῶν

ἐκεῖνα τά παλιά ἀπογεύματα

Δέν πιστεύουμε λοιπόν πιά, μόνον ἀγαπᾶμε

Κι αὐτοί πού παραμένουν πιστοί στούς ποιητές

ἤ σ᾿ ὅ,τι ἄλλο πρωτοαγάπησαν

νοσταλγώντας τίμιες κι εὐτυχισμένες χρονιές

πού δέν εἶχαν δίκαιη συνέχεια

γράφοντας στίχους πού μένουν ἀμετουσίωτοι

καί συνεχῶς ἐπαναλαμβάνονται

Χαμένη γενιά κι αὐτοί, σάν μιά χαμένη, σκορπισμένη τάξη

Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΚΩΝ

Ὅπως διηγοῦνται ἄνθρωποι παλαιοί, πού τά εἶδαν ὅλα αὐτά ἐκ

τοῦ φυσικοῦ ἤ ἀπό τήν τηλεόραση, «μετά τήν ἀνέλπιστον σωτη-

ρίαν τοῦ παραπαίοντος σκάφους, ποντικοί ἤρχισαν νά ἐπανέρ-

χωνται εἰς αὐτό, μή θέλοντες νά λείψουν ἀπό ἐνδεχόμενον νέον

ἀπόπλουν. Κατά δέ τήν ἐπάνοδόν των ἔγλειφαν εἰς ἔνδειξιν

ἀφοσιώσεως τούς γυμνούς πόδας τοῦ ὡς ἐκ θαύματος διασωθέ-

ντος καπετάνιου…»

ΟΙ ΣΥΜΠΑΙΚΤΕΣ

Κατά τόν τρόπο τῶν παλαιῶν ποιητῶν

Ὅταν στά τελευταῖα λεπτά

ἀνιαροῦ καί μίζερου παιχνιδιοῦ

ἡ ξαφνική ἀντεπίθεση ἔχει γίνει

καί ὑψώνεσαι μετέωρος

ἕτοιμος νά βρεθεῖς στήν τροχιά τῆς μπάλας

ξέχασε τίς κλωτσιές πού ἔφαγες

τίς μπαλιές πού δέν πῆρες

τίς πάσες πού μοίρασες ἄσκοπα

καί βάλε τό γκόλ

ὄχι γιά νά τούς ξεσκίσεις τά δίχτυα

-τί φταῖνε οἱ ἀντίπαλοι-

οὔτε γιά νά κερδίσεις τόν ἀγῶνα

-πού μπορεῖ νά εἶνα καί πουλημένος-

ἀλλά γιά νά μήν πάει χαμένη

ἡ ὡραία αὐτή σέντρα τοῦ συμπαίκτη σου

πού σέ ὁλόκληρο τό μάτς τήν ἀποζητοῦσες

ΕΠΕΤΕΙΟΙ

Ἡ τελετή τῶν γεναθλίων μιᾶς ἐπανάστασης διακοσίων χρόνων

τό τέλος μιᾶς ἄλλης πού ἔζησε καί γέρασε ἐν ἀμαρτίαις

ἤ τό ἐκ νέου ἄνοιγμα μιᾶς προσωπικῆς κενῆς Βαστίλης

ΝΕΑ ΩΔΗ

Τό ἴδιο φῶς πλουτίζει τίς λεωφόρους τῶν πόλεων

Βίαια κινοῦνται ἐκεῖ τά πλήθη τῶν νέων θρεμμένα

ἀπό τίς ἀκτίνες τῆς ἐλευθερίας τους

Οἱ ἴδιες ματιές χαϊδεύουν τούς μηρούς καί τά στήθη

τῶν λαμπρῶν κοριτσιῶν

Εἶναι εὐτυχεῖς οἱ γενιές πού δέν γνώρισαν τή μάστιγα

τῶν ἐχθρῶν ἤ τῶν τυράννων;

Βροντοῦν ἀκόμη οἱ θεοί στίς κεφαλιές τῶν ἀχαρίστων;

Χόρτασε τό δράπανο τοῦ πλούτου νά θερίζει τά στάχυα

πού ὁ ἱδρώτας μας ὡρίμασε;

Λιγοστοί χτυποῦν ἀκόμη τή χαβαλέα λύρα τους

Γύρω τους συμπάτριδες ἀπαρνοῦνται τόν ἑαυτό τους

Κι ἀμέριμνα τρέχει ἀνεύθυνος ὁ λαός πρός τόν ἀφανισμό του

(Ὡσάν ποιήματα (ἡ συνέχεια))

                       Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου

(1930)

Ἔργα της σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Ἡ σκοτεινή διάκεια τῶν ἡμερῶν, Διαγώνιος,  Θεσσαλονίκη 1993. Ἐπιλογές καί σύνολα (συγκεντρωτική ἔκδοση), Νησίδες, Σκόπελος 2001. Σαλκίμ, Νεφέλη, Ἀθήνα 2001. Σεντόνια τῆς ἀγρύπνιας, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2006.

Πεζογραφήματα: Συνοικισμός σιδηροδρόμων, Κέδρος, Ἀθήνα 1998. Στό δωμάτιο, Νεφέλη, Ἀθήνα 1999. Ἡ παραίτηση, Κέδρος, Ἀθήνα 202. Οἱ μικρές χαρές, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2005.

Δοκίμια: Δοκίμια καί δοκιμασίες, Νησίδες, Σκόπελος 1999.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἀνέστης Εὐαγγέλου, περ. «Ἐντευκτήριο», Θεσσαλονίκη, τ. 25. Χειμών 1993-1994. Χρῆστος Ἠλιόπουλος, περ. «Μανδραγόρας», τ. 6-7, 1993. Ἀλέξανδρος Κοσματόπολος, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 53. Θεσσαλονίκη, 2001. Βασίλης Πάγκαλος, εφ. «Μακεδονία» 10.6.2001. Μαρία Κουγιουμτζῆ, περ. «Ἐνευκτήριο», τ. 56, Θεσσαλονίκη, 2002, περ. «Ἕνεκεν», τ. 80-90 2007.  Κώστας Γ. Παππαγεωργίου, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία τοῦ ἰδίου, Ἡ δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης Ἀθήνα 2002. Γιώργης Μανουσάκης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1760, 2003. Στυλιανή Παντελιά, «Πόρφυρας», τ. 104, Κέρκυρα, Ἰούλ.-Σεπτ. 2002. Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 15.10.2006. Ντάντη Σιδέρη-Σπέκ, περ. «Ποίηση», τ. 28, Δεκέμ. 2006. Ἄννυ Κουτροκόη, περ. «Νέα Πορεία», τ. 623-624, Θεσσαλονίκη, 2007. Α.Ζ, Θ.Κ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1079. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 258-261 καί τόμος Η΄, 2007, σσ. 123-124. Παντελής Ἀπέργης, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 79, Θεσσαλονίκη, Ὀκτ.-Δεκ. 2007. Θανάσης Μαρκόπουλος, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1808, 2008.

Ποιήματά της μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ἰσπανικά, Ἰταλικά, Ρουμανικά, Σερβικά, Σλαβομακεδονικά.

Ἀφιερώματα: Περ. «Πλανόδιον», τ. 35 Δεκ. 2002, (Κώστας Σοφιανός, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, Νατάσα Κεσμέτη). Περ. «Πάροδος», τ. 19, 2008, (Μαρία Κέντρου-‘Αγαθοπούλου, Κωνσταντίνος Βάσσης, Λένα Κωνσταντέλλου, Βασίλης Ἰωαννίδης).

Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ

Ἄν μπεῖς κρυφά νά κλέψεις ρεπανάκια

Ἀπ᾿ τό μπαξέ τοῦ πεθαμένου γείτονα

Καί κεῖνος σηκωθεῖ μέσα στή νυχτα

Καί σοῦ προσφέρει οὖζο ἐλιές ψωμί κρεμύδι

Ἄν σοῦ χαμογελάσει ἐγκάρδια

Καί βγάλει ἀπό τίς τσέπες του μιά ρέγγα καπνιστή

Μιά τσούσκα μιά ντομάτα ἕνα ἀγγουράκι

Ὅπως ὁ μάγος βγάζει περιστέρια ἀπ᾿ τό καπέλο του

Ἄν φέρει ἕνα γραμμόφωνο

Καί ρίξει μιά γυροβολιά

πάνω στό μαῦρο του τακούνι

Καί τρίξει τό λουστρίνι του σαν πένθιμο τριζόνι

Ὄχι μήν πεῖς στό γείτονα

Ἔντρομος μήν τραπεῖς σέ φυγή

Μή δείξεις κάν σημεῖο δυσαρέσκειας

Γιατί οἱ πιό φιλόξενοι οἱ πιό αἰσθηματίες

Εἶναι οἱ πεθαμένοι στούς μπαξέδες

ΜΑΘΗΜΑ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑΣ

Ὑπόνοια τοῦ προσώπου στήν ἀρχή

Μόλις νά διακρίνεται ὁ πόνος

Ἕνα τόσο ἁπαλό στίς παρειές

Κάλυψη –τεχνηέντως- μιᾶς πληγῆς

Μέ ἀφορμισμένης τύψης ὑλικό

Βάλε κάτι σάν ρόζ γιά τή νεότητα

Πού πάντα ὑπολανθάνει

Στή θέση τῶν χειλιῶν τό σάπιο μῆλο

Μόλις νά δείχνει τό νεκρό χαμόγελο

Στά μάτια

Βάλε ἕνα χρῶμα ἐκτυφλωτικό

Ὥστε νά κρύβει καί τό ἐλάχιστο ἔρεβος

(Ἡ σκοτεινή διάρκεια τῶν ἡμερῶν)

ΣΑΛΚΙΜ

Δέν πῆγε νά δεῖ ὅταν χτίζονταν τό σπίτι

Ἦταν μιά πεθαμένη –ποῦ θά κατοικοῦσε-

Ἔπρεπε νά τό εἶχε ἐπισκεφθεῖ προτοῦ

Ὁ ἐργολάβος σαθρά θεμέλια νά ᾿χε στεριώσει

Τί πόρτες τί παράθυρα τί φεγγίτες

Φυσοῦσαν τό χῶμα ἀπ᾿ τά μαλλιά της

Σάν Εὐμενίδες πού γιά χάρη της τραγουδοῦσαν

«Ἔτσι εἶν᾿ ἡ ζωή μικρό μου πάντα ἔτσι εἶν᾿ ἡ ζωή»

Ἀπό τήν ὀροφή χρόνια ἔπεφτε πολύ τσιμέντο

Τήν ἔχτιζε βαθιά στοῦ ὑμέναιου τόν τάφο

Ἐνῶ ἐκεῖνο τό σαλκίμι σικλαμέν

Γιά κείνη χύνονταν ἀπάνω στή βεράντα

Τό ἄρωμά του ὥς τό κρεβάτι της εἰσχωροῦσε

Σέ πλήρη ὀργασμό –θανάσιμο

ΙΝΣΤΑΝΤΑΝΕ

Μόνη ἡ κυρία στό μπαλκόνι

Πίνει τήν κόκα κόλα της

Τί τήν δροσίζει;

Ὅλα τά ἀπέναντι κλειστά

Δέν ἔχει τίποτε νά δεῖ

Καί ἡ ζέστη κάνει τήν κυρία πιό μόνη

Πέφτει συχνά τό βλέμμα της

Στό κέντημα τοῦ τραπεζιοῦ

Στά δαιδαλώδη σχέδια

Τῆς ἔρχεται μιά ἀρχαία ζάλη

Ὅταν ὁ ἀγκώνας της ὁλισθαίνει ἀπ᾿ τό τραπέζι

Τρομάζει

Ἐπειδή τό ὄνειρο πού πάει νά δεῖ

Εἶναι ὅτι ἄξαφνα τήν παίρνει ὁ βαρδάρης

Μαζί μέ τό μπαλκόνι της

Βέβαια θά προτιμοῦσε ἕνα βαρκάρη

Πού κάποτε τήν πήγαινε ἀπ᾿ τή θάλασσα

Στήν ἀπέναντι ἀκρογιαλιά

Κι ἔβρισκε ἐκεῖ τόν ἐραστή της

Νά τήν περιμένει

Μέσα σέ μιά γαλάζια παραζάλη

ΚΑΘΕΥΔΕΙ

Στή μνήμη τῆς Ζ.Κ.

Ἐννέα καί πλέον ἡμέρες καθεύδει

Πορεύεται ἀλλιῶς μέσα σέ ἐννέα καί πλέον μοναξιές

Σέ μιά ἄλλη πορεία ἀνοίγει δόμους

Ὁδοιπορώντας ἐκεῖ τῆς ἀνοίγονται δρόμοι διφορετικοί

Ἐκείνη ἀνοίγει τό δρόμο

Βγαίνει ἀπό τό σπίτι της πρωί πρωί

Ἀπ᾿ τήν ὁδό Γραβιᾶς ξανοίγεται πρός τή θάλασσα

Μέ βήματα ὁριστικά πεζοπορεῖ

(Παπούτσια μαλακά χαμηλά ἀθόρυβα)

Γλάροι τή χαιρετοῦν μέσα ἀπ᾿ τά γαλανά νερά

Πηγαίνει παραλιακῶς στήν ἀγορά –μονάχη-

Ἀπ᾿ τόν δικό της βιβλιοπώλη ζητάει

Τό ἀζήτητο τῆς δικῆς της ἀναζήτησης

Στήν ἀγορά Μοδιάνο μπαίνει ἀπαραιτήτως

Γιά νά θαυμάσει τά φροῦτα καί τά λαχανικά

«Τί ἐπιθυμεῖ ἡ κυρία;»

Γυρίζει ἀλλοῦ τό πρόσωπό της

Ἐκείνη στέκεται πιό πολύ

Γιά τῶν σχημάτων καί τῶν χρωμάτων

Τήν ἔκσταση

Καί γιά κείνη τήν ἀκόρεστη εὐωδιά τους

Πού τήν μεθάει ἡδονικά

Ἀργότερα μπαίνει στό δικό της «ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ»

Νά πιεῖ ἕνα τσάι μέ λίγο κονιάκ

Νά ξεκουραστεῖ ἀπό τήν πολλή ὀμορφιά

Ὕστερα παίρνει τόν δρόμο

Πού δέν τήν ἐπιστρέφει πιά στό σπίτι.

(Σλκίμ)

ΟΝΤΟ-ΛΟΓΙΚΑ

2

        Ὁ νεκρός ἔχει τό αἷμα σου

Ποιός ξέρει τί μέρα θά φυτρώσει αὔριο

Ποιοί ὀδόντες θά τρίξουν στήν ἔρημη μυλόπετρα

Κίτρινη σκόνη στά ὡραῖα μαλλιά σου

Σβησμένη βροχή ἀπ᾿ τήν πυρκαγιά σου

Τί μαχαίρι στά δόντια

Κίνδυνος θάνατος γιά τό μικρό καλοκαίρι μου

Ὁ νεκρός ἔχει στό αἷμα σου ἔχει τή μελαγχολία σου

Στά παλίμψηστα δέντρα ἐνεδρεύει ὁ πυροδότης

Ὁσία μου ὑπόσχεση μοιάζεις μέ προδοσία

ΛΑΜΠΕΡΗ ΑΣΑΦΕΙΑ

Ποιός πιστεύει σ᾿ ἕνα φιλί πού ἀκόμα εὐωδιάζει;

Ὤ ἕνα φιλί δέν εἶναι παρά ἕνα ὑγρό μυστικό

Μουσική σκοτεινή ὅταν ἀκούγεται τό βράδυ

Πηγαίνει καί χάνεται μές στόν ἀχό

Μιᾶς λαμπερῆς ἀσάφειας καί μένει ἐκεῖ

Λυπημένη καί μόνη

Ποιός παρακαλεῖ ποιός κλαίει κρυφά

Γιά τό χαμένο νόμισμα –νεκρό

Κλειδί γιά νά κλειδώσεις τήν πληγή

Δέν ἔχεις καί τραλαλά πηγαίνεις

Στά ρηχά νερά με τίς ἐλαφρές πέτρες

Τίς ἄδειες μποτίλιες τά ὀξειδωμένα σύρματα

Σκουπίδια ἐρτζιανά μέ σαπίζουν ὥς τό στόμα

Τά κύματά σου λάμνουν ὀκνά

Πάνω ἀπ᾿ τή φωτεινή μου ἄβυσσο

Ἀπό ὥρα σέ ὥρα κι ἀπό φιλί σέ φιλί

Δέν ξέρεις τί φίδια θά φυτρώσουν στήν αὐλή σου

(Σεντόνια τῆς ἀγρύπνιας)

Ἀνδρέας Ἀγγελάκης

(1940-1991)

          Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γιάννης Κοντός, Τά εὐγενή μέταλλα, Κέδρος, Ἀθήνα 1994. Δημήτρης Πλάκας, περ. «Ὁδός Πανός», τ. 93-94, 1997. Γιάννης Βαρβέρης, Σωσίβια λέμβος, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1999. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης,  Ἀθήνα 2002.  Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 8-9. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 278-282.

         Κυριάκος Χαραλαμπίδης

(1940)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Μεθιστορία, Ἄγρα, Ἀθήνα 1995. Δοκίμιν, Ἄγρα, Ἀθήνα 200. Αἰγιαλούσης ἐπίσκεψις. Ἕνα ποίημα καί ἕνα σχόλιο, Ἄγρα, Ἀθήνα 2003. Κυδώνιον μῆλον, Ἄγρα, Ἀθήνα 2006.

Δικίμια: Ὀλισθηρός ἱστός, Ἄγρα, Ἀθήνα 2009.

Μετάφρασε: Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ τρεῖς ὕμνοι, Ἄγρα, Ἀθήνα 1997.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Μιχάλης Τσιανίκας, περ. «Ἀκτή», τ. 20, Λευκωσία, 1994. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 31.5.195, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 14.12.1997 Ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 6.10.2000. Νίκη Κώτσιου, περ. «Διαβάζω», τ. 357.11.1995. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 9.5.1995. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 22.8.1995, (τώρα καί στό βιβλίο του Ἀνισόπεδες διαβάσεις, Πατάκης, Ἀθήνα 1999). Λευτέρης Παπαλεοντίου, περ. «Διαβάζω», τ. 257, 1995, ἐφ. «Ἡ Σημερινή», 23.7.1995, περ. «Μικροφιλολογικά», τ. 13, Λευκωσία 2003. Θ.Δ. Φραγκόπουλος, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1637, 1995. Μιχάλης Πιερής, περ. «Ὁ Πολίτης, τ. 7, 1995, περ. «Ποίηση», τ. 6, 1995. Σάββας Παύλου, περ. «Ἀκτή», τ. 25, Λευκωσία 1995. Μάρη Θεοδοσοπούλου, ἐφ. «Ἐποχή», 13.10.1996. Ὄλγα Σελλᾶ, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 17.11.1996. Μάριος Βύρων Ραΐζης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1679, 1997.  Γιῶργος Μπλάνας, περ. «Ποίηση», τ. 17, 2001. Anna Maria Gull, Πρακτικά Α΄Συμποσίου Μεταφραστῶν Κυπριακῆς Λογοτεχνίας, Λευκωσία 2001, σσ. 143-148. Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία τοῦ ἰδίου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002.. Δήμητρα Παυλάκου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 23.5.2006. Εὐριπίδης Γαραντούδης, ἐφ. «Τά Νέα», 15-16.7.2006.. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 2340-2341. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 264-268.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Σουηδικά, Φιλανδικά.

Ἀφιερώματα: Περ. «Θέματα Λογοτεχνίας», τ. 12, 1999, (Χρίστος Ἀλεξίου, Ἔρη Σταυροπούλου, Κυριάκος χαραλαμπίδης). Περ. «Ἡ Λέξη», τ. 163, 2001, (Γιάννης Δάλλας, Λουίζα Χριστοδουλίδου, Κυριάκος Χαραλαμπίδης). Περ. «Πόρφυρας», τ.124, Κέρκυρα 2007, (Σπύρος Α. Εὐαγγελάτος, Σ.Ν. Φιλιππίδης, Γιῶργος Κεχαγιόγλου, Μ.Γ. Μερακλής, Ἀνθούλα Δανιήλ, Λευτέρης Παπαλεοντίου, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Νάκης Σκορδίλης, Κώστας Μπαλάσκας, Μιχάλης Τσιανίκας, Δώρα Μέντη, Ζήνων Ζαννέτος, Εὐριπίδης Κλεόπας, Ἀνδρέας Βοσκός, Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια, Λουίζα Χριστοδουλίδου, Ἀγάθη Γεωργιάδου, Martin McKinsey, Ἀνδρέας Χατζησάββας, Σάββας Παύλου, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Νίκος Πετράκης, Χρῆστος Σιοπαχάς, Γιῶργος Κ. Μύαρης).

ΠΡΟΣ ΠΥΡΟΤΕΧΝΟΥΡΓΟΝ

 

Ὄχι, δέν εἶναι γιά τά στρατηγικά συμφέροντα. Εἶναι γιά νά

διαφυλάξουμε τήν ἀνεξαρτησία τοῦ Κουβέιτ. Ἔχετε ἀκούσει

τά τελεταῖα χρόνια ἄλλη μεγάλη χώρα πού νά εἰσβάλει καί

νά κυριεύσει ἄλλη χώρα;      

                                              ΝΤΑΓΚΛΑΣ ΧΕΡΝΤ

(Ὑπουργός Ἐξωτερικῶν τῆς Βρετανίας)

Ἄν ἀποτείνετε σέ μένα τήν ἐρώτηση,

ὁμολογῶ πώς δέν ἔχω ἀκούσει.

Ἐξάλλου ἐγώ στήν Κύπρο κατοικῶ. Καί ποῦ νά ξέρω;

Ἐσεῖς μέ τέτοια περιωπή, γνώση καί μόρφωση

κι ὁμολογεῖτε ἄγνοια. Θά ᾿ταν ντροπή

νά καμωθοῦμε τούς πολύξερους κι αὐθαίρετα

νά ὑπερβοῦμε τά ὅριά σας· ὄχι, αὐτό δέ γίνεται.

Γνωρίζουμε τή θέση μας κάτω ἀπ᾿ τόν ἥλιο.

Τόν βλέπουμε συχνά μέ τήν ὀμπρέλα του

νά προχωρεῖ μεσούρανα, μοναχικός δουλέμπορος.

Ποιός ἔχει ἄλλωστε τό σθένος τό δικό του

νά συγχρωτίζεται μέ τόσους μαύρους;

Καί κεῖνοι, μά τήν Παναγιά, Ἐξοχότατε,

πανάρχαιο φῶς τρισμέγιστο σωρεύουν

σ᾿ ἕνα βουνάρι ἄχερα· ἐνθυμίζουν

τῶν ἄστρων καί τῶν νήσων Οἰνουσῶν

τῆς Μεσογείου τ᾿ ἀκατανόητα.

Κι ὁ ἥλιος ὁ δικός σας -μέ τήν ἄδειά σας-

θαυματουργός, μαζεύει τίς ἀκτίνες του

ἀρνούμενος πρωτότυπα νά γένει

-ὁ περινούστατος- φωτός κατοικητήριον.

Ἔτσι τό θέλουν τῆς ψυχῆς σας, φαίνεται,

οἱ βαμβακοφυτεῖες.

Νά εἶσαστε καλά

καί τέτοια νά μᾶς λέτε νά μαθαίνουμε.

Καί νά μᾶς δείχνετε, παρακαλῶ, τό φῶς

πάνω στό χάρτη, γιά νά ξέρουμε κι ἐμεῖς

τί πρέπει νά πιστεύουμε καί πότε.

Χωρίς ἐσᾶς , Ἀνατολή καί δύση

θά ᾿χανε λιγοστέψει καί χαθεῖ.

Θά εἶχε τοῦ κόσμου ἡ πίστη ξεραθεῖ

καί τά φρυγμένα χείλια τῶν ἀγγέλων

καί τά τρεμουλιασμένα δάχτυλά τους

δέ θά μποροῦσαν δίκτυα νά κρατοῦν.

Ἀλλά εὐτυχῶς ὑπάρχετε· γιά Πάντα.

Κι αὐτό πού μᾶς παιδεύει τό διαμάντι

πεδουκλωμένο μέ τό φῶς ἐκκρίεται

σάν τή ρητίνη ἀπ᾿ τό κορμί μας –βάρος!

Συγχώρεσέ μας τούς φτωχούς βλογιοκομένους.

κερνᾶμε καί καφέ· αὐτό μποροῦμε.

(Μεθιστορία)

ΤΡΕΣ ΠΟΡΤΕΣ

Στή Θεοφανώ καί τόν Δαίδαλο Κυπρή

Ἡ μία πόρτα εἶναι αὐτή. Κοιτᾶχτε πῶς ἐμβαίνω:

Τήν ἀνοίγω μέ τό κλειδί. Νά τό κλειδί. Κρατεῖστε

νά δεῖτε πῶς βαρεῖ. Στά μέρη τά δικά μου

τό λέγουμε «ἀννοιχτάριν». Θυμᾶστε τό τραγούδι:

«Ἀππήδησα τοῦ ποταμοῦ τζί ἐπάτησα ἀννοιχτάριν

τζί εἶπαν μου πώς ἐφίλησα τήν κόρην τοῦ μουχτάρη».

Ἡ μία πόρτα εἶναι αὐτή λοιπόν. Ἡ ἄλλη, ἀντιστέκεται,

τήν σπάζω, λές καί εἶμαι τεθωρακισμένο.

Νά καί τά ξύλα νά καί τα σανίδια.

Τά παραδείγματα πολλά καί γιά τίς δυό πότες.

Ἄς πάρουμε ἀπ᾿ τά ἕτοιμα, τήν ἐποχή πού ἦταν

οἱ Ἕλληνες κι οἱ Τοῦρκοι στά μαχαίρια.

Πρῶτο παράδειγμα: Ἕνας Τοῦρκος φεύγοντας

κατά βορρά λαλεῖ στό γείτονά του:

«Ἀνέστη, πάρε τά κλειδιά μου, τάιζε

τίς ὄρνιθες καί τά κουνέλια, πότιζε τά δεντρά μου».

Τό δεύτερο παράδειγμα: Στόν Καραβά ἕνας Ἕλληνας

ἔτρεχε ἀλαλιασμένος νά γλιτώσει

«γυμνός καί τετραχηλισμένος», ὅπως εἶπε

τό ἄστρο τῆς αὐγῆς πού τόν θωροῦσε.

Καί εἶχε ἀφήσει ἀλλόκοτο κλειδί

στήν πόρτα ἐπάνω. Κι ὅμως ἦταν πράξη

σωστή, κατά τή γνώμη μου· συλλογιόταν

πού ἄν ἔπαιρνε μαζί του τό κλειδί,

τοῦ ξένου ἡ χέρα θά ἔσπαζε τήν πόρτα·

τήν εἶχε μαστορέψει αὐτός περίτεχνα –

καί μέ τί μοῦτρα σπίτι θά γυρνοῦσε;

Τό τρίτο καί φαρμακερό παράδειγμα:Ἕνας Τοῦρκος

μέ τή χανούμισσά του πῆγε στήν κυρία

Μακρίδη, κερυνιώτισσα κυρά,

κλεισμένη σ᾿ ἕνα κώδωνα. Τῆς λέει:

«Σπίτιν σου τσόκ γκιουζέλ· δικόν μας τώρα.

Κανίσσιν ἔκαμέν μας το ἡ Μητέρα

Πατρίδα· τά κλειδκιά, κοκόνα, δῶσε,

τήν πόρταν, ζάβαλλί μου, νά γλιτώσεις».

«Δέν σᾶς τά δίνω τά κλειδιά, σπάστε τήν πόρτα!»

Καί τώρα, κύριοι ἔνορκοι, ἐρωτῶ:

Ποιός εἶχε ἀπό τούς τρεῖς τό δίκαιο πράξει;

Ἐκεῖνος πού μέ θέρμη καί φιλία

ἔδωκε τά κλειδιά στό γείτονά του

νά τοῦ ποτίζει τά κτηνά καί τά δεντρά του;

Ὁ ἄλλος πού ἀφῆκε τό κλειδί

νά μήν τοῦ καταστρέψουνε τήν πόρτα

πού μέ ἀγάπη ἐφύτεψε καί τέχνη περισσή;

Ἡ τρίτη, πού τή λέγαν Ἰουλία,

καί τό εἶχε κάλλιο νά ριχτεῖ στόν τάφο

μαζί μέ τό κλειδί της, ἔστω και ἄν

οἱ πύλες τοῦ Ἅδου καί οἱ αἰώνιοι μοχλοί

θά συνετρίβοντο ἀπό τόν Τοῦρκο;

(Δοκίμιν)

ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΙΟΝ

Ὁ βασιλιάς γεμάτος πορφυρώματα

τή νύχτα πού κοιμοῦνται τά νερά

κοιτάζει τ᾿ ἀμαυρά βουνά περίβλεπτα

καί περιστέρια πού ᾿χουν στά φατνώματα

ὀλίγα περισσεύματα ἡλίου.

Χαμαίζηλα πουλιά καί λόγιοι ἥλιοι

ἄστρα πολύπτυχα

καλλόκοσμα βουνά

γενετικά νερά

ἐνωτισθεῖτε.

Ὁποία παραμόρφωση τῆς φύσης

μές σέ χρυσή τῆς τέχνης κούνια νά κοιμᾶσαι!

Τοῦ Τόπ Καπί τό θαυμαστό μαργαριτάρι

στό μέλλον θέλει ἀπό τό χέρι ἀκυρωθεῖ

τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου τό δεξί.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΣΤΟ ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ

Κόσμος πολύς μαζώχτηκε ν᾿ ἀκούσει

τήν ποίηση στό Ἀττικό Μετρό·

Λογῆς λογῆς πολιτικοί καί καλλιτέχνες,

ἀκόμη καί ποιητές -ἀνάμεσά τους

καί μιά γυναίκα πού χωρίς τά χάλκινα

λωρία τῆς Σιωπῆς ἐκατρακύλα.

Τουλάχιστο μᾶς ἀποζημιώνει

τό βιολοντσέλο κι ἡ φτερούγα πού τό κάνει

νά βγάζει βόγκο ἐρωτικό, τήν ὥρα

πού ἀνεβοκατέβαιναν ὠτακουστές

οἱ ἐπιβάτες καί ρυθμίζαν τά ρολόγια τους

οἱ χελιδόνες τῆς ἰσημερίας.

Στιγμή ὅπου τό φῶς ἰσορροπεῖ

μέ τό σκοτάδι. Τοῦτο μαρτυρεῖ

καί τή μεγάλη προσοχή μέ τήν ὁποία

ὁ πιό καλός ἀκροατής (ἄγρυπνο μάτι)

τ᾿ ἀπορροφοῦσε ὅλα· ὄνομα: κιονόκρανο.

ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΜΗΛΑ

Τά κόκκινα μῆλα δηλώνουν

πώς ὅλα τά κοράκια εἶναι μαῦρα.

Γιά ν᾿ ἀποφύγουμε λοιπόν τά λάθη

τό ἀσφαλέστερο εἶναι νά στηρίξουμε

τήν ἀνακάλυψή μας σέ θεωρίες

πού πιθανόν νά μήν ἀποδεικνύονται.

Τά κόκκινα κοράκια εἶναι μαῦρα

ἐφόσον ραμφίζουν ἕνα μῆλο.

Τό μῆλο ἀδυνατεῖ (ὡσάν βαρήκοο)

τόν ἦχο τῆς τρομπέτας νά συλλάβει.

Δέν εἶναι δηλαδή σέ θέση νά ἐξηγήσει

ποιές ἀναμνήσεις βάφουν τό ὑποκείμενο,

ποιά μῆλα τήν είδή τῆς γλώσσας φθείρουν,

ποιοί ταραξίες ἐνεργοποιοῦν

τά λάθος ἐρωτήματα.

(Κυδώνιον μῆλον)

ΚΑΗΜΕΝΕ ΜΠΑΧ

Ὁ καημένος Μπάχ ὅλη τήν ὥρα

συρρίκνωνε τόν ἥλιο στό μπαστούνι του,

ἔπαιρνε κάτι βότσαλα καί τά ᾿ριχνε

στή λιμνοθάλασσα τῆς μουσικῆς του.

Τόσο πολύ γνοιαζόταν γιά τόν ἄνθρωπο

πού θά ᾿μενε ἀκόμα καί χωρίς

περούκα καί χωρίς κεφάλι ὁ Μπάχ

προσφέροντας ἐκεῖνο π᾿ ἀγαποῦσε.

Κάτι ψευδάγγελοι τόν κατηγόρησαν

ὅτι καθώς ἐγύριζε τό πε-

ρισκόπιο τῶν ἡδονῶν του (ἤχων του)

ρουθούνιζε σάν ταῦρος καί μασούλιζε.

Κάποιοι δέ πάλιν –ἀλιγάτορες νομίζω-

κουνώντας τήν οὐρά τους τόν τυμπάνιζαν.

Ὁ καημένος Μπάχ δέν ἤξερε ποιός εἶναι

ὁ ρόχθος τοῦ πελάου, δέν ἤξερε θαρρῶ

νά διατάζει τ᾿ ἄστρα καί νά γράφει

σ᾿ αἰσχυντηλό οὐρανό τό παραμύθι του.

Ὄχι πώς ἦταν παντελῶς ἀνάξιος.

Ἡ μουσική του –δόξα σοι ὁ Θεός!-

σόδειαζε κάθε χρόνο ὑπέροχα σπαρτά.

Καί τά κελάρια του εἶχαν λέει κρασί μελύρρητο

καί τά μποστάνια του ἄνθιζαν, μέ τό νεράκι

νά γαργαλᾶ τά πράσινα προγούλια τους.

Ἕνας πετιόταν φρύνος, ἕνας κύκνος,

μιά πεταλούδα δυόμισι ἡμερῶν.

Δυσμάς ἡλίου ἁλώνιζε τή νύχτα

χωρίς περικοπές… Καημένε Μπάχ!

(Περ. «Πόρφυρας», τ. 124, Κέρκυρα 2007)

 

 

 

 

 

 

                    Μάνος Ἐλευθερίου

(1938)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Τό νεκρό καφενεῖο, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1997. Ἡ πὀρτα τῆς Πηνελόπης, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2004.

Πεζογραφήματα: Τό ἄγγιγμα τοῦ χρόνου, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1994. Ὁ καιρός τῶν χρυσανθέμων, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2004. Ἡ γυναίκα πού πέθανε δυό φορές, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2006. Ἡ μελαγχολία τῆς παρίδας μετά τίς εἰδήσεις τῶν ὀκτώ, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2007. Ἄνθρωπος στό πηγάδι, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2008.

Ἐπιμέλειες: Ἐνθύμιον Σύρου, Γνώση, Ἀθήνα 1993. Τό θέατρο στήν Ἑμούπολη τόν εἰκοστό αἰώνα, Α΄τόμος, Δῆμος Ἑρμούπολης 1993, Β΄τόμος, Δῆμος Ἑρμούπολης 1995, Γ΄τόμος, Δῆμος Ἑρμούπολης 1998, Δ΄τόμος, Δῆμος Ἑρμούπολης 2000. Νεοκλασική Ἑρμούπολη, Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 2000. Ἑρμούπολη: μιά πόλη στή λογοτεχνία, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2004.

Ἐπιλογή βιβλιογραφίας: Μάριος Μαρκίδης, στό βιβλίο του, Τό μαῦρο καράβι, Ἐρατώ, Ἀθήνα 1994. Χρίστος Παπαγεωργίου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 8.1.1995, περ. «Περίπλους», τ. 48, 1999. Γιῶργος Βέης, περ. «Διαβάζω», τ. 388, 1998, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 14.1.1998. Γιῶργος Ξενάριος, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία, 22.3.2002. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 9.11.2004. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 612-613. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 273-277.

Ἀφιέρωμα: «Βιβλιοθήκη», ἔνθετο τῆς ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 7.5.2004 (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Γιῶργος Ξενάριος, Μάνος Ἐλευθερίου: συνέντευξη στήν Ἕλενα Χουζούρη).

ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΨΥΧΗ

Ὄχι μονάχα ἐκεῖνο πού εἴμαστε κι ὅ,τι ἀπόμεινε ἀπό μᾶς

ἤ ὅ,τι ἀγωνιζόμαστε νά φαίνεται

ἀλλά μαζί μας σέρνουμε καί τίς μορφές τῶν ἄλλων

πού μέ τά χρόνια γίνονται ἴσκιος ἀνάμνησης

μαζί μας σέρνουμε σημάδια καί κομμάτια τους

τό αἷμα, τήν ἀγάπη τους, τήν περιφρόνησή τους

τά πάθη καί τά μίση τους καί τήν ἐκδίκησή τους

αὐτά πού χάσαμε σέ τρόμους καί κινδύνους­-

ὅσα κερδίσαμε σέ μάχες βιαστικές, τυραννικές

κι ὅσες μᾶς ἔδωσαν χαρές περαστικές οἱ ἀθάνατοι.

Ἔτσι σιγά σιγά χτίζεται σῶμα καί ψυχή.

Ἔτσι σιγά σιγά τό πρόσωπό μας.

ΥΠΕΡ ΑΝΑΠΑΥΣΕΩΣ

Δέκα καί τέταρτο βραδάκι γιασεμιοῦ

κι οἱ ἀστυνόμοι ἀχνίζουν τρόμους καί θανάτους.

Γιά ποιούς ὑπήρξαμε;

Μόνο ἡ ἄνοιξη προνόησε γιά τούς χαμένους φίλους.

Ἤ μήπως ἦταν αὐταπάτη

ὅλα ἐκεῖνα πού κατάργησαν τούς στίχους μας

κι ἡ ὀμορφιά τους ἐξευτέλισε τά ἐγκώμια;

Βραδάκι γιασεμιοῦ καί μές στούς οἴκους ἀνοχῆς

παίζουν πασιέντζες.

Γιά ποιούς ὑπήρξαμε;

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Μεγάλη Ἑβδομάδα ἦταν στή νεότητά μου

καί τό θυμᾶμαι γιατί στό αυλιδάκι ἑνός γειτόνου

ξημέρωναν οἱ πασχαλιές τῆς δυστυχίας μου.

Πέρασαν χρόνια. Πάλι ἀπόγευμα προχωρημένο

καί καθόμουν στή βεράντα ἑνός καφενείου

3ης Σεπτεμβρίου καί Βερανζέρου γωνία

(ὑπάρχει ἀκόμη· σκοτεινό καί μεταποιημένο)

καί στόν ὁρίζοντα ταξίδευε τό χρῶμα τό χερουβικό

ἀλλά τότε εἶχα τήν αἴσθηση τῆς ἀπόλυτης εὐτυχίας

γιατί εὐτυχία πρέπει νά ἦταν τέτοια ὀδυνηρή

ἄγνοια τοῦ μέλλοντος

κι ἦταν ἀδύνατο νά προνοήσω πόσοι γνωστοί

καί φίλοι μου

θά κρεμαστοῦν ἀπ᾿ τό ταβάνι.

Ὅλα θυμίζουν Μεσοπόλεμο καί μουσικές μιᾶς αὐταπάτης

μέ ὀργανοπαῖκτες γυάλινους καί μόβ τῆς πασχαλιᾶς.

ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΡΧΕΤΑΙ

Ἀνοίγουμε παλιά συρτάρια καί τό μέλλον ἔρχεται.

Κοκάλινες πόρπες, ἀσημένιες ἀγκράφες, κουμπάκια

γυάλινα

ἐπισκεπτήρια καί λογαριασμοί τηλεφώνου

(μέ πόσους μιλήσαμε;)

καρφίτσες καί κλωστές καί τραπουλόχαρτα

ὅπως αἰσθήσεις μιᾶς νίκης καί κάποιας ἄνοιξης

μέσα στόν ὕπνο.

Ἀνοίγουμε παλιά συρτάρια καί μπουκαλάκια

τῶν ἀρωμάτων

γελᾶς μέ τίς μόδες μιᾶς ἐποχῆς

κεντημένα φορέματα μέ χάντρες καί πούλιες

στό βαθύ ντεκολτέ νά πέφτει διπλό περιδέραιο

καί στό δωμάτιο τό φῶς κρεμεζί-

ὅπως σέ κάποιο τραγούδι.

Μένει νά ἐξηγήσουμε γιά ποιάν ἄνοιξη μιλᾶμε

καί ποιός ἐν πάση περιπτώσει μᾶς ὑποδύεται.

(Τό νεκρό καφενεῖο)

Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Ἀκυρώνει τά χρόνια ἡ στιγμή στό ξαφνικό

τηλεγράφημα: «Ἀσθενεῖ βαρέως φθάσε».

Πέφτει ἡ βελόνα ἀπ᾿ τό χέρι πού ράβει τό στρίφωμα.

Πέφτουν οἱ βελόνες ἀπ᾿ τά χέρια πού πλέκουν δαντέλες.

Τά χέρια πού στύβουν λεμόνια.

Ὅταν ἀνάβουν τή λάμπα καί γυαλίζουν μπακίρια.

Ὅταν ἁπλώνουν σεντόνια στό σκοινάκι

πού θά σέ πνίξει χρόνια μετά.

Ὅταν πλένουν μέ φύλλο συκιᾶς τά ποτήρια.

Νά σιδερώνουν πουκάμισα. Νά καθαρίζουν λεκέδες

μέ τό βρασμένο δεντρολίβανο.

Ἡ σταγόνα τό αἷμα ἀπ᾿ τό δάχτυλο πού χτύπησε

σ᾿ ἕνα ἀόρατο καρφάκι.

Τά χέρια πού χειροκροτοῦν πλανόδιους θιάσους

καθώς γυαλίζουν οἱ πούλιες καί σκοτεινιάζουν τά φτερά

κι ἀστράφτουν τά πόδια τά θεϊκά μιᾶς χορεύτριας

μές στά ἐρείπια μιᾶς ζωῆς πού θά συρθεῖ ὡς τό σταυρό.

Ἄχ πόσο πόσο ἡ ὀμορφιά εἶναι ὑπόσχεση θανάτου.

ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΣΕ ΝΑΡΚΟΠΕΔΙΟ

Νομίζει πώς περιπολεῖ μέσα σέ ναρκοπέδιο.

Ἄδικη ἐποχή ἀχάριστη πατρίδα.

Στήν ἄραχλη ἐπαρχία

πῶς ἀποχαιρετᾶ κανείς τόν ἑαυτό του.

Ἐλάχιστοι τοῦ ἀπάντησαν γιά τά ποιήματά του.

Σάν νά τοῦ στέλνανε συλλυπητήρια.

Ὁ κάθε κάλπης τοῦ ᾿δινε μιά θέση

γιά τή λησμονιά.

Κι ὅμως γι᾿ αὐτά ἔφτυσε αἷμα νά τά γράψει.

Τοῦ καίγονταν τά χέρια μόλις τ᾿ ἄγγιζε.

Στήν Κόλαση περπάτησε νά βρεῖ τήν κάθε λέξη.

Μέ τούς Ἀγγέλους ὁδοιπόρησε καί

(αὐτό κι ἄν εἶναι ἀλήθεια)

πολλοί ἀπ᾿ τούς ἁγίους τοῦ ὑπαγόρευαν

σεβαστικά καί τί καί πῶς θά γράψει.

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ

Ὅταν ἔξω στούς δρόμους λιγόστευε τό φῶς

ἐκεῖνος ἄναβε χρυσάνθεμα σέ κρύπτες μυστικές τοῦ μέλ-

λοντός του.

Πολυελαίους γιά νά τρομάζει τίς σκιές.

Καί ἑλληνικά μιλώντας

ἔβγαινε ἀπό τό μεσαίωνα τοῦ σώματός του.

Μιά νύφη κατέβαινε τίς σκάλες ἀκροπατώντας

-ξύλο παλιό καί τρίζει σάν παράπονο-

ντυμένη τούλια καί ἀραχνοΰφαντα καί μουσικές

σάν κάτι αἰώνιο διαρκῶς ἀποχαιρετώντας.

Ἄχ νοσταλγία μέσα στά πένθη σάν ἀκροβάτης.

Πού σέρνεις γυάλινες βιτρίνες μέ τίς πομάδες

τά δηλητήρια καί μέ τ᾿ ἀρώματα τῶν φαρμακείων

ἀφοῦ ὅλα δείχνουν πώς δέ θά νικήσουμε τόν Ἄγγελό μας

δεῖξε τουλάχιστον τό ἔλεός σου σ᾿ αὐτά τά χρόνια

τῆς μεγάλης αὐταπάτης

ν᾿ ἀξιωθοῦμε νά μιλᾶμε κι ἐμεῖς ἑλληνικά

ἀνασύροντας λέξεις καί αἰσθήματα

κι ἀπ᾿ τά σκουπίδια.

(Ἡ πόρτα τῆς Πηνελόπης)

                              Τάσος Γαλάτης

(1937)

Ποιητικές συλλογές: Ἀνιπτόποδες καί Σφενδονῆτες, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2005. Ὁ σημειωμένος, Τυοωθλητω, Ἀθήνα 2005.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ζωή Κατσιαμπούρα, περ. «Φιλολογική», τ. 75, 2001. Γιάννης Κουβαρᾶς, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2000. Τασούλα Καραγεωργίου, περ. «Πλανόδιον», τ.39, 2005, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 12.2.2006. Νίκος Λάζαρης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1789, 2006. Σωτήρης Πατάκας, περ. «Ὀροπεδιο», τ. 1, 2006. Μαρία Τοπάλη, περ. «Παράγραφος», τ. 3, 2006. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, περ. «Σημειώσεις», τ. 63, 2006. Χρίστος Ρουμελιωτάκης, περ., «(Δε)κατά, Ἄνοιξη 2007. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 349-350. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ποίησης, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 304-308. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 25.1.2008. Κώστας Κρεμμύδας, περ. «Μανδραγόρας», τ. 40, 2009.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Ἀγγλικά.

Ἀφιερώματα:  Περ. «Λυχνάρι», τ. 6, 2006, (Ἔλσα Λιαροπούλου, Ἐριφύλη Σαμουηλίδου-Βλάχου).  «Ὀροπεδιο», τ. 4, Χειμώνας 2007-2008, (Λουκᾶς Κούσουλας, Γιῶργος Γώτης, Γιάννης Κουβαρᾶς, Ἔλσα Λιαροπούλου, Ξάνθος Μαϊντᾶς, Μαρία Μαρκαντωνάτου, Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Θανάσης Βασιλείου, Λουκᾶς Θεοδωρακόπουλος, Στάθης Κουτσούνης).

ΑΝΙΠΤΟΠΟΔΕΣ ΚΑΙ ΣΦΕΝΔΟΝΗΤΕΣ

Θέλω νά πεθάνω γιά νά μήν πονῶ·

ὁ μόνος στίχος ἀπό τά παλιά ρεμπέτικα

πού τραγουδῶ συχνά πυκνά

καμιά φορά κραυγάζοντας

καί κάποτε μέ οὐρλιαχτά στό ἔρμο σπιτικό μου.

Μά τότε ἤτανε ἀλλιῶς

τότε ὁ θάνατος ἦταν ἀκόμη ἀνύπαρκτος

κι ἄς ἔτρεχε ποτάμι τό αἷμα στά βουνά

κι ἄς στέναζαν οἱ φυλακές κι οἱ ἐξορίες

κι ἄς ἔφτασε τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης

τό μήνυμα στήν ἐκκλησιά

πάνω πού ὁ στεντόρειος Παπα-Στρατῆς

βγάζοντας τόν Ἐσταυρωμένο

βοοῦσε τό «σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου»

πώς πάει, ὁ πατέρας μου σκοτώθηκε

στό ἄγριο μακελλειό τῆς Βαμβακοῦς

κι ἡ μάνα μου γκρεμίστηκε λιπόθυμη ἀπ᾿ τό στασίδι.

Τότε πού παίρναμε τήν κατηφόρα γιά τό ρέμα

ὁ Μπάτης, ὁ Κουσκούνης, κι ὁ Μπουμπούνας

ἡ Νίκη τοῦ Μαλαφέκα, τό ἀγοροκόριτσο

ὁ Κατραμάδος κι ὁ Τιγκίρης

κι ἄλλοι πολλοί μέ τή δική του σφραγίδα ὁ καθένας

ἀπ᾿ τό μεγάλο μακελλειό

καί τινες μάλιστα ἐξ αὐτῶν

ἐντός ὀλίγου ποδοσφαιριστές δαφνοστεφεῖς

ἀνά τό Πανελλήνιον

ξυπόλητοι, μέ τίς πατοῦσες μαῦρες ἀπό τό λιγνίτη

τραγουδώντας τό ἡρωικό

«εἴμαστε ἀλάνια»(δίς)

στίς ἀνθισμένες λυγαριές τῆς ποταμιᾶς

ψάχνοντας ποιός θά βρεῖ τό πιό γερό τσατάλι

γιά νά ταιριάξει τή σφεντόνα του.

Ἀνιπτόποδες καί σφενδονῆτες

στήν Καλογραίζα τοῦ ᾿47, ᾿48 καί ᾿49

μέ τή δική του σφραγίδα ὁ καθένας

ἀπ᾿ τό μεγάλο μακελλειό

κι ὅλοι μας διαλεχτά παιδιά μέσα στήν πιάτσα.

Ο ΜΕΙΖΩΝ

Δέν θά σέ ἀπαλλάξω

κι ὄχι βέβαια γιά τίς πόζες καί τά γουναρικά σου,

ἀνθρώπινα εἶναι τοῦτα καί τά συμμερίζομαι·

ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τόν λίθον βαλέτω.

Οὔτε θά σκώψω τίς δηλώσεις σου

γιά τήν παρέλαση τῶν τεθωρακισμένων στήν κόκκινη

πλατεία

ἤ τούς ὕμνους γιά τόν δικό σου Φύρερ·

ἔστω πώς ἤσουν μαγγωμένος στό δόκανο τῆς ἱστορίας

καί κάτι ξέρουμε κι ἐμεῖς οἱ ταπεινοί γι᾿ αὐτό

δίχως νά μοστράρουμε τά δικά σου εὔσημα.

Δέν θ᾿ ἀπαλλάξω τήν ἀλαζονεία σου

κι ὄχι γιατί στό βάθος μέ ὅσα ἔπραττες καί ἔγραφες

μοναδική σου σκέψη κι ἔγνοια στάθηκε

πώς νά παραμυθιάσεις τούς ἀνίδεους Ἀντιοχεῖς

αὐτούς πού σέ χειροκροτοῦσαν

καί σέ ἀνακήρυσσαν μείζονα καί μέγιστο.

Ἀλλά γιατί δέν δίστασες νά χρησιμοποιήσεις

καί νά ἐκπορνεύσεις ἀκόμα καί τό κάλλος

πού τόσο λυσσαλέα θήρευες σέ ὅλη σου τή ζωή

ἐπενδύοντας τά πάθη καί τίς φαντασιώσεις σου

ὄχι ἀσφαλῶς ποιητικῆ ἀδεία

μά γιατί ἔτρεμες περιδεής ἀπό τό φόβο τῶν Ἰουδαίων,

σύ ὁ ἐπαναστάστης, ὁ ἔκδοτος στίς ἐξορίες.

Ἔλα, πέταξε πιά τίς μάσκες, γδύσου τίς εὐτέλειες

τραγούδα μου καί πάλι τό μελαχρινό ναυτόπουλο

καί τούς ἀγῶνες ἱστιοπλοΐας

σ᾿ ἐκεῖνο τό βεβαρυμένο καλοκαίρι

ἀπό τήν καταχνιά τοῦ φασισμοῦ

στό ἐναέριο Φάληρο τοῦ Μεσοπολέμου.

Καί τώρα χαῖρε!

Τό ὀγκῶδες καί ἀνοικονόμητο ἔργο σου

σέ παρασύρει, σέ παρέσυρε ἤδη σάν τόν Τιτανικό

σέ βυθό ἀνελεήμονα

κι ὅσο γιά τούς Ἀντιοχεῖς

αὐτοί θά βροῦν ἐξάπαντος ν᾿ ἀναγορεύσουν ἄλλους

μείζονες καί μέγιστους

νά περπερεύονται, νά φυσιοῦνται καί νά κομψεύονται

μάλιστα δέ μέ περισσότερη χάρη ἐνδεχομένως ἀπό σένα·

μά ἐγώ θά μείνω μόνος καί ἀπαρηγόρητος

γιατί θά ἔχεις ἤδη καταλάβει

πόσο στό βάθος σέ ἀγαπῶ καί πιθανόν νά σέ θαυμάζω.

Ο ΑΜΑΛΑΚΙΣΤΟΣ

Χ.Ρ.

Ἐσύ δέν κάνεις γιά δῶ

εἶσαι ἀκόμη «ἀμαλάκιστος», τοῦ εἶπαν

καί τόν ἔδιωξαν.

Ἦταν δέν ἦταν ἕντεκα χρονῶ

καί πῶς νά τά ᾿βγαζε πέρα μέ τά θηρία τῆς λαχαναγορᾶς·

μά ποῦ νά ἤξεραν

τήν εὐδόκιμη μετ᾿ οὐ πολύ θητεία του

στό θανάσιμο γιά τά ἤθη ἐκείνου τοῦ καιροῦ ἁμάρτημα

-μιά ἱστορία ἐξίσου ὀδυνηρή

ἀλλά δέν εἶναι τοῦ παρόντος-

Θά ᾿βρισκε ἀλλοῦ δουλειά

θά χτυποῦσε ἄλλες πόρτες

τί ἄλλο τοῦ ἔμενε μέ τόν πατέρα του στίς ἐξορίες

καί τή μανούλα του ὁλημερίς στίς φάμπρικες.

Μοῦ ἀφηγήθηκε τό περιστατικό χρόνια μετά

ψημένος πιά γιά τά καλά μέ τίς δικές του ἐξορίες

τή δικηγορική καί τά κρυφά χαρτιά του,

διόλου τουτέστιν «ἀμαλάκιστος»!

Λευκόθριξ

γάστρων ὀλίγο λόγω τῆς οἰνοφλυγίας

μ᾿ ἕνα μπαλονάκι στήν καρδιά

στ᾿ ἄπατα πνιγμένος

ἀπό τή μαλακία τῆς λεγόμενης μεταπολίτευσης.

ET INARCADIAEGO…

Περιεργάζομαι τίς ἑλληνάδικες ἀκρογιαλιές

τούς δῆθεν κίονες, τά κάλπικα ρουμάνια·

τό σπουδαιοφανές φλαμανδικό τοπίο

πού δεσπόζει αὔθαδες στήν αἴθουσα ἀναμονῆς

μοῦ δίνει τέλος τή χαριστική βολή.

Ζῶ, εἶναι βέβαιο, σέ μιάν ἀνύπαρκτη πατρίδα

ἐδῶ σ᾿ αὐτούς τούς τοίχους, σ᾿ αὐτές τίς κίβδηλες πλαγιές

ἀφήνουν τή στερνή πνοή τους

οἱ σάτυροι καί οἱ βοσκοί τῆς Γορτυνίας

τ᾿ ἀγόρι πού ἔτρεχε στίς ὄχθες τοῦ Μυλάοντα

ὁ ἔφηβος πού κολυμποῦσε στίς πηγές τοῦ Λούσιου.

Κι ἐγώ ἕνας πάππος

ἕνας Σειληνός ξεδοντιασμένος

τρεκλίζοντας στίς ἐρημιές τῆς λεωφόρου.

(Ἀνιπτόποδες καί σφενδινῆτες)

ΕΣΣΕΤΑΙ ΗΜΑΡ

Ξέρω πώς δέ θ᾿ αργήσει ἐκεῖνος ὁ καιρός

θά ᾿ρθει μιά μέρα πού δέ θά κελαηδοῦνε στόν Κολωνό

τά ἀηδόνια

οἱ κρόκοι καί οἱ νάρκισσοι τοῦ Κηφισοῦ τίς ὄχθες δέν

θά μυρώνουν

κι ὅπως ἄλλοτε οἱ Ὀλύμπιοι ἀφάνιζαν τά ἔργα τῶν

θνητῶν

κι ἐκεῖ ὅπου βίγλιζαν τῶν Ἀχαιῶν τά κάστρα

λιθάρια μόνο καί ξερόκλαδα ἔγλειφε στό ρέμα του

ὁ Σκάμανδρος

σιμώνει τώρα, ἔφτασε τό τέλος γιά τά ἔργα τῶν θεῶν

ὁ Ἰλισσός δέν εἶναι πιά ἐδῶ,

δέν εἶναι ὁ Κηφισός, ὁ Ἠριδανός δέν εἶναι

μαύρη ταφόπλακα τό πέρασμα τούς σκέπασε ἀπ᾿ ἄκρη

σ᾿ ἄκρη

καί πιά ποῦ ν᾿ ἀκουμπήσει, νά σταθεῖ

ποιός εἶναι ὁ λόγος νά φτάσει στήν Ἀθήνα

ἕνας γέροντας τυφλός κι ἐξόριστος

γυρεύοντας ἀναπαμό στό δάσος τό μυριόκαρπο

καί στό βαθυμελάχρινο κισσό τό μέτωπο νά δροσερέψει

κι οὔτε πιά θά ᾿χει νόημα

νά ᾿ναι κανείς Θηβαῖος ἤ Κορίνθιος

καί νά ἐπιμένει γέροντας στό γεροντικό ραβδί του

ν᾿ ἀντιστέκεται πεισματικά στήν ἐξορία.

Η ΚΑΣΤΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ

Δέν μοῦ ξεφεύγουν, τούς ἀναγνωρίζω ἀμέσως

στά πεζοδρόμια, στά λεωφορεῖα, στή λαϊκή.

Θαυμάζω τήν ἠθοποιία, τό ὑποκριτικό τους τάλαντο

πῶς ξεγελοῦν καί συγκινοῦν τόσο κοσμάκη·

καμώνονται τόν σπαστικό, στρεβλώνουνε τά πόδια

σωριάζονται συχνά σάν σεληνιαζόμενοι ἀφρίζοντας

ἤ προκαλοῦν τόν οἶκτο μ᾿ ἕναν παγωμένο μορφασμό

σάν παραπληγικοί.

Δέν τούς ἐνοχλεῖ τό ἐξεταστικό μου βλέμμα

μέ προσπερνοῦν ἀδιάφοροι σάν νά μήν μέ προσέχουν

λές καί περιφρονοῦνε τή δική μου ἐλεημοσύνη·

μά ἐγώ ὑποψιάζομαι πώς κάτι ἄλλο ἴσως νά συμβαίνει

τί ἀκριβῶς δέν ξέρω, μά πάντα καταλήγω στήν ἴδια

ὑπόθεση·

μπορεῖ νά θεωροῦν ὅτι ἀνήκω στή δική τους κάστα

ὅτι σέ λίγο σέ κάποιο ἄλλο περιβάλλον θά ὑποκρίνομαι

κι ἐγώ

ἐξίσου ἐπιτυχημένα παίζοντας τό δικό μου θέατρο.

Γι᾿ αὐτό ἀλλάζω ὕφος, γίνομαι γενναιόδωρος

ρίχνω ἐπίτηδες στό ἄθλιο σακουλάκι τους τόν ὀβολό μου

ξέροντας πώς τέτοιοι ρόλοι καί χειρότεροι μοῦ

ἐπιφυλάσσονται

κι ὄχι περαστικοί ὅπως στό δικό τους τό σινάφι

μά πιό ἐπώδυνοι καί μόνιμοι

ὥσπου νά γίνω ἀποδεκτός ὁριστικά στήν κάστα τῶν

τυφλῶν.

(Ὁ σημειωμένος)

                         Νίκος Καρανικόλας

(1938)

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 339-340.

           Μάριος Μαρκίδης

(1940-2003)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Μεταξύ Σινά καί Αἰλείμ, Ἔρασμος, Ἀθήνα 1993. Ποιήματα μέ ἡμερομηνία λήξεως, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1995. Βαποράκια, Νεφέλη, Ἀθήνα 1999. Παρά ταῦτα, Νεφέλη, Ἀθήνα 2001.

Πεζογραφήματα: Ἄλλα μέρη, Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 1996.

Δοκίμια: Ὁ ἐξανθρωπισμός τῆς γλώσσας, Ἔρασμος, Ἀθήνα 1993. Τό μαῦρο καράβι, Ἐρατῶ, Ἀθήνα 1994. Σπουδές στή σημασία, Πλέθρον, Ἀθήνα 1995. Τό μέσα καί τό ἔξω. Ἐπιστροφή στή φωλιά τοῦ κούκου, Ἔρασμος, Ἀθήνα 1998. Ἤ τοῦ ὕψους ἤ τοῦ βάθους, Ὀδυσσέας, Ἀθήνα 1999. Λογοδοσία. Διαδρομές στήν παραψυχολογία καί τήν ψυχανάλυση, Ἐξάντας, Ἀθήνα 1999.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γ.Δ. Σπαθάρας, περ. «Περίπλους», τ. 42, Ζάκυνθος 1996. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 12.3.1996 (καί στό βιβλίο του Ἀνισόπεδες διαβάσεις, Πατάκης, Ἀθήνα 1999.) Χρῆστος Ἠλιόπουλος, περ. «Μανδραγόρας], τ. 12-13, 1996. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 9.7.1996. Γιῶργος Βέης, περ. «Ποίηση», τ. 8, 1996. Γιῶργος-Ἴκαρος Μπαμπασάκης, περ. «Ποίηση», τ. 14, 1999. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 48, Θεσσαλονίκη 1999, ἐφ. «Ἐλεθευθεροτυπία», 25.1.2002. Γιάννης Ζέρβας, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 14.1.2000. Βασίλης Καλαμαρας, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 14.12.2001,  ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 2.7.2003. Γιάννης Παπακώστας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 16.7.2002. Εὐριπίδης Γαραντούδης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1338. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 321-327.

ΑΝΑΚΛΗΤΙΚΟ

Πρῶτος νά περάσει μέσα ὁ δεκαπενταετής πλοίαρχος

ὕστερα νά μπεῖ σκονισμένος ὁ Ἰβανόης ἀφήνοντας τ᾿

ἄλογό του στήν πόρτα

Ὁ καλός μας ἐπίσκοπος Μυριήλ νά καθίσει σ᾿ αὐτή

τήν καρέκλα

καθ᾿ ὅν χρόνον ὁ Μάριος

θά ξεδιπλώσει μιά βουτηγμένη στό αἷμα του σημαία

πρός ἀπόδειξιν

τῆς προδοσίας τοῦ βασιλόφρονος παπποῦ του

Ὁ Τόμ Σῶγιερ, τό πειραχτήρι, θά πετάξει ἕνα ποντίκι

στό παράθυρο

καί θά βγεῖ νά τόν κυνηγήσει μέ τή σκούπα ἡ κυρία

Θεναρδιέρου

ἡ γριά Φραγκογιαννού

(πού ἔχει ρόνια νά μιλήσει στίς γειτόνισσες)

κι ἡ ματαιόδοξη Μαρμελάδοβα

-Τόσο πολύ τούς σκέφτομαι ὥστε θά μέ βαρέθηκαν.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΧΑΡΤΑΕΤΟΥ

Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία ἑνός χαρταετοῦ

πού δέν εἶχα ποτέ.

Μπορεῖ νά ἔπαιζα στά μάρμαρα τοῦ Θησείου πού

δέν εἶχαν στό μυαλό τους παρά μόνο πῶς

-μέ χρόνια μέ καιρούς-

θά ξαναγύριζαν στό χῶμα

Μπορεῖ νά ἦταν δικό μου τό σινεμά Κόσμος (μηχα-

νουργεῖο νομίζω σήμερα) πού ἔσβησε μιά Κυρια-

κή ἀπόγευμα τά φῶτα του κι ἐπρόβαλε τό ἔργο

Παπούτσι ἀπό τόν τόπο σου

Μπορεῖ νά ἔφτανε καί τό πανηγύρι τῆς Ἁγίας Μαρί-

νας ὁπότε ἄρχιζε νά ὑποκύπτει τό καλοκαίρι καί

μοῦ ἀγόραζαν

κάθε χρόνο ἕνα τόπι

καί παγωτό Ἔβγα καί μαλλί τῆς γριᾶς

Τό βράδυ στρώναμε νά κοιμηθοῦμε στήν ταράτσα κι

ἄκουγα τό τράμ

νά κατεβαίνει τήν ὁδό Ἑρμοῦ τρικλίζοντας

Χτυπώντας ἕνα γλυκό καμπανάκι μόλις φρέναρε στούς

Ἁγίους Ἀσωμάτους

σά νά τό περίμεναν προκειμένου νά συντάξουν τήν

ἀναφορά τους οἱ λυμφατικοί ἅγιοι

Τί ἄλλο θυμᾶμαι;

Θυμᾶμαι τό Σινεάκ ὅπου ὁ Ἄμποτ ἔπαιζε μισή ὥρα

σφαλιάρες μέ τόν κουτό Κοστέλο

ἐνῶ λίγα λεπτά κατόπιν ἔρχονταν τά Ἐπίκαιρα κι ὁ

γενναῖος ἐθνικός μας στρατός τσάκιζε τούς συμ-

μορίτες

καθ᾿ ἥν ὥραν ἡ βασίλισσα Φρειδερίκη ἐγαινίαζε ἀρά-

δα παιδουπόλεις

ὅπου χαρούμενα ὀρφανά φιλοῦσαν τό χέρι της μ᾿ εὐ-

γνωμοσύνη

Θυμᾶμαι ἐπιπροσθέτως τό βιβλιοπωλεῖο Ἀετός στήν

ὁδό Βουκουρεστίου

πού κάθε τρίτη τοῦ μηνός

-ὅταν κατεύθανε ἡ σύνταξη-

ἡ χοντρή γιαγιά μου ἀποκτοῦσε κύρος στόν Οἶκο τῶν

Ἄσερ καί τότε εἴχαμε Μόγλη τό παιδί τῆς ζού-

γκλας, Δασκάλα μά τά χρυσά μάτια καί Φιλέας

Φόγκ

Σιρκούρ τόν Θαλασσινό

Βούγκ Ζαργάλ

καί λουκουμάδες κατά τήν ἐπιστροφή στό ζαχαροπλα-

στεῖον ὁ Κρίνος

Θυμᾶμαι τίς μπλέ κόλλες πού μοῦ ἔντυναν κάθε Σε-

πτέμβρη τά τετράδια. Τίς ἐτικέτες μέ τό ὄνομά-

μου, τήν πλάκα καί τό κοντύλι μου, τίς πένες χῆ-

νες μου, τήν ἀπέραντη ἀπελπισία μου ὅταν ἅ-

πλωνε τρίχες τό μελάνι

Θυμᾶμαι μιά φορά πού ἔλειψε λίγες μέρες ἡ μάνα

μου καί νόμισα πώς ἐγώ ἔφταιγα

Τίς γκαζές μου, τά μολυβένια στρατιωτάκια μου, τίς

χαλκομανίες μου, τή δασκάλα μου δεσποινίς Οὐ-

νία

-σαράντα χρόνια ἄκλιτη

Ὅλα αὐτά θυμᾶμαι πώς εἶχα:

Μά χαρταετό δέν ἀμόλυσα ποτέ.

(Ποιήματα μέ ἡμερομηνία λήξεως)

ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

Στοά Ἀρσακείου, μέρες Ἀνοίξεως τοῦ  1997

Ἐμεῖς πουλᾶμε στήν ἄλφα τιμή, ἄλλοι πουλᾶνε στή βῆτα.

Δικαίωμά τους, δικαίωμά μας.

Βαραίνει ὁπωσδήποτε στήν ἀγορά τό ὄνομά μας

-ζήτημα σχετικό ἡ νίκη καί ἡ ἥττα.

Ἡ ἥττα μάλιστα σήμερα «τραβάει»:

Τί ραγισμένοι δρόμοι, τί ἀσβεστωμένα συνθήματα.

Τά πιό καλά εἶναι τά γκρινιάρικα ποιήματα

κι ὁ Σεφέρης πού δέν μοῦ ἀπαντάει.

Τό οὐσιῶδες εἶναι ὅτι ὅλοι μας πουλᾶμε.

ΠΡΟΣ ΤΙ Η ΠΙΚΡΙΑ;

Νά καρφώνετε, μᾶς εἶπε, τίς λέξεις σας σάν πρόκες.

Γερή συμβολή, ὅμως ποῦ νά τίς καρφώσουμε;

Νά πάρετε μαζί σας νερό, σᾶς περιμένει μεγάλη ξηρασία –

δέν εἴχαμε ἐντούτοις ὄρεξη νά διασχίσουμε πάλι τήν ἔρημο.

Ξεχερσώσαμε τό μέλλον μας

δέν μᾶς κάνει πιά οὔτε κρύο οὔτε ζέστη.

Ὥστε μή βασανίζετε ματαίως τόν ἑαυτό σας καημένες σάλπιγγες

φροντίστε κάποτε καί τή δική σας ὑγεία.

Τό γε νῦν ἔχον οὔτε ξηρασία στά μέρη μας οὔτε τίποτα.

Μήν πικραίνεστε λοιπόν πού δέν ὁμοιοκαταληκτήσαμε

μέ τά ποιήματά σας.

Εἴμαστε ἡ ἀσυνέχεια τῶν συλλαβῶν σας.

Παραδεχτεῖτε ὅμως καί σεῖς πώς δέν ὑπήρξατε ἀναπίδεκτοι μαθήσεως.

Κι ἄν δέν βάζουμε πρωί-βράδυ θερμόμετρο

εὐθύνεστε ἐν μέρει:

Μᾶς κλιματίσατε καλά.

(Βαποράκια)

ΤΟ ΑΝΕΚΑΘΕΝ

Ἡ διάγνωση ἦταν ἀμείλικτη: βαρειά ἡττοπάθεια.

Δέν θυμᾶμαι τότε ποιός συγγενής πρώτου βαθμοῦ

ράγισε τή φωνή του

ὡσάν νά ἔφταιξε

ὠσάν νά φταίξαμε.

Καί σέ τί μπορεῖ νά φταίξαμε;

Τί μεγάλοι, ψιθύρισε, πού φτάσαμε ὥς ἐδῶ

πόσους καί πόσους Ἀπρίληδες δέν κηδέψαμε.

Εἶναι πολύ ἀργά.

Ἀλλά, τόν παρηγόρησα,

εἶναι ζήτημα τοῦ DΝΑ

τῆς κληρονομικότητας.

Ὅλοι στήν οἰκογένειά μας γνωρίζαμε

ὅτι ἀνέκαθεν

ἦταν

πάρα πολύ ἀργά.

ΟΙ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΕΣ ΔΥΝΑΣΤΕΥΟΥΝ

Οἱ ὁμοιοκαταληξίες δυναστεύουν τά ἀδύνατα πνεύματα

Ντεκαντάνς, γράφω τό ὄνομά σου ἀνορθόγραφα.

Τά ἄτεχνα τά μεταθανάτια σονέτα!…

Ὁ Μαβίλης θά μᾶς κρεμάσει ἀνάποδα.

Συνελόντι εἰπεῖν

εἴμαστε οἱ βραδυφλεγεῖς ἐπίγονοι τοῦ σπλήν.

(Παρά ταῦτα)

Βαγγέλης Ροζακέας

(1938)

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 302-34.

                  Κώστας Ροδαράκης

(1938)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

          Ποιητικές συλλογές: Δυό ἐκδοχές τῆς Ἀριάδνης, (σύνθεση), Ἀθήνα 1992, Ἐρωτικά ποιήματα, Ἀθήνα 1995.

          Πεζογραφήματα: Καλώνδας κόραξ, Ἀθήνα 1994.

          Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Π.Σ. Γεμελής, Ἀρχές καί θεωρίες τῆς παραβίασης στόν κόσμο τῶν «Ἀποσπασμάτων». Μιά ἀπόπειρα προσέγγισης στό ἔργο τοῦ Κώστα Ροδαράκη, Ἀθήνα 2002. Ε.Β., Θ.Κ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1931. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 308-311.

[Ἀπόσπασμα]

-Πές μου γιά ᾿κεῖνο  τό παλιό ψέμα, πού ἀκόμα τραγουδᾶ στ᾿

αὐτιά μου τό τραγούδι τῶν τύψεων, στά μάρμαρα καί στά

μωσαικά τῆς νιότης … Θυμᾶσαι; -Ἦταν τότε πού γύριζα στίς

ἐρημιές κοιτάζοντας  την ἀπεραντοσύνη, στό βάθος τῶν

ἀξέχαστων ματιῶν σου. Τό λιβάδι, ἔνιωθε τήν ἁπαλοσύνη τῶν

βημάτων σου, καί τό μεταξένιο δίχτυ δεμένο στήν ἄκρη τοῦ

λαιμοῦ σου, ἔδιωχνε ὅλα τά μικρά ἐφήμερα ἔντομα. Σέ κάθε

πέρασμά σου ἕνα κοπάδι μικρές χρυσόμυγες σ᾿ ἀκολουθοῦσαν.

Ὅλα σέ ἀγαποῦσαν!

Μέ ρωτοῦσες γιά τό χελιδόνι, πού ἀκουμποῦσε ξυστά μέ τά φτερά

του τά νερά τῆς παλιᾶς στέρνας.

[Ἀπόσπασμα]

Καί βρέθηκα μόνη στήν παλιά του γειτονιά. Καί πῆρα πάλι

τό λεωφορεῖο, γιά νά πάω νά δῶ τή φίλη του τήν Ἀνθούλα. Κι

εἶδα καί τόν Λυτρωτή του, πού τόν περίμενε τίς Κυριακές πίσω

ἀπό τήν ἀγορά, γεμάτος σίδερα (μέ κεῖνα πού σκορπᾶνε τό

κακό), ἀκόμα ἐκεῖ νά στέκει. Κι ἀπό μακριά ἀκουγόταν ἕνα

γνωστό ἀλλά ἀπόκοσμο τραγούδι πού ἔλεγε γιά ἕνα κορίτσι,

πού ὅλο τό βράδυ τό στόλιζαν μέ περιδέραια καί μαργαριτά-

ρια, γιά νά τό σύρουν τό πρωί γυμνό στά ἀγκάθια καί στίς

πέτρες.

Καί μόλις ἄρχισε νά φέγγει, ἔπεσε μιά ψιλή βροχή καί ὅλοι

εἶχαν φύγει. Κι ὅσο ἀνενόχλητες στίς πλάκες τῆς αὐλῆς, σεριάνι-

ζαν δυό χρυσαλίδες χρυσοκέρατες, ἐκεῖνος μπροστά τους καυ-

χιόταν, γιά τό κουράγιο πού εἶχε, νά χτυπάει ἕναν ἄνδρα μέ δε-

μένα τά χέρια.

(Δυό ἐκδοχές τῆς Ἀριάδνης)

36 [Ἀπόσπασμα]

Ἔχουν περάσει χρόνια. Μά σά νάσουν καί δικιά μας

ἱστορία. Ψηλά στά κάγκελα τῆς πόρτας

τοῦ καφενείου πού συχνάζουμε

στή θέση πάνω πού κρεμᾶμε κάθε ἄνοιξη τό Μάη

Τό ψάθινο καπέλο σου

φορτωμένο ἀκομα τριαντάφυλλα καί ἥλιο

ἴσια στά μάτια μᾶς κοιτᾶ

ἔτσι γιά νά μᾶς θυμίζει, κάποτε τ᾿ ὄνομά σου, τό νόημά σου

ἴσως καί τό θησαυρό τῆς φυγῆς σου

62

Τήν ἀπουσία σου

θρηνοῦσα μιά ζωή

Ὄχι ἐσένα!

68

Τελικά δέν ἔμεινε χαρτί

πού νά μή γράψω πάνω δυό λόγια γιά σένα

Τά γράμματα σβήνουν γρήγορα

πολλοί χάθηκαν πιό ὁριστικά

-μέ τά ρολόγια τους σταματημένα σ᾿ ἕναν ἄλλο χρόνο

καί τά πανωφόρια τους κρεμασμένα-

«καί μόνο καμιά φορά ἀπό τά καπέλα τους

ἀκούγεται μιά μουσική

-Οἱ ἄνθρωποι μᾶς σπίλωσαν

ἴσως γιά νά μᾶς διαφυλάξει ἀκέραιους

ἡ ἀνωνυμία τῆς ἱστορίας».

72

Τόση τελειότητα ἦταν ἕνα μαρτύριο!

Γιαυτό

χίλιες φορές ἔγραψα τ᾿ ὄνομά μου στούς τοίχους

μήπως καί μέ θυμηθοῦν

Τόσοι δικοί μου φύγανε γιά πάντα

Κι ἀπ᾿ ὅλες τίς γνωριμίες

προτίμησα φιλίες πιό φανταστικές

Τά καράβια ἄς ποῦμε ἤ τά ρολόγια

πού μαζί μέ τό αἷμα

ὑπόσχονται καί λίγη ἀπεραντωσύνη

στούς ἄδειους κόσμους πού βαδίζουμε.

76

Τοῦ Τ.Λ.

Ἀπό τό 203 Δωμάτιο

πρῶτα ἔφυγες ἐσύ

ὕστερα ἡ γυναίκα μέ τό γκρίζο φόρεμα

ὕστερα ἡ ἡσυχία τῶν ἄστρων πού κάπου κάπου

τή διέκοπτε τό σφύριγμα τοῦ τραίνου

Καί κάθε νύχτα, ἡ ἴδια ἀνάμνηση

σάν νάχε γυρίσει ἀπό ἄλλη ζωή

πού τήν σμπλήρωνε, ὁ στεναγμός τοῦ ἀέρα

καί ἡ ἁπαλή ἐρημιά τοῦ φεγγαριοῦ.

(Ἐρωτικά ποιήματα)

            Τάσος Δενέγρης

(1934-2009)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Τό πνεῦμα τῆς ἄμυνας, Πατάκης, Ἀθήνα 1999. Μιλάει ὁ ἀγριόχοιρος, (στό συγκεντρωτικό τόμο Μιλάει ὁ ἀγριόχοιρος, ποιήματα  1952-2008), Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 2008.

Μετάφρασε: Ὀκτάβιο Πάζ, Ἡ πέτρα τοῦ ἥλιου καί ἄλλα ποιήματα, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2993. Οὖγο Γκουτιέρες Βέγα, Ἄσματα τοῦ Δεσποτάτου του Μορέως, Θερβάντες, Ἀθήνα 1993, Φρανσίσκο Μπρίνες, Ποιήματα τῆς παλιάς Ζωής, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2000. Ἰσαάκ Βάσεβις Σίγκερ, Ὁ σκλάβος, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2003.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γιῶργος-Ἴκαρος Μπαμπασάκης, περ. «Ποίηση», τ. 14, 1999, ἐφ «Ἡ Καθημερινή», 15.8.1999, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 13.3.2009.  Μισέλ Φάις, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 48, 1999. Γιῶργος Βέης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1718, 1999, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Νίκος Δαββέτας, ἐφ. «Τό Βῆμα», 9.4.2000. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 479. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τομος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 413-418. Γιῶργος Μαρκόπουλος, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 10.3.2009. Βαγγέλης Χατζηβασιλεἰου, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1822, 2009.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ἰσπανικά, Κορεατικά, Οὐγγρκά, Πορτογαλικά

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΣΗΤΟ ΦΟΝΙΑ ΝΤΟΥΦ

Στό πεδίο βολῆς τοῦ Ἁϊ-Γιάννη

Ντουφεκίζουν τόν ξένο φονιά

Πρίν τή μέρα χαράξει ὁ ἥλιος

Μέ βροχή καί πηχτή καταχνιά.

Οὔτε δάκρυ νά λάμψει τό μάτι

Ἤ λυγμός νά θολώσει τό νοῦ

Σκοτεινή σάν σπηλιά ἡ μορφή του

Μακρινή σάν τή σκιά τοῦ Βουνοῦ.

Νά τοῦ δέσουν τά μάτια του ἀρνήθη

Στό δοκάρι ἐστάθη στητός

Τοῦ τρυπῆσαν οἱ σφαῖρες τά στήθη

Κι ἐσκορπίστηκε σάν κουρνιαχτός.

Κίνητρό του δέν ἦταν τό χρῆμα

Φονικό καί λαχτάρα σκοπός

Καί πού γράφω ἐτοῦτο τό ποίημα

Ὁ ἀχός εἶναι ἀκόμη νωπός

Ἀπό αὐτή τή θολή ἱστορία

Ἀπ᾿ τήν τόσο μοιραία σφαγή

Ἀπ᾿ τό αἷμα πού χύθηκε ἀναίτια

Κι ἀπ᾿ τοῦ κόσμου τήν κατακραυγή.

Ἀρκετοί θά τά βάλουν μαζί μου

Θά σκεφτοῦν πώς ὑμνῶ τό φονιά

Πώς τά ἔχω τελείως χαμένα

Ἤ μέ δέρνει φριχτή ἀπονιά.

Πρέπει ὅμως νά τούς διευκρινίσω

Πώς ὁ νάρθηκας τοῦ ποιητῆ

Εἶναι ὁ χῶρος πού βρίσκεται πίσω

Ἀπ᾿ τό μάτι τό νοῦ καί τό αὐτί.

Εἶναι ἡ ἄλλη πλευρά τῶν πραγμάτων

Ἡ ἀθέατη στό δικαστή

Μία στάλα συμπόνιας κι ἀγάπης

Στό φονιά τόν τρελό τό ληστή.

Τόσο αἷμα καί πάλι δέν φτάνει

Ντουφεκίσαν τόν Ντούφτ τό φονιά

Στό πεδίο βολῆς τοῦ Ἁϊ-Γιάννη

Μέ βροχή καί πηχτή καταχνιά.

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Μιά τρομερή ἐνέργεια

Ἀποφαίνεται κι ὅλα στή γῆ

Ξαναγυρνοῦνε τά δώρα.

Συνέχεια τώρα

Μέ πλοῖα ταξιδεύω κι ἀεροπλάνα

Καί κάθε μέρος μοῦ δίνει

Τήν ταπεινή του βοήθεια.

Νά τίς ξεχάσω

Θέλω τίς μέρες ἐκεῖνες

Τῆς προϊστορίας

Τότε πού

Τό φυτικό βασίλειο κατεῖχε

Τά μυστικά

Καί παντοδύναμα τέρατα

Στά ὅρια τοῦ γελοίου

Βουλιάζαν στά τέλματα.

Νά ταξιδέψω θέλω

Μέ πλοῖα καί ἀεροπλάνα

Καί μέ τό νοῦ νά ξαναβρῶ

Ἐκείνη τή μικρή ροδιά

Στά παγωμένα πόδια τοῦ ἀνδριάντα

Ἡ νοσταλγία τοῦ μέλλοντος

Ν᾿ ἀνθίσει.

(Τό πνεῦμα τῆς ἄμυνας)

ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ

ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑΣ

Μεγάλη ἦταν ἡ ἄνοιξη βαρύ τό φῶς τῆς νύχτας

Καί τό ἰσχνό της πρόσωπο ἤτανε δίχως αἷμα.

Ἕνας δικός μας σκοτεινός ἀπ᾿ τίς μεγάλες ἔννοιες

Μεγαλωμένος μές στή σκιά καί μές στήν παραζάλη

Ἔβαλε στό κεφάλι του αὐτό πού δέν τολμῆσαν

Ἄλλοι αἰῶνες τώρα ἑφτά οὔτε νά φανταστοῦνε.

Δέν ἦταν τόσο ταπεινό τό μύχιο κίνητρό του

Τό εἰκόνισμα τό ἤθελε γιά νά τό προσκυνάει

Μονάχος του στά σκοτεινά στ᾿ ἀριστερά τοῦ χρόνου.

Κι ἔτσι καθώς χωρίς νερό μέ τήν καρδιά σφουγγάρι

Σκεφτότανε τή μέθοδο κι ἐμέτραγε τίς παύσεις

Γλιστρήσανε τ᾿ ἀφεντικά καί τόν κτυποῦν στό ὦμο:

Ἕλα μ᾿ μᾶς νά ζεῖς ἐδῶ ἀφοῦ τόσο σοῦ ἀρέσει

Τό εἰκόνισμα τῆς Παναγιᾶς πού τό ᾿χουμε κερδίσει

Σέ νόμιμο πλειστηριασμό πρίν χρόνους ἑφτακόσιους.

Κι ὁ σκοτεινός ἐφώτισε κι ἀστράφτει τό σπαθί του

Τούς πελαγώνει τήν καρδιά κι ἄψυχους τούς γκρεμίζει

Κι ἐσώθηκαν πού ἔχουνε τήν Πίστη ἀνδρειωμένη

Ἐγλίτωσαν οἱ ναυαγοί κι ἐψήλωσαν οἱ νάνοι.

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2003

Κι ἕνας πηχτός ἀγέρας φέρνει γύρα

σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά.

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ

Κι εγώ ἀνησυχοῦσα τίς προάλλες

Γιά τόν καιρό πού ἐρχόταν νά προβάλει

Τίς ὅποιες ἀπαιτήσεις του

Πιεζόμενος κι αὐτός ἀπ᾿ τήν ἀνάγκη

Καί γι᾿ ἄλλες χίλιες δυό

Αἰτίες ἀπαστράπτουσες

Ἀνησυχοῦσα.

Μπῆκε ὁ Νοέμβρης στήν ὥρα του

Μέ δυό ἐκλείψεις

Χωρίς βροχές

Σκόνη πολλή στήν πρωτεύουσα

Χάος καί σύγχυση

Κι ὅταν νυχτώνει

Στήν τηλεόραση βλέπω

Τίς σκοπιμότητες

Νά διαπληκτίζονται

Σάν ὄρνια σάν κυράτσες.

ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ

Ἄτεγκτη ἀρχιτεκτονική

Πού τή ζέστανε ὅμως

Ἡ ζωή τῶν κατοίκων της.

Πλατεία Santa Croce

Μέ πολλά μαγαζιά καί ὑπόστεγα

Δρόμοι καί σπίτια ψηλά

Κι οἱ τουρίστες ποτάμι

Σάν μία διαδήλωση

Πού ἀγνοεῖ τό σκοπό της

Μπροστά γυναίκα ὁδηγεῖ

Κρατώντας μιά ταμπέλα

Ἀπό χαρτόνι

Ὑπερτεροῦν Ἰάπωνες

Ἀκόρεστοι ἀκούραστοι

Πειθαρχημένοι

Κοντεύβει μεσημέρι

Τό κρύο εἶναι ὑποφερτό

Ὁ Michelangelo δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει

Εἶναι γιγάντιος καί δέν χωράει στήν καρδιά μου

Ὑπάρχουν ὅμως οἱ ἄλλοι πού συγκινοῦν

Καί μᾶς ὀξύνουν

Συναισθήματα

Πού νομίζαμε

Πώς εἶχαν πεθάνει

Ὁ Bronzino φέρ᾿ εἰπεῖν

Δηλαδή τά πορτρέτα του

Ἤ ὁ Luca Signorelli

Μέ τόν Ἐσταυρωμένο καί τήν

Μαγδαληνή

Ἡ θλίψη πού παραμένει ἀναλλοίωτη

Μέσα στούς αἰῶνες

Τίποτα τό πομπῶδες

Μυστήριο καί σοβαρότης.

Ἀκάματη ἡ Γιάννα

Διψάει νά δεῖ

Στά καφενεῖα δέν σχολιάζουμε

Αὐτά πού μόλις εἴδαμε

Θά χαζεύουμε τούς θαμῶνες

Ὅπως τόν ἡλικιωμένο μέ τόν μπερέ

Φιγούρα προπολεμική καί κάπως ξεπεσμένη

Τό γκαρσόνι τοῦ μιλᾶ μέ σεβασμό

Κι αὐτός ἀπολαμβάνει

Τίς τρεῖς γυναῖκες

Πού κουβαλοῦν

Τσάντες μεγάλες

Ἀπό οἶκο μόδας.

(Ὅταν μιλάει ὁ ἀγριόχοιρος)

                Τόλης Νικηφόρου

(1938)

Ἔργα του σέ βιβλία

 

Ποιητικές συλλογές: Τό διπλό ἄλφα τῆς ἀγάπης, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1994. Τήν κοκκινόμαυρη ἀνεμίζοντας τῆς οὐτοπίας, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1997. Χῶμα στόν οὐρανό, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1998. Γαλάζιο βαθύ σάν ἀντίο, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1999. Ἕνα λιβάδι μέσα στήν ὁμίχλη πού ὀνειρεύεται, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 2002. Ὁ πλοηγός τοῦ ἀπείρου, συκεντρωτική ἔκδοση, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 2004. Μυστικά καί θαύματα, Μανδραγόρας, Ἀθήνα 2007.

Πεζογραφήματα: Τά μάτια τοῦ πάνθηρα, Θεσσαλονίκη 1996. Νόστος,  Νέα Πορεία,  Θεσσαλονίκη 2000. Ἡ γοητεία τῶν δευτερολέπτων, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 2001. Τό κίτρινο περπάτημα στά χόρτα, Νεφέλη, Ἀθήνα 2005. Ἡ ἐξαίσια ἡδονή τοῦ βιασμοῦ, Νεφέλη, Ἀθήνα 2006.

Παραμύθια: Σοτοσαπόλ ὁ χρυσοθήρας, Ο.Μ.Ε.Μ., 1996.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Χρ. Ἀρνομάλλης, ἐφ. «Μακεδονία», Θεσσαλονίκη 10.5.1998. Γ. Ἀνυφαντής, ἐφ, «Νέοι Καιροί», Καρδίτσα 21.6.1998. Κ.Ν. Πλαστήρας, «Ἐντευκτήριο», Θεσσαλονίκη 2000. Βασίλης Ἰωαννίδης, «Πανδώρα», τ. 7, 2000. Γιῶργος Κεχαγιόγλου, «Πόρφυρας», τ. 104, Κέρκυρα 2002. Ἀλέξης Ζήρας, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002, περ. «Μανδραγόρας», 20.11.2007. Γιῶργος Πολ. Παπαδάκης, περ. «Πνευματική ζωή», τ. 150, 2003. Γιῶργος Παναγιωτίδης, περ. «Μανδραγόρας», τ. 30. 2003. Γιάννης Καρατζόγλου, περ. «Ποίηση», τ. 24, 2004. Αὐρ. Εὐστρατιάδης, περ. «Πανδώρα», τ. 16, 2005. Μ. Σταφυλλᾶς, περ. «Πνευματική Ζωή», τ. 163, 2005. Χ.Δ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1574-1575. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 367-370. Θανάσης Μαρκόπουλος, περ. «Πόρφυρας», τ. 125, 2007.

Ἀφιέρωμα: Περ. «Πάροδος», τ. 29, Λαμία 2009 (Τόλης Νικηφόρου, Παντελής Ἀπέργης, Παναγιώτης Ἀργυρόπουλος, Παναγιώτης Γούτας, Ἀλέξης Ζήρας, Γιῶργος Χ. Θεοχάρης, Ἀφροδίτη Κοΐδου, Δημήτρης Κονιδάρης, Ἄννυ Κουτροκόη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Κώστας Κρεμμύδας, Λένα Κωσταντέλλου, Φούλα Λαμπελέ, Εὐτυχία-Ἀλεξάνδρα Λουκίδου, Ἀπόστολος Λυκεσᾶς, Δημήτρης Χρ. Μποσινάκης, Νίκος Μυλόπουλος, Κώστας Ριζάκης, Ζωή Σαμαρᾶ, Μαρία Σκουρολιάκου, Βαγγέλης Τασιόπουλος, Γρηγόρης Τεχλεμεντζής, Πόλυ Τζωρτζοπούλου).

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ἰσπανικά, Ἰταλικά, Ρουμανικά.

ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ, 2

θίασος παιδικός τῆς γειτονιᾶς

πού ἀνέβαζε κατοχικά παιχνίδια

στό παλκοσένικο τοῦ δρόμου

ἐνῶ ἀκατάπαυστα ἡ βροχή χειροκροτοῦσε

στό τσίγκινο ὑπόστεγο τοῦ Μπεμπελέκου

ὁδός καί πρόσβαση καί χωματένιο ἁλώνι

ὁ μέγας ἄλλοτε Μητσαίων ποταμός

πού πήγαζε στά ὄρη τῆς Ἀμύντα

κι ἐξέβαλε στήν ὠκεάνια πλατεία

ὅπου χιλιάδες χρόνια πρίν καταποντίστηκαν

ἀρχαῖες ἀγορές κι ἀγάλματα

Πλατεία Δικαστηρίων ὁ κόσμος ὅλος

ἐνῶ τά ποντοπόρα πλοῖα διασχίζουν

τό ἄγριο κύμα τῆς Ἀγνώστου Στρατιώτου

καί ναυλοχοῦν στό βορεινό λιμάνι Ὀλύμπου

διάσημα ὀνόματα ἠθοποιοί καί ναῦτες

χλωμά παιδιά τῆς στέρησης μέ ματωμένα πόδια

πεισματικά πού ἀγκυροβόλησαν

σέ κάποια ἀσπρόμαυρη φωτογραφία

καί ἀξιώθηκαν νά μή γνωρίσουν

τήν καταισχύνη τῶν μεγάλων

τά ὄνειρα πού μείναν ὄνειρα

κι ἔτσι διατήρησαν τό ἄρωμα τοῦ ὀνείρου

στά μαγεμένα στενοσόκακα τῆς μνήμης

(Τό διπλό ἄλφα τῆς ἀγάπης)

ΛΟΥΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΟΠΩΣ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ

λουσμένη στά δεκαοχτώ σου χρόνια θά σέ περιμένω,

λουσμένη στήν ὁμίχλη ὅπως τό σαββατόβραδο, ἕνα

ὄνειρο τοῦ φανοστάτη πάνω ἀπ᾿ τή θάλασσα, ἐκεῖ

πού ὁ δρόμος μόλις ἄρχισε, ἐκεῖ πού κάνει ἡ δίψα τό

ἀδύνατο νά ἀνθίσει, ἐκεῖ πού ἡ προσμονή θαμπά

φωτίζει χιλιάδες μυστικά καί θαύματα

ΣΠΙΤΙΑ ΑΔΙΑΛΛΑΚΤΑ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥΣ

σάν μιά θλιμμένη γκρίζα πινελιά, σπίτια παλιά, ἀκέ-

ραια, μέ τά μεγάλα τους παράθυρα κλειστά, εὐ-

γλωττα στή σιωπή τους, καθώς μιά παιδική σκιά ἀπό

τότε τή στέγη ἀγγίζει καί σάν ἐπίκληση αἰωρεῖται.

σπίτια ἀδιάλλακτα στή μοναξιά τους, μεταξωτή ἀνε-

μόσκαλα στόν οὐρανό

(Χῶμα στόν οὐρανό)

ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ

νάμασταν, λέει, τραγούδι σέ παλιό γραμμόφωνο,

δέντρο σέ καλοκαιρινό ψιλόβροχο, ἕνα λιβάδι μέσα

στήν ὁμίχλη πού ὀνειρεύεται. ἤ μήπως νάμασταν

ἐκεῖ ψηλά τά κεραμίδια πλάι στήν καπνοδόχο τήν

ὥρα πού ὄρθιος ξαποσταίνει ὁ πελαργός. κι ὕστερα,

λέει, νά φύτρωναν κόκκινα, κατακόκκινα φτερά

στούς ὤμους μας, στά μάτια μας ἕνας κιτρινισμέ-

νος χάρτης γιά τόν οὐρανό. νά ταξιδέψουμε πέρα

ἀπ᾿ τόν πόνο καί τόν θάνατο. νάμασταν, λέει, μέ

κόκκινα φτερά ἕνα λιβάδι μέσα στήν ὁμίχλη πού

ὀνειρεύεται

ΠΡΟΔΟΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Στίς ἴδιες λέξεις ἐπανέρχομαι μονότονα

αὐτές πού ἔκαναν κουρέλι οἱ αἰῶνες

οἱ ἴδιες λέξεις ἀπό μέσα μου ἀναβλύζουν

κόκκινο καί βαθύ γαλάζιο, ἐπανάσταση

ἀγάπη, ὄνειρο καί θαύματα τοῦ κόσμου

χῶμα στόν οὐρανό καί μυστικά, ἐλευθερία

καί πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ πατρίδα πού εἶναι φῶς

καί πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ ψυχή μου πού εἶναι φῶς

στίς ἴδιες λέξεις ἐπανέρχομαι μονότονα

στό αἷμα μου καί στό ἄγνωστο πού εἶμαι

(Ἕνα λιβάδι μέσα στήν ὁμίχλη ὀνειρεύεται)

ΠΡΑΣΙΝΑ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΩΣ

ἄν ἦταν ξαφνικό φτερούγισμα οἱ λέξεις

καί ἁπαλή σκιά

στά κουρασμένα βλέφαρα τοῦ ὁδοιπόρου

κι ἀκόμη ἄν ἦταν

ἦχος καί λάμψη

πράσινη ἐπίκληση τῆς γῆς στόν οὐρανό

λέξεις κοινές

κι ὅμως ἐκστατικές σάν θαῦμα

τότε θά ἔγραφα ἕνα μικρό τραγούδι

νά ψιθυρίζει καί ν᾿ ἀστράφτει

στά δέντρα ὅπως τά φύλλα

θά ἔγραφα ἕνα βελούδινο ἄγγιγμα

αἰνίγματα καί μυστικά στό φῶς

Ν᾿ ΚΟΥΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΜΙΑ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

ν᾿ ἀκούγεται ἀπό μακριά μιά φυσαρμόνικα

καί νά χαμογελάει μιά γλάστρα στό μπαλκόνι

ἀχνά μές στό ψιλόβροχο νά ξημερώνει Κυριακή

τό χῶμα νά μυρίζει γειτονιά

καί ὁ ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι

ἕνας χαρταετός νά ὑψώνεται πάνω ἀπ᾿ τά κάστρα

νωχελικά νά κατεβαίνεις τήν Ἀριστοτέλους

νά κάθεσαι σέ καφενεῖο τῆς παραλίας

πίσω ἀπ᾿ τά τζάμια νά ρουφᾶς

ἀργά, πολύ ἀργά τόν τούρκικο

καί νά καπνίζεις ἕνα, δυό, τρία τσιγάρα

μέ τόν καπνό νά σέ τυλίγει σάν ὁμίχλη

κοιτάζοντας τά ψαροκάικα καί πιό βαθιά τή θάλασσα

ν᾿ ἀκούγεται ἀπό μακριά μιά φυσαρμόνικα

χρώματα σκοτεινά νά ἀναδύονται στό φῶς

νά ὀνειρεύεσαι ταξίδια

(Μυστικά καί θαύματα)

Νανά Ἠσαΐα

(1934-2003)

          Ἔργα της σέ βιβλία.

 

          Πεζογραφία: Ἡ μόνη δυνατή περιπέτεια, Δελφίνι, Ἀθήνα 1994. Ἡ ἱστορία τότε καί τώρα, Δελφίνι, Ἀθήνα 1997. Ἡ ἄγνωστη περιπετεια τῆς ψυχῆς, Λιβάνης, Ἀθήνα 1998. Μιά ἐρωτική σχέση παραλλαγή μιᾶς ἄλλης, Κέδρος, Ἀθήνα 2001. Διαχωριστική γραμμή (μεταθανάτια ἔκδοση, ἐπιμέλεια Δημήτριος Κ. Κούσιος), Ἀθήνα 2004.

Μετάφρασε: Ἔρμαν Ἔσσε, Αὐτοβιογραφικά κείμενα, Ἀθήνα 1995. Λουίζα Μ. Ἄλκοτ, Μικρές κυρίες, Ἀθήνα 1997.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ ἰδίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 817-818. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 381-383.

             Χρίστος Λάσκαρης

(1931-2008)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 

Ποιητικές συλλογές: Τέλος προγράμματος, Μπιλιέτο, Παιανία 1997. Δωμάτιο γιά ἕναν, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα, 2001. Ποιήματα (συγκεντρωτική ἔκδοση), Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2004.

 

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Βασίλης Τζανακάρης, περ. «Γιατί», τ. 249, Σέρρες 1996. Θανάσης Μαρκόπουλος, περ. «Παρέμβαση», τ. 13, Κοζάνη 1996. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, εφ. «Τά Νέα» 6.2.1996. Στέλιος Μαφρέδας, εφ. «Ἡ Αὐγή», 23.11.1996. Δήμητρα Παυλάκου, ἐφ. «Ἡ Αυγή», 23.11.1997. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 41-42, Θεσσαλονίκη 1997. Νίκος Καββαδίας, εφ. «Ἐθνικός Κήριξ» 17.6.2002. Γιῶργος Βέης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Γιολάντα Πέγκλη, περ. «Πάροδος», τ. 2, 2003, περ. «Παροδος», τ. 6, 2005. Ἀργύρης Χιόνης, εφ. «Ἡ Αὐγή» 11.1.2004. Στέλιος Λουκᾶς, περ. «Τό Δέντρο», τ. 133, 2004. Κώστας Καπέλας, εφ. «Τό Βῆμα»12.3.2005. Σπύρος Θεριανός, περ. «Μανδραγόρας», τ. 33, 2005 Δημήτρης Κόκορης, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 77, Θεσσαλονίκη 2007. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1223-1224. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 435-440.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Ἀγγλικά, Ἀλβανικά, Βουλγαρικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ἰταλικά, Ἰσπανικά, Όλλανδικά, Ρωσικά, Σέρβικα, Σουηδικά.

Ἀφιερώματα: «Ὁροπέδιο», τ. 2, Χειμώνας 2006-2007, (Λουκᾶς Κούσουλας, Σωτήρης Σαράκης, Κώστας Σοφιανός, Ἀργύρης Χιόνης, Χρῆστος Λάσκαρης, Στάθης Κουτσούνης). «Πλανόδιον», τ. 45, 2008, (Ἀργύρης Χιόνης, Στέλιος Θ. Μαφρέδας, Ἀντώνης Περαντωνάκης, Σπύρος Θερειανός, Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης, Ἀγελική Σιδηρά, Ἡρώ Νικοπούλου, Γιάννης Πατίλης).

ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Περίλυπη γίνεται ἡ ψυχή μου

τό ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς,

ὅταν ὁ ἥλιος

πίσω ἀπό τίς πολυκατοικίες χάνεται.

Αὐτό τό αἴσθημα

τό ζοῦσα ἔντονα παιδί,

καθώς

-πάλι Ἀπόγευμα Κυριακῆς-

μετά ἀπό ᾿ναν περίπατο στήν ἐξοχή

μπαίναμε σιωπηλοί

στούς σκιερούς δρόμους τῆς πόλης.

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Δάβαζα ἕνα ποίημα γιά τήν ἄνοιξη,

ὅταν τήν εἶδα

νά ἔρχεται ἀπό μακριά:

μισή γυναίκα,

μισή ὄνειρο.

Κατέβαινε τό μονοπάτι κάτω

στεφανωμένη

μέ ἄνθη κερασιᾶς.

Τότε κατάλαβα

τί δύναμη ἔχουν τά ποιήματα.

ΣΤΟ ΠΩΙΝΟ ΑΚΟΥΜΠΙΣΜΕΝΟΣ

Εἶναι ὡραῖο νά ὑπάρχεις

στό πρωινό ἀκουμπισμένος.

Ἀλλά νά ὑπάρχεις

δέν εἶναι εὔκολο.

Χρειάζεται μιά καρδιά ἀθώα.

ΕΠΑΡΧΙΑ

Πέρασε καί τό τελευταῖο τρένο.

Τά ὄνειρα

τραντάχτηκαν γιά μιά στιγμή

μέσα στίς κάμαρες

κι ὕστερα ἡσυχία,

τίποτα.

Ἔξω τό φεγγάρι

ἔγλειφε τούς τοίχους.

(Τέλος προγράμματος)

ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Ἔρχεται ὁ θάνατος καί κάθεται δίπλα μου,

τελευταῖα

ὅλο καί πιό συχνά ἔρχεται

καί κάθεται δίπλα μου

κάθεται ἀμίλητος,

μέ τό χέρι του

πάνω στό γόνατό μου.

ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΜΕΡΑ

Μές στό μυαλό μου ἕνας κῆπος

σπουργίτια φτερουγίζουν

μ᾿ ἕνα πανέρι

κι ἕνα τεράστιο ψαλλίδι μαῦρο

ἡ μητέρα μου

κόβει τριαντάφυλλα καί ντάλιες

κάθεται ὁ πατέρας μου

στήν πεντακάθαρη αὐλή

(θά εἶναι Κυριακή)

κι ἐγώ

(ἑξήντα χρόνια τώρα)

στό χωματόδρομο νά τρέχω.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Ἕνα ἀπ᾿ τά παράθυρα

ἔβλεπε στόν ἀκαλυπτο-

ἐκεῖ τίς Κυριακές τόν βρίσκαμε

ὅλο μελαγχολία

νά κοιτάζει κάτω

ἕναν ἀκάλυπτο βρώμικο

πού ὅμως

μέ λίγη φαντασία

καί νοσταλγία ἀβάσταχτη,

τόν μεταμόρφωνε σέ κῆπο

τόν κῆπο τό θαμμένο μέσα του.

ΛΥΠΗ

Στό ἀπέραντο γαλάζιο

νά πάει καί νά κατοικήσει

δέ μπορεῖ.

Κάθεται ᾿δῶ

καί τ᾿ ἀγναντεύει λυπημένος.

Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ

Ὄμορφη,

σχεδόν μιά καλλονή,

πού σάν αἰθέρια φαντάζει.

Μά ὅταν τήν πλησίασε

τοῦ παρουσιάστη μιά γυναίκα ἀκαλλιέργητη

καί λαϊκή

πού ἔπρεπε

μέ φτηνά πράγματα νά τή θαμπώσει.

(Δωμάτιο γιά ἕναν)

                           Μαρία καραγιάννη

(1936)

 

Ποιητικές Συλλογές: Ὑπό ἔκδοση: Ὁ γυρολόγος τῆς ἐρήμου.

 

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἀντώνης Δ. Ἀντωνίου, «Ἔλευσις», τ. 7-8, Βόλος 1995. Γιῶργος Ἀράγης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Θανάσης Τριαρίδης, «Φιλολογική Βραδυνή», 14.2.2004. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1021. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 403-406.

Ποιήματά της μεταφράστηκαν: Στά Γερμανικά, Ἰσπανικά.

Ἀφιερώματα: Νομική(οί) καί ποίηση, (τρεῖς συναντήσεις στό Α.Π.Θ.), ἐπιμέλεια Γιώτα Κραβαρίτου, Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 2006, (Γιώτα Κραβαρίτου, Αἰκαερίνη Δούκα-Καμπίτογλου, Θανάσης Τριαρίδης, Μαρία Καραγιάννη). Περ. «Πάροδος», Λαμία 12-2008, (Μαρία Καραγιάννη, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, Μαρία Κουγιουμτζῆ).

ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Καθώς ἡ ὁμίχλη

μέ τή θάλασσα

τόν οὐρανό ἔχει σμίξει

οἱ περιπατητές πού ἀργά γλιστροῦν

ἤ ὄρθιοι στέκουν στήν ἀκτή

σάν κρεμασμένα ἀγάλματα

στό τίποτα

μονάχα μ᾿ ἕνα λανθασμένο βῆμα

μ᾿ ἕνα μονάχα βῆμα

ἀπρόσμενα μπορεῖ καί νά βρεθοῦν

στά σκοτεινά νερά

Ἔτσι κι ὅταν στή μέθη του

παραμιλάει ὁ λόγος

γλιστράει κι αὐτός ἀδέξια

μές στή δική του ὁμίχλη

σάν δίχως ἦχο

καί ἀκατάληπτος

ἐξαερώνεται στό χάος

Ο ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Ὁ ποιητής

πραματευτής καί γυρολόγος τῆς ἐρήμου

τήν ἄπληστη λευκότητα τῶν ἡμερῶν του

πού ἀπόμειναν

καί τήν ἀζήτητη πραμάτεια του

τήν διαλαλεῖ μέ ἤχους

ἀκατάληπτους

τό ἄνυδρο πρόσωπο

τό φροντισμένο προσωπεῖο

σέ ἄβυσσο τό ἀφήνει νά κυλάει

καί μίμος πιά μοναχικός

μέ ἄναρθρα κρόταλα κραυγῶν

χειρονομεῖ ἀνακόλουθα

ἱερουργεῖ τίς ξεχασμένες σημασίες

τίς λέξεις του ἀρχέγονες

ἀπεγκλωβίζει στό κενό

στήν ἄχνα

τῆς ἀργῆς του ἐκπνοῆς

νά φωσφορίζουν

(Περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 58, Θεσσαλονίκη 2002)

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΟΝΕΙΡΩΝ

Κήτη ἑρπετά πουλιά

ἀπερίγραπτα

μέ ἐπικαλύψεις ἀπό μέταλλο

καί ρόδα

παφλάζουν σέ μιά ἥσυχη

θάλασσα πού ἀδειάζει

ποῦ;

Φεγγάρια κυνηγιοῦνται

ἀμείλικτα

κι ἕνας πράσινος ἥλιος

μέ πάταγο πέφτει

στόν ἀνθισμένο πυθμένα

Κι ἄξαφνα

λόγος ἀκούγεται σπασμωδικός

ἀπ᾿ τά ἔγκατα

στίχοι ἀκατάληπτοι σέ ἐπιμειξία

μέ τίς φωνές τῶν νεκρῶν μου

ΜΗΝ ΕΡΧΕΣΑΙ

Μήν ἔρχεσαι μαζί μου

ἐκεῖ ὅπου πηγαίνω

Θά δεῖς ἀλλόκοτα ἄνθη

νά ἐκτοξεύουν

κοιμισμένα βρέφη,

μιά λέαινα θά δεῖς

νά μπαινοβγαίνει

σέ ἀσφαλισμένα σπίτια,

βαρειά ἀπό τή χόρταση

θά τή δεῖς καί σύ

νά τριγυρνάει τρεκλίζοντας

Κι ὅσα δέν ἄκουγες

ἀπ᾿ τ᾿ ἀκουόμενα

ἐκεῖ θά τά ἀκοῦς,

κι ἀπ᾿ τά βλεπόμενα

ὅσα δέν κοίταζες

ἐκεῖ θά τά κοιτάζεις

Καί δίχως νά τό θέλεις

θά βρεθεῖς καί σύ

ὑποταγμένος

στόν ἄγγελο τελώνη

πού ἀδέκαστος

σάν πληρωμή γυρεύει

τή μνήμη σου

στά ἄδυτα

σέ ἄσπρα διαρκῶς φτερά

νά τήν καρφώνει

(Στό συλλογικό τόμο Ὅσο κρατάει ἡ ἀνάγνωση… στή μνήμη τῆς

Ἀντωνίας Κατσιαντώνη-Πίστα, Θεσσαλονίκη 2005)

ΟΛΑ ΑΝΑΜΟΧΛΕΥΟΝΤΑΙ ΔΙΑΡΚΩΣ

ὅλα ἀναμοχλεύονται διαρκῶς·

ὄνειρα εἶναι πού τά κοιτᾶς

καί τά ἀκοῦς, ἐν ἐγρηγόρσει,

θαλασσινά τοπία, δάση μέ ξέφωτα

μέ φτέρες νά θροοῦν

καί νά λικνίζονται στούς ἴσκιους

κι ἄξαφνα πλήθη νά περνοῦν κι ἀγάλματα

κι ἀγαπημένοι παρελαύνουν

ἀπό τραπέζια γιορτινά ἐπιστρέφουνε

κι ἀπό νεκρόδειπνους,

μέ νεύματα ταραγμένα μᾶς καλοῦν

κλαῖν καί μιλοῦν ἀνάκουστοι

ἐξάπτονται ριγοῦνε καί σκοντάφτουν

κι ὅπως τούς παίρνει τυραγνισμένη θύμηση

ἥμερα ἀναγέρνουν

κι ὡσάν σκιές σέ ἀνάληψη

νέφος σινδόνα οὐράνια

αἴφνης τούς σκεπάζει

(Περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 77, Θεσσαλονίκη 2007)

ΣΤΙΣ ΑΓΡΥΠΝΙΈΣ

Στίς ἀγρυπνίες ἀκούγεται

τό σούρσιμο· πῶς τεντωμένα

τά σώματα

ἐκλιπαροῦν σώματα ἄλλα,

ν᾿ ἀποσυρθεῖ γιά λίγο

κατευνασμένη ἡ μοναξιά

νά βυθιστοῦνε τά κορμιά

ἡσυχασμένα,

στή λησμονιά τοῦ ὕπνου

Η ΠΕΡΑΣΜΡΝΗ ΜΑΣ ΖΩΗ

Σάν ἀστραπές νυχτερινές,

φεγγάρια φαγωμένα

ἀπό σύννεφα βαριά,

ἡ περασμένη μας ζωή

στή μνήμη

(Περ. «Πάροδος», τ. 17, Λαμία 2007)


[1]. Τόν ὅρο «γενιά» ἐδῶ, ὅπως καί ἀλλοῦ, τόν χρησιμοποιῶ συμβατικά.

[2]. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, «Σχέδιο γιά μιά συγκριτική τῆς μοντέρνας ἑλληνικῆς ποίησης», περιοδικό Διαβάζω, τ. 22, 1979, σ. 47.

[3]. Νέες Τομές, Ἀφιέρωμα στή δεύτερη μεταπολεμική γενιά, τ. 1, Ἀθήνα 1985.

[4]. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Ἡ δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, ἀνθολογία-γραμματολογία, ἐκδόσεις Σοκόλη, Ἀθήνα 2002.

[5]. Τό «ἀπό τό 1994 καί μετά» δέν ἀκριβολογεῖ, γιατί περιέχονται καί συλλογές πού κυκλοφόρησαν νωρίτερα ἀπό τό 1994 ἤ καί κατά τό 1994, χωρίς νά προλάβουν νά ἀνθολογηθοῦν ἀπό τόν Εὐαγγέλου. Οὐσιαστικά δηλαδή πρόκειται γιά βιβλία πού ἔμειναν ἔξω ἀπό τήν πρώτη ἔκδοση τῆς ἀνθολογίας, ἔστω κι ἄν κυκλοφόρησαν πρίν ἀπό τό 1994 ἤ κατά τό 1994.

[6]. Ἀπό τήν ἀπαρίθμηση τῶν ὀνομάτων γίνεται φανερό ὅτι ἀναφέρομαι ἀποκλειστικά στούς ποιητές πού ὑπάρχουν στήν πρώτη ἔκδοση τῆς ἀνθολογίας Εὐαγγέλου. Τοῦτο ἀποτελεῖ ρητό ὅρο τῶν κληρονόμων του: ὅτι δηλαδή στό «᾿Επίμετρο στή δεύτερη ἔκδοση» δέν θά ἀφαιρεθοῦν ἀνθολογημένοι ποιητές ἀπό τόν Εὐαγγέλου, οὔτε θά προστεθοῦν ἄλλοι.

[7]. Ὁ ἀναγνώστης θά πρέπει νά ἔχει ὑπόψη του, πέρα ἀπό τόν «Πρόλογο» καί τήν «Εἰσαγωγή» τῆς πρώτης ἔκδοσης, τίς «Παρουσιάσεις» στήν ἀνθολογία τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, κι ἐπίσης τήν «Εἰσαγωγή» καί τίς ἐξαιρετικές ἀναφορές τοῦ ἀνθολόγου στόν καθένα ποιητή ξεχωριστά, ὅπου γίνεται λόγος γιά τούς τριάνταεννιά ἀπό τούς σαράντα πέντε ποιητές τῆς ἀνθολογίας Εὐαγγέλου.

[8]. «Ποιητή τῆς κοινωνικῆς ὀδύνης» τόν χαρακτήρισε ὁ Ἀνέστης Εὐαγγέλου, στήν κριτική του «Ἕνας αὐθεντικός ποιητής τῆς κοινωνικῆς ὀδύνης», Κατάθεση ᾿73, Μπουκουμάνης, Ἀθήνα 1973, τώρα καί στό βιβλίο του Ἀνάγνωση καί γραφή, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1981.

[9]. Γιῶργος Ἀράγης, «Ἡ ποίηση τοῦ Π. Σωτηρίου», περοδικό Ἡ παρέμβαση, τεῦχος 145, Κοζάνη 2008. σ. 38.

[10]. Τίτλος ὁμιλίας πού ἔγινε στή Βιβλιοθήκη «Καίτη Λασκαρίδου», τήν 17ην Νοεμβρίου 2004.

[11]. Παναγιώτης Μουλᾶς, «Νέοι ποιητές τῆς Θεσσαλονίκης», περιοδικό Ἐνδοχώρα, τεῦχος 10, Γιάννια 1961, σ. 599.

[12]. Χριστόφορος Μηλιώνης, «»Η παθολογία μιᾶς γενιᾶς», «Φιλολογική Καθημερινή», 25.7.1976.

Advertisements